ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗ-ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ- ΣΧΕΤΙΚΗ Αριθμός 147/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ - ΣΧΕΤΙΚΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ
ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗ-ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ
Ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογηθείσης ιδιότητος, δικαιούται, κατ’επιλογήν του διαζευκτικώς:

α) είτε να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο απαλλαγμένο από ελαττώματα ή που φέρει την συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες,
β) είτε να απαιτήσει τη μείωση του τιμήματος,
γ) είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

 Ως "πραγματικό ελάττωμα" χαρακτηρίζεται η ατέλεια του πράγματος που αφορά στην ιδιοσυγκρασία ή την κατάσταση του πωληθέντος πράγματος κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή και έχει αρνητική επίδραση πάνω στην αξία ή τη χρησιμότητά του. Η προς το χειρότερο δηλαδή παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, η οποία οφείλεται κατά κανόνα στον ατελή τρόπο κατασκευής ή συσκευασίας, καθώς και στη χρησιμοποίηση κακής ποιότητας υλικών και η παρέκκλιση αυτή έχει ως συνέπεια, ανεξάρτητα από την αιτία που την προκαλεί, την αρνητική επίδραση επί της αξίας του πράγματος ή της χρησιμότητας αυτού ενόψει των συμφωνηθέντων με τη σχετική σύμβαση πωλήσεως, ανεξάρτητα από το αν ήταν φανερά ή όχι, ή εάν τα γνώριζε ή όχι ο πωλητής.

Τα ανωτέρω δικαιώματα και αξιώσεις του αγοραστή δεν μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά, αλλά ο αγοραστής έχει το εκλεκτικό δικαίωμα να επιλέξει μία από αυτές και να την ασκήσει γιατί η επιλογή, που θα γίνει μία φορά είναι αμετάκλητη.

Ειδικώς, όμως, καθόσον αφορά στην αξίωση διόρθωσης, ο αγοραστής εξακολουθεί να έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή μείωσης του τιμήματος, στην περίπτωση που η διόρθωση έλαβε μεν χώρα, το ελάττωμα, όμως, παρέμεινε. Και τούτο γιατί η αξίωση διόρθωσης παρέχει μία επιπλέον δυνατότητα στον πωλητή, πριν από την άσκηση των λοιπών δραστικότερων δικαιωμάτων από μέρους του αγοραστή, να εκπληρώσει προσηκόντως τη σύμβαση, διορθώνοντας το ελάττωμα. Όταν, όμως, η διόρθωση αυτή αποβαίνει ατελέσφορη ή αποδεικνύεται αδύνατη ή αναποτελεσματική, τότε η στέρηση του αγοραστή από τη δυνατότητα άσκησης των λοιπών δικαιωμάτων του, θα κατέληγε σε μία αντίθετη προς το σκοπό του νόμου, αδυναμία ικανοποίησης του.

Περαιτέρω το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση ή όπως ονομαζόταν παλαιότερα δικαίωμα αναστροφής της πώλησης, ασκείται:

-κατ’αρχήν άτυπα, με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον αντισυμβαλλόμενο,

αλλά και

-με εξώδικη δήλωση,

-αγωγή,

-ανταγωγή,

-ένσταση,

αλλά και

-με συμφωνία των μερών.

 Ενεργεί αναδρομικά και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων εξαρχής.

Δηλαδή, η σύμβαση της πώλησης ανατρέπεται αναδρομικά, ο πωλητής επιστρέφει το τίμημα με τόκο, από το χρόνο καταβολής του, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και ότι ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα.

Ωστόσο, είναι αυτονόητο, ότι για να χωρήσει και λειτουργήσει η υπαναχώρηση αυτή, η οποία ανατρέπει τη σύμβαση εξ υπαρχής, πρέπει να πρόκειται για ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα και όχι επουσιώδες, καθόσον στην τελευταία περίπτωση το δικαστήριο μπορεί μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή για αναστροφή της καταρτισθείσης πωλήσεως, να επιδικάσει μόνον μείωση του τιμήματος, εάν κρίνει πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την αναστροφή βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Προς τούτο το δικαστήριο εξετάζει εάν το πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή για την κατά προορισμόν χρήση του και εάν η από την αναστροφή της πωλήσεως επερχόμενη ζημία στον πωλητή είναι δυσανάλογη προς την ωφέλεια του αγοραστή από την αναστροφή.  Όταν το τίμημα συμπίπτει με την αγοραία αξία του πωληθέντος πράγματος, το τίμημα μειώνεται κατά τη διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας του ελαττωματικού και του υγιούς πράγματος.

Στην κατωτερω περιγραφομενη περίπτωση το δικαστήριο δεν δέχτηκε αναστροφή της πώλησης αλλά μείωση του τιμήματος παρ’ότι δέχτηκε ότι το καινούργιο αυτοκίνητο παρουσίαζε πραγματικό ελάττωμα από την αρχή και ότι αυτό δεν επισκευάστηκε και τούτο διοτι από τα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι τελικά και με το ελάττωμα, το αυτοκίνητο εκινείτο και δεν ήταν επικίνδυνο για την ασφάλεια των επιβατών. Ειδικώτερα:

Δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων το 2008, η εναγομένη εισαγωγέας της "A. PEUGEOT. S.A", πώλησε στους ενάγοντες,  καινούργιο επιβατηγό αυτοκίνητο, PEUGEOT 308, πεντάθυρο, κυβισμού 1.598 cc, αντί τιμήματος 20.590 ευρώ. Έναν περίπου μήνα μετά την παραλαβή του, το πωληθέν αυτοκίνητο εμφάνισε προβλήματα. Συγκεκριμένα ακούγονταν ένας αεροδυναμικός θόρυβος από το δεξιό πίσω παράθυρο, δυνατό τρίξιμο (κροτάλισμα) από τον κινητήρα, θόρυβος από το πίσω μέρος αυτού και από το δοχείο καυσίμων, οι ταχύτητες άλλαζαν με δυσκολία από τη μεγαλύτερη στη μικρότερη και το ορυκτέλαιο του κιβωτίου ταχυτήτων ήταν πολύ σκούρο. Οι ενάγοντες γνωστοποίησαν στον αντιπρόσωπο της εναγομένης, τα ως άνω προβλήματα και το αυτοκίνητο εισήχθη για έλεγχο σε συνεργαζόμενο με την εναγομένη και εξουσιοδοτημένο για την επισκευή αυτοκινήτων μάρκας PEUGEOT, συνεργείο πέντε φορές, σε χρονικό διάστημα 3 μηνών. Από τα παραπάνω πραγματικά ελαττώματα του αυτοκινήτου επιδιορθώθηκε μόνο αυτό του θορύβου από το δεξιό πίσω παράθυρο, ενώ τα λοιπά δεν επιδιορθώθηκαν. Η ύπαρξη των ως άνω ελαττωμάτων αποδεικνύεται από έγγραφες εντολές εργασίας του συνεργείου με τις κάτω από αυτές παρατηρήσεις. Μετά και την τελευταία είσοδο του αυτοκινήτου στο ανωτέρω συνεργείο, κατά την οποία και πάλι δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθεί η αιτία των ως άνω θορύβων και να επιδιορθωθούν τα παραπάνω ελαττώματα, οι ενάγοντες απηύθυναν προς την εναγομένη εξώδικη δήλωση αναστροφής πωλήσεως, με την οποία, αφού ανέφεραν τα προβλήματα στη λειτουργία του αυτοκινήτου, άσκησαν το δικαίωμα της αναστροφής της σύμβασης πωλήσεως και ζήτησαν την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, προσφερόμενοι στην παράδοση του αυτοκινήτου, άλλως ζήτησαν την αντικατάστασή του με άλλο καινούργιο. Στις 6-3-2009 οι ενάγοντες προέβησαν σε δήλωση ακινησίας του ως άνω αυτοκινήτου και κατέθεσαν τις πινακίδες και την άδεια κυκλοφορίας αυτού. Ακολούθως στις 12-4-2010 προέβησαν σε άρση της ακινησίας του ως άνω αυτοκινήτου και έκτοτε το κυκλοφορούν, έχοντας πραγματοποιήσει έως την 25-10-2012 45.257 χλμ.
Κατά το διάστημα αυτό και συγκεκριμένα στις 19-4-2010, 27-4-2010, 6-5-2010, 2-6-2010, 7-6-2010, 7-7-2010, 27-7-2010 και 2-10-2010 οι ενάγοντες οδήγησαν το αυτοκίνητο στο παραπάνω συνεργείο, επειδή τα προαναφερόμενα προβλήματα λειτουργίας του παρέμεναν και συγκεκριμένα ακούγονταν θόρυβοι από τον κινητήρα, το δοχείο καυσίμων και το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, η αλλαγή των ταχυτήτων γινόταν με δυσκολία και το ορυκτέλαιο του κιβωτίου ταχυτήτων ήταν πολύ σκούρο, όπως τούτο προκύπτει και από έγγραφες εντολές εργασίας του συνεργείου.  Τα ως άνω προβλήματα στη λειτουργία του αυτοκινήτου και συγκεκριμένα οι θόρυβοι από τον κινητήρα, το δοχείο καυσίμων και το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, η δυσκολία αλλαγής των ταχυτήτων και η αλλοίωση του ορυκτελαίου του κιβωτίου ταχυτήτων, συνιστούν πραγματικά ελαττώματα, το οποία υπήρχαν στο ως άνω αυτοκίνητο κατά το χρόνο μεταθέσεως του κινδύνου στους ενάγοντες. Τα εν λόγω ελαττώματα δεν επιδιορθώθηκαν. Όμως τα ως άνω ελαττώματα, τα οποία εκδηλώθηκαν μετά την αγορά του αυτοκινήτου δεν αναιρούν (εκμηδενίζουν) την αξία και χρησιμότητα του αυτοκινήτου, αφού αυτό χρησιμοποιείται από τους ενάγοντες, οι οποίοι έχουν διανύσει ικανό αριθμό χιλιομέτρων, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν είναι επικίνδυνο για την ασφάλεια των επιβαινόντων σε αυτό. Τα ως άνω πραγματικά ελαττώματα του αυτοκινήτου των εναγόντων δεν δημιουργούν πρόβλημα ανασφαλούς οδήγησης, ούτε εγκυμονούν κινδύνους ατυχήματος. Ενόψει τούτων αλλά και του γεγονότος ότι η ζημία, η οποία θα επέλθει στην εναγομένη πωλήτρια εταιρία από την υπαναχώρηση από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ωφέλεια που θα προκύψει για τους ενάγοντες αγοραστές, καθόσον οι τελευταίοι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα έχουν πραγματοποιήσει με το εν λόγω αυτοκίνητο για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους τουλάχιστον 45.257 χιλιόμετρα
, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να χωρήσει μείωση του τιμήματος, μολονότι οι ενάγοντες άσκησαν αγωγή περί υπαναχώρησης, γιατί από τα προεκτεθέντα περιστατικά, ενόψει της φύσεως των ελαττωμάτων, λαμβανομένων υπόψη των γενικών αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δεν δικαιολογείται η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πωλήσεως. Κατά τον ως άνω χρόνο παραδόσεως στους ενάγοντες του πωληθέντος αυτοκινήτου η αγοραία αξία αυτού χωρίς το παραπάνω ελάττωμα ήταν ίση προς το συμφωνηθέν τίμημα των 20.590 ευρώ. Κατά τον ίδιο χρόνο η αξία του με το προαναφερθέν ελάττωμα ανήρχετο σε 12.590 ευρώ, ενόψει του ότι η εμπορική του αξία μειώνεται εξαιτίας των ανωτέρω ελαττωμάτων. Έτσι, η μείωση του συμφωνηθέντος τιμήματος ανέρχεται στο ποσό των 8.000 ευρώ, το οποίο, εφόσον έχει καταβληθεί στην ως άνω εναγομένη, οφείλει αυτή να το επιστρέψει στους ενάγοντες, αφού κατά το ποσό αυτό έγινε αδικαιολόγητα και χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας των τελευταίων.
ΠΗΓΗ:http://www.legalaction.gr

 ========================
 Απόφαση 147 / 2010    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 147/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γαλανόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MERCEDES-BENZ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Carsten Niemer, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 983/2002 μη οριστική, 308/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2748/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγητή Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τα συνδεδυασμένα άρθρα 554, 555 παρ.1 και 556 του ΑΚ, όπως αυτά ίσχυαν προ της τροποποιήσεως τους με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 3043/2002, η ένεκα πραγματικού ελαττώματος αγωγή για αναστροφή της πωλήσεως, παραγράφεται μετά παρέλευση έξι (6) μηνών επί κινητών, η παραγραφή δε αυτή αρχίζει από την εγχείριση του πράγματος στον αγοραστή, έστω και αν αυτός ανεκάλυψε το ελάττωμα αργότερα, ενώ, κατ' εξαίρεση, αν συμφωνήθηκε προθεσμία ευθύνης του πωλητή για το ελάττωμα αυτό, εν αμφιβολία σημαίνει ότι η παραγραφή, ως προς το εντός της προθεσμίας εκδηλωθέν ελάττωμα, αρχίζει από τότε που εκδηλώθηκε.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε κατ' εκτίμηση τα εξής : Δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ του ενάγοντος και του διευθυντή της εναγομένης, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει και να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον πρώτο ένα καινούργιο αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής MERCEDES-BENZ, τύπου Ε 250 RT CLASSIC, αντί τιμήματος 38.151,13 ΕΥΡΩ (Ι3.000.000 δραχ), συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α. Ο ενάγων παρέλαβε στις 3.4.Ι998 το, υπ' αριθμ. πλαισίου ... και κινητήρος .... ΔΧΕ αυτοκίνητο του ανωτέρω εργοστασίου κατασκευής και τύπου, το οποίο, κατά ρητή συμφωνία των διαδίκων, πωλήθηκε, ως καινούργιο, γεγονός το οποίο ενισχύεται, και από το ύψος του τιμήματος, συνομολογείται δε αυτό άλλωστε από τους διαδίκους. Πρέπει να σημειωθεί ότι το εν λόγω ένδικο αυτοκίνητο φέρεται ότι κατασκευάσθηκε την 30.1.98 από την μητρική εταιρεία της εναγομένης στην Γερμανία "DAIMLER-ΒΕΝΖ ΑΕ" και πωλήθηκε απ' αυτή, βάσει του από 5.2.98 υπ' αριθμ. ...τιμολογίου της, στην εναγομένη θυγατρική της εταιρία. Την 3.2.98 πραγματοποιήθηκε η φόρτωσή του από την κατασκευάστρια σε φορτηγό, με το οποίο μεταφέρθηκε οδικώς στην Ελλάδα, όπου έφθασε στις 6.2.98 και εκτελωνίσθηκε στις 30.3.98, όπως προκύπτει από, το υπ' αριθμ ... εκκαθαριστικό έγγραφο των Τελωνειακών Αρχών ...., ενώ την 1.4·.98 πωλήθηκε στον ενάγοντα αντί 13.000.000 δρχ και στις 3·4·98 παραδόθηκε στον ίδιο. Αυτό από την αρχή της κυκλοφορίας του παρουσίασε βλάβες. Ειδικότερα, στς 30.9.1998 και ενώ είχε διανύσει 62.000 χμ., παρουσίασε βλάβη στο διαφορικό του σύστημα, το οποίο και αντικαταστάθηκε στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της στην .... Στις 23.12.1998 παρουσίασε βλάβη στο TURBO" της μηχανής του, το οποίο επίσης αντικαταστάθηκε στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της στην .... Στις 4·3·99 ο ενάγων αντικατέστησε στο άνω συνεργείο, με δαπάνες της εναγομένης την κρεμαργιέρα, την βαλβίδα επιστροφής του καυσαερίου και τη φλάντζα πολλαπλής εισαγωγής στην κυλινδροκεφαλή. Ακολούθως, την 8.3.1999 (4 ημέρες μόλις από την προηγούμενη επισκευή) αντικατέστησε και το ψυγείο λαδιού. Την 23-3-1999, για τρίτη φορά μέσα στον ίδιο μήνα και ενώ είχε διανύσει 115.000 χιλιόμετρα, το μετέφερε πάλι στο ίδιο συνεργείο της εναγομένης και αντικατέστησε τα εμπρόσθια "αμορτισέρ", την μπαταρία, τις βάσεις "ζαμφόρ", το κάτω αριστερό και το δεξιό μπαλάκι, το "σινεμπλόκ" των ψαλιδιών του εμπρόσθιου δεξιού και. αριστερού άξονα. Την 19-5.1999 αντικατέστησε τον λήπτη "ΒΑS" και τον εγκέφαλο "ΒΑS". Την 17.6.1999 αντικατέστησε και τον κινητήρα. Την 4-11-1999 αντικατέστησε εκ νέου τον κινητήρα του. Την 16·12.1999 αναγκάστηκε να αντικαταστήσει στο ίδιο συνεργείο, τον δίσκο, το πλατώ, τα "ρουλεμάν" και τις βάσεις της μηχανής, διότι παρουσίαζε διαρροή λαδιών. Την 21.2.2000 το αυτοκίνητο εισήλθε στο συνεργείο της εναγομένης για. αντικατάσταση "ΒΑS", με συνολική ένδειξη χιλιομετρητή 214.800 χλμ. Τέλος, την 7·4·2000 αντικατέστησε στο ίδιο συνεργείο το διαφορικό. 'Ολες οι ανωτέρω εργασίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη, έγιναν με δαπάνες της στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της στην ..., στο πλαίσιο της "χαριστικής", όπως την ονομάζει η εναγομένη, εγγύησής της. Στην πραγματικότητα, λόγω του επαγγελματικού χαρακτήρα, συμφωνήθηκε πενταετής προθεσμία ευθύνης της εναγομένης, όπως αποδεικνύεται από τις υπό χρονολογίες .../7-4-2000, .../8-3-1999, .../16-12-1999, .../21-2-2000, .../30-9-1998, .../23-12-1998, .../4-3-1999, .../19-5-1999, ..../17-6-1999, .../4-11-1999, ..../3-11-1999 εντολές επισκευής, οι οποίες απεστάλησαν στην εναγομένη από το εξουσιοδοτημένο συνεργείο της στην ...και τις οποίες η ίδια ενέκρινε γιαυτό ανεγράφη επ' αυτών η λέξη "εγγύηση". Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται, και από την κατάθεση του μάρτυρα, αποδείξεως, χωρίς να αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης που δεν γνωρίζουν κάτι σχετικό. Ο ενάγων, συνεχίζει το Εφετείο, διεπίστωσε το πρώτον την επικαλούμενη έλλειψη, ήτοι το ελάττωμα, την 8-3-1999, όταν εμφανίσθηκαν οι προαναφερθείσες βλάβες που δεν εδικαιολογούντο από το έτος κατασκευής του αυτοκινήτου και την χρήση που είχε κάνει ως τότε ο ίδιος, αφού είχε διανύσει μόλις 62.000 χλμ. (όπως είναι η αντικατάσταση κρεμαργιέρας, βαλβίδας επιστροφής φλάντζας πολλαπλής εισαγωγής στην κυλινδροκεφαλή, αντικατάσταση ψυγείου λαδιού). Οι μετέπειτα εμφανισθείσες βλάβες δικαιολογούνται, ως οφειλόμενες στη χρήση του εκ μέρους του ενάγοντος, ο οποίος, αφού είχε διανύσει 115.000 χλμ., χρειάσθηκε να αντικαταστήσει τα εμπρόσθια αμορτισέρ, την μπαταρία, τις βάσεις "ζαμφόρ" κ.α., οι βλάβες δε αυτές θεωρούνται συνήθεις. Ο ίδιος δεν αναφέρει, αλλ' ούτε και αποδεικνύει, τον λόγο για τον οποίο χρειάσθηκε να αντικαταστήσει στις 19-5-1999 τον λήπτη "BAS" και τον εγκέφαλο "BAS", ή γιατί στις 7-6-1999 αντικατέστησε το πρώτον τον κινητήρα της μηχανής, αντί απλώς να τα επισκευάσει. 'Εκτοτε, επομένως, ήτοι από 8-3-1999, άρχισε η εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 554 ΑΚ και συμπληρώθηκε την 8-9-1999, δηλαδή πριν την άσκηση της αγωγής στις 27-9-2000. Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την από 26-9-2000 αγωγή του αναιρεσείοντος, λόγω παραγραφής (κατ' αποδοχή σχετικής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης) του αξιούμενου με αυτή δικαιώματος περί αναστροφής της ειρημένης πωλήσεως. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το εκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεώς του, το Εφετείο, για να καταλήξει στην περί παραγραφής κρίση, δέχθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι κατά τον χρόνο παραδόσεως του πωληθέντος αυτοκινήτου στον αναιρεσείοντα (3-4-1998) υπήρχαν μόνο εκείνα εκ των άνω ελαττωμάτων που εκδηλώθηκαν μέχρι τις 8-3-1999 και όχι τα μετέπειτα εκδηλωθέντα (όπως είναι και η βλάβη του διαφορικού στις 7-4-2000), το οποία, όπως αναφέρει στην απόφασή του, οφείλονται στη χρήση του αυτοκινήτου εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Η ανωτέρω παραδοχή, αποτελούσα πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση) και άρα μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, ανταποκρίνεται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων, αφού πράγματι από την εκδήλωση των εν λόγω ελαττωμάτων στις 8-3-1999 (δηλαδή εντός της συμφωνηθείσας πενταετούς προθεσμίας ευθύνης της αναιρεσίβλητης) έως την άσκηση της αγωγής στις 27-9-2000 είχαν παρέλθει περισσότεροι από έξι (6) μήνες, δηλαδή είχε συμπληρωθεί η προβλεπόμενη στα άρθρα 554 και 556 ΑΚ εξάμηνη παραγραφή. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η παραδοχή του Εφετείου ότι όλες οι βλάβες του αυτοκινήτου, εμφανισθείσες εντός της ως άνω πενταετούς προθεσμίας ευθύνης (άρα και οι εμφανισθείσες μετά τις 8-3-1999), επισκευάσθηκαν με δαπάνες της τελευταίας στο πλαίσιο της εν λόγω εγγυητικής ευθύνης, δεν είναι αντιφατική, δεν τελεί δηλαδή σε λογική ανακολουθία προς την παραδοχή του, ότι οι μετά τις 8-3-1999 εμφανισθείσες βλάβες οφείλονται στη χρήση του αυτοκινήτου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέων δεύτερος λόγος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-08 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2748/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, οριζόμενα σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2010.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Σχόλια