Τρίτη 19 Απριλίου 2016

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΚΛΠ Αποζημίωση του αγοραστή για πραγματικά ελαττώματα. Σώρευση υπαναχώρησης και αποζημίωσης - Ευθύνη του πωλητή από πραγματικά ή νομικά ελαττώματα

ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΕΕΑ - ΠΡΟΣΦΥΓΗ - Η αρμοδιότητα της κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών συμμετοχής - ΑΙΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΕΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ ΕΓΓΥΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ
Αποζημίωση του αγοραστή για πραγματικά ελαττώματα. Σώρευση υπαναχώρησης και αποζημίωσης
1. Ο αγοραστής, αν λάβει από τον πωλητή πράγμα με πραγματικό ελάττωμα, δικαιούται αποζημίωση κατά την ΑΚ 543, υπό τη βασική..
προϋπόθεση ότι ο πωλητής έχει πταίσμα για το ελάττωμα (βλ. ΑΚ 543 εδ. β΄). Πταίσμα για το ελάττωμα υπάρχει, όταν ο πωλητής προκαλέσει υπαιτίως το πραγματικό ελάττωμα (συνήθως μετά τη σύναψη της σύμβασης) ή γνωρίζει ή αγνοεί υπαιτίως το ελάττωμα (συνήθως κατά τη σύναψη της σύμβασης).
2. Όταν πάντως το πταίσμα του πωλητή για το ελάττωμα δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να αποδειχθεί, ο αγοραστής, και πάλι, μπορεί να επιτύχει αποζημίωση για το ελάττωμα. Και αυτό ως εξής: Θα ζητήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του ελαττωματικού πράγματος και εφόσον, μέσα σε εύλογη προθεσμία, δεν εισακουσθεί -που είναι και το πιθανότερο- θα ζητήσει αποζημίωση για το ελάττωμα κατά τις διατάξεις για την υπερημερία οφειλέτη (ΑΚ 340 επ., 383). Ο πωλητής εδώ, αν δεν συμμορφωθεί, θα γίνει υπερήμερος, επειδή 1ον υπέχει υποχρέωση σε διόρθωση ή αντικατάσταση (ΑΚ 540 § 1 αρ. 1), 2ον έχει οχληθεί για να εκπληρώσει την υποχρέωση (η όχληση ενυπάρχει στο αίτημα για διόρθωση ή αντικατάσταση), και 3ον δεν συμμορφώνεται από λόγους για τους οποίους -εδώ σχεδόν πάντοτε- έχει ευθύνη. Ο πωλητής πάντως θα γίνει υπερήμερος, όχι από την όχληση, όπως στο γενικό ενοχικό (βλ. ΑΚ 340), αλλά από την άπρακτη παρέλευση της εύλογης προθεσμίας, που απαιτείται για τη διόρθωση ή αντικατάσταση. Αυτό στο αστικό δίκαιο συμβαίνει, όταν ο οφειλέτης πληροφορείται για πρώτη φορά με την όχληση ότι υπέχει μια υποχρέωση (βλ. και ΑΚ 827, 578 § 1 εδ. α΄, 688), εδώ όταν ο ανυπαίτιος πωλητής πληροφορείται την υποχρέωση να διορθώσει ή να αντικαταστήσει το πράγμα.
3. Η έκταση τώρα της αποζημίωσης, που δικαιούται βάσει της ΑΚ 543 ο αγοραστής, ποικίλλει. Πρόκειται ασφαλώς για θετικό διαφέρον. Σκεφτόμαστε δηλαδή τι θα είχε ο αγοραστής, αν είχε λάβει πράγμα χωρίς πραγματικό ελάττωμα. Ο αγοραστής μπορεί να επιλέξει: 1ον Θα ζητήσει μόνο αποζημίωση ή θα ασκήσει σωρευτικά και κάποιο από τα άλλα δικαιώματά του, π.χ. της διόρθωσης του ελαττώματος ή της μείωσης του τιμήματος; Και 2ον αν ζητήσει μόνο αποζημίωση, θα επιλέξει να κρατήσει το πράγμα, οπότε θα δικαιούται τη λεγόμενη «μικρή» αποζημίωση, ή θα επιλέξει να αποδώσει το πράγμα, οπότε θα δικαιούται τη λεγόμενη «μεγάλη» αποζημίωση;
4. Π.χ. ο Α αγοράζει ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο. Λίγο καιρό αργότερα διαπιστώνει, ότι το αυτοκίνητο έχει ελάττωμα στο σασί. Αν ζητήσει μόνο αποζημίωση και επιθυμεί να κρατήσει το αυτοκίνητο δικαιούται τη «μικρή» αποζημίωση, δηλαδή δικαιούται: 1ον) Τη μείωση της αξίας, που επιφέρει το ελάττωμα στο πράγμα (χωρίς το ελάττωμα το αυτοκίνητο θα είχε αξία 30.000 €, με το ελάττωμα έχει αξία 26.000 €• η μείωση της αξίας, δηλαδή οι 4.000 € είναι η ζημία του αγοραστή). Εδώ δεν ενδιαφέρει το ύψος του τιμήματος του αγοραστή, ούτε αν είχε σκοπό ο αγοραστής να μεταπωλήσει το αυτοκίνητο, ούτε αν πράγματι το μεταπώλησε και μάλιστα χωρίς το ελάττωμα να έχει αντίκτυπο στη μεταπώληση. Έτσι, αν ο Α μεταπωλήσει το αυτοκίνητο αντί π.χ. 32.000 €, και πάλι θα δικαιούται ως αποζημίωση τις 4.000 €. 2ον) Τη δαπάνη διόρθωσης του ελαττώματος. Π.χ. ο Α δαπανεί 5.000 € για να διορθώσει το ελάττωμα στο σασί. Τις δικαιούται ως αποζημίωση (όχι πάντως σωρευτικά με τη μείωση της αξίας, στην έκταση που η τελευταία έχει πλέον εξαλειφθεί), 3ον) Σωρευτικά με ένα από τα παραπάνω κονδύλια, ο Α θα ζητήσει και τις υπόλοιπες έμμεσες ζημίες του. Π.χ. αδυνατεί λόγω του ελαττώματος να μεταπωλήσει το αυτοκίνητο• θα δικαιούται το διαφυγόν κέρδος. Ή μεταπουλά το αυτοκίνητο, αλλά υποχρεούται λόγω του ελαττώματος να αποζημιώσει τον δικό του αγοραστή• και αυτή τη ζημία οφείλει να αποκαταστήσει ο 1ος πωλητής. Εδώ μάλιστα ο 1ος πωλητής είναι και δικονομικός εγγυητής του 2ου πωλητή. Και, τέλος, εξαιτίας του ελαττώματος στο σασί ο Α χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, προσκρούει σε προστατευτική μπάρα και υφίσταται σωματικές βλάβες. Για τις ζημίες από τις σωματικές βλάβες ο Α δικαιούται (βλ. ΑΚ 543 εδ. β΄, 914) αποζημίωση.
5. Αν τώρα ο Α απαιτήσει μόνο αποζημίωση, αλλά δεν επιθυμεί να κρατήσει το αυτοκίνητο, δικαιούται τη λεγόμενη «μεγάλη» αποζημίωση. Εδώ θα προσφέρει στον πωλητή το αυτοκίνητο και, ταυτόχρονα, θα ζητήσει τόσο το καταβληθέν τίμημα όσο και κάθε άλλη ζημία που υπέστη. Σωρευτικά με το καταβληθέν τίμημα, ο αγοραστής θα ζητήσει και κάθε άλλη ζημία του, όπως τη θετική ζημία (π.χ. επειδή προμηθεύτηκε παρόμοιο αυτοκίνητο με υψηλότερο τίμημα), την αποθετική ζημία (π.χ. επειδή δεν κατάφερε να μεταπουλήσει το αυτοκίνητο σε συγκεκριμένο υποψήφιο αγοραστή) και τέλος περαιτέρω ζημίες, όπως αυτές περιγράφηκαν παραπάνω, λ.χ. από τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο αγοραστής εξαιτίας του ελαττώματος.
4. Την έκταση της «μικρής» και της «μεγάλης» αποζημίωσης δεν χρειάζεται να έχει προβλέψει ο πωλητής. Αν π.χ. ο αγοραστής εκχωρήσει την απαίτηση για το πωληθέν σε έναν τρίτο λόγω σύμβασης leasing, ο τρίτος-μισθωτής στη σύμβαση leasing δικαιούται αποζημίωση για το πραγματικό ελάττωμα στο πράγμα, ακόμη και για τις ζημίες που υπέστη, προτού αναγγελθεί η εκχώρηση στον πωλητή.
5. Ο αγοραστής πάντως, αν το επιθυμεί, μπορεί να σωρεύσει την αποζημίωση με κάποιο από τα άλλα ειδικά δικαιώματα. Π.χ. να ζητήσει τη διόρθωση του ελαττωματικού αυτοκινήτου και, ταυτόχρονα, το διαφυγόν κέρδος του, επειδή δεν μπόρεσε, εξαιτίας του ελαττώματος, να μεταπωλήσει το αυτοκίνητο σε τρίτο. Η σώρευση αυτή, της αποζημίωσης με τα άλλα δικαιώματα του αγοραστή, αποτελεί ιδιάζον γνώρισμα του δικαίου της πώλησης, όπως ισχύει μετά τον ν. 3043/2002. Δεν συναντάται σε άλλες συμβάσεις• τουλάχιστον όχι σε αυτή την έκταση (βλ. π.χ. για τη σύμβαση έργου ΑΚ 688-689: «είτε», «είτε», «αντί»).
6. Στην πώληση ξεχωρίζει ιδίως η σώρευση της αποζημίωσης με την υπαναχώρηση λόγω πραγματικού ελαττώματος. Η σώρευση πάντως αυτή οδηγεί σε συστηματικές αντιφάσεις μεταξύ των ειδικών διατάξεων της πώλησης και του γενικού ενοχικού, όπως και μεταξύ της πώλησης και άλλων συμβάσεων. Οι αντιφάσεις αυτές θα φανούν καλύτερα με το εξής παράδειγμα: Αν αγοράσω διαμέρισμα και έχει πραγματικό ελάττωμα, δικαιούμαι υπαναχώρηση (ΑΚ 540 § 1 αρ. 3) και σωρευτικά όλο το θετικό διαφέρον που μου απομένει (ΑΚ 543 εδ. β΄). Αν όμως το διαμέρισμα έχει νομικό ελάττωμα, δικαιούμαι υπαναχώρηση (ανάλ.εφ. ΑΚ 383) και σωρευτικά μόνο την εύλογη αποζημίωση της ΑΚ 387. Αν πάλι το διαμέρισμα που αγοράζω είναι ημιτελές και πρόκειται να αποπερατωθεί από τον πωλητή (επειδή η αγορά ημιτελούς διαμερίσματος είναι μικτή, πώλησης και σύμβασης έργου) για τα μεν πραγματικά ελαττώματα που υπάρχουν ήδη κατά τη σύναψη της σύμβασης θα εφαρμοστεί το δίκαιο της πώλησης, οπότε δικαιούμαι υπαναχώρηση και πλήρες θετικό διαφέρον (ΑΚ 540 § 1 αρ. 3, 543 εδ. β΄), για τα πραγματικά ελαττώματα όμως, που θα προκληθούν μετά τη σύναψη της σύμβασης θα εφαρμοστεί το δίκαιο της σύμβασης έργου. Αν γι’ αυτά τα ελαττώματα υπαναχωρήσω, δεν δικαιούμαι σωρευτικά καμιά αποζημίωση, ούτε καν την εύλογη της ΑΚ 387 (βλ. ΑΚ 689 § 1: «αντί»). Έτσι όμως η αποζημίωση, που θα σωρεύσω με την υπαναχώρηση, εξαρτάται από ένα εντελώς τυχαίο περιστατικό: Από το αν το ελάττωμα του διαμερίσματος υπήρχε ήδη κατά τη σύναψη της σύμβασης ή προκλήθηκε εκ των υστέρων. Οι παραπάνω αντιφάσεις παραμερίζονται μόνο από τη διαφορετική συμφωνία των μερών.
7. Ιστορικά οι αντιφάσεις αυτές ανάγονται στη μεταβολή της αντίληψης του νομοθέτη για την ενέργεια της υπαναχώρησης. Ενώ δηλαδή το έτος 1940 ο νομοθέτης πίστευε ότι μετά την υπαναχώρηση δεν υπάρχει πλέον σύμβαση και έτσι αποκλείεται η σώρευση υπαναχώρησης και θετικού διαφέροντος (έτσι και σήμερα η νομολογία των δικαστηρίων μας), το έτος 2002 (βλ. ν. 3043) ο νομοθέτης πίστευε ότι η σύμβαση, ακόμη και μετά την υπαναχώρηση, παραμένει σε ισχύ και απλώς δεν εκπληρώνεται ή, αν έχει εκπληρωθεί, εκκαθαρίζεται, δηλαδή οι παροχές της επιστρέφουν στα μέρη. Αφού όμως μετά την υπαναχώρηση υπάρχει ακόμη -κατά τον νομοθέτη- σύμβαση, τίποτε δεν εμποδίζει να σωρευθεί η υπαναχώρηση με το εναπομείναν θετικό διαφέρον του αγοραστή. Έτσι εξηγείται η νέα ΑΚ 543 (βλ. και άρθρ. 45 § 2, 61 § 2 ΣυμβΒιέννης για τις διεθνείς πωλήσεις κινητών• άρθρ. 29 § 2 εδ. β΄ ΠτωχΚωδ).


ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΕΡΙ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ
ΠΗΓΗ: Αναστάσιος Βαλτούδης
Επίκ. Καθηγητή Νομικής Α.Π.Θ., Δικηγόρος


======================
Ευθύνη του πωλητή από πραγματικά ή νομικά ελαττώματαΤου Θεόδωρου Πέππα
Κατά το άρθρο 534 Α.Κ. «Ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα». Κατά δε το άρθρο 535 Α.Κ. «1)ο πωλητής δεν εκπληρώνει την κατά το προηγούμενο άρθρο υποχρέωσή του, αν το πράγμα που παραδίδει στον αγοραστή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, και ιδίως… 2) δεν είναι κατάλληλο για το σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης και ιδιαίτερα για τη σύμφωνη με το σκοπό αυτό ειδική χρήση, 3) δεν έχει την ποιότητα ή την απόδοση που ο αγοραστής ευλόγως προσδοκά από πράγματα της ίδιας κατηγορίας, λαμβάνοντας υπόψη και τις δημόσιες δηλώσεις του πωλητή…». Επιπλέον η υποχρέωση ανακοινώσεως πηγάζει και από τα άρθρα 197, 288 και 330 ΑΚ (ΑΠ 725/1986, Π.Χρ. ΛΣΤ, 729, ΑΠ 498/2002,Π.Χρ. ΝΓ, 21, ΑΠ 2264/2003, Π. Χρ. ΝΔ, 798, ΑΠ 2538/2003, Π.Χρ. ΝΔ, 929 κ.ά.):

Πιο συγκεκριμένα, η υποχρέωση ανακοινώσεως πηγάζει: (α) από το άρθρο 197 ΑΚ κατά το οποίο «κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη», (β) από το άρθρο 288 ΑΚ κατά το οποίο «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη» και (γ) το άρθρο 330 ΑΚ κατά το οποίο «ο οφειλέτης ευθύνεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή από αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές».

Επίσης έχει νομολογηθεί ότι υπάρχει παραπλάνηση και όταν ο πωλητής μεταβίβασε ένα διαμέρισμα υπό κατασκευή, παρασιωπώντας εν γνώσει του το γεγονός, ότι είχε ήδη διαταχθεί από την Υπηρεσία της Πολεοδομίας η διακοπή των εργασιών συνεπεία πολεοδομικών παραβάσεων, λόγω του οποίου ο αγοραστής υπέστη ζημία με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του δράστη (ΑΠ 2538/2003, Π.Χρ. ΝΔ, 929). Ή, όταν κατά την μεταβίβαση των μετοχών ανώνυμης εταιρείας, ο πωλητής τους παρασιώπησε το ότι τα ακίνητα που έχει στην κυριότητά της η εταιρεία τελούν υπό τους περιορισμούς της παραμεθορίου περιοχής (ΑΠ 780/2006). Ή όταν ο εκμισθωτής παρασιώπησε το γεγονός ότι με διάταξη νόμου απαγορεύεται η συμφωνημένη χρήση του μισθίου, οπότε υπάρχει πραγματικό ελάττωμα (ΑΠ 1270/2004). Ή όταν ο πωλητής μεταβίβασε μετοχές ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας διαβεβαιώνοντας αναληθώς τον αγοραστή, ότι τα πλοία της εταιρείας ήταν ελεύθερα βαρών, ενώ ήταν βεβαρημένα και συνεπώς οι μετοχές ήταν χωρίς αντίκρισμα και δεν είχαν αξία (ΑΠ 116/1990).Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας της και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα ήδη βλάβη. Τέτοια μείωση της περιουσίας του παθόντος συνιστά και η από μέρους του ανάληψη υποχρέωσης χωρίς ταυτόχρονη ανάληψη υποχρεώσεως αντίστοιχης αξίας από τον δράστη, όπως και η καταβολή παροχής χωρίς λήψη αντίστοιχης αντιπαροχής. Στην περίπτωση δε κατά την οποίαν η απατηλή συμπεριφορά αφορά συνομολογημένες ιδιότητες πωληθέντος πράγματος, η θετική ζημία του απατημένου αγοραστή έγκειται στη διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας την οποία θα είχε το πράγμα αν υπήρχε η συνομολογημένη ιδιότητα και εκείνης που αυτό έχει λόγω ελλείψεως της ιδιότητας αυτής (ΑΠ 72/2007).

Προκειμένου περί μετοχών ανώνυμης εταιρείας είναι προφανές, ότι η αξία τους εξαρτάται από την περιουσία και τις εργασίες της εταιρείας αυτής. Μία εταιρεία που έχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, λίγα χρέη και η οποία έχει ευνοϊκές προοπτικές εξελίξεως των εργασιών της, είναι φανερό, ότι έχει γενικώς πολύ μεγαλύτερη οικονομική αξία από μία άλλη που έχει μικρότερη ή καθόλου περιουσία, πολλά χρέη και δυσμενείς προοπτικές ενόψει των δεδομένων που αναλύθηκαν . Και η οικονομική αυτή αξία της εταιρείας αντανακλάται στην αξία των μετοχών της. Όσο περισσότερα είναι τα θετικά στοιχεία –περιουσία, ολίγα χρέη και ευνοϊκές προοπτικές- τόσο μεγαλύτερη είναι η αξία των μετοχών. Και όσο δυσμενέστερες είναι οι προοπτικές εξέλιξης των εργασιών της εταιρείας τόσο μικρότερη είναι η αξία των μετοχών. Γι’ αυτό η αξία των μετοχών είναι το αντίκρισμα της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας και αν η αξία αυτή είναι μειωμένη ή ανύπαρκτη για έναν από τους παραπάνω λόγους, οι μετοχές της δεν έχουν αντίστοιχα χρηματική αξία (αντίκρισμα) (ΑΠ 116/1990, Π.Χρ. Μ, 973, ΑΠ 780/2006).

Τούτο είναι ιδιαίτερα εμφανές και έντονο προκειμένου για την αξία των μετοχών ανώνυμης εταιρείας με μοναδικό π.χ. αντικείμενο την επιχείρηση της δημιουργίας και εκμετάλλευσης τεχνικού έργου.

Ζημιά του αγοραστή στην περίπτωση αυτή, αποτελεί και η μείωση της πραγματικής αξίας ορισμένου περιουσιακού στοιχείου, η οποία οφείλεται στην αβεβαιότητα του δικαιώματος του επί του στοιχείου αυτού, καθώς και η δικαστική δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί ο παθών για τη δικαστική άρση της αβεβαιότητας αυτής (Μυλωνόπουλος ό.π. 492-494, Παπαδαμάκης, ό.π. 142-143, ΑΠ 20/71, Π.Χρ. ΚΑ,237, ΑΠ 1682/1984, Π.Χρ. ΛΕ, 505, ΑΠ 1531/1995, Π.Χρ. ΜΣΤ, 872, ΑΠ 1697/1993, Π.Χρ. ΜΔ, 157, ΑΠ 2/1984, Π.Χρ. 683, ΑΠ 1682/1984, Π.Χρ. ΛΕ, 505, ΑΠ 520/1998, Π.Χρ. ΜΗ, 1101 κ.ά.).

Σε τέτοιου είδους μεταβιβάσεις είναι προφανές, ότι το ελάττωμα κάποιου από τα στοιχεία της επιχείρησης συνιστά ελάττωμα της ίδιας της επιχείρησης, όπως είναι λ.χ. η έλλειψη της απαιτούμενης άδειας λειτουργίας ,Βαλτούδη, Πώληση επιχείρησης, η ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης, ΕλλΔσύνη , 2007, 665 επ. , 671, Απ. Γεωργιάδη, Η ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα επί πωλήσεως επιχείρησης, ΧρΙΔ, 2002, 193 επ. 194, Σπηλιόπουλο Ερμ.Α.Κ. ά. 534, αρ.36 , Δωρής σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο Α.Κ., ά. 534-535, αρ.7),Γεωργιάδης ό.π. 196, Εφ. Θεσσ. 2955/1977 ΔΕΕ 1998, 500, Δωρή ό.π. αρ.7), γι’ αυτό ως προς την ευθύνη του μεταβιβάζοντος τις μετοχές εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για την ευθύνη του πωλητή (Γεωργιάδης ό.π. 200).

Επειδή κατά το ά. 537 ΑΚ ο πωλητής ευθύνεται, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητά του, αν το πράγμα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες. Επειδή η αδυναμία χρήσης ή εκμετάλλευσης του πωληθέντος ή μισθωμένου πράγματος λόγω νομικής απαγόρευσης συνιστά πραγματικό ελάττωμα (Ολ. ΑΠ 1/2007, Ολ.ΑΠ 50/2005, ΑΠ 356/2007, ΑΠ 1270/2004, ΑΠ 29/1990, ΑΠ 1749/1995, ΑΠ 270/1989, Εφ. Λαρ. 701/2004, Εφ.Λαρ. 152/2005).

Επειδή οι διατάξεις του ΑΚ για την πώληση μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά και στην πώληση επιχειρήσεως και κατά τα άρθρα (ά.516, 335 επ. 362 επ. , 340 επ. , 380 επ. ΑΚ), ά.540 επ. ΑΚ, (Γεωργιάδης ό.π. 197, Γαζής σε ΕρμΑΚ, ά. 513,αρ. 37,Σπηλιόπουλος σε Ερμ ΑΚ 534 αρ. 47, Μαγγίβας σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο ΑΚ ά. 513, αρ. 15-16).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 479 και 513 του ΑΚ συνάγεται ότι, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν την πώληση επιχείρησης. Ως επιχείρηση νοείται, κατά τις γενικές αρχές του δικαίου των συναλλαγών, το σύνολο πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων, όπως πελατεία, φήμη, πίστη στις συναλλαγές κ.λπ., που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα από τον επιχειρηματία (ΑΠ 5/2002 ΕλΔ 2003.182, ΕφΛαρ 778/2003 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2004.266, ΕφΘεσ 2955/1997 Αρμ. 1998.297). Εξάλλου, με το ν. 3043/2002, κατ` επιταγή της 1999/44/ΕΚ Κοινοτικής Οδηγίας, έγιναν αλλαγές στα πλαίσια του δικαίου της πώλησης και, ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 534-537 και 540-561 του ΑΚ, οι οποίες αντικαταστάθηκαν. Στις παραπάνω αλλαγές δεν προσδίδεται αναδρομική εφαρμογή από το ν. 3043/2002 και για πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, δηλαδή, την 21.8.2002. Συνεπώς, αυτές έχουν εφαρμογή στις έννομες σχέσεις που δημιουργούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3043/2002 (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, "ΕΡΜΟΝΑΚ", άρθρο 513, αριθ. 4 και 5). Περαιτέρω, σε έννομη σχέση πώλησης, η οποία δημιουργήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3043/2002, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του ΑΚ, ο πωλητής ευθύνεται αν, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, το πράγμα που πουλήθηκε έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητά του. Ως πραγματικό ελάττωμα, κατά τη διάταξη αυτή, νοείται η επί τα χείρω παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, που οφείλεται, κατά κανόνα, στον ατελή τρόπο κατασκευής και που έχει, ως συνέπεια αρνητική επίπτωση στην αξία του πράγματος ή στην χρησιμότητα αυτού, ενόψει των συνομολογηθέντων με τη σύμβαση της πώλησης. (Βλέπε και Εφετείου Αθηνών 3778/2008 ΔΝΗ 2009/272 ΚΑΙ ΝΟΜΟΣ).

Ανεξάρτητα, όμως, από την ύπαρξη ελαττωματικότητας στην υλική υπόσταση του πράγματος, ελάττωμα πραγματικό υπάρχει και όταν η ατέλεια αυτού ανάγεται στη νομική του κατάσταση, εφόσον αυτό δεν προέρχεται από δικαίωμα τρίτου (ΟλΑΠ 29/1990 ΕλΔ 1991.53). Στην πώληση επιχείρησης είναι ενδεχόμενο κάποιο από τα επιμέρους στοιχεία της να εμφανίζει πραγματικό ή νομικό ελάττωμα, το οποίο να αφορά συγκεκριμένα τα ίδια τα στοιχεία της ή να αποτελεί, ταυτόχρονα, και πραγματικό ή νομικό ελάττωμα της επιχείρησης, ως συνόλου. Στην τελευταία περίπτωση, το ελάττωμα μπορεί να αφορά είτε τα υλικά (ενσώματα) αντικείμενα της επιχείρησης είτε τα ασώματα, όπως δικαιώματα, αξιώσεις, άυλα αγαθά, πραγματικές καταστάσεις, η αξία των οποίων υπερβαίνει, συχνά, την οικονομική αξία των υλικών αντικειμένων της επιχείρησης…. Εφόσον ο σκοπός αγοράς της επιχείρησης είναι η συνέχιση της λειτουργίας της, σημαντικά κριτήρια αποτελούν το αν τα ελαττωματικά επιμέρους στοιχεία είναι ουσιώδη για τη λειτουργία της επιχείρησης και δεν είναι ευχερής η αντικατάστασή τους ή το αν, εξαιτίας του ελαττώματος, η επιχείρηση δεν έχει την ιδιοσυστασία που προκαθόρισαν οι συμβαλλόμενοι, δηλαδή, αποκλίνει από τις ρητά ή σιωπηρά συμφωνημένες ιδιότητες των μερών για την επιχείρηση ή τα κατ` ιδίαν στοιχεία της, με τρόπο που να επηρεάζεται η εισοδηματική της αξία (βλ. Α. Βαλτούδη, "Πώληση επιχείρησης", ΕλΔ 2007.669 και Α. Γεωργιάδη, "Η ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα επί πωλήσεως επιχείρησης", ΧρΙΔ 2002.193, § III). Ετσι, πραγματικό ελάττωμα της επιχείρησης, ως συνόλου, αποτελούν, μεταξύ άλλων, η μειωμένη δυναμικότητα πελατείας και η έλλειψη απαιτούμενης άδειας λειτουργίας (ΕφΘεσ 2955/1997 ΔΕΕ 1998.500).

Στην περίπτωση ύπαρξης πραγματικού ελαττώματος στην πωληθείσα επιχείρηση, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 534 επ. του ΑΚ. Η ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα αφορά την επιχείρηση, ως σύνολο και όχι τα επιμέρους στοιχεία της, αφού η επιχείρηση συνιστά το αντικείμενο της πώλησης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, "ΕΡΜΟΝΑΚ", άρθρο 313, αριθ. 37).

Κατά την διάταξη του άρθρου 540 του ΑΚ, στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει είτε την αναστροφή της πώλησης είτε τη μείωση του τιμήματος (ΑΠ 1341/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 778/2003 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2004.266). Ειδικότερα, με την αξίωση για τη μείωση, ο αγοραστής διώκει την ελάττωση του τιμήματος που συμφωνήθηκε, με την επιστροφή μέρους που τυχόν καταβλήθηκε ή με την άφεση μέρους του οφειλόμενου ακόμη, κατά το ποσό που αυτό που πωλήθηκε είναι μικρότερης αξίας. Για τον καθορισμό της μείωσης, δηλαδή, την εξεύρεση του ποσού που θα εκπέσει από το αρχικό τίμημα, όταν το τελευταίο συμπίπτει με την αγοραστική αξία του πράγματος, η τιμή μειώνεται κατά τη διαφορά της αξίας μεταξύ ελαττωματικού και μη ελαττωματικού πράγματος (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, "ΕΡΜΟΝΑΚ", άρθρο 540, αριθ. 29).

Στην περίπτωση που το συμφωνημένο τίμημα διαφοροποιείται από την αγοραστική αξία του πράγματος, η μείωση της αξίας υπολογίζεται με βάση την αναλογία που υπάρχει, κατά το χρόνο μετάστασης του κινδύνου, μεταξύ της αγοραίας τιμής ελαττωματικού και μη πράγματος, το αντίστοιχο δε προς αυτήν ποσοστό αφαιρείται από το συμφωνηθέν τίμημα (ΑΠ 1468/1998 ΕλΔ 1999.635, ΑΠ 127/1991 ΝοΒ 1992.865, ΕφΘεσ 2955/1997Αρμ. 1998.297, ΕφΘεσ 1167/1997 Αρμ. 1999.661 και ΑΠ 1468/1998 ΕλΔ 1999.635, ΑΠ 127/1991 ΝοΒ 1992. 865, ΕφΘεσ 781/1999 Αρμ. 1999.800, ΕφΘεσ 77/1998 ΔΕΕ 1998.498).

Δεν υπάρχουν σχόλια: