ΠολΠρωτΘεσ 24435/2011 - ΑΓΩΓΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΚΑΤΑ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΑΘΕΤΗΣΗ ΣΜΥΒΑΤΙΚΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ = ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση σε διεθνή διαιτησία, η οποία θα διεξαχθεί από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο, σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαιτησίας αυτού, από έναν ή περισσότερους διαιτητές οι οποίοι θα οριστούν σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό

ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗ-ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ- ΣΧΕΤΙΚΗ Αριθμός 147/2010  ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Τόπος: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αριθ. Απόφασης: 24435
Ετος: 2011

Κείμενο Απόφασης
<webtop:message key=Αριθμός 24435/2011
Αριθμός κατάθεσης κλήσης: 10943/2009
Αριθμός κατάθεσης αγωγής:16977/2008
TO ΠOΛYMEΛEΣ ΠPΩTOΔIKEIO ΘEΣΣAΛONIKHΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔIAΔIKAΣIA
ΣYΓKPOTHΘHKE από τους Δικαστές Αθανασία Σιάπκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ευαγγελία Αρβανίτου, Πρωτοδίκη, Σοφία Τσιβούλη, Πρωτοδίκη- Eισηγήτρια και από τη Γραμματέα Μαρία Ναλμπάντη.
ΣYNEΔPIAΣE δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2011 για να δικάσει την αγωγή με αριθμ. κατάθεσης 16977/2008, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με τη με αριθμ. καταθ. 10943/2009 κλήση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ο. ΑΒΕΕ ΤΡΟΦΙΜΩΝ» και το διακριτικό τίτλο «U&S UNISMACK ABEE», που εδρεύει στη Βιομηχανική Περιοχή Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Σικαλοπούλου ( ΑΜ 2816 ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Μονοπρόσωπης Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία Α. ΕΠΕ ( AGRIFLEX S.r.l. ), που εδρεύει στην Ιταλία και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανάσιου Γεωργιάδη (ΑΜ 1437 ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Συμπαραστάθηκαν και οι ασκούμενοι δικηγόροι Ελευθερία Σιδέρη, Ζήσης Βουρουτζής, Αργύρης Κοκκόρης και Αναστασία Αλεξοπούλου.
KATA TH ΣYZHTHΣH της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
AΦOY MEΛETHΣE TH ΔIKOΓPAΦIA
ΣKEΦΘHKE ΣYMΦΩNA ME TO NOMO
Με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα εταιρία, η οποία εδρεύει στην Ελλάδα, εκθέτει ότι, πριν την ίδρυσή της, ο Γ. Σ., ιδρυτικό μέλος της και νόμιμος εκπρόσωπός της, μετά από συνεννόηση με τον μέτοχο και διαχειριστή της εναγόμενης εταιρίας, η οποία εδρεύει στην Ιταλία και έχει ως αντικείμενο το σχεδιασμό, την προμήθεια και την εγκατάσταση βιομηχανικών γραμμών παραγωγής τροφίμων, ανέθεσε στην εναγόμενη το σχεδιασμό μιας αυτοματοποιημένης γραμμής υψηλής τεχνολογίας κατάλληλης για την παραγωγή snacκs τυριού, η τελευταία, δε, μετά τον παραπάνω σχεδιασμό, υπέβαλε την υπ' αριθμ. 206348Β προσφορά και το υπ' αριθμ. 206348/Α μηχανολογικό σχέδιο στον Γ. Σ., ο οποίος αποδέχθηκε την ανωτέρω προσφορά και την υπέγραψε, στις 20-6-2006, για λογαριασμό της υπό σύσταση εταιρίας, ήτοι της ιδίας ( της ενάγουσας ). Περαιτέρω, εκθέτει ότι, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εταιρικής και φορολογικής συγκρότησής της, υπογράφηκε μεταξύ αυτής και της εναγόμενης, στις 12-9-2006, νομότυπη σύμβαση με τον τίτλο «Ιδιωτική Σ. Συνεργασίας», στη βάση της ανωτέρω τεχνικοοικονομικής προσφοράς που είχε αποδεχτεί για λογαριασμό της ο Γ. Σ. πριν τη σύστασή της, αντικείμενο, δε, της ανωτέρω σύμβασης εκθέτει ότι ήταν ο σχεδιασμός, κατασκευή, η εγκατάσταση και η δοκιμαστική λειτουργία μιας ολοκληρωμένης γραμμής για τη βιομηχανική της παραγωγή, σύμφωνα με τις προσαρτημένες περιγραφές και τεχνικές προδιαγραφές των αναφερόμενων σ' αυτή μηχανημάτων, με χρόνο παράδοσής της τον Δεκέμβριο του 2006, έναντι συνολικού τιμήματος 1.659.000 ευρώ, εκ του οποίου εκθέτει ότι η εναγόμενη έχει λάβει μέχρι σήμερα, κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην αγωγή, το συνολικό ποσό των 1.366.000 ευρώ. Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι η εναγόμενη άρχισε να της παραδίδει το μηχανολογικό εξοπλισμό της το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου 2007, ενώ ξεκίνησε την εγκατάστασή του μόλις τον Απρίλιο του 2007, διαδικασία που κατάφερε να ολοκληρώσει τον Ιούλιο του 2007, με τα περιγραφόμενα, όμως, στην αγωγή προβλήματα στη λειτουργία της, για τα οποία εκθέτει ότι κατ' επανάληψη όχλησε την εναγόμενη, αρνούμενη ταυτόχρονα την εξόφληση του εναπομείναντος μέρος του τιμήματος και με σημαντική ζημία της, λόγω της μη λειτουργίας της ένδικης γραμμής παραγωγής, η εναγόμενη, δε, έκτοτε άφησε ανολοκλήρωτο το έργο, το οποίο φέρει τα ελαττώματα και στερείται των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων που λεπτομερώς περιγράφονται στην αγωγή. Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι, εξαιτίας της παράνομης, υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης, υπέστη θετική ζημία συνολικού ύψους 223.828,70 ευρώ, η οποία συνίσταται στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για την κίνηση των τεχνικών της εναγόμενης, προκειμένου αυτοί να εγκαταστήσουν την ένδικη γραμμή παραγωγής, στις δαπάνες ανεπιτυχών δοκιμών της ( πρώτες ύλες πετρέλαιο, κλπ. ) και στις δαπάνες αποκατάστασης της λειτουργίας της γραμμής, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Επίσης, εκθέτει ότι εξαιτίας της προπεριγραφείσας αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης, ξεκίνησε τη λειτουργία παραγωγής του εργοστασίου της μόλις τον Οκτώβριο του έτους 2007, ενώ θα έπρεπε η εναγόμενη να είχε φροντίσει να είναι αυτό εφικτό το αργότερο έως την 1-3-2007, με συνέπεια να απωλέσει το ποσό που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε ανά μήνα, με βάση το μέσο όρο πωλήσεων, το λειτουργικό κόστος και το καθαρό κέρδος ανά τεμάχιο, ύψους 50.400 ευρώ μηνιαίως, ήτοι συνολικού ύψους 302.400 ευρώ. Επικουρικά, και για την περίπτωση μη αποδοχής του ισχυρισμού και αιτήματός της για αποζημίωση της για την αποθετική ζημία της, εκθέτει ότι η εναγόμενη υποχρεούται να της αποδώσει το ποσό των 144.726,42 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις δαπάνες μισθοδοσίας και τόκων δανείου 2007, στις οποίες προέβη κατά το ανωτέρω εξάμηνο της μη λειτουργίας της επιχείρησής της. Επίσης, η ενάγουσα εκθέτει ότι η εναγόμενη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, προέβη και στην τέλεση ποινικά κολάσιμων πράξεων σε βάρος της και, ειδικότερα, στην τοποθέτηση εν αγνοία της κωδικού πρόσβασης στο φούρνο της γραμμής παραγωγής και χρονοδιακόπτη, με αποτέλεσμα να μπλοκάρει (η εναγόμενη ) κατά διαστήματα τη λειτουργία του, χωρίς να δύναται η ίδια να παρέμβει σ' αυτό, προκαλώντας της με την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά της οικονομική ζημία, ύψους 1.100 ευρώ, ποσό το οποίο αναγκάσθηκε να καταβάλει για να πετύχει την επαναλειτουργία του συστήματος, καθώς και ηθική βλάβη, αφού κινδυνεύει το οικονομικό της μέλλον, για την οποία δικαιούται το ποσό των 1.100 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση. Για τους λόγους αυτούς και, δηλώνοντας ότι παραιτείται από την από 15-11-2007 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία δήλωνε στην εναγόμενη την υπαναχώρησή της από την ένδικη σύμβαση, ζητεί να αναγνωριστεί ότι η ίδια δεν οφείλει στην εναγόμενη το εναπομείναν τίμημα των 323.000 ευρώ, να υποχρεωθεί η εναγόμενη εντός δεκαπέντε ημέρων από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί να της παραδώσει τις εγγυήσεις των κατασκευαστών των μηχανημάτων, το πιστοποιητικό ασφαλείας και υγιεινής της βιομηχανικής εγκατάστασης και το software του PLC, άλλως να υποχρεωθεί στην καταβολή εύλογης αποζημίωσης ποσού 50.000 ευρώ για την παράλειψη παράδοσης εκάστου εκ των ανωτέρω αντικειμένων. Ζητεί, επίσης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 526.228,70 ευρώ, άλλως και επικουρικώς το ποσό των 368.591,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 1.100 ευρώ ως αποζημίωση και των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Ζητεί, επίσης, να κηρυχτεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη.
Σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 263 περ. β`, 264, και 870 §1 του ΚΠολΔ, για να κριθεί η δεκτικότητα της υποβολής της διαφοράς σε διαιτησία, πρέπει κατά την συζήτηση, επί ποινή απαραδέκτου, να προτείνεται κατ` ένσταση η υπαγωγή της διαφοράς σ' αυτή (αρθρ. 263 περ. β` ΚΠολΔ). Αν η διαφορά υπάγεται σε διαιτησία, το δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση σ' αυτή, διατηρούνται, όμως, οι συνέπειες της ασκήσεως της αγωγής (αρθρ. 264 ΚΠολΔ). Διαφορές ιδιωτικού δικαίου δύνανται να υπαχθούν σε διαιτησία, αν όσοι τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς (αρθρ. 867 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 ν. 2735/1999 «περί διεθνούς εμπορικής διαιτησίας», το δικαστήριο, στο οποίο ασκήθηκε αγωγή σε υπόθεση υπαγόμενη σε διαιτησία, παραπέμπει την υπόθεση στη διαιτησία, μετά από αίτημα διαδίκου, το οποίο υποβάλλεται κατά τη συζήτηση. Η ίδια ακριβώς λύση προκύπτει και βάσει της από 10-6-1958 Συμβάσεως της Νέας Υόρκης «για την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων», που κυρώθηκε και ισχύει στην Ελλάδα δυνάμει του ν.δ. 4220/1961, υπερέχει, δε, κατ' άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος από τις ρυθμίσεις του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 2 ΙΙΙ της οποίας, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αγωγή για υπόθεση καλυπτόμενη από συμφωνία διαιτησίας, παραπέμπει υποχρεωτικά την υπόθεση σε διαιτησία, όταν αυτή πρόκειται να διεξαχθεί σε χώρα στην οποία ισχύει, επίσης, η Σύμβαση της Νέας Υόρκης.
Ειδικότερα, στο ανωτέρω άρθρο της Σύμβασης ορίζεται ότι "1. έκαστον των συμβαλλομένων Κρατών αναγνωρίζει την συμφωνίαν δια της οποίας τα μέρη υποχρεούνται να υποβάλλωσιν εις διαιτησίαν απάσας τας διαφοράς ή ωρισμένας εκ των διαφορών, αίτινες ανεφύησαν ή θα ηδύναντο ν` αναφυώσι μεταξύ των, αναφορικώς προς συγκεκριμένην έννομον σχέσιν, συμβατικήν ή εξωσυμβατικήν, αναφερομένην εις θέμα επιδεκτικόν ρυθμίσεως δια διαιτησίας. 2. Νοείται δια του όρου "έγγραφος συμφωνία" διαιτητική ρήτρα περιληφθείσα εν συμβάσει ή συνυποσχετικόν, άτινα υπεγράφησαν υπό των μερών ή περιέχονται εις ανταλλαγήν επιστολών ή τηλεγραφημάτων". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προπαρατεθείσα διάταξη της διεθνούς αυτής συμβάσεως καθιέρωσε τον έγγραφο τύπο, προκειμένου, όμως, να εξυπηρετήσει την ανάγκη του διεθνούς εμπορίου για την ευχερέστερη και ταχύτερη διεξαγωγή των διεθνών συναλλαγών, καθιέρωσε ρητά τη δυνατότητα συνομολόγησης της συμφωνίας περί διαιτησίας και με ανταλλαγή επιστολών ή τηλεγραφημάτων. Η διάταξη αυτή περιέχει αυτοτελή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος έχει ισχύ για τα κράτη τα οποία δεσμεύονται από τη διεθνή αυτή σύμβαση και δεν καταλείπει περιθώριο προσφυγής του δικαστηρίου εις έτερον κανόνα ουσιαστικού ή ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, προκειμένου να εξακριβωθεί το έγκυρο της συμφωνίας περί διαιτησίας, από την άποψη του τύπου της συνομολόγησης αυτής. Έτσι, ικανοποιείται η προϋπόθεση της υποβολής σε έγγραφο τύπο, όταν στη σύμβαση η οποία υπογράφηκε από τα μέρη γίνεται παραπομπή στους τυποποιημένους όρους ορισμένου είδους συναλλαγής του διεθνούς εμπορίου, στους οποίους περιέχεται η ρήτρα διαιτησίας, έστω και αν οι συμβαλλόμενοι δεν υπέγραψαν και το κείμενο το οποίο περιέχει αυτούς τους όρους και τη διαιτητική ρήτρα, αφού η παραπομπή στο κείμενο των τυποποιημένων αυτών όρων, αποτελεί προσχώρηση στους όρους αυτούς και αποδοχή τους και αρκεί η υπογραφή των συμβαλλομένων στο κείμενο της σύμβασης, στο οποίο γίνεται η ανεπιφύλακτη προσχώρηση στους όρους στους οποίους περιλαμβάνεται και η διαιτητική ρήτρα. Εξάλλου, για την έγκυρη κατάρτιση της συμφωνίας περί διαιτησίας δεν είναι αναγκαίο οι υπογραφές και των δύο συμβαλλομένων να τεθούν στο ίδιο έγγραφο, ενώ, στην περίπτωση σύμβασης πώλησης, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία έχουν το κέντρο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας σε διαφορετικές χώρες, η συμφωνία περί διαιτησίας είναι έγκυρη και μπορεί να καταρτισθεί εγκύρως και με ανταλλαγή ενυπόγραφων επιστολών, τηλεγραφημάτων ή τηλετυπημάτων, όπως ήδη αναφέρθηκε. Στον όρο "επιστολή" πρέπει να δίδεται έννοια ευρύτερα από τη συνήθη και, συνεπώς, οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο προέρχεται από τα συμβαλλόμενα μέρη ισοδυναμεί με επιστολή κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης. Εξάλλου, στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές υπάρχουν και εφαρμόζονται νομικοί κανόνες ή και συστήματα νομικών κανόνων τα οποία διέπουν τη διεθνή συναλλακτική πρακτική και αποτελούν την κοινή συνείδηση των επιχειρηματιών και των νομικών οι οποίοι κινούνται στο χώρο των διεθνών συναλλαγών, όπως, ιδίως, οι κανόνες του από του έτους 1923 ισχύοντος Κανονισμού Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου το οποίον εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας (Court Of Arbitration Ice Rules Of Arbitration), στην περίπτωση, δε, κατά την οποία τα μέρη, με συμφωνία περί διαιτησίας, υποβληθούν στις ρυθμίσεις του, ο κανονισμός αυτός αποκτά νομική δεσμευτική δύναμη ( ΕφΠειρ 101/2008, ΕφΑθ 7195/2007, ΕφΠειρ 237/2007, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών, ΝΟΜΟΣ, εκ των οποίων η τελευταία δέχεται ότι το κύρος της συμφωνίας διαιτησίας ως προς τον τύπο αυτής κρίνεται κατά το δίκαιο της έδρας του δικάζοντος δικαστή ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ.3 της ως άνω Σύμβασης, το Δικαστήριο ενός των συμβαλλομένων Κρατών, επιλαμβανόμενο αγωγής επί θέματος ως προς το οποίο τα μέρη έχουν συνάψει συμφωνία για διαιτησία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, θα παραπέμπει τα μέρη σε διαιτησία με αίτηση κάποιου απ' αυτά, εκτός εάν διαπιστώνει ότι η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη επιδεκτική εφαρμογής.
Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, στις 20-6-2006, μετά από διαπραγματεύσεις και προφορική συμφωνία, καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, σύμβαση, με την οποία η τελευταία της ανέθεσε την κατασκευή, συναρμολόγηση και εγκατάσταση του ενδίκου συστήματος παραγωγής εδεσμάτων τυριού, στη σύμβαση, δε, αυτή ενσωματώθηκαν οι όροι Συμβολαίων του Οργανισμού O. , στο άρθρο 72 των οποίων αναφέρεται ότι όλες οι διαφορές που ανακύπτουν ή έχουν σχέση με τους ανωτέρω Γενικούς Όρους θα λύνονται κατά τη διαιτησία του ICC ( Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου με έδρα το Παρίσι ). Συνεπώς, με βάση την ως άνω πρώτη μεταξύ τους σύμβαση, για την οποία εκθέτει ότι είναι αυτόνομη και ανεξάρτητη της υπογραφείσας μεταγενέστερα Σύμβασης Συνεργασίας, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ένδικη διαφορά, η οποία απορρέει από την ανωτέρω πρώτη σύμβαση πώλησης μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, συμφωνήθηκε, με έγκυρη και ισχυρή ρήτρα διαιτησίας, να υπάγεται στη διαιτησία ενώπιον του παραπάνω διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου, εκ του λόγου , δε, αυτού, το παρόν Δικαστήριο ισχυρίζεται ότι στερείται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της υπό κρίση διαφοράς. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά τη στηριζόμενη στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις νόμιμη ένσταση, η οποία θα ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Η ενάγουσα, ήδη με το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, καθ' υποφορά ισχυρίζεται ότι με την από 12-9-2006 καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και της εναγόμενης σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι «για κάθε διαφορά που θα προκύψει μεταξύ των συμβαλλομένων και θα προέρχεται από τη σύμβαση αυτή ή εξαιτίας αυτής, το ελληνικό Δίκαιο θα εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο τα Δικαστήρια της Θεσσαλονίκης θα έχουν δικαιοδοσία να αποφανθούν», ότι η ως άνω συμφωνία, ως μεταγενέστερη και ειδικότερη, υπερισχύει της ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται στους Γενικούς Όρους Συναλλαγών O., καθώς και ότι το αντικείμενο της παρούσας δίκης αποτελεί διαφορά που απορρέει από την ως άνω σύμβαση και, επομένως, κατά συμφωνηθείσα παρέκταση<webtop:message key= <webtop:message key=αρμοδιότητας, το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, αλλά και τοπική αρμοδιότητα για τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής.
Από τα έγγραφα τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η ενάγουσα εταιρία, η οποία εδρεύει στη Βιομηχανική Περιοχή Κιλκίς, ιδρύθηκε με το υπ' αριθμ. 10657/29-6-2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φ. Σ., το οποίο δημοσιεύτηκε στο Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, στις 7-7-2006 ( φύλλο 6998 ), με κύριο καταστατικό σκοπό της την ίδρυση και λειτουργία βιομηχανικής μονάδας παραγωγής, διάθεσης και εμπορίας προϊόντων snacks τυριού, με βασικό ιδρυτικό της μέλος, Πρόεδρο του Διοικητικού της Συμβουλίου και νόμιμο εκπρόσωπό της τον Γ. Σ. Π. την ολοκλήρωση της διαδικασίας σύστασης της ενάγουσας, ο τελευταίος, ενεργώντας για λογαριασμό της υπό σύσταση εταιρίας, προέβη σε επαφές και διαπραγματεύσεις με τον μέτοχο και διαχειριστή της εναγόμενης εταιρίας, η οποία εδρεύει στην Ιταλία και έχει ως κύριο αντικείμενο το σχεδιασμό, κατασκευή και εμπορία βιομηχανικών γραμμών παρασκευής τροφίμων, κ. Luciano Agri και, μετά την υποβολή από την εναγόμενη της με αριθμό 206348/Β τεχνικοοικονομικής προσφοράς της και του υπ' αριθμ. 206348/Α μηχανολογικού σχεδίου και την επίτευξη μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, υπέγραψε για λογαριασμό της τότε υπό σύσταση ακόμα ενάγουσας εταιρίας, γεγονός που συνομολογείται από την τελευταία, το από 20-6-2006 έγγραφο της εναγόμενης το οποίο φέρει τον τίτλο "ORDER CONFIRMATION with reference to offer Nr 206348/B dtd 20-6-2006" και, στα ελληνικά «ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ με αναφορά στη με αριθμ. 206348/Β προσφορά ημερομηνίας 20-6-2006», το οποίο, ξεκινώντας με τη φράση «Με αναφορά στις συμφωνίες μας.....» , αναφορά που αποδεικνύει ότι το περιεχόμενο αυτού είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ των δύο μερών, περιέχει τους «όρους και τις συνθήκες» της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών και, ειδικότερα, το αντικείμενο αυτής, το οποίο ανέλαβε η εναγόμενη να κατασκευάσει, πωλήσει, παραδώσει και εγκαταστήσει στο εργοστάσιο της ενάγουσας και το οποίο περιγράφεται ως «αυτόματη γραμμή υψηλής τεχνολογίας για snacks τυριού», το τίμημα και το χρόνο και τρόπο καταβολής του, το χρόνος παράδοσης του πωλούμενου αντικειμένου κλπ. Στο ίδιο έγγραφο περιλήφθηκε όρος κατά τον οποίο η παραπάνω πρόταση «υπόκειται στους Γενικούς Όρους Συναλλαγών O. SΕ 1/2001», για τους οποίους σημειώθηκε ότι βρίσκονται στη διάθεση της ενάγουσας κατόπιν αιτήματός της. Στους παραπάνω Γενικούς Όρους και, συγκεκριμένα, στο άρθρο 72 αυτών ορίζεται ότι «κάθε διαφορά που ανακύπτει ή που σχετίζεται με τη Σύμβαση θα επιλύεται οριστικά σύμφωνα με τους Κανόνες Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου από έναν ή περισσότερους διαιτητές που θα ορίζονται σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς», ενώ στο άρθρο 73 αυτού ορίζεται ότι «η Σύμβαση θα διέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο της χώρας του Κατασκευαστή», ήτοι, στην προκείμενη περίπτωση, από το Ιταλικό Δίκαιο. Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι ο υπογράψας την ως άνω επιβεβαίωση παραγγελίας για λογαριασμό της υπό σύσταση τότε ενάγουσας εταιρίας, Γ. Σ., έλαβε γνώση, αποδέχθηκε και προσυπέγραψε όλους τους περιεχόμενους σ' αυτή όρους, αποδεχόμενος και τους παραπάνω Γενικούς Όρους Συναλλαγών O., γεγονός που δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα, ήτοι αποδέχθηκε και τον όρο περί υπαγωγής κάθε διαφοράς που σχετίζεται ή που θα ανακύψει από τη Σύμβαση στη Διαιτησία ενώπιον του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου. Επομένως, με το παραπάνω έγγραφο, το οποίο, σύμφωνα με τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, αποτελεί έγκυρο τύπο για την κατάρτιση συμφωνίας διαιτησίας κατά το άρθρο 2 της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και από την Ι., στις 31-1-1969 και τέθηκε από τη χώρα αυτή σε ισχύ στις 31-5-1969, ενώ έχει βέβαια κυρωθεί και από τη Γαλλία. Αφού, όπως προαναφέρθηκε, ως έγγραφος τύπος θεωρούνται και οι ανταλλαγείσες επιστολές ή παρόμοια έγγραφα, όπως και η παραπομπή σε τυποποιημένους όρους συναλλαγής του διεθνούς εμπορίου, τους οποίους δεν απαιτείται να υπογράφουν ξεχωριστά οι συμβαλλόμενοι. Εξάλλου, με την υπογραφή από τον Γ. Σ. του ως άνω εγγράφου, ήτοι της επιβεβαίωσης προσφοράς που έγινε από την εναγόμενη, μετά από προφορική μεταξύ τους συμφωνία και τη γνώση αμφοτέρων των μερών περί τούτου, καταρτίσθηκε η ένδικη σύμβαση πώλησης-έργου, γεγονός που δεν αναιρείται από το ότι, κατά το χρόνο της ανωτέρω υπογραφής, η ενάγουσα εταιρία δεν είχε ακόμα συσταθεί, καθόσον αφενός μεν η ίδια δεν αμφισβητεί τη δέσμευσή της από την ανωτέρω συμφωνία, σε κάθε, δε, περίπτωση, κατά το Ιταλικό Δίκαιο, το οποίο, κατά τους ως άνω Γενικούς Όρους Συναλλαγών, διέπει την ανωτέρω συμφωνία, η σύμβαση θεωρείται καταρτισμένη όταν το μέρος που έκανε την προσφορά πληροφορείται για την αποδοχή της από το αντισυμβαλλόμενο μέρος, σε περίπτωση, δε, που κάποιος καταρτίζει μία σύμβαση για λογαριασμό μιας εταιρίας που πρόκειται να συσταθεί, η σύμβαση είναι ισχυρή και η εταιρία πρέπει να επικυρώσει τα αποτελέσματα της σύμβασης ( άρθρ. 1326, 1398, 1399 ΙταλΑΚ ), όπως συνέβη εμπράκτως στην προκείμενη περίπτωση, προβλέπεται, δε, και από το ελληνικό δίκαιο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 12-9-2006, χρόνος κατά τον οποίο είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία σύστασης της ενάγουσας, ο νόμιμος εκπρόσωπός της, συμβληθείς για λογαριασμό της, και η εναγόμενη προέβησαν στην κατάρτιση και υπογραφή του από την ημερομηνία αυτή εγγράφου το οποίο τιτλοφορείται "private contract of cooperation", ήτοι «Ιδιωτικό Συμφωνητικό Συνεργασίας». Σ' αυτό αναφέρεται ότι η ενάγουσα, η οποία εξακολουθεί να αποκαλείται ως «υπό σύσταση εταιρία» «έχει ήδη φτάσει σε συμφωνία με τον κατασκευαστή (εναγόμενη ), ο οποίος θα αναλάβει το έργο της μελέτης, κατασκευής, προμήθειας και εγκατάστασης του εξοπλισμού για το τμήμα παραγωγής της ενάγουσας και, ειδικότερα, ενός ζυμωτηρίου, ενός κόφτη κλπ., σύμφωνα με τις προσαρτημένες περιγραφές και τεχνικές περιγραφές των ανωτέρω αναφερομένων μηχανημάτων» ( άρθρο 1.1 ), ότι «ο κατασκευαστής δεν έχει το δικαίωμα για μια περίοδο έξι ετών από σήμερα, να σχεδιάσει, να κατασκευάσει και να προμηθεύσει στον ίδιο, παρόμοιο ή όμοιο εξοπλισμό με αυτόν της υπό σύσταση εταιρίας ( ενάγουσας ) στη γεωγραφική περιοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Β. κρατών για ίδιο όφελος ή για λογαριασμό τρίτων μερών. Η παραβίαση της υποχρέωσης θα έχει ως συνέπεια την κατάπτωση μιας ποινική ρήτρας, επ' ωφελεία της υπό σύσταση εταιρίας, την οποία θα χρεωθεί ο κατασκευαστής, του ποσού των 5.000.000 ευρώ, ως αποζημίωση που δεν χρειάζεται να αποδειχθεί για την αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη, την οποία ο κατασκευαστής αναγνωρίζει μετ' επιτάσεως (άρθρο 1.2 ) , ότι «τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εκτελέσουν την παρούσα σύμβαση σύμφωνα με τους όρους που προαναφέρθηκαν και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ( άρθρο 1.3 ), ενώ, επίσης, αναφέρεται ότι «για κάθε διαφορά που θα ανακύψει μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και θα προέρχεται από την παρούσα σύμβαση ή εξαιτίας αυτής, το Ελληνικό δίκαιο θα εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο τα Δικαστήρια της Θεσσαλονίκης θα έχουν δικαιοδοσία να αποφανθούν». Από το περιεχόμενο του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας, σαφέστατα προκύπτει ότι με την υπογραφή του τα συμβαλλόμενα μέρη προέβησαν στην κατάρτιση μιας δεύτερης μεταξύ τους σύμβασης, προκειμένου να ρυθμίσουν τη μεταξύ τους συνεργασία και, συγκεκριμένα, να θέσουν τον όρο της αποκλειστικής διάθεσης του ενδίκου συστήματος παραγωγής από την εναγόμενη στην ενάγουσα, εντός της ανωτέρω περιοχής, προβλέποντας για την παραβίαση του όρου αυτού ποινική ρήτρα σε βάρος της κατασκευάστριας εταιρίας. Η σύμβαση αυτή είναι διάφορη της ένδικης σύμβασης πώλησης, η οποία είχε ήδη καταρτισθεί, όπως προαναφέρθηκε, στις 20-6-2006, μετά την υπογραφή από τον εκπρόσωπο της ενάγουσας του εγγράφου « επιβεβαίωση προσφοράς» , το οποίο περιείχε όλα τα ουσιώδη στοιχεία της ένδικης σύμβασης ( αντικείμενο, τίμημα, τρόπος καταβολής του, χρόνος παράδοσης κλπ, ) , στοιχεία στα οποία καμία μνεία δεν γίνεται από τη δεύτερη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, παρά μόνο του αντικειμένου της πώλησης, με παραπομπή και πάλι σε εκτός του συμφωνητικού έγγραφα, μνεία, όμως, που είναι αναγκαία και για τη δεύτερη αυτή σύμβαση, προκειμένου να καθοριστεί ποιο είναι το σύστημα παραγωγής το οποίο απαγορεύεται να διαθέσει σε άλλους ο κατασκευαστής ( εναγόμενη ). Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο ως άνω συμφωνητικό συνεργασίας, ρητά αναγράφεται ότι ήδη έχει λάβει χώρα η συμφωνία μεταξύ της υπό σύσταση εταιρίας και του «κατασκευαστή» σχετικά το έργο το οποίο αναλαμβάνει ο τελευταίος. Είναι σαφές, επομένως, ότι η δεύτερη ως άνω σύμβαση είναι αυτόνομη και ανεξάρτητη της πρώτης, σε καμία, δε, περίπτωση δεν συνάγεται από το περιεχόμενό της ότι σκοπεί στην τροποποίηση της πρώτης ως προς τη ρήτρα της για την υπαγωγή των τυχόν διαφορών που θα προκύψουν απ' αυτή σε διεθνή διαιτησία και αντικατάσταση αυτής από νέα συμφωνία περί δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης για όλες τις διαφορές που θα ανακύψουν από τη σύμβαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού η περιεχόμενη στο ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας ανωτέρω συμφωνία περί παρέκτασης αρμοδιότητας αφορά τις διαφορές από «την παρούσα σύμβαση» ή «εξαιτίας αυτής», ήτοι τις διαφορές από την παράβαση της συμφωνίας αποκλειστικότητας ως προς τη διάθεση του ενδίκου συστήματος παραγωγής και όχι αυτές που αφορούν τη σύμβαση κατασκευής και πώλησής του και απορρέουν απ' αυτή. Την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύει το γεγονός ότι καμία σχετική μνεία περί τροποποίησης της πρώτης σύμβασης δεν γίνεται στο ανωτέρω συμφωνητικό συνεργασίας σχετικά με τον τρόπο επίλυσης των διαφορών που θα προκύψουν απ' αυτή, όπως θα ήταν λογικό να συμβεί, αφού το σχετικό ζήτημα είναι σημαντικό, κυρίως, λόγω της διαφορετικής εθνικότητας των συμβαλλομένων μερών. Εξάλλου, κατά το χρόνο κατάρτισης του ως άνω συμφωνητικού συνεργασίας, είχε ήδη ξεκινήσει η εκπλήρωση των υποχρεώσεων των μερών από τη μεταξύ τους σύμβαση κατασκευής και πώλησης του ενδίκου μηχανήματος, αφού ήδη η εναγόμενη είχε ξεκινήσει την κατασκευή του και η ενάγουσα είχε καταβάλει το ποσό των 166.000 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την τελευταία. Στο ίδιο συμπέρασμα πρέπει να σημειωθεί ότι κατέληξε και το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο των Παρισίων, με την από 28-9-2009 απόφαση ( αριθμός υπόθεσης 15323/ΦΜ ), το οποίο ήδη επιλήφθηκε διαφοράς μεταξύ των διαδίκων από την ένδικη μεταξύ τους σύμβαση, σχετικής με τη διεκδίκηση από τη νυν εναγόμενη μη καταβληθέντος από τη νυν ενάγουσας μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος. Επομένως, η περιεχόμενη στους Γενικούς Όρους Συναλλαγών O., στους οποίους ρητά παραπέμπει η ένδικη σύμβαση, ρήτρα διαιτησίας ουδόλως καταργήθηκε με το μεταγενέστερα καταρτισθέν μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας, παραμένει, δε, ισχυρή, έγκυρη και ενεργός. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη νομική σκέψη της παρούσας, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί στην εκδίκαση της υπό κρίση διαφοράς, η οποία απορρέει από την ως άνω σύμβαση και η οποία έχει υπαχθεί, κατά τη συμφωνία των μερών, σε διαιτησία και υποχρεούται να την παραπέμψει σε διεθνή διαιτησία, η οποία, κατά τους ως άνω Γενικούς Όρους Συναλλαγών O., θα διεξαχθεί από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο, το οποίο εδρεύει στο Παρίσι, σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαιτησίας αυτού, από έναν ή περισσότερους διαιτητές οι οποίοι θα οριστούν σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας, αφού η απόφαση αυτή είναι οριστική και υπάρχει σχετικό αίτημα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση σε διεθνή διαιτησία, η οποία θα διεξαχθεί από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο, σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαιτησίας αυτού, από έναν ή περισσότερους διαιτητές οι οποίοι θα οριστούν σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων ( 1.200,00 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 17 Αυγούστου 2011 και δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόπο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο, στις 24 Αυγούστου 2011
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ <webtop:message key=

Σχόλια