ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΕΕΑ - ΠΡΟΣΦΥΓΗ - Η αρμοδιότητα της κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών συμμετοχής - ΑΙΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΕΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ ΕΓΓΥΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ



ΚΥΡΙΑ ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΕΠΙ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ- ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ  ‘Η ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙΕΙΔΙΚΩΤΕΡΑ  :  ΠΟΤΕ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Η ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ- ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΙΣΧΥΡΙΣΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ ,  ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ - ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΤΑ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ Ή  ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ ΑΝΑΚΡΙΤΗ
Η αρμοδιότητα της κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών συμμετοχής:  Η ΕΕΑ είναι αρμόδια για την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης για την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών συμμετοχής στο πρωτάθλημα των επαγγελματικών ομάδων, σε περίπτωση...
ύπαρξης χρεών προς αθλητές προπονητές ή άλλους τρίτους, άλλως υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού (Ν. 2725/1999 άρθρο 77). Τίτλοι για να ζητήσει κάποιος από τους ανωτέρω την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής είναι κατ’ άρθρο 78 Ν. 2725/1999:
α) Οι τελεσίδικες αποφάσεις των επιτροπών επίλυσης οικονομικών διαφορών του άρθρου 95 του Ν. 2725/1999 (αποφάσεις της πρωτοβάθμιας επιτροπής επίλυσης οικονομικών διαφορών, οι οποίες έχουν τελεσιδικήσει μη ασκηθείσης εφέσεως ή αποφάσεις της δευτεροβάθμιας επιτροπής επίλυσης οικονομικών διαφορών παρελθούσης άπρακτης της δεκαήμερης προθεσμίας από την κοινοποίηση της απόφασης), οπότε αποτελούν δεδικασμένο και είναι εκτελεστοί τίτλοι κατ’ άρθρο 904 παρ. 2 περ. β Κ.Πολ.Δ. περί διαιτητικών αποφάσεων. Αυτά κατά τη διατύπωση του άρθρου, διότι στην πράξη το Πρωτοδικείο Αθηνών (ως αρμόδιο κατά τόπο Πρωτοδικείο για τις αποφάσεις της ΕΠΟ, που εδρεύει στην Αθήνα) δεν εκδίδει απόγραφα προκειμένου να περιαφθούν τον εκτελεστήριο τύπο οι αποφάσεις των επιτροπών επίλυσης οικονομικών διαφορών, ως εκ τούτου καθίσταται αδύνατη η ευδοκίμηση της αίτησης για την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής μέσω του ανωτέρω τίτλου.
β) Άλλοι εκτελεστοί τίτλοι (διαταγές πληρωμής ή αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων  οριστικές, προσωρινά εκτελεστές ή τελεσίδικες, δυνάμει  των οποίων εκδίδεται κανονικά απόγραφο και επαγωγικά αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση κατά τη συνήθη διαδικασία).
Η ΕΕΑ έχει δικαίωμα να αποφασίσει τη μερική ή ολική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής (άρθρο 78 παρ. 1 Ν. 2725/1999) υπέρ ενός αιτούντος ή εάν οι αιτούντες είναι περισσότεροι να επιλέξει την αναλογική με την απαίτηση του καθενός κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής υπέρ περισσοτέρων αιτούντων. Μετά την έκδοση αποφάσεως, ο υπόλογος της EEA προβαίνει στην εκκαθάριση της εγγυητικής επιστολής και στην καταβολή του ποσού στο λογαριασμό του αιτούντος ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (κατόπιν προσκομίσεως εξουσιοδότησης ή συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου). Κατά της αποφάσεως της ΕΕΑ χωρεί αίτηση θεραπείας πάλι ενώπιον της ΕΕΑ. Περαιτέρω, για προσφυγή κατά της αποφάσεως επί της αιτήσεως θεραπείας της ΕΕΑ αρμόδια είναι κατά την κρατούσα θέση τα πολιτικά δικαστήρια, καθώς γεννάται ιδιωτική διαφορά (βλ. 3032/2008 ΟλΣτΕ, Αρμ. 2009, 114). Σε περίπτωση μερικής ή ολικής κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής της ΠΑΕ, εάν αυτή λάβει χώρα πριν από τη λήξη της αγωνιστικής περιόδου, η ΠΑΕ υποχρεούται να καταθέσει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες νέα ισόποση εγγυητική επιστολή ή να αναπληρώσει το ποσό που κατέπεσε, σε περίπτωση μερικής κατάπτωσης, διαφορετικά το πιστοποιητικό συμμετοχής της στο πρωτάθλημα ανακαλείται με απόφαση της ΕΕΑ (άρθρο 78 παρ. 1 Ν. 2725/1999) και εξαιρείται από τη συνέχεια των αγωνιστικών υποχρεώσεων.


4.2.5. ΑΙΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΕΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ ΕΓΓΥΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ
4.2.5.1.: Η διαδικασία της αίτησης για κατάπτωση εγγυητικής επιστολής: Η αίτηση προς την Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού (ΕΕΑ) για κατάπτωση εγγυητικής επιστολής συμμετοχής μιας ΠΑΕ στο πρωτάθλημα, όπως προβλέπεται στο άρ. 78 ν. 2725/99 (βλ. υπόδειγμα 23: «Αίτηση κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής»), αποτελεί έναν εναλλακτικό τρόπο διεκδίκησης χρημάτων από ΠΑΕ. Η εκδιδόμενη άπαξ κατ’ αγωνιστική περίοδο και προ της ενάρξεως αυτής εγγυητική επιστολή συμμετοχής στο πρωτάθλημα ανέρχεται σε ύψος ίσο με το 10% των προϋπολογιζόμενων εξόδων της ΠΑΕ προ της ενάρξεως της αγωνιστικής περιόδου, και κατατίθεται στην ΕΕΑ με λήξη ισχύος της 6 μήνες μετά τη λήξη της αγωνιστικής περιόδου. Η εγγυητική επιστολή αφορά στην καλή εκτέλεση των υποχρεώσεων της  ΠΑΕ και καταπίπτει υπέρ απαιτήσεων κατά σειρά αθλητών, προπονητών ή άλλων τρίτων που προκύπτουν από εκτελεστούς τίτλους δικαστικών αποφάσεων κτλ.
4.2.5.2.: Η μη αναγνώριση των τελεσίδικων αποφάσεων των Επιτροπών Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών: παρά την αντίθετη διατύπωση του άρ. 78 η ΕΕΑ δεν αναγνωρίζει τις τελεσίδικες αποφάσεις των Επιτροπών Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών του άρ. 95 ν. 2725/99 ως λόγο κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής, καθώς κατά την κρίση της πρόκειται για διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα. Προς τούτο κατατείνει ότι το Πρωτοδικείο Αθηνών, αρμόδιο για να περιαφθεί μια διαιτητική απόφαση εκδοθείσα από Διαιτητικό όργανο (Α΄ και Β΄ βάθμια Επιτροπή Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών που εδρεύει στην Αθήνα), τον εκτελεστήριο τύπο, αρνείται την έκδοση απογράφου που γεννά τη δυνατότητα εκτέλεσης στις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις, καθώς δεν αναγνωρίζει ως νόμιμη τη σύνθεση των ανωτέρω Επιτροπών Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών.
4.2.5.3.: Η δικονομία της συζήτησης της αίτησης κατάπτωσης: Η αίτηση για κατάπτωση εγγυητικής επιστολής συμμετοχής μιας ΠΑΕ στο πρωτάθλημα υποβάλλεται, σφραγισμένη από δικηγόρο είτε με φαξ είτε ταχυδρομικά ή αλλιώς με επιτόπια κατάθεση στα γραφεία της ΕΕΑ (Λ. Κηφισίας 7- Αμπελόκηποι). Η ΕΕΑ δύναται να διατάξει, εφόσον διαπιστώσει τη νομιμότητα του επικαλούμενου εκτελεστού τίτλου, τη μερική ή ολική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής υπέρ του αιτούντος, ή τη συμμετρική κατάπτωσή της υπέρ τυχόν περισσότερων αιτούντων. Τυχόν εκκρεμότητες στα πολιτικά Δικαστήρια ως προς το κύρος του τίτλου, π.χ. ανακοπή ή αίτηση αναστολής κατά διαταγής πληρωμής ή κατά της επιταγής προς εκτέλεση, έφεση κατά απόφασης επί ανακοπής κτλ. δεν αναστέλλουν την έκδοση απόφασης από πλευράς ΕΕΑ, απλώς αποτελούν ενδεχομένως λόγο αναβολής της εκδίκασης της κρινόμενης αίτησης, αν η καθ’ ης ΠΑΕ  τις επικαλεστεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν αιτήματα αναβολής μπορούν να υποβληθούν και εγγράφως, χωρίς την παρουσία πληρεξουσίου δικηγόρου, με τηλεομοιοτυπικό αντίγραφο (φαξ) που αποστέλλεται στην ΕΕΑ έως την ημέρα της δικασίμου. Με φαξ επίσης λίγες ημέρες πριν από την ημερομηνία της δικασίμου αποστέλλονται στους διαδίκους ή (συνήθως) τους πληρεξουσίους δικηγόρους αυτών, οι κλήσεις για εμφάνιση κατά την ημερομηνία της δικασίμου. Σύμφωνα με τη νέα σύνθεση της ΕΕΑ το υπόμνημα και τα σχετικά έγγραφα θα πρέπει να αποστέλλονται από πλευράς των διαδίκων στην ΕΕΑ κάποιες μέρες πριν τη συζήτηση, προκειμένου να διευκολύνεται το έργο του εισηγητή. Σε κάθε περίπτωση μερικής ή ολικής κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής, η Π.Α.Ε. υποχρεούται να καταθέσει μέσα σε 15 ημέρες, αν αυτή λάβει χώρα πριν από τη λήξη της αγωνιστικής περιόδου, νέα ισόποση εγγυητική, διαφορετικά κινδυνεύει να αποβληθεί από το Πρωτάθλημα, καθώς ανακαλείται το πιστοποιητικό συμμετοχής της παρ. 3 του ά. 77Α  Ν. 2725/99.
4.2.5.4.: Ο τρόπος πληρωμής από την κατάπτωση της εγγυητικής: Η ΕΕΑ δεν αναγνωρίζει τόκους και τα λοιπά κονδύλια της επιταγής προς εκτέλεση κατά την κατάπτωση εγγυητικών επιστολών, ακόμα και αν έχουν επιδικαστεί με δικαστική απόφαση, παρά μόνο το κεφάλαιο και τις δικαστικές δαπάνες δικαστικών αποφάσεων και εκτελεστών τίτλων εν γένει. Δυνατότητα περαιτέρω είσπραξης των τόκων παρέχεται μέσω των ανωτέρω εκτεθέντων τρόπων (αναγκαστικές κατασχέσεις, κατασχέσεις εις χείρας τρίτων κ.τ.λ.), εάν πράγματι υπάρχει οικονομικό αντικείμενο τέτοιο που να δικαιολογεί την κίνηση  μιας διαδικασίας κατάσχεσης μόνο για την είσπραξη τόκων. Όταν εκδοθεί η απόφαση και κοινοποιηθεί στους αντιδίκους με φαξ, ο υπόλογος (επιτελεί ουσιαστικά ρόλο ταμία της Ε.Ε.Α.) εκκαθαρίζει συνήθως 5-7 ημέρες μετά την έκδοση απόφασης το αναλογούν στον αιτούντα ποσό της εγγυητικής επιστολής, το οποίο κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό του αιτούντος στην Εμπορική Τράπεζα ή καταβάλλεται στο σχετικά εξουσιοδοτημένο (με εξουσιοδότηση που έχει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του αιτούντος από δημόσια αρχή ή με ειδικό πληρεξούσιο) προς τούτο δικηγόρο του. Επισημαίνεται ότι από το ποσό  καταλήγει ο υπόλογος να δώσει στον αιτούντα, ποσοστό 20% παρακρατείται ως φόρος, για το οποίο χορηγείται στον αιτούντα σχετική βεβαίωση, την οποία συνυποβάλλει με τη φορολογική του δήλωση.

Σχόλια