Υπόδειγμα σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας - Νομολογιακές Εξελίξεις στις Συμβάσεις Εμπορικής Αντιπροσωπείας και Διανομής - ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ - ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ 828/2013 - Αριθμός 15/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1554/2008

ΚΥΡΙΑ ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΕΠΙ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ- ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ  ‘Η ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙΕΙΔΙΚΩΤΕΡΑ  :  ΠΟΤΕ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Η ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ- ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΙΣΧΥΡΙΣΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ ,  ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ - ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΤΑ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ Ή  ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ΑΝΑΚΡΙΤΗ
1.Υπόδειγμα σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.
2.Νομολογιακές Εξελίξεις στις Συμβάσεις Εμπορικής Αντιπροσωπείας και Διανομής 
3. ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ  ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ 
4.ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  ΑΡΙΘΜΟΣ 828/2013 -  Αριθμός 15/2013  ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ -  ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1554/2008...


ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ
Οι υπογεγραμμένοι αφ' ενός μεν…… και αφ' ετέρου……στην......και στα επί της οδού…….γραφεία της πρώτης σήμερα την..........συμφωνούν, αποδέχονται και συναποφασίζουν όπως ο δεύτερος καλούμενος στο εξής "ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ" προβαίνει σε διάθεση των προϊόντων της πρώτης καλούμενης στο εξής "ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με ποσοστά (προμήθεια) με τους εξής όρους και συμφωνίες :
1) Η Εταιρεία αναθέτει την διάθεση των προϊόντων της …….για την περιοχή…. στον Εμπορικό Αντιπρόσωπο, ο δε Εμπορικός Αντιπρόσωπος αναλαμβάνει την διάθεση των ως άνω προϊόντων της Εταιρείας στην ως άνω περιοχή μόνο.
2) Η σύμβαση ορίζεται ορισμένου χρόνου αρχομένης την…… και λήγουσα την……δυναμένη να παραταθεί ή ανανεωθεί, κατόπιν γραπτής συμφωνίας. Προκειμένου για εκτελέσεις παραγγελιών, εισπράξεις και επαναληπτικές παραγγελίες η σύμβαση λήγει την.....
3) Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος υπόσχεται τήρηση πίστης και καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας και επιμέλειας προς ευόδωση της αναληφθείσης εμπορικής αντιπροσωπείας σύμφωνα με τις αρχές της συναλλακτικής χρηστοήθειας και καλοπιστίας.
4) Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δεν υποχρεούται σε καταβολή αυτοπρόσωπης εργασίας, δυναμένου να διατηρεί ίδιο γραφείο με ίδιον υπάλληλο ή υπαλλήλους και εξοπλισμό, αποκλειστικά και μόνο με δικές του δαπάνες.
5) Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δεν δύναται να συνάπτει επισφαλείς πωλήσεις, δύναται όμως να διαθέτει παράλληλα μη ομοειδή προϊόντα τρίτων επιχειρήσεων .
6) Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος υποχρεούται τουλάχιστον άπαξ της εβδομάδος σε ημέρα και ώρα που αυτός θα ορίσει, εντός των εκάστοτε ωρών λειτουργίας της Εταιρείας να επισκέπτεται την Εταιρεία αυτοπροσώπως ή με τρίτο πρόσωπο από αυτόν οριζόμενο, παραδίδει δε τα εισπραχθέντα χρήματα και παραγγελίες.
7) Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δεν δικαιούται να παρακρατήσει το σύνολο ή μέρος των εισπραχθέντων ή να τα συμψηφίσει με τυχόν οφειλόμενα, παραιτείται δε κάθε δικαιώματος επίσχεσης είτε χρημάτων είτε εμπορευμάτων.
8) Η αμοιβή του Εμπορικού Αντιπροσώπου ορίζεται ποσοστό (προμήθεια) επί των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων. Η προμήθεια καταβάλλεται, μόνο, επί ολοκληρωμένων πωλήσεων, στην περίπτωση δηλ. που διατέθηκε το προϊόν στον πελάτη και εισπράχθηκε το συμφωνηθέν τίμημα. Η προμήθεια  ορίζεται σε…….. και…...καταβάλλεται επί καθαρών πωλήσεων μετά την αφαίρεση τυχόν φόρων, ΦΠΑ και λοιπών κρατήσεων υπέρ του Δημοσίου, ΟΓΑ, η ΤΕΒΕ.
9) Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος υποχρεούται να κλείνει τους λογαριασμούς με τους πελάτες εντός……ημερών από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου σύμφωνα με την εμπορική πολιτική της Εταιρείας.
10) Η εκκαθάριση των προμηθειών, με βάση τις ολοκληρωθείσες πωλήσεις θα γίνεται ανά……του Εμπορικού Αντιπροσώπου, δικαιουμένου, μέχρι της εκκαθάρίσης, μηνιαίων απολήψεων μέχρι του ποσού των……
11) Το ΤΕΒΕ αποτελεί το μόνο ασφαλιστικό ταμείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου .
12) Η σύμβαση δύναται να λυθεί εγγράφως με καταγγελία οποτεδήποτε από κάθε μέρος ακόμη και χωρίς σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία κοινοποιείται με επιμέλεια του καταγγέλοντος και επάγει τα αποτελέσματα της την πρώτη ημέρα του επομένου  από την καταγγελία συμβατικού μηνός.
13) Η σύμβαση λύνεται αυτομάτως λόγω πτώχευσης, διάλυσης, συγχώνευσης, ή μετατροπής της Εταιρίας ή λόγω θανάτου ή απαγόρευσης του Εμπορικού Αντιπροσώπου.
14 ) Η σύμβαση λύνεται πάντα αζημίως για κάθε μέρος. Αν η λύση της σύμβασης επέλθει με καταγγελία του Εμπορικού Αντιπροσώπου, ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δεν δικαιούται καμία προμήθεια για πωλήσεις που έχει πραγματοποιήσει και δεν έχουν μέχρι επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας εισπραχθεί ή διακανονισθεί καθ' οιοδήποτε τρόπο. Εφ' όσον μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας οι πραγματοποιηθείσες πωλήσεις διακανονισθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δικαιούται, χωρίς υποχρέωση προς είσπραξη, μόνο το……
15) Μέχρι της λύσης της σύμβασης, τα μέρη υποχρεούνται σε εκτέλεση της σύμβασης, ευθυνόμενα για κάθε ζημία που θα προξενηθεί, από την μη εκτέλεση ή πλημμελή εκτέλεση.
16) Οποιαδήποτε τροποποίηση, παράταση, ανανέωση της παρούσας αποδεικνύεται μόνο εγγράφως αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου ακόμα και αυτού του όρκου.
Η παρούσα σύμβαση συνετάγη εις διπλούν, έκαστο μέρος έλαβε από ένα πρωτότυπο και υπογράφεται ως έπεται.

 

Εμπορικοί Αντιπρόσωποι ΠΔ 219-1991

“Περί αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων”.
Άρθρο 1.
1.  Σκοπός του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Ε.Κ.) “για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών – μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες)” που δημοσιεύθηκε στην ελληνική γλώσσα στην Επίσημη Εφημερίδα των Ε.Κ. αριθμ. ΕΕ αριθμ. L 382 της 31.12.1986 σελ.17
2.  Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Διατάγματος, Εμπορικός Αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου, μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής “αντιπροσωπευόμενος”, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
3.  Εμπορικός Αντιπρόσωπος:
α) Είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί ως εμπορικός αντιπρόσωπος στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. και στα αμιγή Εμπορικά Επιμελητήρια ή στο Εμπορικό Τμήμα των λοιπών Επιμελητηρίων, και στο Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων.
[Το εδάφιο α' αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 1 του π.δ. 312/1995].
β) Μπορεί να διατηρεί υπαντιπροσώπους στην έδρα της εγκατάστασής του ή σε άλλες πόλεις μέσα στο γεωγραφικό τομέα στον οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του.
[Το εδάφιο β' αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 1 του π.δ. 249/93]
4.  Εμπορικοί Αντιπρόσωποι, κατά την έννοια του παρόντος Διατάγματος, δε μπορούν να είναι ιδίως:
α) Τα πρόσωπα τα οποία υπό την ιδιότητα του οργάνου έχουν την εξουσία να δεσμεύουν μία εταιρία ή ένωση προσώπων.
β) Οι εταίροι οι οποίοι έχουν νόμιμη εξουσία να δεσμεύουν τους άλλους εταίρους.
γ) Οι διαχειριστές που ορίζονται από το δικαστήριο, οι εκκαθαριστές ή οι σύνδικοι πτωχεύσεως.
Άρθρο 2.
Οι διατάξεις του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος δεν έχουν εφαρμογή για: α) Τους μη αμειβόμενους Εμπορικούς Αντιπροσώπους. β)Τους Εμπορικούς Αντιπροσώπους εφόσον συναλλάσσονται στα Χρηματιστήρια Εμπορευμάτων ή στις αγορές πρώτων υλών.

Άρθρο 3.
[Το άρθρο 3 καταργήθηκε από το άρθρο 4 του π.δ. 249/93]

Άρθρο 4.
1.  Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος οφείλει κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του να μεριμνά για τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου και να δρα νόμιμα με βάση την καλή πίστη.Ιδιαίτερα ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος οφείλει:
α) Να ασχολείται με τη δέουσα επιμέλεια κατά τη διαπραγμάτευση και ενδεχομένως κατά την σύναψη των πράξεων οι οποίες του έχουν ανατεθεί.
β) Να ανακοινώνει στον αντιπροσωπευόμενο κάθε αναγκαία πληροφορία που διαθέτει.
γ) Να συμμορφώνεται προς της εύλογες υποδείξεις του αντιπροσωπευόμενου.
[Η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 παρ.1 του π.δ. 312/95].
2.  Ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει κατά τη διάρκεια των σχέσεών του με τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο να δρα νόμιμα, με βάση την καλή πίστη.
Ιδιαίτερα ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει:
α)Να θέτει στη διάθεση του Εμπορικού Αντιπροσώπου τα αναγκαία πληροφοριακά έγγραφα, που αφορούν τα εμπορεύματα περί των οποίων εκάστοτε πρόκειται.
β)Να παρέχει στον Εμπορικό Αντιπρόσωπο τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ιδίως να ειδοποιεί τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο, μέσα σε εύλογη προθεσμία, μόλις προβλέψει ότι ο όγκος των εμπορικών πράξεων θα είναι αισθητά μικρότερος από εκείνον που ο αντιπρόσωπος θα έπρεπε να αναμένει κανονικά.
[Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 1 του π.δ. 88/94].
3.  Ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει, εξάλλου, να ενημερώνει μέσα σε εύλογη προθεσμία τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο σχετικά με την εκ μέρους του αποδοχή ή απόρριψη, καθώς και με την μη εκτέλεση μιας εμπορικής πράξης για την οποία μεσολάβησε.
[Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 312/95].
4.  Τα μέρη δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του άρθρου αυτού. [Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ. 312/95].
Άρθρο 5.
1.  Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δικαιούται την ειδικώς συμφωνηθείσα αμοιβή.
2.  Ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ειδικών διατάξεων ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας της σύμβασης στην οποία μεσολαβεί ή συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις συνήθειες που εφαρμόζονται στον τόπο όπου ασκεί τη δραστηριότητά του και για την αντιπροσώπευση των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Ελλείψει παρομοίων συνθηκών ο αντιπρόσωπος δικαιούται εύλογη αμοιβή, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη.
[Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 3 παρ.1 του π.δ. 312/95].
3.  Κάθε στοιχείο της αμοιβής το οποίο μεταβάλλεται ανάλογα με τον αριθμό ή την αξία των υποθέσεων θεωρείται ότι, κατά την έννοια του παρόντος διατάγματος, αποτελεί προμήθεια.
[Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 3 παρ. 2 του π.δ. 312/95].
4.  Οι διατάξεις των επόμενων άρθρων 6 και 7 εφαρμόζονται εφόσον ο εμπορικός αντιπρόσωπος αμείβεται συνολικά ή εν μέρει με προμήθεια.
Άρθρο 6.
1.  Για εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια: α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβασή του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ίδιου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτόν τον τομέα ή σε αυτήν την ομάδα.
[Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 6 παρ.2 του π.δ. 312/95].
2.  Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθειας:
α) Εάν η πράξη οφείλεται κυρίως στην δραστηριότητα που αυτός ανέπτυξε κατά την διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και έχει συναφθεί μέσα σε εύλογη προθεσμία από τη λύση αυτή της σύμβασης.
[Το εδάφιο α' αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 6 παρ.3 του π.δ. 312/95].
β) Εάν, σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου η παραγγελία του τρίτου περιήλθε στον Εμπορικό Αντιπρόσωπο ή τον αντιπροσωπευόμενο πριν από τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.
3.  Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δεν δικαιούται προμήθεια κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εάν αυτή οφείλεται, δυνάμει της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, στον προηγούμενο αντιπρόσωπο, εκτός εάν λόγω της δραστηριότητάς του θεωρείται δίκαιο η προμήθεια να διανεμηθεί μεταξύ τους.
Άρθρο 7.
1.  Η αξίωση επί της προμήθειας υφίσταται από τον χρόνο και κατά το μέτρο που συντρέχει μία από τις παρακάτω περιπτώσεις:
α) Ο αντιπροσωπευόμενος εξετέλεσε την πράξη
β) Ο αντιπροσωπευόμενος όφειλε να έχει εκτελέσει την πράξη δυνάμει της συμφωνίας που έχει συναφθεί με το τρίτο.
γ) Ο τρίτος εξετέλεσε την πράξη
2.  Η αξίωση επί της προμήθειας γεννάται όταν ο τρίτος έχει εκτελέσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση ή θα έπρεπε να τις έχει εκτελέσει εάν ο αντιπροσωπευόμενος είχε προβεί στην απαραίτητη σύμπραξη για την ολοκλήρωση της σύμβασης.
3.  Η προμήθεια καταβάλλεται το αργότερο την τελευταία ημέρα του μηνός που ακολουθεί το τρίμηνο κατά τη διάρκεια του οποίου είχε γεννηθεί η σχετική αξίωση.
4.  Το δικαίωμα της προμήθειας αποσβήνεται μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι η σύμβαση μεταξύ του τρίτου και του εντολέα δεν θα εκτελεστεί και η μη εκτέλεση δεν οφείλεται σε γεγονότα για τα οποία είναι υπαίτιος ο αντιπροσωπευόμενος.
[Η παρ.4 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρο 5 παρ.2 του π.δ. 312/95].
4α. Οι προμήθειες που έχει ήδη εισπράξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος επιστρέφονται εάν το σχετικό δικαίωμα αποσβεστεί. [Η παρ.4α προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ.2 του π.δ. 312/95].
5.  Ο αντιπροσωπευόμενος διαβιβάζει στον Εμπορικό Αντιπρόσωπο κατάσταση των οφειλομένων προμηθειών, το αργότερο την τελευταία ημέρα του μηνός που ακολουθεί το τρίμηνο κατά το οποίο γεννήθηκαν οι σχετικές αξιώσεις. Η κατάσταση αυτή αναφέρει όλα τα ουσιώδη στοιχεία βάσει των οποίων έχει υπολογισθεί το ποσό των προμηθειών.
6.  Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δικαιούται να απαιτήσει να του παρασχεθούν όλες οι πληροφορίες και κυρίως απόσπασμα εγγράφων των εμπορικών βιβλίων που χρειάζεται για την επαλήθευση του ποσού των οφειλομένων προμηθειών.
7.  Δεν δύναται να συμφωνηθεί παραίτηση του εμπορικού αντιπροσώπου από τα δικαιώματα που απορρέουν από τις διατάξεις των παραγράφων 2,3,4,,5 και 6 του παρόντος άρθρου.
[Η παρ.7 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 5 παρ. 3 του π.δ. 312/95].
Άρθρο 8.
1.  α) Διά την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως.
β)Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της.Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα.
[Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 6 παρ.1 του π.δ. 312/95].
2.  Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά την λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
3.  Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας.
4.  Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.
Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλόμενων.
[Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 2 του π.δ. 88/94].
5.  Αν τα μέρη ορίσουν μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας από εκείνες που προβλέπονται από την παράγραφο 4, η προθεσμία καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρήσει ο αντιπροσωπευόμενος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο.
6.  Εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, η λήξη της προθεσμίας καταγγελίας πρέπει να συμπίπτει με το τέλος του ημερολογιακού μηνός.
7.  Οι διατάξεις των παραγράφων 3,4,5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.
Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος.
8.  Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων.
[Η παρ.8 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 6 παρ.2 του π.δ. 312/95].
Άρθρο 9.
1.  α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
[Το εδ. α' αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 7 παρ.1 του π.δ. 312/95].
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος.
β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημιάς την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
δ) Το δικαίωμα αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας γεννάται επίσης και όταν η σύμβαση λύεται λόγω θανάτου του εμπορικού αντιπροσώπου.
[Το εδ. δ' προστέθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 88/94].
2.  Ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημιάς της προηγούμενης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει προς τον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του.
[Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 3 του π.δ. 88/94].
3.  Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημιάς, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται:
α) Όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο.
β) Όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλλει τη σύμβαση, εκτός εάν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου ή δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθένειας του εμπορικού αντιπροσώπου εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατό να απαιτηθεί εύλογα από αυτόν η εξακολούθηση της δραστηριότητάς του.
[Το εδ. β' αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 3 του π.δ. 88/94].
γ) Όταν μετά από συμφωνία με τον αντιπροσωπευόμενο, ο αντιπρόσωπος εκχωρεί σε τρίτο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει δυνάμει της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. [Το εδ. γ' προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ.2 του π.δ. 312/95].
4.  Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος πριν από την λήξη της σύμβασης δεν μπορεί να παραιτηθεί των δικαιωμάτων του που απορρέουν από τις παραπάνω παραγράφους.
Άρθρο 10.
1.  Η συμφωνία που προβλέπει περιορισμό των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του εμπορικού αντιπροσώπου μετά τη λήξη της σύμβασης, ονομάζεται στο εξής υποχρέωση μη ανταγωνισμού.
2.  Η υποχρέωση μη ανταγωνισμού είναι ισχυρά εάν και εφόσον:
α) έχει συνομολογηθεί εγγράφως και
β) αφορά το γεωγραφικό τομέα, την ευθύνη του οποίου είχε ο εμπορικός αντιπρόσωπος καθώς και τον τύπο των εμπορευμάτων των οποίων είχε την αντιπροσωπεία σύμφωνα με τη σύμβαση.
3.  Η υποχρέωση μη ανταγωνισμού ισχύει για περίοδο το πολύ ενός έτους μετά την λήξη της σύμβασης.
4.  Με το άρθρο αυτό δεν θίγονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας οι οποίες επιβάλλουν άλλους περιορισμούς ως προς το κύρος ή την εφαρμογή ρητρών που περιέχουν υποχρέωση μη ανταγωνισμού ή προβλέπουν ότι τα δικαστήρια μπορούν να μειώσουν τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων που απορρέουν από παρόμοια συμφωνία.
Άρθρο 11.
1.  Οι διατάξεις του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του.
2.  Για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του διατάγματος αυτού την 1η Ιανουαρίου 1994.
Άρθρο 12.
Από της ισχύος του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις αυτού και ειδικά οι διατάξεις των άρθρων 1,2,4 παρ.1,3,4 και 5,6,7,11,12 του ν. 307/76 και του άρθρου 11 του ν.504/76.


Νομικό καθεστώς που αφορά την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας


ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ
ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ

ΟΔΗΓΙΑ 86/653/ΕΟΚ

Π.Δ. 219/91 (ΦΕΚ τεύχος Α΄, αριθ. φύλ. 81)
Περί Εμπορικών Αντιπροσώπων σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ

Π.Δ. 249/93 (ΦΕΚ τεύχος Α΄, αριθ. φύλ. 108)
Περί Εμπορικών Αντιπροσώπων

Π.Δ. 88/94 (ΦΕΚ τεύχος Α΄, αριθ. φύλ. 64)
Τροποποίηση και συμπλήρωση του Π.Δ. 219/91.

Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100 Α) που άρχισε να ισχύει από 14-5-07   το οποίο τροποποιεί το άρθρο 8 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991 «περί Εμπορικών Αντιπροσώπων»  και ορίζει ότι,
«Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου».

Σύμβαση αντιπροσωπείας και αποζημίωση πελατείας


Η άποψη ότι η δύναμη του εμπορίου θα ενώσει τον κόσμο, έχει αποδειχτεί ότι δεν βρίσκεται μακριά από την πραγματικότητα. Απαρχή άλλωστε της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήταν μια Ένωση με αμιγώς οικονομικό χαρακτήρα.

Η ΕΟΚ δημιούργησε ουσιαστικά τις προϋποθέσεις διεξαγωγής των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των κρατών-μελών της υπό συνθήκες που προσιδιάζουν σε ενιαία αγορά. Για τη λειτουργία όμως μιας τέτοιας αγοράς προαπαιτούμενο ήταν η προσέγγιση των συστημάτων δικαίου των κρατών μελών της.

Ένα από τα θέματα στα οποία εντοπίστηκαν έντονες διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών, ήταν η εμπορική αντιπροσώπευση. Η σημασία μάλιστα αυτού του είδους συμβάσεων για την κοινή αγορά, αποτυπώνεται στην κρίση που περιέχει η σχετική υπ’ αρ. 86/653 Οδηγία της ΕΟΚ, ότι "οι έννομες σχέσεις μεταξύ του εμπορικού αντιπροσώπου και του αντιπροσωπευόμενου πρέπει να εξεταστούν κατά προτεραιότητα", δεδομένου ότι η εμπορική αντιπροσωπεία τελεί σε συνάφεια και με ζητήματα ανταγωνισμού, αλλά και με τη λειτουργία της ίδιας της αγοράς, κυρίως όταν ο αντιπροσωπευόμενος και ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη. Η ελληνική νομοθεσία προσαρμόστηκε στην παραπάνω Οδηγία με το Προεδρικό Διάταγμα 219/1991.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του διατάγματος αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι το πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση, υπό την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή, να διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου την πώληση ή αγορά εμπορευμάτων ή τη σύναψη πράξεων επ’ ονόματι και για λογαριασμού του εντολέα του.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος, έναντι της παροχής των υπηρεσιών του, δικαιούται την συμβατικά συμφωνηθείσα αμοιβή του, η οποία μπορεί να συνίσταται, εν όλω ή εν μέρει, σε προμήθεια επί της κάθε εμπορικής πράξης που συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Ωστόσο, οι πράξεις αυτές του αντιπροσώπου συμβάλλουν αιτιωδώς στην δημιουργία νέας διαρκούς πελατείας για την αντιπροσωπευόμενη επιχείρηση, και επιπροσθέτως στην διεύρυνση της θέσης και της φήμης της στην αγορά, με αποτέλεσμα η τελευταία να εκμεταλλεύεται την ωφέλεια αυτή, ακόμα και μετά την, με οποιοδήποτε τρόπο, λύση της σύμβασης.

Η συμβολή αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου στην αύξηση της άϋλης εμπορικής αξίας της αντιπροσωπευόμενης επιχείρησης, δεν παραβλέφθηκε από τον νομοθέτη. Το άρθρο 9 του π.δ. αναγνωρίζει το δικαίωμα του εμπορικού αντιπροσώπου στη λεγόμενη "αποζημίωση πελατείας" ή "κατ’ αποκοπή αποζημίωση", όπως αναφέρεται στο άρθρο 17 της Οδηγίας. Η αποζημίωση αυτή αποτελεί μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής του αντιπρόσωπου, για την καταβολή της οποίας θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις.

Ο αντιπρόσωπος θα πρέπει κατά τον χρόνο ισχύος της σύμβασης να έχει εισφέρει στον αντιπροσωπευόμενο νέους πελάτες ή να έχει προάγει σημαντικά τις υποθέσεις με τους ήδη υπάρχοντες. Επιπλέον, ο αντιπροσωπευόμενος θα πρέπει να διατηρεί και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικές ωφέλειες από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Τέλος η καταβολή της αποζημίωσης θα πρέπει να είναι "δίκαιη", με κριτήριο όλες τις περιστάσεις της κάθε επιμέρους περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένης και της εφαρμογής της ρήτρας μη ανταγωνισμού. Ιδιαίτερα λαμβάνονται υπόψη οι προμήθειες που αποστερείται ο αντιπρόσωπος από τις παραπάνω υποθέσεις.

Την συνδρομή των ουσιαστικών αυτών προϋποθέσεων για τη γέννηση της προκείμενης αξίωσής του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος οφείλει να επικαλεσθεί απολύτως ορισμένως και επιπλέον να αποδείξει, σε περίπτωση που αναγκαστεί να διεκδικήσει τα δικαιώματά του δικαστικά.Το ύψος της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί πάντως να υπερβεί το ποσό που ισοδυναμεί στον ετήσιο μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη. Σε περίπτωση που η σύμβαση διήρκησε λιγότερο, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της περιόδου ισχύος της.

Η καταβολή της αποζημίωσης πελατείας ωστόσο, δεν αποκλείει την αξίωση του αντιπρόσωπου για ανόρθωση κάθε περαιτέρω ζημίας που τυχόν υπέστη, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από τον αντιπροσωπευόμενο, ιδίως όταν το δικαίωμα αυτό ασκήθηκε καταχρηστικά. Η αξίωση αυτή μπορεί να στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 724, 914 και 281 του Αστικού Κώδικα, ή, κατά περίπτωση, σε αυτές του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού. Ωστόσο, η παράγραφος 3 του άρθρου 9 του π.δ. θέτει και μια σημαντική εξαίρεση στο δικαίωμα του αντιπροσώπου να διεκδικήσει την αποζημίωση πελατείας. Αυτή δηλαδή δεν οφείλεται, αν ο εντολέας κατήγγειλε δικαιολογημένα τη σύμβαση με υπαιτιότητα του αντιπροσώπου, λόγω παράβασης των συμβατικών του υποχρεώσεων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 4 παρ. 1 του παραπάνω διατάγματος.Ο Νόμος ωστόσο, πέρα από την προστασία των συμφερόντων του αντιπροσώπου, δεν παύει να ενδιαφέρεται και για την ασφάλεια δικαίου του αντισυμβαλλομένου του. Ως εκ τούτου, ο εμπορικός αντιπρόσωπος υποχρεούται να γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο την πρόθεσή του να διεκδικήσει την αποζημίωση, μέσα σε ένα έτος από τη λύση της σύμβασης. Σε αντίθεση περίπτωση, η αξίωσή του για "κατ’ αποκοπή αποζημίωση" αποκόπτεται εντελώς από τη σφαίρα των δικαιωμάτων του.

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥΣ

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥΣ
Υποχρεωτική προμή­θεια θα δικαιούνται στο εξής  οι εμπορικοί αντιπρόσωποι για κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται στην περιοχή όπου δρα­στηριοποιούνται, ανεξάρτητα εάν έχουν κλείσει οι ίδιοι την συμφωνία με τον πελάτη.
Η απόφαση αυτή, που απο­τελεί ασπίδα προστασίας για τον κλάδο, ελήφθη πρόσφατα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με αφορ­μή προδικαστικά ερωτήματα που απέστειλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ειδικότερα, το πέ­μπτο τμήμα του Ευρωπαϊκού Δι­καστηρίου, με γενικό εισαγγελέα τον κ. Γ. Κοσμά, κλήθηκε και απά­ντησε σε δύο ερωτήματα:
α. Εάν στην περίπτωση που η αρ­μοδιότητα του εμπορικού αντιπρο­σώπου εκτείνεται σε καθορισμένο γεωγραφικό τομέα, το δικαίωμά του για προμήθεια ανα­φέρεται σε συναλλαγές που διενεργήθηκαν χωρίς την παρέμ­βασή του, σε οποιοσδήποτε στά­διο και ανεξάρτητα από το αν είχε βρει ο ίδιος τους σχετικούς πελά­τες ή μόνο σε συναλλαγές που διε­νεργήθηκαν στον τομέα δράσης του, ύστερα από παρέμβασή του και με πελάτες που ο ίδιος βρήκε.
β.   Εάν μια επιχείρηση που είναι πελάτης και έχει θυγατρικές εταιρείες ή αν ένας πελάτης διευθύνει ποικίλες επιχειρήσεις πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η θυ­γατρική ή η επιχείρηση η οποία προέβη στην παραγγελία, ανε­ξαρτήτως σε ποια παραδόθη­καν εμπορεύματα ή προσφέρ­θηκαν οι υπηρεσίες.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστή­ριο, ερμηνεύοντας τη σχετική Οδηγία, η οποία έχει κυρωθεί και από τη χώρα μας, δέχεται ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος πρέ­πει να αμείβεται για το σύνολο των εμπορικών πράξεων που πραγματοποιούνται σε συγκεκρι­μένη περιοχή ή μέσα σε συγκεκρι­μένη ομάδα προσώπων, χωρίς να γίνεται μνεία οποιασδήποτε δρα­στηριότητας του εμπορικού αντιπροσώπου. Συγκεκριμένα, ως προς το πρώτο ερώτημα αποφάνθηκε τα εξής:
‘Όταν ένας εμπορικός αντι­πρόσωπος έχει αναλάβει κά­ποιο γεωγραφικό τομέα, έχει δικαίωμα προμήθειας για τις συναπτόμενες με τους πελά­τες που ανήκουν στον τομέα συναλλαγές, ακόμη και αν κα­ταρτίστηκαν χωρίς την πα­ρέμβασή του”.
Όπως σχολιάζουν νομικοί κύκλοι, με την απόφαση αυτή ισχυρο­ποιείται από τη μια πλευρά η θέση του εμπορικού αντιπρο­σώπου, όταν δραστηριοποιείται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική _περιοχή, και από την άλλη περιο­ρίζεται η αγορά, σε αντίθεση με ότι προβλέπει η Συνθήκη της Ρώμης.
Όσον αφορά στο δεύτερο ερώτη­μα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δεχτεί ότι αποφασιστική σημασία έχει ο τόπος όπου πράγματι ασκείται η εμπορική δραστηριότη­τα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δηλαδή αποφάνθηκε:
“Όταν η επιχείρηση ασκεί επαγγελματική δραστηριότη­τα σε διάφορους τόπους ή όταν ο αντιπρόσωπος ασκεί τη δραστηριότητά του σε πολλές περιοχές, πρέπει να λαμβάνε­ται υπόψη ο τόπος όπου έλα­βαν ή έπρεπε κατά το σύνη­θες να λάβουν χώρα οι δια­πραγματεύσεις με τον αντιπρόσωπο, ο τόπος όπου παρα­δόθηκε το εμπόρευμα, καθώς και ο τόπος όπου βρίσκεται η επιχείρηση η οποία έκανε την παραγγελία” .
πηγή: ΔΕΛΤΙΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ – ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ – ΜΑΡΤΙΟΣ 1998


ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ (μετά την λύση της σύμβασης)
 Β. Δικαίωμα για ‘Αποζημίωση κατά το Προεδρικό Διά­ταγμα 219/91.
α. Προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 9 §1 (α) του Προεδρικού Διατάγματος 219/91 ό εμπορικός αντιπρόσωπος έχει δικαίωμα για αποζημίωση μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας
αα) Εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια της σύμβασης εμπορικής ανΊ:ιπροσωπείας έφερε νέους πελάτες στον εντολέα.
β) Εάν προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες τόσο, ώστε ό εντολέας να διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
β. Ποσό ‘Αποζημίωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 9 §1 (β) του ΠΔ. 219/91 το ποσό της αποζημίωσης μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ό εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τε­λευταία έτη, αν δε ή σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, ή αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Με το άρθρο 9 §1 (β) το Π.Δ. 219/91 εφαρμόζει το πρώτο σύστημα της Οδηγίας άρθρο 17 §2 (β). ‘Υιοθετεί, όμως, και το δεύτερο σύστημα της Οδηγίας (άρθρο 17 §3), με το οποίο ορίζει ότι ή χορήγηση της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη. Ό εμπορικός αντιπρό­σωπος μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για την ανόρθωση της κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας, κατά τον’ Αστικό Κώ­δικα από τη σύμβαση η και από αδικοπραξία (αρθρ. 298, 914 έπ.).
=======================

Νομολογιακές Εξελίξεις στις Συμβάσεις Εμπορικής Αντιπροσωπείας και Διανομής

* Νομολογιακές Εξελίξεις στις Συμβάσεις Εμπορικής Αντιπροσωπείας και Διανομής
* Ζήτημα επαναγοράς και διάθεσης αποθεμάτων σε περίπτωση λύσης της Συμφωνίας και απουσίας Συμβατικής Ρήτρας
* Σύγχρονες Εξελίξεις στη λειτουργία της Σύμβασης Εμπορικής Αντιπροσωπείας
* Η δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας
* Εξελίξεις στο δίκαιο των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας
* Δικαιώματα αντιπροσώπων όταν συγχωνεύεται ο προμηθευτής
* «Δεκάλογος» για την προστασία των δικαιωμάτων των εμπορικών αντιπροσώπων
* Τα δικαιώματα των διανομέων όταν καταγγέλλονται οι συμβάσεις

Νομολογιακές Εξελίξεις στις Συμβάσεις Εμπορικής Αντιπροσωπείας και Διανομής
Του Δημητρίου Β. Κουτσούκη*
Δελτίο Πληροφοριών Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2008

1. Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας (Άρειος Πάγος) εξέδωσε μια ιστορική απόφαση που αφορά τα δικαιώματα των εμπορικών αντιπροσώπων και διανομέων. Συγκεκριμένα εκδόθηκε πρόσφατα η υπ’αριθμ. 1554/08 απόφασή του που έταμε ορθά τα παρακάτω εριζόμενα ζητήματα στη θεωρία και νομολογία όσον αφορά το δίκαιο της εμπορικής αντιπροσωπείας (Π.Δ. 219/1991).
2. Το πρώτο ζήτημα αναφέρεται στο αν η δήλωση που πρέπει να κάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος / διανομέας εντός ενός έτους από την λύση της σύμβασης σχετικά με την πρόθεσή του να ασκήσει τα δικαιώματά του πρέπει να γίνει εγγράφως ή ατύπως και κυρίως αν αρκεί η γενική αυτή επιφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων ή πρέπει οπωσδήποτε να εξειδικεύονται οι επί μέρους αξιώσεις / δικαιώματα του εμπορικού αντιπροσώπου όπως είναι π.χ. η αξίωση αποζημίωσης πελατείας, διαφυγόντα κέρδη κ.α.  Η παραπάνω αρεοπαγιτική απόφαση έκρινε ότι αρκεί η άτυπη δήλωση και ακόμη ότι αρκεί η γενική επιφύλαξη των νόμιμων  δικαιωμάτων,  αφού όλα τα δικαιώματα έχει ο εμπορικός αντιπρόσωπος / διανομέας προκύπτουν από το νόμο. Με την απόφαση αυτή παραμερίστηκε ένα σημαντικό εμπόδιο στην ευδοκίμηση αγωγών, θιγόμενων εμπορικών αντιπροσώπων και διανομέων.
3. Το δεύτερο ζήτημα που έκρινε ορθά ο Άρειος Πάγος είναι αν η διαρκής σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας/διανομής με ορισμένου χρόνου συμβάσεις που ανανεώνονται αλληλοδιαδόχως, μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Πρόκειται για τις λεγόμενες αλυσιδωτές συμβάσεις. Η ανωτέρω απόφαση έκρινε ότι «Ως αορίστου διαρκείας θεωρείται και η σύμβαση που διήρκεσε επί μακρό σχετικά χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου και σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταρτίζονταν μεταξύ των μερών μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνται με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα σημεία τους».
Με βάση την ορθή αυτή θέση ο αντιπροσωπευόμενος – προμηθευτής, αν θέλει να λήξει η σύμβαση  που έχει με τον εμπορικό αντιπρόσωπο – διανομέα πρέπει, εφόσον δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος,   να τάξει την προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία προμήνυσης τακτικής καταγγελίας,  αλλιώς υποχρεούται σε καταβολή διαφυγόντων κερδών .
4. Και το τελευταίο ζήτημα που έκρινε η εν λόγω απόφαση είναι ότι είναι νόμιμη η αγωγή καταβολής  διαφυγόντων κερδών όταν στην αγωγή επιζητούνται τα μικτά κέρδη. Έτσι θα ανακοπεί η παρατηρούμενη τάση να απορρίπτονται από τα δικαστήρια ουσίας αγωγές ως μη νόμιμες όταν επιζητούνται μεικτά και όχι καθαρά κέρδη .
5. Εκτιμώντας συνολικά την απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης αναίρεσης του γράφοντος, πρόκειται για μια σημαντική απόφαση στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου που αφορούν τις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής. Η παραπάνω αρεοπαγιτική απόφαση εμφορούμενη από το πνεύμα και το σκοπό της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ «για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών – μελών σχετικά με τους ανεξάρτητους εμπορικούς αντιπροσώπους» έδωσε λύσεις δίκαιες που επιτρέπουν την αποτελεσματική προστασία των απονεμόμενων από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων υπέρ των αδυνάτων εμπορικών αντιπροσώπων/διανομέων.
Ζήτημα επαναγοράς και διάθεσης αποθεμάτων σε περίπτωση λύσης της Συμφωνίας και απουσίας Συμβατικής Ρήτρας

Εξελίξεις στο δίκαιο των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας
Του Δημητρίου Β. Κουτσούκη*
Δελτίο Πληροφοριών Απρίλιος-Ιούνιος 2007

1. Με νομοθετική παρέμβαση το υπουργείο Ανάπτυξης ξεκαθάρισε το τοπίο στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής ακολουθώντας τις τελευταίες νομολογιακές εξελίξεις.
2. Είχε δημιουργηθεί μέγα ζήτημα αν οι εμπορικοί αντιπρόσωποι δικαιούνται αποζημίωση πελατείας και άλλα δικαιώματα (διαφυγόντα κέρδη κ.λπ.) όταν η σύμβαση συνάπτεται άτυπα, χωρίς δηλαδή να τηρηθεί ο έγγραφος Τύπος. Με βάση την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου το θέμα λύθηκε υπέρ της άποψης ότι δεν είναι αναγκαία η τήρηση του έγγραφου τύπου για την εφαρμογή του Π.Δ. 219/91.
3. Την ορθή αυτή άποψη επιβεβαιώνει και η τελευταία νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 14 του ψηφισθέντος νόμου για την τροποποίηση του Π.Δ. 237/1986 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 8 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων» και ορίζει ότι «Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου». Η νομοθετική αυτή παρέμβαση εν όψει της παραπάνω νομολογίας του Αρείου Πάγου έχει διασαφηνιστικό και επιβεβαιωτικό χαρακτήρα.
4. Έτσι δικαίωμα αποζημίωσης δεν έχουν μόνο οι εμπορικοί αντιπρόσωποι των οποίων οι συμβάσεις θα συναφθούν μετά την ισχύ της παραπάνω διάταξης, αλλά και οι εμπορικοί αντιπρόσωποι με ισχύουσες (παλιές άτυπες) συμβάσεις με βάση την παραπάνω νομολογία του Αρείου Πάγου.
5. Παραπέρα με τη νομοθετική ρύθμιση επεκτάθηκαν τα δικαιώματα αποζημίωσης και στους εμπορικούς αντιπροσώπους παροχής υπηρεσιών (ταξιδιωτικούς πράκτορες, ασφαλιστικούς και τραπεζιτικούς πράκτορες, πράκτορες ταχυμεταφορών). Να σημειωθεί ότι η ρύθμιση και πάλι ακολούθησε τις νομολογιακές εξελίξεις και λύσεις που δέχθηκαν την αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991 (που αφορά μόνο εμπορεύματα) και στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας παροχής υπηρεσιών.
6. Ακόμη τα δικαιώματα του εμπορικού αντιπροσώπου έχουν, με βάση τη νέα ρύθμιση, αναλογικά και οι αποκλειστικοί διανομείς, εφόσον ως συνέπεια της σύμβασης αποκλειστικής διανομής ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της οργάνωσης του προμηθευτή. Να σημειωθεί ότι το θέμα αυτό λύθηκε πρόσφατα νομολογιακά (με αποφάσεις του Αρείου Πάγου) θετικά οπότε και η ρύθμιση αυτή έχει διασαφηνιστικό χαρακτήρα. Δεν θα λείψουν όμως και τα προβλήματα ερμηνείας της άνω ρύθμισης, αφού η διάταξη δεν εξειδικεύει τα κριτήρια για την κρίση υπό ποιες προϋποθέσεις ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της οργάνωσης του προμηθευτή.
7. Αν και δεν αναφέρεται ρητά στη νέα ρύθμιση, τα δικαιώματα του εμπορικού αντιπροσώπου θα έχουν, αναλογικά και υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, και οι παραγγελιοδοχικοί αντιπρόσωποι, οι διανομείς συστημάτων επιλεκτικής διανομής (π.χ. στον τομέα της διανομής καινούργιων αυτοκινήτων και παροχής επισκευαστικών υπηρεσιών και άλλων ειδών πολυτελείας και υψηλής τεχνικής) και οι δικαιοδόχος στις συμβάσεις δικαιόχρησης (franchising).
Η δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας
Του Δημητρίου Κ. Ρούσση**
Δελτίο Πληροφοριών Ιανουάριος-Μάρτιος 2007

1. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος, συνήθως, υπογράφει συμβάσεις, οι οποίες προβλέπουν ρήτρες παρέκτασης και συστήνουν αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της χώρας κύριας εγκατάστασης του προμηθευτή-αντιπροσωπευομένου, καθώς και εφαρμογή του δικαίου της χώρας έδρας του εντολέα. Στις συμβάσεις αυτές είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί ο αντιπρόσωπος, εφόσον επιθυμεί να αποκτήσει την αποκλειστικότητα ή, εν πάση περιπτώσει, τη δυνατότητα αντιπροσώπευσης εγνωσμένης φήμης και αξίας προϊόντων και σημάτων και, έτσι, να αποκτήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη σχετική αγορά από τους εν δυνάμει αντιπροσώπους-ανταγωνιστές του.
2. Με αυτό, όμως, τον τρόπο, τα δικαιώματα του αντιπροσώπου, ιδίως σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασής του, αλλά και σε περίπτωση λύσης της, τελούν υπό την αίρεση αναγνώρισής τους και υπό τις προϋποθέσεις που θέτει το δίκαιο και τα δικαιοδοτικά όργανα του κράτους προέλευσης και δραστηριοποίησης του ισχυροτέρου αντισυμβαλλομένου του προμηθευτή του.
3. Βέβαια, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δεν είναι απολύτως απροστάτευτος στις περιπτώσεις συμφωνίας τέτοιας ρήτρας. Πλέον η συνομολόγηση τέτοιου είδους καταπλεονεκτικών και καταχρηστικών ρητρών σε βάρος του αντιπροσώπου, στη συνήθη περίπτωση σημαντικής οικονομικής εξάρτησης του τελευταίου από τον προμηθευτή του, κολάζεται κατά το δίκαιό μας και τη δημόσια αυτού τάξη (ΑΚ 179, 200, 281, 361, άρθρ. 2 ν. 2251/1994, 20 και 25 παρ. 3 Συντ,), αλλά, πλέον και στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο, η ομοιόμορφη δικαιϊκή αντιμετώπιση του εμπορικού αντιπροσώπου και η θέσπιση των αμέσου εφαρμογής και αναγκαστικού δικαίου διατάξεων περί αποζημίωσης πελατείας επιφυλάσσουν στον αντιπρόσωπο επιεικέστερη και ασφαλέστερη από πλευράς δικαίου αντιμετώπισή του από το σύνολο των δικαιοδοτικών οργάνων των κρατών μελών της Ένωσης.
4. Περαιτέρω για τα ζητήματα δικαιοδοσίας, ρητρών παρέκτασης και εφαρμοστέου δικαίου, αλλά και για τον προστατευτικό και ενοποιητικό ρόλο της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, βλ. το πόρισμα του ΔΕΚ Υπόθεση C-381/98, Απόφαση της 09.11.00, Ingmar κατά Eaton Technologies, ΕΕμπΔ 2001, σελ. 133επ., όπου σημειώνεται ότι «… οι διατάξεις της κοινοτικής Οδηγίας για τους εμπορικούς αντιπροσώπους που εισάγουν το θεσμό της αποζημίωσης πελατείας θεσπίζουν αναγκαστικό δίκαιο, το οποίο εφαρμόζεται ακόμα και αν τα μέρη έχουν επιλέξει ως εφαρμοστέο δίκαιο χώρας μη μέλους που δεν προβλέπει αντίστοιχο θεσμό …». Αυτό σημαίνει ότι λ.χ. για το ζήτημα της εφαρμογής του θεσμού της αποζημίωσης πελατείας δεν ασκεί επιρροή η συμβατική επιλογή ενός δικαίου (του κράτους προέλευσης του προμηθευτή), το οποίο ενδέχεται να μην περιλαμβάνει πρόβλεψη περί αποζημίωσης πελατείας και ότι ο αντιπρόσωπος δύναται να αξιώσει αποζημίωση πελατείας σε περίπτωση λύσης της σύμβασης.
5. Ο όρος περί της αποκλειστικής παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας και προσφυγής στα δικαστήρια του ενός συμβαλλομένου μέρους, κατά το άρθρο 23 του Καν. 44/2001, όπου ορίζεται ότι: « Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως», είναι κατ’ αρχήν έγκυρη. Ενδέχεται, όμως, τα ελληνικά δικαστήρια, εφόσον αρχικά προσφύγει σε αυτά ο εμπορικός αντιπρόσωπος να εκτιμήσουν ότι η εν λόγω ρήτρα πλήττει τα συμφέροντα του ασθενέστερου αντισυμβαλλομένου αντιπροσώπου και αντίκειται στο πνεύμα του Κανονισμού (και παλαιότερα της Σύμβασης των Βρυξελλών) και στις ρυθμίσεις της lex fori (ελληνικό δίκαιο), καθώς πρόκειται περί συμφωνίας αντίθετης στα χρηστά ήθη ως καταπλεονεκτικής και καταχρηστικής. Εάν και εφόσον, προκύψει ανάλογο πόρισμα τότε ο εγχώριος δικαστής δύναται να αποφανθεί για την ακυρότητα της ανωτέρω ρήτρας παρέκτασης και να αναγνωρίσει την ύπαρξη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων.
6. Περαιτέρω, η επιλογή από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαίου άλλης χώρας (και πόσο μάλλον η επιβολή της θέλησης του ισχυρού αντισυμβαλλομένου) δύναται να παραμερισθεί και να εφαρμοσθούν οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και αμέσου εφαρμογής (όπως το ελληνικό διάταγμα 219/1991 περί αποζημίωσης πελατείας) της χώρας εκείνης, η οποία παρουσιάζει στενό σύνδεσμό με όλα τα δεδομένα της επίμαχης διαφοράς (εν προκειμένω της Ελλάδας, όπου έχει την έδρα του και αναπτύσσει τη δραστηριότητά ο εκάστοτε εμπορικός αντιπρόσωπος, βλ. και ΕφΑθ 5035/2003, ΔΕΕ 2004, σελ. 1175, ΕφΑθ 3082/2005, ΔΕΕ 2005, σελ. 1081 και γενικότερα για τη δυνατότητα εφαρμογής του ευρισκόμενου σε στενότερη σχέση με τη διαφορά ελληνικού δικαίου και παραμερισμού του επιλεγέντος και επιβληθέντος από τον προμηθευτή-εντολοδόχο δικαίου υπάρχει πλουσιότατη βιβλιογραφία, βλ. Ανδρουτσόπουλο, όπ.π., σελ. 90, Λιακόπουλο, Ζητήματα Εμπορικού Δικαίου, Γενικό Μέρος, Εμπορικές Συμβάσεις, Αθήνα 1996, σελ. 128επ., Νικολαΐδη, όπ.π., σελ. 139επ., Περάκη, Σημείωση εις ΠΠρΑθ 7635/2000, ΔΕΕ 2000, σελ. 1093, Βασιλακάκη, Ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας επί διαφορών από σύμβαση και από αδικοπραξία, Αθήνα 2004, του ιδίου, Ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου επί συμβάσεως διανομής, ΔΕΕ 2004, σελ. 857επ., Περάκη, Ζητήματα εφαρμοστέου δικαίου στην εμπορική αντιπροσωπεία, Θέματα Θεωρίας και Πράξης του Εμπορικού Δικαίου, Αθήνα 2004, σελ. 405επ., Βρέλλη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Αθήνα 2001, σελ. 199). Υπάρχουν αρκετές αποφάσεις και επιστημονικές, λοιπόν, θέσεις, όπου υπογραμμίζεται γενικότερα η δυνατότητα εφαρμογής του ευρισκόμενου σε στενότερη σχέση με τη διαφορά ελληνικού δικαίου και παραμερισμού του επιλεγέντος και επιβληθέντος από τον προμηθευτή-εντολοδόχο δικαίου, την οποία υπολογίζουν αρκετές φορές τα ελληνικά δικαστήρια.
Συνεπώς, ο εμπορικός αντιπρόσωπος έχει τη δυνατότητα να προστατευθεί σχετικά επαρκώς και στην περίπτωση συνομολόγησης δυσχερών για τη νομική του υποστήριξη ρητρών δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου έχοντας μάλιστα αρκετές πιθανότητες όπως φέρει την υπόθεσή του παραδεκτώς ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και κριθεί με βάση τις αρχές του ελληνικού συστήματος δικαίου.
Δικαιώματα αντιπροσώπων όταν συγχωνεύεται ο προμηθευτής
Του Δημητρίου Β. Κουτσούκη*
Δελτίο Πληροφοριών Απρίλιος-Ιούνιος 2005

Στον Οικονομικό Τύπο καθημερινά ανακοινώνονται συγκεντρώσεις και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων. Τελευταία γίνεται λόγος ότι αρχίζει ένα νέο κύμα συγχωνεύσεων.
Ως γνωστόν, οι συγκεντρώσεις/συγχωνεύσεις αποτελούν το πλέον πρόσφορο μέσο για την αύξηση του μεγέθους και βεβαίως για την επέκταση των δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης σε άλλες αγορές.
Πέρα από τα προβλήματα ανταγωνισμού που θέτουν οι συγκεντρώσεις επιχειρήσεων επηρεάζουν άμεσα και τις σχέσεις των συγχωνευόμενων εταιρειών με τους εργαζόμενους, τους προμηθευτές και τους διανομείς τους./ εμπορικούς αντιπροσώπους.
Με τη συγχώνευση/συγκέντρωση δεν αυξάνεται μόνο η δύναμη αγοράς (market power), αλλά και η διαπραγματευτική ισχύς της ελέγχουσας (εξαγοράζουσας) επιχείρησης με συνέπεια οι διανομείς/αντιπρόσωποι να είναι τα «πρώτα θύματα» της νέας πολιτικής.
Παραπέρα πολλές φορές συμβαίνει οι συγχωνευόμενες επιχειρήσεις να δραστηριοποιούνται στις ίδιες αγορές (παράγουν τα ίδια προϊόντα) και βεβαίως να έχουν δικά τους δίκτυα διανομής. Στη περίπτωση αυτή γίνεται επίκληση της ανάγκης τάχα εξορθολογισμού των δικτύων διανομής με συνέπεια τη μείωση του αριθμού των διανομέων/αντιπροσώπων. Έτσι μετά την συγχώνευση έρχεται η όχι ευχάριστη είδηση για καταγγελία των συμβάσεων διανομής/εμπορικής αντιπροσωπείας. Μακροχρόνιες συμβάσεις καταγγέλλονται και οι διανομείς/αντιπρόσωποι μένουν με τον κόπο που κατέβαλαν για την καθιέρωση των προϊόντων στην αγορά.
Το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι αν οι διανομείς/αντιπρόσωποι μπορούν σε μια τέτοια κατάσταση να αντιδράσουν και να διαφυλάξουν τα εύλογα και νόμιμα συμφέροντά τους. Η απάντηση είναι καταφατική. Παρακάτω θα αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές μορφές αντίδρασης.
Πρώτα-πρώτα μπορούν να εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους στις αρμόδιες αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια. Πρέπει να σημειωθεί ότι συγχωνεύσεις πολυεθνικών εταιρειών θέτουν μείζονα προβλήματα ανταγωνισμού, όταν με αυτές δημιουργείται δεσπόζουσα θέση ή περιορίζεται σημαντικά ο ανταγωνισμός. Έτσι οι διανομείς /αντιπρόσωποι έχουν κάθε λόγο να συνεισφέρουν στην προσπάθεια να μην πραγματοποιηθεί μια τέτοια συγκέντρωση. Γιατί οι αποφάσεις για συγκέντρωση των επιχειρήσεων λαμβάνονται με γνώμονα την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ιδιοκτητών/πλειοψηφικών μετόχων. Ουδέποτε ή ίσως πολύ σπάνια λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των εργαζομένων ή των διανομέων/εμπορικών αντιπροσώπων.
Δεύτερη μορφή αντίδρασης είναι η κατάστρωση στρατηγικής για την αντιμετώπιση πιθανής καταγγελίας των συμβάσεων διανομής /αντιπροσώπων. Ο νέος ιδιοκτήτης (μετά την συγχώνευση) δεν μπορεί να καταγγείλει, χωρίς την ύπαρξη ιδιαίτερου λόγου, τις υφιστάμενες συμβάσεις διανομής/εμπορικής αντιπροσωπείας. Έτσι πρέπει να τεθούν σε καραντίνα οι όποιες κινήσεις του νέου ιδιοκτήτη/εξουσιαστή.
Τρίτο, σε περίπτωση που γίνει καταγγελία ο διανομέας/εμπορικός αντιπρόσωπος πρέπει να γνωρίζει ότι έχει δικαιώματα. Δικαιούται να πάρει αποζημίωση. Ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις και συνθήκες, η αποζημίωση μπορεί να φτάσει μέχρι και πέντε φορές των κερδών του τελευταίου της συνεργασίας έτους.
Ο διανομέας/αντιπρόσωπος για να πετύχει τα παραπάνω χρειάζεται ειδική συμβουλή και καθοδήγηση. Η πείρα δείχνει ότι διανομείς/εμπορικοί αντιπρόσωποι εύκολα πέφτουν σε παγίδες, λόγω άγνοιας, και χάνουν τα δικαιώματά τους. Οι πολυεθνικοί γίγαντες υποστηριζόμενοι από ειδικευμένους δικηγόρους, επιδιώκουν πάντοτε, αν βρουν πρόσφορο έδαφος, να επιβάλλουν τους όρους τους και να ακυρώσουν τα δικαιώματα των διανομέων/εμπορικών αντιπροσώπων.
Είναι στο χέρι κάθε διανομέα/αντιπροσώπου να προστατεύσει τα συμφέροντά του και να τιμήσει τους κόπους του. Η άλλη πλευρά γνωρίζει πολύ καλά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και τον τρόπο διαχείρισης τέτοιων καταστάσεων. Ο διανομέας/εμπορικός αντιπρόσωπος γνωρίζει τα δικαιώματά του και την ακολουθητέα στρατηγική πραγμάτωσής τους; Η πείρα δείχνει ότι, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, επικρατεί θλιβερή άγνοια στο χώρο.
Τα δικαιώματα των εμπορικών αντιπροσώπων/διανομέων όταν καταγγέλλονται οι συμβάσεις
Του Δημητρίου Β. Κουτσούκη*

http://www.naftemporiki.gr/premium/archive/story.asp?id=825156
Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2003
1. Είναι συνηθισμένο στο εμπόριο να γίνεται η διάθεση των προϊόντων από τον κατασκευαστή στον τελικό καταναλωτή με τη βοήθεια των εμπορικών αντιπροσώπων ή των διανομέων (αποκλειστικών ή μη). Οι οίκοι του εξωτερικού αντί να ιδρύσουν θυγατρικές εταιρείες στην Ελλάδα, επωμιζόμενες σημαντικά έξοδα επενδύσεων επιλέγουν να ορίσουν στην Ελλάδα έναν (αποκλειστικό) εμπορικό αντιπρόσωπο ή σε άλλες περιπτώσεις έναν (αποκλειστικό) διανομέα.
Αυτός με τη σειρά του προκειμένου να προωθήσει τα εμπορεύματα σε όλη την Ελλάδα ορίζει κατά τόπους αντιπροσώπους ή διανομείς ανά περιοχή, πολλές φορές αποκλειστικούς. Έτσι δημιουργούνται τα λεγόμενα συστήματα διανομής (αποκλειστικής διανομής, επιλεκτικής διανομής με ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια). Τελευταία διαφημίζεται και η επιτυχημένη μέθοδος Franchising (δικαιόχρησης) για τη διανομή αγαθών ή για την παροχή υπηρεσιών.
2. Κατά την ανάπτυξη των δικτύων διανομής διάθεσης των προϊόντων χρησιμοποιούνται ομοιόμορφες συμβάσεις που υπογράφονται από όλα τα μέλη του δικτύου. Οι συμβάσεις αυτές πολλές φορές χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή/αποκλειστικό εισαγωγέα ως μέσο καταδυνάστευσης των αντισυμβαλλόμενων του (εμπορικών αντιπροσώπων, διανομέων, δικαιοχρηστών). Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές, όπως δείχνει η πείρα, διαλαμβάνουν πάρα πολλές καταχρηστικές και άκυρες ρήτρες. Και όχι μόνο αυτό. Διαλαμβάνουν και ρήτρες οι οποίες αντίκεινται στο δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού (κοινοτικού και ελληνικού).
3. Σε περίπτωση καταγγελίας των συμβάσεων οι εμπορικοί αντιπρόσωποι/διανομείς αντί να προσφύγουν και να επιζητήσουν μια έγκυρη συμβουλή για τη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους, απογοητεύονται παρασυρόμενοι, πολλές φορές, από τις καταχρηστικές και άκυρες ρήτρες που διαλαμβάνουν οι συμβάσεις και έτσι αδρανούν και εγκαταλείπουν κάθε προσπάθεια για αποκατάσταση της αδικίας που συμβαίνει εις βάρος τους.
4. Με το παρόν άρθρο επιθυμούμε αφενός να διαφωτίσουμε τους εμπορικούς αντιπροσώπους /μέλη συστημάτων διανομής για τα δικαιώματά τους και αφετέρου να δώσουμε μερικές συμβουλές για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων αυτών. Ξεκινάμε με τέσσερις απλές συμβουλές.
5. Τέσσερις συμβουλές:
Συμβουλή 1η. Πριν υπογραφεί οποιαδήποτε σύμβαση αλλά και μεταγενέστερα σε περίπτωση τροποποίησης, πρέπει να επιζητείται η συμβουλή δικηγόρου ειδικού και ασχολούμενου με τα ζητήματα διανομής εμπορευμάτων/υπηρεσιών για τον έλεγχο των συμβάσεων.
Συμβουλή 2η. Σε περίπτωση καταγγελίας προστρέχουμε αμέσως στον ειδικό μας δικηγόρο για να μας δώσει συμβουλή για τις περαιτέρω ενέργειες. Η άμεση καταφυγή στον δικηγόρο ωφελεί τα μέγιστα για την επιτυχή έκβαση της υπόθεσης. Τούτο απαιτεί η ανάγκη ανάπτυξης κατάλληλης στρατηγικής.
Συμβουλή 3η. Οποιαδήποτε αλληλογραφία έκτοτε καλό είναι να γίνεται αφού πρώτα ενημερωθεί ο δικηγόρος σας
Συμβουλή 4η. Για κάθε περαιτέρω κίνηση να επιδιώκετε την προηγούμενη συναίνεση (συμβουλή) του δικηγόρου σας.
6. Εύλογα τώρα τίθεται το ζήτημα για τα δικαιώματα των εμπορικών αντιπροσώπων και των μελών των δικτύων διανομής σύμφωνα με τα παραπάνω. Πρώτα-πρώτα πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξαρχής ότι το ζήτημα ποια δικαιώματα έχει ο αντιπρόσωπος/ διανομέας /franchisee στην περίπτωσή του, μπορεί να απαντηθεί μόνο μετά από έλεγχο και εκτίμηση των ειδικών και ιδιαίτερων συνθηκών κάθε ατομικής περίπτωσης. Συνεπώς οι παρακάτω γενικές επισημάνσεις ισχύουν με την επιφύλαξη αυτή.
7. Σε κάθε περίπτωση καταγγελίας οι αποζημιώσεις μπορούν να αφορούν διαφυγόντα κέρδη, αναπόσβεστες δαπάνες επένδυσης, αποζημίωση πελατείας, ηθική βλάβη. Ποιες από αυτές τις αξιώσεις είναι σε κάθε ατομική περίπτωση δικαστικά επιδιώξιμες εξαρτάται από το είδος της καταγγελίας και από τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από το δικηγόρο. Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι σε περίπτωση καταγγελίας μπορεί να λάβει κανείς ως αποζημίωση ποσό που αντιστοιχεί μέχρι έξι φορές επί των ετήσιων κερδών. Κατά περίπτωση μπορούν να επιδικαστούν και μεγαλύτερα ποσά.
8. Από την παραπάνω σύντομη αναφορά προκύπτει ότι οι αντιπρόσωποι/διανομείς/ δικαιοχρήστες διακυβεύουν σημαντικά ποσά γι’ αυτό και δεν συγχωρείται καμία ολιγωρία ή αδράνεια για τη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους. Πρέπει να έχουν κατά νου ότι αυτοί είναι οι οποίοι καθιέρωσαν τα (άγνωστα πολλές φορές) προϊόντα κάποιων οίκων του εξωτερικού στην ελληνική αγορά και δικαιούνται και αυτοί ένα εύλογο μερίδιο από τα κέρδη που αποκομίζουν οι προμηθευτές από τη διάθεση των προϊόντων αυτών.
Τα όποια συναισθήματα πικρίας και απογοήτευσης από άκαιρες καταγγελίες πρέπει να παραμεριστούν για χάρη τη δικαίωση των κόπων και θυσιών που κατέβαλαν για την καθιέρωση των προϊόντων στην αγορά. Είναι λάθος συνεπώς η προσέγγιση της απραξίας στην αντιμετώπιση τέτοιων καίριων και ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη και επιβίωση των επιχειρήσεων των αντιπροσώπων/διανομέων/ franchisee ζητημάτων. Οι κατασκευαστές/προμηθευτές από τη μεριά τους κοιτάζουν το συμφέρον τους. Η άλλη πλευρά θα δεχθεί μοιρολατρικά την αδικία εις βάρος της και πολλές φορές την καταστροφή της;
Tα δικαιώματα των εμπορικών αντιπροσώπων και διανομέων
Του Δημητρίου Β. Κουτσούκη*

http://www.koutsoukis.gr/content/content.php?category=8
Λόγω της πολυπλοκότητας των διαφόρων ζητημάτων που τίθενται τόσο κατά τη σύναψη και κατά τη διάρκεια λειτουργίας όσο και κατά τη λύση των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας διανομής και franchising, απαραίτητη είναι η προσφυγή σε έμπειρο και εξειδικευμένο δικηγόρο. Έτσι πρέπει
* κατά τη διαπραγμάτευση και πριν την υπογραφή της σύμβασης να ελεχθεί από έμπειρο και εξειδικευμένο δικηγόρο το προτεινόμενο σχέδιο της σύμβασης για να αποφευχθούν παγίδες και επαχθείς ρήτρες για τα συμφέροντα των εμπορικών αντιπροσώπων–διανομέων-franchisee,
* κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης να υπάρχει στενή επαφή με έμπειρο και εξειδικευμένο δικηγόρο και να ζητείται η συμβουλή του  σε όποια ζητήματα αναφύονται, τα οποία είναι δυνατόν υπό περιστάσεις να οδηγήσουν και στην απώλεια των δικαιωμάτων του εμπορικού αντιπροσώπου – αποκλειστικού διανομέα-franchisee,
* με τα «πρώτα σύννεφα» στις σχέσεις προμηθευτή  και διαμεσολαβητικού προσώπου παρίσταται αναγκαία η προσφυγή σε έμπειρο και εξειδικευμένο δικηγόρο  για την κατάστρωση στρατηγικής για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του.

Τα δικαιώματα του εμπορικού αντιπροσώπου / αποκλειστικού διανομέα είναι:
1. Δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας.
2. Δικαίωμα ανόρθωσης κάθε περαιτέρω ζημίας (θετικής και αποθετικής).
3. Δικαίωμα αποκατάστασης ηθικής βλάβης, εφόσον η λύση της σύμβασης επέρχεται υπό συνθήκες και περιστάσεις που συνιστούν αδικοπραξία.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Σε ρήτρες διαιτησίας και ρήτρες που καθιστούν αρμόδια αλλοδαπά δικαστήρια. Γιατί η ενάσκηση δικαιωμάτων σε αλλοδαπά δικαστήρια, αφενός ενέχει κινδύνους και αφετέρου απαιτεί αυξημένα έξοδα.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 828/2013
 Πρόεδρος Ε. Καλού, Πρόεδρος Εφετών
Εισηγητής Γ. Αυγέρης, Εφέτης
Δικηγόροι Γ. Μούκας, Γ. Αθανασόπουλος
 [...] Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 και 8 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, που εκδόθηκε σε εναρμόνιση με την 86/653/Οδηγία ΕΟΚ, όπως αυτό...

ισχύει μετά τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, προκύπτει ότι εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο με την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση και έναντι προμήθειας είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου (αντιπροσωπευόμενου) την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίζεται άτυπα, δεδομένου ότι το «ενυπόγραφο έγγραφο» που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠΔ 219/1991, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΔ 312/1995, δεν συνιστά συστατικό τύπο, αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκόλυνσης των μερών. Ο πιο πάνω άτυπος χαρακτήρας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπάγεται, χωρίς αμφιβολία, ότι η σύμβαση αυτή που δεν καταρτίστηκε εγγράφως και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΠΔ 219/1991. Η τυχόν μη έγγραφη κατάρτιση της οικείας σύμβασης, ως μόνη συνέπεια μπορεί να έχει απλά, την πρόκληση αποδεικτικών δυσχερειών σε σχέση με το περιεχόμενο της συναφθείσας συμφωνίας και όχι την ακυρότητα της ή το ανεφάρμοστο των προστατευτικών, υπέρ των εμπορικών αντιπροσώπων, διατάξεων του ΠΔ 219/1991. Η άποψη αυτή ενισχύεται, άλλωστε, και από τη νέα νομοθετική ρύθμιση της παρ. 3 στοιχ. α του άρθρου 14 του Ν 3557/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε η περ. α της παρ. 1 του άρθρου 8 του ΠΔ 219/1991, που, ρητά, ορίζει, πλέον, ότι: «για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου». (ΑΠ 1670/2008).
Στην υπόθεση που κρίνεται, η εκκαλούσα-εναγομένη με τον πρώτο λόγο έφεσης εκθέτει ότι η σύμβαση αντιπροσωπείας μεταξύ της ιδίας, ως αντιπροσωπευόμενης, και της εφεσίβλητης-ενάγουσας, ως εμπορικής αντιπροσώπου, καταρτίστηκε το έτος 1994, άτυπα και λόγω της μη τήρησης εγγράφου τύπου, που απαιτούνταν, δεν δικαιούται η εφεσίβλητη της αποζημίωσης του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991. Ότι η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε, κρίνοντας ότι η σύμβαση αντιπροσωπείας καταρτίζεται άτυπα και ο έγγραφος τύπος δεν είναι συστατικός αλλά αποδεικτικός. Ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Η επίδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία διήρκεσε μέχρι την καταγγελία της από την εκκαλούσα, που έλαβε χώρα στις 29.3.2002, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και συνομολογείται, άλλωστε, από την εκκαλούσα-εναγομένη με τις προτάσεις της, καταρτίστηκε άτυπα και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΠΔ 219/1991, δεδομένου ότι το «ενυπόγραφο έγγραφο» που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. β΄ του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΔ 312/1995, δεν συνιστά συστατικό τύπο, αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκόλυνσης των μερών.
Ακολούθως, σύμφωνα με τον Καν (ΕΚ) 1475/1995, του οποίου παρατάθηκε η ισχύς του έως Σεπτέμβριο 2002, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 10 του Καν (ΕΚ) 1400/2002 και με τον οποίο εισάγεται στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας ομαδική απαλλαγή από τις απαγορεύσεις των κανόνων περί ανταγωνισμού του άρθρου 81 της Συνθήκης για την ίδρυση της ΕΚ, επιτρέπονται συμφωνίες με τις οποίες ο ένας συμβαλλόμενος (προμηθευτής) αναθέτει στον άλλο αντισυμβαλλόμενο (διανομέα-μεταπωλητή) την προώθηση της διανομής της πώλησης και της εξυπηρέτησης μετά την πώληση ορισμένων προϊόντων του τομέα των αυτοκινήτων σε καθορισμένη περιοχή και ο προμηθευτής αναλαμβάνει, έναντι του διανομέα, την υποχρέωση να διαθέτει τα προϊόντα της συμφωνίας, στην καθορισμένη με τη συμφωνία περιοχή, μόνο στον διανομέα ή, εκτός αυτού, σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων του δικτύου διανομής, με σκοπό την μεταπώληση τους ή να διαθέτει μόνο σ’ αυτόν αυτοκίνητα με σκοπό τη μεταπώληση τους σε ορισμένο τμήμα του εδάφους της κοινής αγοράς. Επίσης, με το άρθρο 5 του ανωτέρω Κανονισμού, η απαλλαγή των συμβάσεων διανομής αυτοκινήτων εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι η προειδοποιητική καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου είναι τουλάχιστον δύο (2) έτη και για τους αντισυμβαλλόμενους, η οποία μειώνεται σε ένα (1) τουλάχιστον έτος, όταν, μεταξύ άλλων, ο προμηθευτής είναι υποχρεωμένος, βάσει νόμου ή ιδιαίτερων συμφωνιών, να καταβάλει εύλογη αποζημίωση κατά τη λύση της συμφωνίας.
Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που αποτελεί απόρροια της ελευθερίας των συμβάσεων και ειδικά της ελευθερίας του προσδιορισμού του περιεχομένου αυτών (ΑΚ 361), είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν 3557/2007, οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας, οι οποίες αφορούν παροχή υπηρεσιών και αποκλειστικής διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Επομένως, συντρέχει περίπτωση αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, εφόσον, βέβαια, προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης και υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντ. θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. ΑΠ Ολ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης που απορρέει από την ΑΚ 288, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιο του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέα και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου. (ΑΠ 103/2012, ΑΠ 163/2011, ΑΠ 139/2006). Εξάλλου, η σύμβαση μεταξύ των ιδίων συμβαλλόμενων με στοιχεία και αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής ή μη διανομής αλλά και εξυπηρέτησης μετά την πώληση των προϊόντων του προμηθευτή, είναι μικτή σύμβαση, αφού παρά την ετερογένεια των στοιχείων που την συνθέτουν αποβλέπει στην ρύθμιση μιας οικονομικά ενιαίας συναλλακτικής σχέσης, επιπλέον δε αν και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης συμπίπτουν με αυτά του ρυθμισμένου τύπου της σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας, παράλληλα περιέχονται και άλλα στοιχεία, που την κάνουν να αποκλίνει από τη συνήθη μορφή του συμβατικού τύπου που κατά βάση υπάγεται. Με βάση δε τη φύση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης, με γνώμονα την οικονομική λειτουργία αυτής, την ιεράρχηση και αξιολογική ταξινόμηση των συμφερόντων και της έννομης θέσης των συμβαλλόμενων και υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντ. θεμελιώδους αρχής της ισότητας και της αρχής της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, (ΑΚ 173, 200, 281, 288), μπορεί οι ρυθμίσεις που προβλέπονται για τον ρυθμισμένο τύπο της αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας να εφαρμοστούν ανάλογα και στους άλλους συμβατικούς τύπους. (Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, σελ. 59 επ., Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, σελ. 741 επ.). [...]
Μεταξύ της εκκαλούσας-εναγομένης, που είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος και εισαγωγέας στην Ελληνική Επικράτειας της αυτοκινητοβιομηχανίας HYUNDAI MOTOR COMPANY και της εφεσίβλητης-ενάγουσας καταρτίστηκε, το έτος 1994, άτυπη σύμβαση αορίστου χρόνου εμπορικής αντιπροσωπείας των αυτοκινήτων HYUNDAI στην περιφέρεια Αγίας Παρασκευής Αττικής και αποκλειστικής διανομής στην εν λόγω περιφέρεια εκ μέρους της εφεσίβλητης-ενάγουσας αυτοκινήτων και ανταλλακτικών HYUNDAI, με εξυπηρέτηση μετά την πώληση. Μάλιστα η τελευταία, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις της, με υπόδειξη της εκκαλούσας-εναγομένης και κατά τους όρους του Καν 1475/1995, δημιούργησε κάθετη μονάδα τριών σημείων, δηλαδή έκθεση αυτοκινήτων, αποθήκη ανταλλακτικών και συνεργείο επισκευής των αυτοκινήτων HYUNDAI, για εξυπηρέτηση των πελατών μετά την πώληση, στο κατάστημα επί της ..., που αποτελούνταν από αίθουσα επιφάνειας 839 τ.μ. και πατάρι επιφάνειας 455 τ.μ. Σε εκτέλεση της άτυπης αυτής σύμβασης, η εφεσίβλητη-ενάγουσα διαπραγματευόταν στο όνομα και για λογαριασμό της εκκαλούσας-εναγομένης συμβάσεις πώλησης οχημάτων έναντι προμήθειας, παράλληλα, στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό και δικό της κίνδυνο, προέβαινε σε προαγωγές οχημάτων HYUNDAI και ανταλλακτικών της εκκαλούσας-εναγομένης με έκπτωση επί της τιμής αγοράς, τα οποία μεταπωλούσε σε τρίτους καταναλωτές, αποκομίζοντας ως εμπορικό κέρδος τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τελικής τιμής μεταπώλησης που επέβαλε μονομερώς η εκκαλούσα-εναγομένη. Επίσης, σε εκτέλεση πάντα της σύμβασης, διατηρούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνεργείο για την εξυπηρέτηση των πελατών μετά την πώληση, όπου πραγματοποιούσε τα services και μηχανικές και ηλεκτρολογικές επισκευές των αυτοκινήτων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη-ενάγουσα, κατά την άσκηση της εμπορικής αυτής δραστηριότητας είχε αναλάβει τη: συμβατική υποχρέωση, την οποία και τήρησε, να έχει σε εμφανή σημεία του συγκροτήματος (μονάδας) κατά τρόπο ορατό από μεγάλη απόσταση τα σήματα και τα διακριτικά γνωρίσματα και χρώματα της εφεσίβλητης-εναγομένης. Επίσης, απείχε από κάθε πράξη ανταγωνισμού, όπως συμβατικά είχε υποχρέωση και ακολουθούσε τις οδηγίες και υποδείξεις της εκκαλούσας-εναγομένης, οι οποίες ήταν ενιαίες για όλους τους αντιπροσώπους-διανομείς και τις οποίες με ειδικότερες εγκυκλίους της, επέβαλε μονομερώς και ενιαία σε όλο το δίκτυο των αντιπροσώπων-διανομέων της, συμπεριλαμβανομένης και της εφεσίβλητης-ενάγουσας, διαμορφώνοντας την εμπορική της πολιτική. Με τον τρόπο αυτό και χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής διαπραγμάτευσης εκ μέρους της εφεσίβλητης-ενάγουσας, η εκκαλούσα-εναγομένη καθόριζε τους στόχους πωλήσεων, το ύψος της προμήθειας ανά πωλούμενο αυτοκίνητο, το ποσοστό της έκπτωσης και την υποχρεωτική προαγωγή αυτοκινήτων, το υποχρεωτικό απόθεμα ανταλλακτικών ανά είδος, τον υποχρεωτικό εξοπλισμό του συνεργείου, τις υποχρεωτικές τιμές πώλησης των ανταλλακτικών. Επίσης, επέβαλε συγκεκριμένες εργασίες εγγυήσεων καθώς και τα ανταλλακτικά των εγγυήσεων, την καταβαλλόμενη αμοιβή για κάθε εργασία, εκπτώσεις σε συγκεκριμένους κωδικούς ανταλλακτικών και στις αναγκαίες εργασίες αντικατάστασης αυτών, κοστολογήσεις των εργασιών του συνεργείου με αναλυτική λίστα και υποχρεωτικές τιμές εργασίας service ανά μοντέλο αυτοκινήτου, το κόστος τοποθέτησης πρόσθετων εξαρτημάτων καθώς και την κάθε φορά αναπροσαρμογή των τιμοκαταλόγων των εργασιών συνεργείου-φανοποιείου και αξεσουάρ όλου του δικτύου της εκκαλούσας-εναγομένης, επιπλέον, την υποχρεωτική εκπαίδευση των υπαλλήλων με ειδικά σεμινάρια και σε περίπτωση μη συμμετοχής σε αυτά τη μη καταβολή bonus. Επιπρόσθετα, επέβαλλε μονομερώς στην εφεσίβλητη-ενάγουσα να εγκαταστήσει με δαπάνες της το λογισμικό που της υποδείκνυε, με το οποίο είχε ευθεία πρόσβαση στα πλήρη στοιχεία της πελατείας της εφεσίβλητης-ενάγουσας, των πωλούμενων οχημάτων, των ανταλλακτικών και των υπηρεσιών μετά την πώληση (service), καθιστώντας, ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό τους πελάτες της εφεσίβλητης-ενάγουσας, πελάτες της. [...] Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την από 23.9.2002 εξώδικη γνωστοποίηση-καταγγελία, που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη-ενάγουσα στις 30.9.2002, η εκκαλούσα-εναγομένη κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση με τήρηση προθεσμίας ενός έτους. [...]
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής, με εξυπηρέτηση μετά την πώληση και όχι, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα μη αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας και μη αποκλειστικής διανομής. Η εφεσίβλητη-ενάγουσα, όπως ήδη ανωτέρω αποδείχθηκε, ήταν αποκλειστικός εμπορικός αντιπρόσωπος και διανομέας της εφεσίβλητης-εναγομένης στην περιφέρεια των Δήμων Αγίας Παρασκευής-Χολαργού-Παπάγου Αττικής. [...]
Με βάση δε τη φύση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης, με γνώμονα την οικονομική λειτουργία αυτής, την ιεράρχηση και αξιολογική ταξινόμηση των συμφερόντων και της έννομης θέσης των συμβαλλόμενων, πρέπει οι ρυθμίσεις που προβλέπονται για τον ρυθμισμένο τύπο της αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας να εφαρμοστούν ανάλογα και στους άλλους συμβατικούς τύπους. Στην προκείμενη περίπτωση κυρίαρχο στοιχείο της ένδικης σύμβασης είναι η διαμεσολάβηση της εφεσίβλητης-αντιπροσώπου στην πώληση των αυτοκινήτων Hyundai, που αποτελεί κοινός στόχο των συμβαλλόμενων, με την επίτευξη οικονομικού κέρδους. Επίσης, στοιχείο που συνδράμει στην ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος τόσο στα στοιχεία της σύμβασης που αφορούν την αποκλειστική διανομή μερικών εκ των αυτοκινήτων και των ανταλλακτικών όσο και στην εξυπηρέτηση μετά την πώληση, είναι η δυνατότητα της εκκαλούσας, παρόλο που τον κίνδυνο τον φέρει η εφεσίβλητη που αγοράζει τα ανταλλακτικά και προσφέρει υπηρεσίες μετά την πώληση, όχι μόνο να διαμορφώνει την εμπορική της πολιτική, καθορίζοντας η ίδια μονομερώς τις τιμές για την πώληση των ανταλλακτικών, τις κοστολογήσεις του συνεργείου, την υποχρεωτική έκπτωση σε συγκεκριμένους κάθε φορά κωδικούς ανταλλακτικών, αλλά, επιπλέον, να έχει ευθεία πρόσβαση, διά του λογισμικού που ανάγκασε στην εφεσίβλητη να το εγκαταστήσει, στα πλήρη στοιχεία της πελατεία της εφεσίβλητης, των πωλουμένων αυτοκινήτων, των ανταλλακτικών και των υπηρεσιών μετά την πώληση. Ακολούθως, ορθώς η εκκαλούμενη απόφαση αναφέρεται στην εφαρμογή των διατάξεων του Καν (ΕΚ) 1475/1995, αφού όπως αναφέρθηκε πρόκειται για αποκλειστική σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής. Τέλος, με την ένδικη αγωγή η εφεσίβλητη αιτείται μόνο αποζημίωση πελατείας, για την οποία εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 και ειδικά το άρθρο 9 αυτού, το οποίο αναφέρει τις ειδικές περιπτώσεις που όταν συντρέξουν δεν οφείλεται η εν λόγω αποζημίωση στον αντιπρόσωπο και στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου. Στην προκείμενη δε περίπτωση σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης προέβη η εκκαλούσα-εναγομένη με την ιδιότητα της ως αντιπροσωπευόμενης και προμηθεύτριας της εφεσίβλητης, χωρίς να προκύπτει ότι η καταγγελία έλαβε χώρα λόγω υπαιτιότητας της εφεσίβλητης, που θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, ούτε βέβαια επικαλείται η εκκαλούσα υπαιτιότητα της εφεσίβλητης. Ως εκ τούτου εκ περισσού η εκκαλούμενη απόφαση ερεύνησε την περίπτωση υπαιτιότητας στο πρόσωπο της εκκαλούσας-εναγομένης και ως προς σημείο αυτό αντικαθίστανται οι αιτιολογίες της εκκαλούμενης (ΚΠοΛΔ 534). [...]
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, όπως ισχύει, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αποζημίωση πελατείας εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο αντιπρόσωπος. Περαιτέρω, κριτήρια του καθορισμού του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν: α) το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο και την αντίστοιχη ωφέλεια του μετά τη λύση της σύμβασης, β) η δημιουργία της πελατείας και της ωφέλειας αυτής από τις ενέργειες του εμπορικού αντιπροσώπου και γ) η δημιουργία κέρδους του τελευταίου, αν συνεχιζόταν η σύμβαση. Κάθε στοιχείο από τα ανωτέρω περιορίζει κατά το ύφος; της απαίτηση του εμπορικού αντιπροσώπου και η καταβλητέα αποζημίωση ανέρχεται στο ύψος του μικρότερου από τα μεγέθη, τα οποία υπολογίζονται στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, χωρίς όμως το ποσό αυτό να μπορεί να υπερβεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1β΄ του ΠΔ 219/1991, τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη λειτουργίας της σύμβασης αντιπροσωπείας. (ΑΠ 1129/2011).
Ακολούθως, σημαντικό στοιχείο ως προς την επιδίκαση της αποζημίωσης πελατείας, εκ των ανωτέρω και των προμηθειών που χάνει η εφεσίβλητη-ενάγουσα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκαν, είναι και το γεγονός ότι η τελευταία δεν είχε αυξητική τάση στη διαμεσολάβηση των πωλήσεων αυτοκινήτων της εκκαλούσας-εναγομένης. Ειδικότερα, προκύπτει ότι από το έτος 2000, όπως διαμεσολάβησε στην πώληση 661 αυτοκινήτων, που αποτελεί και το ανώτερο ποσοστό πώλησης αυτοκινήτων, η εφεσίβλητη διαμεσολάβησε το έτος 2001 στην πώληση 497 αυτοκινήτων, το έτος 2002 στην πώληση 296 αυτοκινήτων και το έτος 2003 στην πώληση 198 αυτοκινήτων. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία κρίνεται ότι δίκαιη αποζημίωση πελατείας ανέρχεται στο μισό του μέσου ετήσιου όρου των αμοιβών που εισέπραττε κατά τα πέντε τελευταία έτη, δηλαδή η αποζημίωση, κατά το άρθρο 9 παρ. 1α΄ του ΠΔ 219/1991, που δικαιούται η εφεσίβλητη ανέρχεται στο ποσό των 416.349,96 ευρώ (832.699,92:2). Δεχόμενη, λοιπόν, η εκκαλουμένη ότι η αποζημίωση που πρέπει να επιδικαστεί στην εφεσίβλητη-εναγομένη ανέρχεται στο ποσό των 870.550,51 ευρώ, δηλαδή στο μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών ου αυτή εισέπραξε στην τελευταία πενταετία, για την εξαγωγή του οποίου υπολόγιζε και το κονδύλιο των μπόνους από την επίτευξη στόχων πώλησης, έσφαλε και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο πλήττονται οι διατάξεις της εκκαλούμενης τόσο για τον τρόπο υπολογισμού του μέσου ετήσιου όρου των αμοιβών που εισέπραξε την τελευταία πενταετία, όσο και για το ύψος της αποζημίωσης πελατείας, που αυτή επιδίκασε, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

(Δέχεται την έφεση.)
Απόφαση 15 / 2013    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 15/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β’ Σύνθεσης: Ρένα Ασημακοπούλου, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Χαράλαμπο Δημάδη, Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπροέδρους, Βιολέττα Κυτέα, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη – Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Δημήτριο Κόμη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ασπασία Καρέλλου, Αργύριο Σταυράκη, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Χαραλαμπία Σίμου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Πάνο Πετρόπουλο και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (νόμιμου αναπληρωτή του κωλυομένου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη – Σπυρίδωνα Τέντε) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία”, που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Δρυλλεράκη και Γεράσιμο Απέργη.
Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “Φ. Π. – Σ. Π. ΕΠΕ”, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Μιχαήλ Μαρίνο και Ευάγγελο Λιάσκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 592/2008 παρεμπίπτουσα, 4002/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 782/2010 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 11 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 445/2012 απόφαση του Α1′ Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον δεύτερο αναιρετικό λόγο.
Με την από 8 Μαΐου 2012 κλήση της αναιρεσείουσας η υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, στην οποία κατά την εκφώνηση και τη συζήτηση της υπόθεσης από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισαγγελέας πρότεινε να κριθεί αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβαλλόμενος με το αναιρετήριο δεύτερος λόγος αναιρέσεως..
Κατά την 30 Μαΐου 2013, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν Δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες: Κωνσταντίνος Φράγκος, Γεώργιος Αδαμόπουλος και Κωνσταντίνος Τσόλας, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την υπ’ αριθ. 445/2012 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι ανακύπτει ζήτημα ενότητας της νομολογίας ως προς τη δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους και στις συμβάσεις πρακτορείας, ειδικότερα δε σ’ αυτές των ναυτικών πρακτόρων, γι’ αυτό και παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρ. 563§2 εδ (γ) ΚΠολΔ και 23§2 του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) ο σχετικός με το ζήτημα αυτό δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος της από 11.2.2011 αίτησης για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 782/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 22.2.2010 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίστηκε εν μέρει η υπ’ αριθ. 9391/1997 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως αόριστη την από 22.12.2006 αγωγή της, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή ως προς μέρος της σχετικής με την αποζημίωση πελατείας αξίωσης της αναιρεσίβλητης, που ήταν και το μοναδικό αντικείμενο της έφεσής της, και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να της καταβάλει για την αιτία αυτή το ποσό των 800.000 ευρώ, αφού προς το σκοπό αυτό κρίθηκε ότι η σχετική με την αποζημίωση πελατείας διάταξη του άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζεται αναλογικά και στη σύμβαση ναυτικής πρακτορείας που συνέδεε τις διαδίκους. Ήδη παραδεκτά, ύστερα από την από 8.5.2012 κλήση της αναιρεσίβλητης, εισάγεται προς συζήτηση στην Β’ Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο παραπεμφθείς σ’ αυτή δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση του άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991.
2. Στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική μ’ αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρ. 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος “περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων”, σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ’ εαυτή της ναυτικής πρακτορείας. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης, ειδικότερα δε ναυτικός πράκτορας είναι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που παρέχει με αμοιβή υπηρεσίες σχετικές με τη θαλάσσια αποστολή, σε ορισμένη συνήθως γεωγραφική περιοχή και αναλόγως σε μόνιμη ή πρόσκαιρη βάση, διαθέτοντας προς το σκοπό αυτό πλήρως οργανωμένο γραφείο, στελεχωμένο με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος. Κατά την έννοια αυτή οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του ναυτικού πράκτορα μπορούν να αφορούν έναν ή περισσότερους εφοπλιστές ή πλοιοκτήτες, για λογαριασμό των οποίων αυτός ενεργεί είτε στο όνομά τους είτε στο δικό του όνομα. Αντίστοιχα η σχέση του ναυτικού πράκτορα μ’ αυτούς προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου (άρθρ. 90 ΕμπΝ). Κατά την αυτή διάκριση και η σχέση των λοιπών πρακτόρων με τους εντολείς τους ταυτίζεται ή έστω ομοιάζει με αυτή του εμπορικού ή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου.
Συνεπώς εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ’ αυτή οι διατάξεις κατ’ αρχήν του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ. Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007 ότι στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 “περί εμπορικών αντιπροσώπων”, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995. Επομένως οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας. Οι διατάξεις του ίδιου π.δ/τος ορίστηκε με το ως άνω άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007 ότι εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που σημαίνει κυρίως ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ’ αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του. Με δεδομένο ωστόσο ότι η σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απ’ ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί μεν στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα του, για λογαριασμό όμως του οποίου, αλλά και στο όνομά του, δηλαδή του εντολέα, ενεργεί και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν το χαρακτήρα αυτό. Αποκλείεται έτσι και μετά το ν. 3577/2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στις παραπάνω συμβάσεις, η οποία βέβαια αποκλειόταν και προηγουμένως. Ειδικότερα οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο και δεν αφορούν άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στη λειτουργία του εμπορίου, αφού η ως άνω κοινοτική Οδηγία, όπως ήδη με την υπ’ αριθ. 698074/2004 διάταξη έκρινε και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-85/2003 Μαυρωνά και Σια Ο.Ε. κατά ΔΕΛΤΑ Εταιρείας Συμμετοχών Α.Ε., αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνον ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρ. 1(2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα απευθείας εκείνου που αντιπροσωπεύουν. Επομένως η παραπάνω Οδηγία, η οποία δεν εμποδίζει κατά τα λοιπά τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους επαγγελματιών, που μεσολαβούν με το δικό τους όνομα ή και για δικό τους λογαριασμό στη λειτουργία του εμπορίου, χωρίς η θέσπιση τέτοιων διατάξεων, με τις οποίες γίνεται υπέρβαση του ρυθμιστικού εύρους της Οδηγίας (uberschiessende Umsetzung), να θίγει την εφαρμογή του κοινοτικού και ήδη ενωσιακού δικαίου, στο μέτρο που δεν υπάρχει αντίστοιχο δίκαιο ως προς τους επαγγελματίες αυτούς, δεν καλύπτει πάντως η ίδια τη δραστηριότητα των επαγγελματιών αυτών και ούτε μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά σε συμβατικές σχέσεις διαφορετικές από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού στο επίπεδο του ενωσιακού δικαίου δεν γίνεται γενικώς δεκτή η δυνατότητα νομολογιακής εναρμόνισης του δικαίου των κρατών μελών. Αντίστοιχα και το π.δ. 219/1991, που ενσωμάτωσε την παραπάνω Οδηγία, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ορίζοντας με το άρθρ. 1§2 αυτού ότι εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή η διαπραγμάτευση ή και η σύναψη στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου συμβάσεων πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων, δηλαδή σε αντίθεση με άλλους επαγγελματίες, που διαμεσολαβούν και αυτοί στη λειτουργία του εμπορίου, ενεργώντας όμως στο δικό τους όνομα, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί κατά το άρθρ. 1§2 του π.δ/τος 219/1991 βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου, με αντικείμενο μάλιστα αποκλειστικά την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα τους. Όμως δεν αποκλείεται η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, όπως προπάντων είναι ο διανομέας και ο παραγγελιοδόχος με τη μορφή ενδεχομένως και του πράκτορα, να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ. 4§1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους. Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι’ αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στη συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας – πρακτορείας η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ. 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες. Κατά την έννοια αυτή διαπιστώνεται συγκριτικά με τη ρύθμιση του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο η ύπαρξη αντίστοιχου κενού στη νομοθετική ρύθμιση των λοιπών παρεμφερών μ’ αυτόν τύπων επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία του εμπορίου, που δεν δικαιολογείται στο σύστημα της έννομης τάξης, όπως έμμεσα επιβεβαιώνεται και από την κατά παραπομπή νομοθέτηση με το άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007. Πρόκειται δηλαδή για ασύγγνωστο ακούσιο κενό, το οποίο ο νομοθέτης όφειλε να προβλέψει και να καλύψει (πρωτογενές κενό), αφού κενό συνιστά γενικώς η έλλειψη στη συγκεκριμένη περίπτωση σύννομης ρύθμισης, μολονότι η έννομη τάξη την αξιώνει λόγω της ομοιότητας της περίπτωσης αυτής με άλλες ρυθμισμένες στο νόμο περιπτώσεις. Μάλιστα κενό δεν συνιστά μόνον η παντελής έλλειψη ρύθμισης στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και η ελλιπής ρύθμιση, όταν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από τις ρυθμισμένες όμοιες περιπτώσεις, οπότε ανακύπτει και πάλι ανάγκη πλήρωσης του κενού μέσω της αναλογίας, η οποία ως ειδικότερη έκφραση της τελολογικής μεθόδου ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη περιπτώσεις. Οπωσδήποτε η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/ 1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων κρίνεται κατά περίπτωση (ad hoc), με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ’ αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος. Δηλαδή με βάση τα στοιχεία αυτά επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του π.δ/τος στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρ. 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από το δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση πρακτορείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία. Ειδικότερα κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ’ αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι’ αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού. Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: “Δυνάμει της από 23.1.2002 σύμβασης πρακτόρευσης, που συνήφθη μεταξύ της “EUROPEAN THALASSIC Agencies Shipping Management and Consultants S.A.”, η οποία είχε δυνάμει του από 18.7.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού με την εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία “Μινωικές Γραμμές ΑΝΕ” (αναιρεσείουσα) τη διαχείριση των ναύλων των πλοίων της τελευταίας για τις γραμμές εξωτερικού Ελλάδας – Ιταλίας, και της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), καθώς και της εναγομένης ως τρίτης, η διαχειρίστρια ανέθεσε στην ενάγουσα την πρακτόρευση των πλοίων της εναγομένης, καθώς και τη γενική αντιπροσώπευση της διαχειρίστριας και πλοιοκτήτριας εταιρείας στην Πελοπόννησο για τις γραμμές Πάτρα – Ιταλία με την υποχρέωση της ενάγουσας να αντιπροσωπεύει μόνο τις παραπάνω εταιρείες, απαγορευμένης της συνεργασίας με άλλες εταιρείες και να ενεργεί κάθε αναγκαίο μέτρο με τις αρμόδιες αρχές για την εξυπηρέτηση των πελατών. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε από 1.2.2002 μέχρι 31.12.2003 με δυνατότητα παράτασης δύο φορές, την πρώτη μέχρι 31.12.2004 και την άλλη μέχρι 31.12.2005. Η προμήθεια, που θα λάμβανε η ενάγουσα ως αμοιβή, ορίστηκε σε ποσοστό 16% για τα εκδιδόμενα εισιτήρια επιβατών και IX επιβατικών οχημάτων, ενώ για τα εκδιδόμενα από συνεργαζόμενους με τον πράκτορα υποπράκτορες εισιτήρια επιβατών και IX οχημάτων σε 3% και για τις εκδιδόμενες αποδείξεις μεταφοράς φορτηγών οχημάτων σε ποσοστό 4%. Με το άρθρο 9(5) της σύμβασης ορίστηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας της από 18-8-2001 σύμβασης διαχείρισης η σύμβαση πρακτόρευσης θα εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι τη λήξη της σύμβασης με τους ίδιους όρους μεταξύ των διαδίκων. Με την από 29.11.2002 επιστολή της η εναγομένη γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι εξαγόρασε εξ ολοκλήρου τη διαχειρίστρια εταιρεία από τα μέσα του 2001 και ότι από 1.12.2002 αναλαμβάνει τη διαχείριση των πλοίων της. Με την από 12.12.2003 τροποποιητική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων καθορίστηκε η προμήθεια επί των εκδιδόμενων από την ενάγουσα εισιτηρίων επιβατών και IX οχημάτων σε ποσοστό 14% και για τις αποδείξεις μεταφοράς φορτηγών σε ποσοστό 3%, κατά δε τους λοιπούς όρους θα ίσχυαν αυτοί της από 23.1.2002 σύμβασης πρακτόρευσης. Οι διαχειριστές και μέτοχοι της ενάγουσας εταιρείας δραστηριοποιούνται στην … στο χώρο της πρακτόρευσης από το έτος 1980. Το 1981, όταν η εναγομένη εταιρεία θέλησε να δραστηριοποιηθεί σε ταξίδια από Πάτρα σε Ιταλία με δικό της πλοίο, ήλθε σε επαφή με το γραφείο των διαχειριστών της ενάγουσας, οι οποίοι διατηρούσαν γραφείο στην …, και ανέλαβαν την πρακτόρευση του πλοίου της ως μοναδικοί πράκτορές της. Το 1996 οι Π. Φ. και Π. Σ. συνέστησαν δυνάμει του …/18.9.1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Γκέστα εταιρεία με την επωνυμία “Φ. – Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ” με σκοπό την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας στο χώρο του τουρισμού και μεταφοράς επιβατών και οχημάτων … Στη συνέχεια δυνάμει του 12927/6.4.2001 συμβολαίου της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου συνεστήθη η ενάγουσα εταιρεία με διαχειριστές τα προαναφερόμενα πρόσωπα. Με την τελευταία εταιρεία συνήφθη η σύμβαση πρακτόρευσης μεταξύ των διαδίκων. Η ενάγουσα και πριν από τη σύμβαση είχε δημιουργήσει σημαντικό δίκτυο πελατών, αφού ήταν η μοναδική αντιπρόσωπος της εναγομένης στην … . Αλλά και μετά τη σύναψη της συμβάσεως νέοι πελάτες προστέθηκαν στον αριθμό των ήδη υπαρχόντων. Αυτοί που ήλθαν ως νέοι πελάτες το 2002 είναι … Αλλά και ως προς τους παλαιούς πελάτες που παρέλαβε, σημειώθηκε σημαντική αύξηση των μεταξύ τους συναλλαγών. Ενδεικτική της αύξησης αυτής είναι η παρακάτω κατάσταση… Η εταιρεία με την επωνυμία “Φ. – Σ. και Σια ΕΠΕ” τον τελευταίο χρόνο λειτουργίας της, ήτοι το έτος 2001, είχε πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης σε ποσό 16.701.833,68 ευρώ, ενώ την πρώτη χρονιά λειτουργίας της ενάγουσας και εντός των πλαισίων της σύμβασης πρακτόρευσης, το 20Ο2, οι πωλήσεις ανήλθαν σε 20.16.441,88 ευρώ. Αντίστοιχη ήταν και η πορεία των πωλήσεων για τα επόμενα έτη. Έτσι για το έτος 2003 ανήλθαν σε 22.468.652 €, για το 2004 σε 24.711.295 € και για το 2005 σε 23.133.775 €. Η εναγομένη με την από 21.9.2005 επιστολή της κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, η οποία έληξε στις 31.12.2005. Η εναγομένη στη συνέχεια συνήψε νέα σύμβαση πρακτόρευσης από 1.1.2006 με την εταιρεία “Πατραϊκά Ναυτιλιακά Πρακτορεία Α.Ε.” Προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης η ενάγουσα ανέπτυξε δική της επιχειρηματική υποδομή, προσέλαβε είκοσι πέντε άτομα προσωπικό και στεγαζόταν σε ακίνητο 250 m2. Παρά το γεγονός ότι προέβη στην επιχειρηματική οργάνωση της εταιρείας της, εξακολουθούσε να ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης και να εξαρτάται από την εσωτερική της λειτουργία, διότι η εμπορική της δραστηριότητα συνδεόταν με το σύστημα πωλήσεως των προϊόντων της εναγομένης και δεσμευόταν από τους καταλόγους τιμών της. Επιπλέον, η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην ασκεί ανταγωνιστική δραστηριότητα προς την εναγομένη. Ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη επιχειρησιακά, ώστε μετά την καταγγελία της σύμβασης δεν μπόρεσε να συνεχίσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα και ήδη βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης η εναγομένη διατήρησε τα οφέλη που προέκυψαν από τις πελατειακές σχέσεις που δημιούργησε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, αφού μεγάλος αριθμός των συναλλασσομένων με αυτή, που αναφέρονται στην αγωγή, εξακολουθούν να συναλλάσσονται μαζί της μέσω της εταιρείας “Πατραϊκά Ναυτιλιακά Πρακτορεία ΑΕ” και να της αποφέρουν κέρδη. Ως εκ τούτου η εναγομένη πρόκειται να συνεχίσει αφενός να αξιοποιεί τις εν λόγω πελατειακές σχέσεις, προβαίνοντας σε πωλήσεις και αφετέρου να έχει τη δυνατότητα να αποκομίζει επιχειρηματικό κέρδος από μελλοντικές πωλήσεις. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει αποζημίωση πελατείας. Η επίδικη σύμβαση διήρκεσε τυπικά για τέσσερα έτη, αλλά στην πραγματικότητα η συνεργασία λειτούργησε με άλλες μορφές από το έτος 1981 και μετά. Το ποσό της αποζημίωσης πελατείας δεν μπορεί να υπερβεί το μέσο ετήσιο όρο των κερδών που εισέπραξε η ενάγουσα κατά τα τέσσερα τελευταία έτη. Συγκεκριμένα η ενάγουσα για το έτος 2002 εισέπραξε ως προμήθεια 1.575.457,90 €, ποσό το οποίο δεν αμφισβητεί η εναγομένη … Για το έτος 2003 εισέπραξε 1.136.552,78 €, για το έτος 2004 εισέπραξε το ποσό των 984.022,10 € και για το έτος 2005 εισέπραξε 954.489 €, ποσά τα οποία συνομολογούνται από τους διαδίκους … Επομένως, το σύνολο των κερδών της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.12.2005 ανέρχεται στο ποσό των 4.650.521,68 Ευρώ (1.575.457,90 + 1.136.552,78 + 984.022 + 954.489), ο δε ετήσιος μέσος όρος των προμηθειών ανέρχεται στο ποσό των 1.162.380,17 Ευρώ. Συνακόλουθα η αποζημίωση πελατείας που δικαιούται ανέρχεται στο ποσό των 800.000 Ευρώ, ποσό μικρότερο από τον παραπάνω μέσο όρο, αφού αποδεικνύεται πτωτική ετήσια πορεία των προμηθειών. Η ως άνω αποζημίωση κρίνεται ως “δίκαιη” λαμβανομένων υπόψη των κερδών που απώλεσε η ενάγουσα από τις υποθέσεις με τους πελάτες, και μάλιστα το τελευταίο έτος 2005, οι οποίοι παρέμειναν στη διάθεση της εναγομένης μετά τη λύση της σύμβασης”. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε εν μέρει την πρωτόδικη οριστική απόφαση, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει τη σχετική με την αποζημίωση πελατείας ένδικη αγωγική αξίωσή της και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να της καταβάλει για την αιτία αυτή το παραπάνω ποσό των 800.000 ευρώ, κρίνοντας ειδικότερα ότι η σχετική με την αποζημίωση πελατείας διάταξη του άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/ 1991 εφαρμόζεται αναλογικά και στη σύμβαση ναυτικής πρακτορείας που συνέδεε τις διαδίκους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 9 του ως άνω π.δ/τος, αλλά και του άρθρ. 26 του Συντάγματος, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, να αναπεμφθεί δε κατά τα λοιπά η υπόθεση στο Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
3. Οκτώ (8) όμως από τα μέλη που συγκρότησαν τη Β’ Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, ήτοι η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ρένα Ασημακοπούλου, ο Αντιπρόεδρος Χαράλαμπος Δημάδης και οι Αρεοπαγίτες Βιολέττα Κυτέα, Αντώνιος Αθηναίος, Παναγιώτης Ρουμπής, Δημήτριος Κόμης, Αργύριος Σταυράκης και Ιωάννης Χαμηλοθώρης, διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 698074/2004 διάταξη του ΔΕΚ, που εκδόθηκε στην υπόθεση C-85/2003 Μαυρωνά και Σία Ο.Ε. κατά Δέλτα Εταιρείας Συμμετοχών Α.Ε., α) η εφαρμογή της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18-12-1986 και επομένως και το π.δ. 219/1991, που την ενσωμάτωσε, αποσκοπεί στην προστασία μόνον των εμπορικών αντιπροσώπων που περιγράφονται στο άρθρο 1(2) της ως άνω Οδηγίας και του π.δ/τος, η αναλογική δε εφαρμογή δεν ερείδεται στο κοινοτικό και ήδη ενωσιακό δίκαιο, αφού ο κοινοτικός νομοθέτης δεν προέβη σε εναρμόνιση της νομοθεσίας των κρατών μελών που διέπει την δραστηριότητα άλλων επαγγελματιών, παρ’ εκτός των σαφώς προσδιοριζόμενων στην παραπάνω διάταξη και β) στο μέτρο που δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, ο εθνικός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να θεσπίσει διατάξεις παρεμφερείς ή ανάλογες με την εν λόγω Οδηγία, προκειμένου να ρυθμίσει τις δραστηριότητες και άλλων (παρεμφερών) τύπων επαγγελματιών. Ακόμη, δέχθηκε το ΔΕΚ ότι η ως άνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται “στα πρόσωπα, τα οποία μολονότι ενεργούν για λογαριασμό τρίτου, ενεργούν παρ’ όλα αυτά ιδίω ονόματι” και “ότι η δραστηριότητα προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό τρίτου, αλλά ιδίω ονόματι, είναι διαφορετική από τη δραστηριότητα των εμπορικών αντιπροσώπων και τα συμφέροντα και η ανάγκη προστασίας των δύο επαγγελμάτων δεν είναι ίδια”. Καθίσταται, ως εκ τούτου, σαφές ότι στις συμβάσεις ναυτικής πρακτορείας, που αποτελούν διαμεσολαβητικές συμβάσεις υπηρεσιών, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για ευθεία, αλλ’ ούτε και για αναλογική (πριν από το ν. 3557/2007) εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, αφού δεν υφίσταται εν προκειμένω κενό και μάλιστα ακούσιο που να δικαιολογεί την κατ’ αναλογία συμπλήρωσή του, ενώ και γενικότερα η αναλογική εφαρμογή του σχετικού με τους εμπορικούς αντιπροσώπους π.δ/τος 219/1991 και σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο αντίκειται στην ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, νομοθετικό κενό υφίσταται, όταν μία σχέση δεν ρυθμίζεται ειδικώς, αν και η ρύθμισή της επιβάλλεται, παρουσιάζει δε ομοιότητες προς άλλη ρυθμιζόμενη σχέση, οι οποίες μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρησιμοποίηση των ξένων και κατ’ αρχήν ασχέτων διατάξεων. Προϋποθέσεις της αναλογίας είναι α) η ύπαρξη νομοθετικού κενού, β) η ομοιότητα του ρυθμισθέντος θέματος με το μη ρυθμισθέν και γ) η ταυτότητα του νομικού λόγου. Η πρώτη από αυτές τις προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη νομοθετικού κενού, επιτρέπει την πλήρωσή του με την ανάλογη εφαρμογή ορισμένης διατάξεως, τότε μόνον όταν αυτή (πλήρωση) υπαγορεύεται από την ανάγκη μιας πάγιας και εξ αντικειμένου ρυθμίσεως. Αντίθετα, η αναλογική επέκταση μιας διατάξεως, όχι σε κάθε περίπτωση που πληροί ένα παρόμοιο με αυτή πραγματικό, άλλα επιλεκτικά και ad hoc, σημαίνει ότι το δικαστήριο, υποκαθιστώντας (ανεπιτρέπτως) τον νομοθέτη στο έργο του, θέτει όρους και προϋποθέσεις που υπερβαίνουν τον κατ’ αναλογία εφαρμοστέο νόμο. Ο κοινοτικός νομοθέτης της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ γνώριζε το είδος της σύμβασης που ήθελε να ρυθμίσει. Ειδικότερα, στην ανακοίνωση της Επιτροπής της ΕΟΚ “περί των συμβάσεων αποκλειστικής αντιπροσωπείας που συνάπτονται με τους εμπορικούς αντιπροσώπους” γίνεται λόγος “περί αποφασιστικού κριτηρίου προς διάκριση του εμπορικού αντιπροσώπου από τον ανεξάρτητο έμπορο”. Με αφετηρία τη σαφή αυτή διάκριση ο ευρωπαίος νομοθέτης εν γνώσει του δεν συμπεριέλαβε άλλες συμβάσεις στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω Οδηγίας. Από το εθνικό δε νομοθέτημα (π.δ. 219/1991), που ενσωμάτωσε την Οδηγία αυτή στο εσωτερικό δίκαιο, προκύπτει αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος περιορίσθηκε να εναρμονίσει το εθνικό δίκαιο με την εν λόγω Οδηγία μόνο για τους εμπορικούς αντιπροσώπους. Αντίθετα, αν ήθελε γίνει δεκτή η άποψη ότι η σύμβαση ναυτικής πρακτορείας ακουσίως δεν ρυθμίζεται και συνεπώς ανακύπτει νομοθετικό κενό που έχει ανάγκη μιας κατ’ αναλογία συμπληρώσεως, τότε την ίδια αντιμετώπιση θα πρέπει να έχει και κάθε νέο συμβατικό μόρφωμα που θα προέκυπτε από την εξέλιξη των συναλλαγών. Μια τέτοια προσέγγιση όμως είναι ξένη προς την δυναμική των εμπορικών σχέσεων και την ελευθερία των συμβάσεων, αλλά και προς τη βούληση του εθνικού νομοθέτη. Η εκδοχή ότι αφού δεν ανιχνεύεται στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, τότε ούτε από το εθνικό νομοθέτημα (π.δ. 219/1991) μπορεί να συναχθεί αντίστοιχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη για μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο δε, διότι το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα δεν είναι αν ο νομοθέτης απαγορεύει την αναλογική εφαρμογή (οπότε βεβαίως και δεν θα ετίθετο θέμα αναλογικής επέκτασης των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991), αλλά αν, ενώ γνώριζε ότι στο εμπόριο δραστηριοποιούνται και άλλα (πλην των εμπορικών αντιπροσώπων) πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατά την διακίνηση προϊόντων ή υπηρεσιών σε εκτέλεση άλλων διαρκών διαμεσολαβητικών συμβάσεων (όπως είναι η σύμβαση ναυτικής πρακτορείας), δεν θέλησε να επεκτείνει την παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά (επομένως και στους ναυτικούς πράκτορες). Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή στη σύμβαση ναυτικής πρακτορείας δεν έχουν εφαρμογή, ούτε κατ’ αναλογία, οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, ενισχύεται από τη ρύθμιση της μεταγενέστερης διάταξης του άρθρου 14§4 του ν. 3557/2007, κατά την οποία “οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας που αφορούν παροχή υπηρεσιών και στις αποκλειστικής διανομής”, σε συνδυασμό προς τη σχετική με τη διάταξη αυτή περικοπή της αιτιολογικής έκθεσης, ότι “με την προτεινόμενη ρύθμιση επεκτείνεται η εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στις συμβάσεις αντιπροσωπείας που αφορούν παροχή υπηρεσιών και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, ενόψει και των δεδομένων της νομολογίας του Αρείου Πάγου”. Πρέπει, επιπροσθέτως, να σημειωθεί ότι η σύμβαση ναυτικής πρακτορείας, στην οποία ο ναυτικός πράκτορας λειτουργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, δεν προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας ούτε ταυτίζεται με αυτή κατά τα ουσιώδη μέρη της και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν και από την άποψη αυτή οι προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991, για την οποία βασικά κριτήρια είναι η ομοιότητα των καταστάσεων και η διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας. Στη προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που παρατέθηκαν προηγουμένως, η σύμβαση ναυτικής πρακτορείας, που συνέδεε τις διαδίκους, δεν έχει τα χαρακτηριστικά της εμπορικής αντιπροσωπείας και ούτε προσομοίαζε σημαντικά μ’ αυτή.
Συνεπώς εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε αναλογικά τις διατάξεις του άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991 προκειμένου να δεχθεί εν μέρει τη σχετική με την αποζημίωση πελατείας ένδικη αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης και θα έπρεπε έτσι να γίνει δεκτός ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ώστε να αναιρεθεί ακολούθως η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης της εταιρείας “ΜΙΝΩΪΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ν.Ε.” κατά της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 782/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και αναπέμπει την υπόθεση στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013 .
Δημοσιεύθηκε δε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 27 Ιουνίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1554/2008

Απόσπασμα……ΙΙ. Με το ΠΔ 219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες, κατά τα ουσιώδη αυτών στοιχεία, ομοιάζουν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ορίζονται και τα εξής: α) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση..." (άρθρο 9 παρ.1α), β) "το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον ετήσιο μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου" (άρθρο 9 παρ.1β), γ) "η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (άρθρο 9 παρ. 1γ), δ) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας της προηγουμένης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του" (παρ.2). Από τις διατάξεις αυτές του άνω ΠΔ/τος, που αποτελούν ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη των αντιστοίχων ρυθμίσεων του άρθρου 17 παρ.2 εδ.α', β', γ', και παρ.3 και 5 της άνω Οδηγίας, σαφώς συνάγεται ότι  η αξίωση του εμπορικού αντιπροσώπου για κατ' αποκοπή αποζημίωση (αποζημίωση πελατείας) καθώς και η αξίωση αυτού για περαιτέρω αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ, αποσβήνεται αν εντός έτους από τη λύση της σύμβασης δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο την πρόθεσή του να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, θεσπιζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας, με την έννοια του άρθρου 279 ΑΚ, η παρέλευση της οποίας λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 280 ιδίου κώδικα. Τόσο με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.5 της Οδηγίας, όσο και την αντίστοιχη της παρ.2 του άρθρου 9 του άνω Π.Δ/τος ορίζεται ότι ο αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση για κατ' αποκοπή αποζημίωση, καθώς και για περαιτέρω αποζημίωση, αν δεν "γνωστοποιήσει" εντός του έτους στον αντιπροσωπευόμενο, ότι προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, χωρίς να καθορίζεται τύπος για την γνωστοποίηση και χωρίς επίσης να προσδιορίζεται το περιεχόμενο αυτής. Σκοπός της απαιτουμένης γνωστοποίησης από τον αντιπρόσωπο είναι να μη παραμένει εκκρεμής επί μακρό χρονικό διάστημα, η αβεβαιότητα του αντιπροσωπευομένου, σχετικά με τις προθέσεις του αντιπροσώπου να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, οι οποίες συνεπάγονται δέσμευση, συνήθως όχι μικρών ποσών κεφαλαίων του υπόχρεου αντιπροσωπευομένου, που έχει περαιτέρω συνέπεια την ουσιαστική αδυναμία του αντιπροσωπευομένου να αξιοποιήσει τα κεφάλαια αυτά για την ανάπτυξη των εμπορικών του δραστηριοτήτων στα πλαίσια συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν στον σχετικό τομέα δραστηριότητας του αντιπροσωπευομένου, οι οποίες επιβάλλουν προγραμματισμό και αξιοποίηση όλων των οικονομικών αυτού δυνατοτήτων. Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι ο άνω σκοπός που επιβάλλει τη γνωστοποίηση της πρόθεσης του αντιπροσώπου να ασκήσει τις αξιώσεις από τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, πληρούται αν αυτός εντός έτους από τη λύση της σύμβασης καταστήσει γνωστό στον αντιπροσωπευόμενο, ότι προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, χωρίς να απαιτείται η εντός του έτους άσκηση σχετικής αγωγής ή άλλης επιθετικής δικαστικής πράξης και χωρίς επίσης να απαιτείται να προσδιορίζεται, κατά ποσό και αιτία, ποίες αξιώσεις προτίθεται να ασκήσει ο αντιπρόσωπος, αφού οι αξιώσεις τους, τόσο για την κατ' αποκοπή αποζημίωση, όσο και για την περαιτέρω αποζημίωση, προσδιορίζονται από το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ήδη αναιρεσείων, με την αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενος σύμβαση αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσίβλητης, ομοιάζουσας κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία λύθηκε με άτυπη καταγγελία από την αντιπροσωπευομένη πρώτη εναγομένη, καταχρηστικώς και με πρόθεση να του αποσπάσει την πελατεία του, εκμεταλλευόμενη την οικονομική του από αυτή εξάρτηση και την δεσπόζουσα αυτής θέση στην οικεία αγορά της χώρας, καθώς και εναντίον των χρηστών ηθών, διότι αυτός αρνήθηκε να συναινέσει στη μείωση του ποσοστού προμηθειών του, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτή και οι νόμιμοι εκπρόσωποί της, υποχρεούνται να του καταβάλουν αποζημίωση για απώλεια πελατείας σύμφωνα με το άρθρο 9 ΠΔ 219/91, καθώς και περαιτέρω αποζημίωση, για θετική και αποθετική ζημία, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, για την περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που αυτός υπέστη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι η αγωγική αξίωση αυτού για αποζημίωση πελατείας αποσβέστηκε, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ΠΔ 219/91, διότι η αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση έτους από τη λύση της σύμβασης που έγινε με καταγγελία της από την εναγομένη αντιπροσωπευομένη την 23.01.2003, απορρίπτοντας τον προβληθέντα από τον ενάγοντα, με την αγωγή του ισχυρισμό (αντένσταση) περί διακοπής της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας, με την επίδοση στην εναγομένη της από 3.2.2003 εξώδικης δήλωσης αυτού, με την οποία αυτός διαμαρτυρήθηκε για την καταγγελία της σύμβασης και επιφυλάχθηκε για την άσκηση κάθε δικαιώματός του από την άκαιρη και καταχρηστική, κατά τον ενάγοντα, καταγγελία της σύμβασης. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε η άνω εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, που επιδόθηκε στην εναγομένη εντός έτους από τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, και με την οποία αυτός δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να ασκήσει κάθε δικαίωμά του από τη λύση της σύμβασης, δεν συνιστά γνωστοποίηση της πρόθεσης του να ασκήσει τις αξιώσεις του, με την έννοια του άρθρου 9 παρ. 2 ΠΔ 219/91. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ΠΔ 219/91, απαιτώντας για την εφαρμογή της περισσότερα στοιχεία από όσα από αυτή απαιτούνται και υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων, ο οποίος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί γι' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή του ως προς το κεφάλαιο της αιτουμένης κατ' αποκοπή αποζημίωσης πελατείας. IΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής σε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από όσα ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του ασκουμένου δικαιώματος. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση τους σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα, οπότε ιδρύονται οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την πληρότητα αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής όλα εκείνα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ότι ο ενάγων θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα με πιθανότητα και τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαία να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομηθείσας δαπάνης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και το πρώτον από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της αποθετικής ζημίας κατέστη νομίμως αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (Ολ. ΑΠ 22/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει, ότι με αυτή ο ήδη αναιρεσείων, α) επικαλούμενος κατ' εκτίμηση ότι η μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης λειτουργούσα από το έτος 1991 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, καταγγέλθηκε ατύπως από την εναγομένη, ενεργώντας κατά προφανή υπέρβαση των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, εκμεταλλευόμενη κακόπιστος την οικονομική του από αυτή εξάρτηση, διότι αυτός αρνήθηκε να συναινέσει στην αποδοχή όρων μείωσης του περιθωρίου του κέρδους του και με σκοπό να του υφαρπάξει την πελατεία του, ζήτησε, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν σ' αυτόν και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε, επί πενταετία μετά την καταγγελία, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά το οποίο χρονικό διάστημα θα εξακολουθούσε να δραστηριοποιείται επαγγελματικά ως αποκλειστικός διανομέας αποκομίζοντας κατ' έτος κέρδη προσαυξημένα κατά ποσοστό 10% ετησίως, τα οποία καθορίζει κατ' έτος, ανερχόμενα συνολικώς στο ποσό των 1.199.220,86 ευρώ, β) ότι κατά ρητό όρο της μεταξύ τους καταρτισθείσης από Απριλίου 2002 συμβάσεως, την οποία αυτός δεν ανέγνωσε η εναγομένη αντιπροσωπευομένη από τον τζίρο επί του οποίου προσδιορίζονταν το ποσοστό περιθωρίου κέρδους αυτού αφαιρέθηκαν οι παροχές που αυτός κατέβαλε στο λιανικό εμπόριο, με συνέπεια να λάβει κατά το τελευταίο έτος της συνεργασίας τους με την εναγομένη ποσό μικρότερο κατά 66.613,06 ευρώ, εκείνου που θα ελάμβανε εάν συνυπολογίζονταν και οι παροχές αυτού στο λιανικό εμπόριο. Τα κονδύλια αυτά απέρριψε το Εφετείο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το πρώτο μεν ως μη νόμιμο, διότι ο ενάγων δεν ζητούσε το καθαρό κέρδος, δηλαδή εκείνο που θα προέκυπτε μετά την αφαίρεση της απαιτουμένης για την επίτευξη των άνω προμηθειών δαπάνης το δεύτερο δε ως αόριστο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το άνω κονδύλι αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια απαιτώντας για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ περισσότερα από εκείνα που απαιτούνται από τη διάταξη αυτή για τη γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη, δεχόμενο ότι για τη γένεση του δικαιώματος αυτού απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή τα καθαρά κέρδη μετ' αφαίρεση δηλαδή και της δαπάνης που απαιτείτο για την επίτευξη των προμηθειών του ενάγοντος. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι απορρίπτοντας την αγωγή του ως προς το άνω ποσό αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη ως μη νόμιμη υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και να αναιρεθεί γι' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτοντας όμως το Εφετείο ως αόριστη την αγωγή ως προς το κονδύλι της αποζημίωσης ευρώ 66.603,06 για μη καταβληθείσες προμήθειες από την αντιπροσωπευομένη εναγομένη κατά το τελευταίο έτος λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όπως αιτιάται με τον τρίτο λόγο κατά το οικείο μέρος του ο αναιρεσείων, διότι δεν καθορίζεται στην αγωγή το ποσό των εκπτώσεων προς λιανοπωλητές, το οποίο κατά τον ενάγοντα δεν υπολογίστηκε προς προσδιορισμό των προμηθειών του, ούτε επίσης καθορίζεται το ποσοστό των προμηθειών αυτών, και επομένως ο λόγος αυτός, κατά το άνω δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. IV. Στο Π.Δ. 219/1991 ορίζονται και τα εξής: α) σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν, μετά την λήξη της θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου (άρθρο 8 παρ.2), β) όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας (άρθρο 8 παρ.3), γ) οι διατάξεις των παρ.3, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή της παρ.2 του άρθρου αυτού. Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος (άρθρο 8 παρ.7), δ) Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ.4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων (άρθρο 8 παρ.8). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ορισμένου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που ομοιάζει με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λύεται με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας αυτής, αν δε η εκτέλεσή της συνεχίστηκε και μετά την λήξη του συμφωνημένου χρόνου, αυτή μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου και μπορεί έκτοτε να λυθεί με τακτική (αναιτιολόγητη) καταγγελία από οποιοδήποτε των συμβληθέντων, τα δε αποτελέσματα αυτής (λύση της σύμβασης) επέρχονται από της παρελεύσεως των χρονικών ορίων που ορίζονται στο άρθρο 8 παρ.4 του άνω ΠΔ/τος. Η αορίστου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής λύεται επίσης και με έκτακτη καταγγελία, σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στην εν όλω ή εν μέρει παραβίαση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους καθώς και όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται χωρίς την παρέλευση των αναφερομένων στο άρθρο 8 παρ.4 προθεσμιών. Την συνδρομή σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την έκτακτη καταγγελία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει εκείνος που κατάγγειλε τη σύμβαση. Η αναιτιολόγητη καταγγελία από τον αντιπροσωπευόμενο, που αποτελεί δικαίωμα αυτού, όταν ασκείται καταχρηστικώς, συνιστά αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται από το άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο αποσκοπεί να χαλαρώσει τον άκρατο ατομιστικό χαρακτήρα του δικαιώματος, και συνεπάγεται, συντρεχουσών και των λοιπών κατά νόμο προϋποθέσεων (επέλευση ζημίας και αιτιώδη συνάφεια) ευθύνη προς αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ως αορίστου διαρκείας θεωρείται και η σύμβαση που διήρκεσε επί μακρό σχετικά χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου και σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταρτίζονταν μεταξύ των μερών μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντας τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνται με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα σημεία τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της αιτουμένης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από την άκαιρη και καταχρηστική, όπως αυτός ισχυρίζεται με την αγωγή του καταγγελία της συμβάσεως αορίστου χρόνου, δεχόμενο, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ότι η εναγομένη, που παράγει και διαθέτει στην ελληνική αγορά παγωτά με το σήμα……με έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του ενάγοντος την 9.1.1991 ανέθεσε σ' αυτόν τη διανομή των προϊόντων της για το χρονικό διάστημα από 9.1.91 μέχρι 31.11.91 σε συγκεκριμένες περιοχές του νομού Αττικής, με αντιπαροχή, που καθορίστηκε σε ποσοστό επί του ετήσιου τζίρου των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε. Ειδικότερα ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέτει (διανέμει) κατ' εντολή της εναγομένης τα συμβατικά προϊόντα, να εφαρμόζει τα υποδεικνυόμενα από αυτήν συστήματα διανομής, να προβάλλει τα προϊόντα της σύμφωνα με τις οδηγίες της, να καλύπτει τα σημεία πώλησης με διαφημιστικό υλικό, που του παρέδιδε η ίδια και να συμμορφώνεται εν γένει με τις οδηγίες της. Ότι με μεταγενέστερες διαδοχικές συμβάσεις μεταξύ των μερών που καταρτίστηκαν την 3.2.1992, 18.3.1992, 30.11.1992, 5.11.1993, 10.11.1994, 9.11.95, 5.1.97, 17.12.97, 3.12.98, 10.1.2000, 24.4.2000, 2.1.2001, 30.4.2001, 4.4.2001 και 18.12.2001 παρέτειναν αλληλοδιαδόχως το χρόνο διάρκειας της σύμβασης συνήθως για ένα έτος κάθε φορά και τροποποιούσαν την αντιπαροχή του ενάγοντος. Τελικά με το από 18.12.2001 συμφωνητικό ο συμβατικός χρόνος παρατάθηκε για τελευταία φορά έως 31.12.2002. Με τα δεδομένα αυτά η τελευταία σύμβαση ήταν, όπως και οι προηγούμενες ορισμένου χρόνου, που έληξε την 31.12.2002 και δεν επρόκειτο για μία ενιαία και για μεγάλο χρονικό διάστημα συμβατική σχέση, χωρισμένη σε περισσότερες ετήσιες παρόμοιες (αλυσιδωτές), που είναι σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη αορίστου χρόνου, όπως υποστηρίζει ο ενάγων, αφού και ο ίδιος με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του αναγνωρίζει ότι κάθε φορά που καταρτίζονταν νέα ετήσια σύμβαση αυτή ήταν αντικείμενο διαπραγματεύσεων ως προς το ύψος της αντιπαροχής του, που κάθε φορά περιορίζονταν, όπως συνέβη την 23.1.2003 κατά τις διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της τελευταίας συμβάσεως, οπότε η εναγομένη απαίτησε να περιορισθεί ακόμη περισσότερο το περιθώριο του κέρδους του, αιτία για την οποία αρνήθηκε να την υπογράψει". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη ο ενάγων από την καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου, όπως ζητούσε με την αγωγή του, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη υπαγωγή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 και 3 ΠΔ 219/91, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα α) δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 ΠΔ 219/91, απορρίπτοντας τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης σύμβαση αποκλειστικής διανομής ήταν αορίστου χρόνου, δεχόμενο ότι το γεγονός και μόνο ότι κάθε φορά που καταρτίζονταν οι μεταγενέστερες συμβάσεις μεταξύ των μερών διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτών και μειώνονταν η αμοιβή του ενάγοντος διανομέα, προσδίδει αυτό και μόνο στις μερικότερες συμβάσεις αυτοτέλεια ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, β) δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 ΠΔ 219/91, μολονότι δέχεται, όπως από τις παραπάνω χρονολογίες κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων προκύπτει, ότι μεταξύ αυτών υπήρχαν χρονικά διαστήματα, μετά τη λήξη του συμφωνημένου εκάστοτε ορισμένου χρόνου, κατά τα οποία εξακολουθούσε η εκτέλεση της σύμβασης μεταξύ των συμβληθέντων μερών και επομένως η σύμβαση είχε μετατραπεί σε αορίστου χρόνου. Χαρακτηριστικά από τις παραπάνω χρονολογίες κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων προκύπτει α) ενώ η πρώτη σύμβαση έληξε την 30.11.1991, η επόμενη καταρτίστηκε την 3.2.92, μεσολάβησε δηλαδή μετά τη λήξη της πρώτης δίμηνο χρονικό διάστημα κατά το οποίο η σύμβαση εξακολούθησε να εκτελείται, β) ενώ η σύμβαση που καταρτίστηκε την 9.11.1995 ήταν, όπως δέχεται το Εφετείο, ετήσιας διάρκειας και έληγε την 9.11.96, η επομένη καταρτίστηκε την 5.1.97, μεσολάβησε δηλαδή και πάλι δίμηνο εντός του οποίου η σύμβαση εξακολουθούσε να εκτελείται. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι με το να απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή του, ως προς το κεφάλαιο της αιτουμένης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Σχόλια