ΠΩΛΗΣΗ - Εγκύκλιος σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.3043/2002 ΄΄Ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα και έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και άλλες συναφείς διατάξεις - ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ (Ν. 3043/2002) ΣΤΟ ΛΟΙΠΟ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ*


ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ - ΣΧΕΤΙΚΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ

egkikliosz1_71_20013.doc


===



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΊΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ  ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ  ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ
ΤΜΗΜΑ  Α'

Ταχ. Δ/νση       : Πλ. Κάνιγγος
Ταχ. Κώδικας : 101 81 Αθήνα
Πληροφορίες   : Δ. Κυριακοπούλου
Τηλέφωνο        : 33 37 982 , 3801507
TELEFAX       : 38 29 640

                     Αθήνα,   27 / 01  /2003

                     Αριθμ. Πρωτ.     Ζ1/71


ΠΡΟΣ: Όπως πίνακας διανομής

ΚΟΙΝ: α) Γρ. κ. Υπουργού
             β)  Γρ. κ. Υφυπουργού
              γ) Γρ. κας Γεν. Γραμματέως
              
                    


Θέμα : Εγκύκλιος σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.3043/2002 ΄΄Ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα και έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και άλλες συναφείς διατάξεις΄΄.

Σας γνωρίζουμε ότι με το νόμο 3043/21-08-02 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 192/21-08-02 προσαρμόζεται η Ελληνική νομοθεσία στην Κοινοτική Οδηγία 99/44(ΕΚ <<σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών>>.
          Η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 99/44/ΕΚ επήλθε α) με την τροποποίηση των άρθρων 534-561 του ΑΚ και β) με τροποποίηση και συμπλήρωση του άρθρου 5 του Ν. 2251/94 ΄΄προστασία του καταναλωτή΄΄, ο οποίος διέπει αποκλειστικά τις σχέσεις προμηθευτή-καταναλωτή, με σκοπό τη βελτίωση της προστασίας των καταναλωτών σε ένα τομέα που αποτελεί σοβαρή αιτία παραπόνων των καταναλωτών.

Συγκεκριμένα :

Ι. Τροποποίηση Αστικού Κώδικα (άρθρα 534-561)
Το άρθρο 1 του νόμου 3043/02 αναφέρεται στην τροποποίηση των άρθρων 534-561 ΑΚ.

Επισημαίνονται ιδιαίτερα:
Άρθρο 534
Πραγματικά ελαττώματα και έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων
Θεσπίζεται η υποχρέωση του πωλητή για παράδοση του πράγματος με τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα
 
Άρθρο 535
Προσδιορίζονται τα κριτήρια έλλειψης ανταπόκρισης στη σύμβαση. Ο πωλητής έχει την υποχρέωση παράδοσης του πράγματος με τις συμφωνηθείσες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα. Ο αγοραστής αρκεί να επιδείξει την έλλειψη ενός από τα τέσσερα κριτήρια για να αποδείξει τη μη ανταπόκριση στη σύμβαση. Το άρθρο αυτό παραθέτει τις προϋποθέσεις που χρειάζονται για να είναι τα αγαθά σύμφωνα με το συμβόλαιο.

Άρθρο 536
Πλημμελής εγκατάσταση
Ο πωλητής δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του και στην περίπτωση πλημμελούς εγκατάστασης του πράγματος. Το άρθρο αυτό εξομοιώνει τις περιπτώσεις  πλημμελούς εγκατάστασης με έλλειψη ανταπόκρισης στη σύμβαση.

Άρθρο 537

Ευθύνη για ελλείψεις
Καθιερώνει την ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συμφωνηθέντων ιδιοτήτων κατά τον χρόνο παράδοσης του πράγματος. Ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του. Απαλλαγή του πωλητή προβλέπεται μόνο σε περίπτωση γνώσης του αγοραστή και όχι σε περίπτωση υπαίτιας άγνοιάς του.




Άρθρο 540
Δικαιώματα αγοραστή
Καταγράφονται τα δικαιώματα του αγοραστή στην περίπτωση ευθύνης του πωλητή για έλλειψη συμφωνηθείσης ιδιότητας ή πραγματικού ελαττώματος του πράγματος. Αυτά είναι τα δικαιώματα της επισκευής ή αντικατάστασης του πράγματος (χωρίς επιβάρυνση του αγοραστή) με άλλο, ή μείωσης του τμήματος ή υπαναχώρησης αυτής της σύμβασης. Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται εναλλακτικά στον αγοραστή χωρίς ιεραρχική διαβάθμιση μεταξύ τους δηλ. χωρίς ορισμένα από αυτά να έχουν προτεραιότητα. Στην περίπτωση επουσιώδους ελαττώματος δεν θίγεται το δικαίωμα της υπαναχώρησης.

Άρθρο 554
Παραγραφή
Τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο πέντε ετών για τα ακίνητα και δύο ετών για τα κινητά.

Άρθρο 555
Η παραγραφή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, έστω και αν ο αγοραστής ανακάλυψε το ελάττωμα ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας αργότερα. Δηλ. ο αγοραστής δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματά του  από τη στιγμή της παράδοσης του πράγματος και για 2 χρόνια, εφόσον στο διάστημα αυτό εκδηλωθεί πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συμφωνηθείσης ιδιότητας.

Άρθρο 559
Παροχή εγγύησης
Αν ο πωλητής ή τρίτος έχει παράσχει εγγύηση για το πράγμα που πουλήθηκε, ο αγοραστής έχει, έναντι εκείνου που εγγυήθηκε, τα δικαιώματα που απορρέουν από τη δήλωση της εγγύησης σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται σε αυτήν ή τη σχετική διαφήμιση, χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματά του που πηγάζουν από το νόμο.

ΙΙ. Τροποποίηση του Ν. 2251/94 ΄΄Προστασία του καταναλωτή΄΄


Με το άρθρο 5 του ν. 2251/94 έχουν θεσπισθεί ρυθμίσεις ουσιαστικού περιεχομένου για την ενημέρωση και προστασία του καταναλωτή στα πλαίσια της εξυπηρέτησής του μετά την πώληση του προϊόντος. Ιδιαίτερα επιβάλλεται η υποχρέωση του προμηθευτή να παρέχει στον καταναλωτή γραπτώς, στην ελληνική γλώσσα ή με σύμβολα διεθνώς καθιερωμένα, σαφείς οδηγίες για την ασφαλή χρήση, διατήρηση , συντήρηση και πλήρη αξιοποίηση του προϊόντος και ενημέρωση για τους κινδύνους κατά τη χρήση και διατήρησή του (παρ.1).
Επίσης να ενημερώνει τον καταναλωτή για την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος κ.λ.π. (παρ.2)
Εξάλλου η παράγραφος  3 ρυθμίζει αναλυτικά την εγγυητική ευθύνη του πωλητή απέναντι στον καταναλωτή για τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά που του προμηθεύει.  Η παράγραφος 6 αναφέρεται στις υποχρεώσεις του προμηθευτή για τη συντήρηση  και την εξασφάλιση της προμήθειας ανταλλακτικών των διαρκών καταναλωτικών αγαθών.  Η πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος αποτελεί, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις , το μέτρο των υποχρεώσεων του προμηθευτή.
Με το ν. 3043/02 επήλθαν συμπληρώσεις και τροποποιήσεις του άρθρου 5 του Ν. 2251/94 στα πλαίσια εναρμόνισης προς την οδηγία 94/44.
Ειδικότερα ΄΄με το άρθρο 3 του νόμου 3043/02 τροποποιείται το άρθρο 5 του Ν. 2251/94 ΄΄Προστασία των καταναλωτών’’ και τίθεται νέος τίτλος του άρθρου <<Πώληση καταναλωτικών αγαθών και εγγυήσεις>> ως ανταποκρινόμενος περισσότερο στο περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 5, οι οποίες δεν περιορίζονται μόνο σε θέματα εξυπηρέτησης μετά την πώληση.
Οι παρ. 1και 2 παραμένουν όπως έχουν αναφορικά με τη λεπτομερή πληροφόρηση των καταναλωτών ως ανωτέρω και  συμπληρώνεται η παρ. 3 με τους κανόνες που πρέπει να τηρούνται κατά την παροχή εγγύησης και επεκτείνεται η υποχρέωση τήρησης των κανόνων αυτών σε κάθε περίπτωση παροχής εγγύησης .
Προβλέπεται ότι η παράβαση των σχετικών κανόνων δεν θίγει το κύρος της νομικής εγγύησης την οποία ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεσθεί και να απαιτήσει την τήρησή τους (παρ. 4).
Στην υφιστάμενη παρ. 5 προστίθεται και ρύθμιση σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο σε  περίπτωση διαφοράς που φέρεται ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων και προσδιορίζει ότι, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο δίκαιο, εφαρμόζονται πάντοτε οι διατάξεις του ελληνικού δικαίου που ρυθμίζουν την πώληση καταναλωτικών αγαθών στο μέτρο που παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή.
Τέλος  παραμένει ως έχει η παρ. 6 για τα καινούργια καταναλωτικά αγαθά .
Παραθέτουμε κωδικοποιημένο το νέο άρθρο 5 του ν.2251/94 με το οποίο διέπονται εφεξής οι πωλήσεις καταναλωτικών αγαθών και οι εγγυήσεις.

Άρθρο 5 - Πώληση καταναλωτικών αγαθών και εγγυήσεις

1.     Σε κάθε πώληση ο προμηθευτής οφείλει να παρέχει στον καταναλωτή γραπτώς, στην ελληνική γλώσσα ή με σύμβολα διεθνώς καθιερωμένα, σαφείς οδηγίες για την ασφαλή χρήση, διατήρηση, συντήρηση και πλήρη αξιοποίηση του προϊόντος και ενημέρωση για τους κινδύνους κατά τη χρήση και διατήρηση του. Εξαιρούνται τα απλά κατά την κατασκευή, τη χρήση και τη συντήρηση προϊόντα.
2.     Κατά την πώληση, ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώνει τον καταναλωτή για την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος. Πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος είναι ο εύλογα αναμενόμενος χρόνος κατά τον οποίο το προϊόν θα μπορεί να χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του, έστω και έπειτα από επισκευή ή αντικατάσταση ανταλλακτικών, εωσότου η φθορά από την τακτική χρήση καταστήσει το προϊόν άχρηστο ή την περαιτέρω χρήση του οικονομικά ασύμφορη.
3.     Όταν παρέχεται εγγύηση στον καταναλωτή, ο προμηθευτής οφείλει να την παρέχει γραπτώς ή με άλλο τεχνικό μέσο αποτύπωσης που μπορεί να είναι διαθέσιμο και προσιτό στον καταναλωτή. Σε περίπτωση προμήθειας καινουργών προϊόντων με μακρά διάρκεια (διαρκή καταναλωτικά αγαθά), η παροχή γραπτής εγγύησης είναι υποχρεωτική. Η εγγύηση πρέπει να περιλαμβάνει με απλή, ευανάγνωστη και κατανοητή διατύπωση στην ελληνική γλώσσα τουλάχιστον την επωνυμία και τη διεύθυνση του εγγυητή, το προϊόν στο οποίο αναφέρεται η εγγύηση, το ακριβές περιεχόμενό της, τη διάρκειά της, την τοπική έκταση ισχύος της, καθώς και τα δικαιώματα που παρέχει το εφαρμοστέο δίκαιο. Η εγγύηση πρέπει να είναι σύμφωνη με τους κανόνες της καλής πίστης και να μην αναιρείται από υπερβολικές ρήτρες εξαιρέσεων. Η διάρκεια της εγγύησης πρέπει να είναι εύλογη σε σχέση με την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος. Ειδικά για τα προϊόντα τεχνολογίας αιχμής, η διάρκεια της εγγύησης πρέπει να είναι εύλογη σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο αναμένεται ότι θα παραμένουν σύγχρονα από τεχνολογική άποψη, αν ο χρόνος αυτός είναι συντομότερος από την πιθανή διάρκεια ζωής τους.
4.     Η παράβαση των διατάξεων της προηγούμενης πα­ραγράφου δεν θίγει το κύρος της εγγύησης, την οποία ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεσθεί και να απαιτήσει την τήρησή της. Σε περίπτωση αντικατάστασης του προϊόντος ή ανταλλακτικού του, η εγγύηση αυτόματα ανανεώνεται για όλη της τη διάρκεια ως προς το νέο προϊόν ή ανταλλακτικό.
5.     Σε κάθε περίπτωση επιφυλάσσεται η εφαρμογή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για την ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων. Εκ των προτέρων παραίτηση του καταναλωτή από την προστασία του κατά τις διατάξεις αυτές είναι άκυρη.
Σε διαφορά η οποία απορρέει από την πώληση καταναλωτικών αγαθών και φέρεται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο σε αυτή δίκαιο, εφαρμόζονται πάντοτε οι διατάξεις του ελληνικού δικαίου που διέπουν την πώληση καταναλωτικών αγαθών κατά την έκταση που παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή.
6.     Ο προμηθευτής καινουργών διαρκών καταναλωτικών αγαθών οφείλει να εξασφαλίζει στους καταναλωτές τη συνεχή παροχή τεχνικών υπηρεσιών για τη συντήρηση και επισκευή τους για χρονικό διάστημα ίσο με την πιθανή διάρκεια της ζωής τους. Επίσης, οφείλει να εξασφαλίζει στους καταναλωτές την ευχέρεια προμήθειας των ανταλλακτικών και άλλων τυχόν προϊόντων, που απαιτούνται για τη χρήση τους σύμφωνα με τον προορισμό τους, για όλη την πιθανή διάρκεια της ζωής τους.

Έναρξη εφαρμογής του ν. 3043/2002
Η εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3043/02 αρχίζει από την δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβέρνησης.

                                                                                                                      Η Διευθύντρια

                                                                                                                                                                               
          Σταματία  Ντόντου

q  Εσωτ. Διανομή: (1) Δ/νση Πολιτικής Καταναλωτή
(1)          Τμήμα Α΄
(1)   Δ/νση Προστασίας Καταναλωτή
(1) Δ/νση Τεχνικού Ελέγχου                                    
                               



Πίνακας Διανομής

Εξωτερικοί  φορείς

1. Προς όλες τις Νομαρχίες
2. Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος -  Ακαδημίας 7-9, 10671Αθήνα
3. Όλα τα επιμελητήρια της χώρας
4. Όλες τις Καταναλωτικές Ενώσεις
5. ΕΦΕΤ
6. Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος - Καραγιώργη Σερβίας 4, 10248 Αθήνα
7.  ΣΕΒ   -     Ξενοφώντος 5, 10557 Αθήνα
8.  Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου -Μητροπόλεως 42, 10563 Αθήνα
9.  Σύνδεσμος εισαγωγέων αντιπροσώπων αυτοκινήτων-
        Κηφισίας 294 και Ναυαρίνου  15232 Χαλάνδρι
10. ΣΕΣΜΕ
11. ΣΕΛΠΕ
12 .Δικηγορικός Σύλλογος - Ακαδημίας 60, 10679 Αθήνα
13. Συμβολαιογραφικός Σύλλογος  Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου-Δωδεκανήσου
     ΦΑΧ : 3848335-3812249
14. Σύνδεσμος Ελληνικών γραφείων μελετών - Μακεδόνων 2, 11521 Αθήνα
 
Εσωτερική διανομή
1. Γενική Δ/νση Διοικητικής Υποστήριξης
-          Γραφ. κ. Γεν. Διευθυντού
-          Ολες οι Δ/νσεις
2. Γενική Δ/νση Εμπορίου
-          Γραφ. κ. Γεν. Διευθυντού
-          Ολες οι Δ/νσεις
3. Γενική Δ/νση Κρατικών Προμηθειών
-          Γραφ. κ. Γεν. Διευθυντού
-          Ολες οι Δ/νσεις
4. Γενική Γραμματεία Καταναλωτή
-          Δ/νση Πολιτικής Καταναλωτή
-          Δ/νση Προστασίας Καταναλωτή
-          Δ/νση Τεχνικού Ελέγχου

 ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΤΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ (Ν. 3043/2002) ΣΤΟ ΛΟΙΠΟ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ*
Κωνσταντίνος Ν. Χριστοδούλου

Λέκτορας του Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
Ι. Το ζήτημα
ΙΙ. Ερμηνεία άλλων διατάξεων του ΑΚ ενόψει του ν. 3043/2002
1. Από την πώληση σε άλλες επώνυμες συμβάσεις - Όχι «αγορανομική» ευθύνη
του προμηθευτή
2. Από το ειδικό στο γενικό ενοχικό δίκαιο
ΙΙΙ. Αναλογική επέκταση του ν. 3043/02 πέρα από την πώληση
1. Από την πώληση σε άλλες επώνυμες συμβάσεις
2. Από το ειδικό στο γενικό ενοχικό δίκαιο
IV. Συμπεράσματα
1. Η διάκριση σε γενικό και ειδικό ενοχικό δίκαιο
2. Πρακτικά προβλήματα στο δίκαιο των μικτών συμβάσεων
3. Νομοθέτης ή δικαστής (ευρωπαίος ή εθνικός);
Ι. Το ζήτημα
Αν και ο νομοθέτης επέλεξε κατά βάσιν τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής
της μεταρρύθμισης μόνον σε έναν τύπο επώνυμης σύμβασης, την πώληση1, εν τού-
τοις η ακτινοβολία της και στο υπόλοιπο ενοχικό δίκαιο θα είναι αναπόφευκτη, λό-
γω του γενικοτέρου ενδιαφέροντος των ζητημάτων που αφορά, αλλά και της εγγε-
νούς – ενίοτε περιπτωσιολογικότερης του δέοντος – δομής της νομοθετικής κατά-
στρωσης των ρυθμίσεων του κλάδου στον ΑΚ. Η επίδραση αυτή μπορεί μεθοδολο-
γικά να πραγματοποιηθεί με δύο τρόπους: (1) Είτε με την ερμηνεία άλλων διατά-
ξεων του Ενοχικού Δικαίου σε εναρμονισμό προς τις ρυθμίσεις του ν. 3043/02 (συ-
στηματική ερμηνεία) (2) Είτε με την τελολογική συστολή άλλων διατάξεων που
αντινομούν πια προς το καθιερούμενο από το ν. 3043/02 νέο σύστημα του δικαίου
της ενδοσυμβατικής ευθύνης και την πλήρωση των ανακυπτόντων κενών με ανα-
λογική εφαρμογή του νέου δικαίου της πώλησης. Είναι προφανές ότι η πρώτη περί-
* Το άρθρο αποτελεί επανεπεξεργασία παρέμβασης του συγγραφέα στο συνέδριο της Ενώσεως Α-
στικολόγων, καθώς και ζητημάτων από την οργανωθείσα από την ίδια Ένωση εκδήλωση στις 12.11.2003.
1. Με πεδίο εφαρμογής όμως ευρύτερο από την προταθείσα στη Γερμανία ως «kleine Lösung», η
οποία αφορούσε αποκλειστικά το δίκαιο του καταναλωτή και δεν παράλλασσε τη φυσιογνωμία των τύ-
πων συμβάσεων του ΑΚ. Βλ. σχετικώς αναλυτικά Παπανικολάου και Παπανικολάου/Καραμπατζό, Το
νέο δίκαιο της ευθύνης του πωλητή αρ. 1, 132, 282 μ.π.π.
390 Digesta 2003 Κωνσταντίνος Ν. Χριστοδούλου Τεύχος Δ΄
01/07/05 Digesta ΡΕΝΑ
Φωτοστοιχειοθεσία Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΗΣ
ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 7
ΤΗΛ. 210-36.36.325
FAX 210-36.25.849
πτωση – μεθοδολογικά όμοια προς την έμμεση τριτενέργεια – είναι και η ευκολότε-
ρα πραγματοποιήσιμη. Ο ερμηνευτής – νομολογία και θεωρία – δεν θα δυσκολευ-
θεί να προσαρμόσει το υπόλοιπο Ενοχικό Δίκαιο στο νέο νομοθετικό πνεύμα, στο
μέτρο που θα κινείται μέσα στα ασφαλή ερμηνευτικά όρια του γράμματος του νό-
μου2. Το δεύτερο εγχείρημα είναι εκ των πραγμάτων πιο ρηξικέλευθο, αλλά πιθανό-
τατα αναπόφευκτο, τουλάχιστον σε περιπτώσεις ακραίας αντινομίας. Αναλυτικότερα:
ΙΙ. Ερμηνεία άλλων διατάξεων του ΑΚ ενόψει του ν. 3043/2002
1. Από την πώληση σε άλλες επώνυμες συμβάσεις - Όχι «αγορανομική» ευθύνη του
προμηθευτή
Μετά τη νέα ΑΚ 534 θεσπίζεται ρητώς υποχρέωση παροχής πράγματος απαλ-
λαγμένου ελαττωμάτων, ήτοι δικαιώματος διόρθωσης, οπότε η θεωρία της λεγόμε-
νης αγορανομικής ευθύνης διαψεύδεται πλέον ολοκληρωτικά σε ολόκληρο το φά-
σμα των συμβάσεων προμηθείας (βλ. τα προϋφιστάμενα ΑΚ 575, 688), ως απότοκη
της αρχής της καλής πίστεως3. Αλλιώς έχει το ζήτημα στις χαριστικές συμβάσεις
(π.χ. δωρεά, χρησιδάνειο, εντολή), όπου η causa donandi ως causa minor4 δεν θα
μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβάρυνση του οφειλέτη με επιπλέον παρεπόμενες
υποχρεώσεις αναγόμενες στις λεπτομέρειες της φυσιογνωμίας της παροχής (βλ. π.χ.
ΑΚ 499 § 2)5.
2. Από το ειδικό στο γενικό ενοχικό δίκαιο
α. Καλή πίστη και donandi causa: Από τα παραπάνω συνάγεται φυσικά περαι-
τέρω ότι η αρχή της καλής πίστεως προσλαμβάνει διαφορετικό περιεχόμενο έναντι
του χαριστικώς συμβαλλομένου.
Εννοείται πάντως ότι πρόκειται για ενδοτικό δίκαιο, αφού η οριοθέτηση της
πλημμέλειας (ελαττωματικότητας) εξαρτάται από τον προσδιορισμό του μέτρου
αρτιότητας - λειτουργικότητας, τ.ε. των απαιτουμένων ιδιοτήτων του πράγματος,
που απόκειται αυτονόητα στη βούληση των μερών (βλ. και τη νέα ΑΚ 535 αρ. 1-
2)6. Έτσι είναι π.χ. κάλλιστα νοητό στην πώληση να προσδιορίζουν τα μέρη ως ο-
2. Για τα όρια που θέτει το γράμμα του νόμου στην ερμηνεία βλ. α.ά. Παπανικολάου, Μεθοδολο-
γία του Ιδιωτικού Δικαίου, αρ. 175 επ.
3. Ότι η ευθύνη για πραγματικές ελλείψεις μπορούσε έτσι κι αλλιώς να απορρέει από τη γενικότε-
ρη ευθύνη για μη εκπλήρωση βλ. α.ά. Μπαλή, ΕνΔ § 48, αρ. 9 και § 71, Πουλιάδη, Συρροή κανόνων ει-
δικού και γενικού, ενοχικού δικαίου στην αστική ευθύνη, σ. 176, επ., Χριστοδούλου, Παρατηρήσεις
στην ΕφΘεσ 626/1998 ΔΕΕ 12 (1998), 1239, Παπανικολάου, ό.π., αρ. 12 επ.
4. Βλ. π.χ. ΑΚ 467 § 2, 913, Σταθόπουλο, ΓενΕνΔ γ΄, σ. 274.
5. Για την αναλογική εφαρμογή της ΑΚ 499 και σε άλλες χαριστικές συμβάσεις π.χ. χρησιδάνειο
βλ. α.ά. Ζέπο, ΕνΔ ΙΙ (ΕιδΜ) § 10.ΙΙ.1.α.
6. Πρβλ. ακόμη την (ορθώς) καταργηθείσα παλαιά ΑΚ 538, που απαγόρευε την απαλλαγή από την
Τεύχος Δ΄ Τα όρια του πεδίου εφαρμογής της μεταρρύθμισης Digesta 2003 391
φειλόμενο ένα φθαρμένο προϊόν, ενώ τουναντίον είναι επίσης πιθανόν ο δωρητής
να έχει συμφωνήσει ότι θα ευθύνεται αν δεν παράσχει άρτια λειτουργούν πράγμα,
ευθυνόμενος μάλιστα ακόμη και για την παραμικρότερη αμέλεια.
Διαφορετική λύση τουναντίον προσήκει προκειμένου για πραγματικά ελαττώ-
ματα που συνεπάγονται έλλειψη ασφάλειας του πράγματος, ως απόρροιες συνήθως
παραβάσεως κάποιου «καθήκοντος προστασίας» (Schutzpflicht). Στην περίπτωση
αυτή ο οφειλέτης προμηθευτής δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί συμβατικά από τις ανα-
γκαστικού δικαίου παρεπόμενες υποχρεώσεις του, αλλιώς η έννομη τάξη θα επέ-
τρεπε τη διακύβευση - διακινδύνευση απόλυτων αγαθών (ή απαγορεύσεων)7.
Σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για τις δύο διαφορετικές λειτουργίες της κα-
λής πίστης, τη συμπληρωτική των δικαιοπραξιών και τη διορθωτική αυτών στο
πλαίσιο των ΑΚ 200 και 288 αντιστοίχως. Τα καθήκοντα που απορρέουν από την
πρώτη εκδοχή της καλής πίστης απορρέουν από την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές
ευθύτητα εντιμότητα και ειλικρίνεια, η οποία δεν επιτρέπει τη διάψευση της εύλο-
γης εμπιστοσύνης του άλλου, εμπιστοσύνης αυξημένης όταν αυτός έχει παράσχει
αντάλλαγμα. Έτσι π.χ. μολονότι στην περίπτωση πωλήσεως αυτοκινήτου αναμένε-
ται εύλογα να λειτουργεί ακώλυτα ο συμπλέκτης, είναι καθ’ όλα έγκυρη η πώληση
αυτοκινήτου με ελαττωματικό και επιδιορθωτέο συμπλέκτη, αρκεί κάτι τέτοιο να
έχει ρητώς συμφωνηθεί. Τουναντίον τα καθήκοντα που απορρέουν από τη δεύτερη
εκδοχή της καλής πίστης αφορούν στην προστασία αναπαλλοτρίωτων αγαθών, με
αποτέλεσμα να είναι ανεπίδεκτα κατάργησης με αντίθετη συμφωνία ακόμη και αν
πρόκειται για χαριστική παροχή. Π.χ. το δωρηθέν καλλυντικό προϊόν δεν επιτρέπε-
ται να αναδίδει καρκινογόνες αναθυμιάσεις ή το πωλούμενο σχολικό ή φροντιστη-
ριακό βοήθημα δεν επιτρέπεται να περιέχει αισχρολογίες ή προκλητικές εικόνες,
ακόμη κι αν τα μέρη συμφώνησαν σχετικώς8.
β. Αποκλεισμός της ενστάσεως του μη προσηκόντως εκπληρωθέντος συναλλάγ-
ευθύνη λόγω πραγματικών ελαττωμάτων μόνο σε περίπτωση δόλιας απόκρυψής τους. Επρόκειτο για
ρύθμιση, αν όχι αντιφατική, τουλάχιστον πρακτικώς ανεφάρμοστη: Πως είναι δυνατόν ο πωλητής να
πείθει τον αγοραστή να τον απαλλάξει της ευθύνης για τυχόν ελαττώματα και ταυτόχρονα να του τα
έχει αποκρύψει, ήτοι να τον έχει πείσει ότι δεν υπάρχουν, δηλ. ο τελευταίος να μην υποψιασθεί καν
την ύπαρξή τους;!
7. Ότι τα καθήκοντα επιμέλειας-προστασίας που οι παραβάσεις τους διευρύνουν την έννοια του
παρανόμου αφορούν κατ’ ουσίαν τη διακινδύνευση κάποιου απόλυτου εννόμου αγαθού ή κάποιου άλ-
λου επιτακτικού κανόνα δικαίου βλ. Κ. Χριστοδούλου, Σκέψεις για την οριοθέτηση της διεύρυνσης του
παρανόμου, στον ΤιμΤομ Κ. Μπέη, V, σελ. 4264-4283.
8. Η προβληματική καταδεικνύει την ενδιάμεση υβριδιακή φύση της καλής πίστης, άλλοτε συγγε-
νέστερης προς τα συναλλακτικά και άλλοτε προς τα χρηστά ήθη. Με την έννοια αυτή ο σύγχρονος ορι-
σμός της (ως συναλλακτικής ευθύτητας και εντιμότητας Σταθόπουλος, ΓενΕνΔ γ΄, σ. 86, ΑΠ 1064/72)
φαίνεται να τείνει περισσότερο προς την πρώτη εκδοχή της, ενώ ο παλαιότερος (ως συμπεριφοράς «ε-
πιβαλλομένης εις τον χρηστόν και έμφρονα συναλλασσόμενο», Μπαλής, ΓενΑρχ8 & 88) φαίνεται γενι-
κότερος.
392 Digesta 2003 Κωνσταντίνος Ν. Χριστοδούλου Τεύχος Δ΄
01/07/05 Digesta ΡΕΝΑ
Φωτοστοιχειοθεσία Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΗΣ
ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 7
ΤΗΛ. 210-36.36.325
FAX 210-36.25.849
ματος ΑΚ 374: Εξάλλου φαίνεται απίθανο να διατηρηθεί στις υπόλοιπες επώνυμες
αμφοτεροβαρείς συμβάσεις ο παλαιός νομολογιακός9 αποκλεισμός της ένστασης
της ΑΚ 374, όταν προσφέρεται ελαττωματική παροχή, αφού εξέλιπε το δογματικό
θεμέλιό της άποψης αυτής, η θεωρία της αγορανομικής ευθύνης. Άλλωστε ήδη και
πριν από τη μεταρρύθμιση η νομολογία είχε αρχίσει να μεταστρέφεται10.
γ. Η κατ’ ΑΚ 387 § 1 αποζημίωση ως θετικό διαφέρον και πλήρης αποκατάσταση
της περαιτέρω ζημίας: Επίσης μετά τη νομοθετική διευκρίνιση του ΑΚ 543 ότι η
σωρευτικά προς την υπαναχώρηση προβλεπόμενη αποζημίωση αφορά το (υπερ)θε-
τικό διαφέρον (περαιτέρω ζημία), φαίνεται απίθανο να προσδοθεί ερμηνευτικά ο-
ποιοδήποτε άλλο νοηματικό περιεχόμενο στην εύλογη αποζημίωση που οφείλεται
σωρευτικά με κάθε νόμιμη υπαναχώρηση σύμφωνα με τη διάταξη του ΑΚ 387 § 1.
ΙΙΙ. Αναλογική επέκταση του ν. 3043/02 πέρα από την πώληση
1. Από την πώληση σε άλλες επώνυμες συμβάσεις
α. Από την πώληση σε κάθε σύμβαση προμήθειας: Ενόψει και των Σ 4 § 1 και
ΣυνθΕΚ 153 φαίνεται προβληματικό να ευθύνεται επαχθέστερα – ιδίως έναντι του
καταναλωτή – ο πωλητής από άλλες κατηγορίες προμηθευτών, εργολάβων, εκμισ-
θωτών κ.ά.. Η διαφοροποίηση φαίνεται να συνιστά ατέλεια στο νομοθετικό σχέδιο,
μολονότι και επιβεβαιώνεται από σειρά προγενέστερων του ν. 3043/2002 διατά-
ξεων του ΑΚ, αλλά και προκύπτει από την επίμονη άρνηση του ευρωπαίου νομο-
θέτη σε εξωσυμβατικό επίπεδο να καθιερώσει το θεσμό ευθύνης του παρέχοντος
υπηρεσίες αντιστοίχως προς την ευθύνη του παραγωγού τυποποιημένων προϊό-
ντων. Αναλυτικότερα οι επιμέρους διαφοροποιήσεις της ευθύνης του πωλητή ένα-
ντι των λοιπών προμηθευτών έχουν ως εξής:
αα. Αναφορικά με το κατ’ ΑΚ 537 § 2 τεκμήριο προΰπαρξης του ελαττώματος
πριν από τη μετάθεση του κινδύνου: Υπό την εκτεθείσα οπτική γωνία (τ.ε. ενόψει
των Σ 4 § 1 και ΣυνθΕΚ 153) φαίνεται προβληματικό να βαρύνεται ιδίως έναντι
του καταναλωτή μόνο ο πωλητής και όχι και οποιοσδήποτε άλλος προμηθευτής
(π.χ. ο εργολάβος) με εξάμηνο τεκμήριο προΰπαρξης τυχόν διαπιστωνόμενων πρα-
γματικών ελλείψεων. Μάλιστα στην περίπτωση του εργολάβου η σε βάρος του α-
ναστροφή του βάρους της απόδειξης παρίσταται ακόμη περισσότερο δικαιολογημέ-
νη, αφού, σε αντίθεση με το (μετα)πωλητή συσκευασμένου προϊόντος, ο εργολάβος
προκάλεσε αυτός ο ίδιος τις πραγματικές ελλείψεις του προϊόντος και είναι υποχρεω-
μένος τουλάχιστον να τις γνωρίζει.
ββ. Αναφορικά με την ευθύνη για συνομολογημένες ιδιότητες: Για τους λόγους
που καταδεικνύονται παρακάτω (β), ο θεσμός της εγγύησης της ΑΚ 559 είναι από
9. Βλ. π.χ. ΕφΑθ 8412/1991 ΕλΔνη 33, 1497, ΕφΑθ 6979/1984 ΑρχΝ 35, 675, ΜονΠρωτΘεσ
18069/1994 Αρμ 49, 761 (όχι απόλυτος αποκλεισμός, ΕιρΚαστοριάς 156/1987 ΑρχΝ 39, 531).
10. ΑΠ 55/2000 ΕΕΝ 68, 730. ΑΠ 551/2000 ΕλΔνη 41, 1658.
Τεύχος Δ΄ Τα όρια του πεδίου εφαρμογής της μεταρρύθμισης Digesta 2003 393
την ίδια του τη φύση εφαρμόσιμος και επί της συμβάσεως έργου σχετικά με τις συ-
νομολογούμενες προδιαγραφές του έργου (βλ. και ΑΚ 361). Μολαταύτα πρόβλεψη
υποκειμενικής και όχι αντικειμενικής ευθύνης του εργολάβου για την έλλειψη τέ-
τοιων εγγυημένων ιδιοτήτων σε αντίθεση με την αντικειμενική ευθύνη του πωλητή
δικαιολογείται κατ’ αρχήν, στο μέτρο που στην πώληση η έλλειψη των συνομολο-
γημένων ιδιοτήτων θα παρουσιάζεται ως αρχική (ΑΚ 543), σε αντίθεση με τη μίσ-
θωση έργου, όπου η έλλειψη θα εμφανίζεται εκ των υστέρων, οπότε η ρύθμιση της
ΑΚ 689 ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με την ΑΚ 544. Φυσικά τα μέρη δεν θα εμποδίζο-
νται να συμφωνήσουν αντικειμενική ευθύνη του εργολάβου και για επιγενόμενες
ελλείψεις (όπως και του πωλητή).
Ενόψει των σκέψεων αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτό – με αναλογία δικαίου ή
με ερμηνεία της σχετικής συμφωνίας σύμφωνα με ΑΚ 20011 – ότι τέτοια ρητή συμ-
φωνία θα περιττεύει για τη θεμελίωση αντικειμενικής ευθύνης του εργολάβου για
έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, εφόσον το αίτιο της έλλειψης προϋφίστατο
της καταρτίσεως της συμβάσεως, διαφορετικά δεν θα επρόκειτο μόνον για κραυγα-
λέα ανισότητα, αλλά και για αδικαιολόγητη (και άνιση) προσβολή της ιδιωτικής
αυτονομίας των μερών προς συνομολόγηση εγγύησης (Σ 4 παρ.1).
γγ. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις της απαλλαγής του προμηθευτή από τον πελά-
τη του (έγκριση - ανεπιφύλακτη αποδοχή): Από την ίδια πιο πάνω σκοπιά της ισότη-
τας όμοια αδικαιολόγητη είναι κατά ΑΚ 692 και η αποστέρηση του εγκρίναντος
ελαττωματικό έργο εργοδότη καταναλωτή από τα δικαιώματά του, ακόμη και αν
αυτός αγνοούσε τα ελαττώματα12, σε αντίθεση προς τις κατά ΑΚ 545, 581 προνο-
μιακότερη θέση του αγοραστή ή του μισθωτή, που μόνον εν γνώσει τους απεμπο-
λούνται τα δικαιώματά τους.
δδ. Αναφορικά με το διαφορετικό μέτρο συνυπαιτιότητας του πελάτη: Το ίδιο ι-
σχύει και για την κατά ΑΚ 537 § 1 προνομιακή θέση του βαρέως συναμελούς (συ-
νυπαιτίου) περί το ελάττωμα αγοραστή έναντι της αδικαιολόγητα πλέον μειονεκτι-
κότερης θέσης του μισθωτή και της ακόμη μειονεκτικότερης του εργοδότη σύμφω-
να με τις ΑΚ 580 και 691 (ακόμη και για ελαφρά αμέλεια), διατάξεων αντίστοιχων
προς το παλαιότερο ΑΚ 537, μη εναρμονιζόμενων πλέον προς το νέο ΑΚ 537 § 1,
ήτοι επιγενόμενων ακουσίων ατελειών στο νομοθετικό «σχέδιο» (συγκεκαλυμμέ-
νων κενών)13.
εε. Αναφορικά με το διαφορετικό χρόνο παραγραφής στην προμήθεια κινητών:
Ομοίως προβληματική η κατά ΑΚ 554 διετής ευθύνη του – συνήθως αγνοούντος
την έλλειψη – λιανοπωλητή συσκευασμένου κινητού και όχι και του κατασκευαστή
11. Βλ. Ομοίως και παρακάτω β.ββ.inf.
12. Πολλώ μάλλον ενόψει της ακραίας θέσης της νομολογίας, που ταυτίζει την παραλαβή με την
έγκριση.
13. Βλ. ομοίως παρακάτω β.ββ.inf.
394 Digesta 2003 Κωνσταντίνος Ν. Χριστοδούλου Τεύχος Δ΄
01/07/05 Digesta ΡΕΝΑ
Φωτοστοιχειοθεσία Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΗΣ
ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 7
ΤΗΛ. 210-36.36.325
FAX 210-36.25.849
του (ΑΚ 693) ή – πολλώ μάλλον – κατ’ ΑΚ 560 επιμήκυνση της προθεσμίας της
αναγωγικής ευθύνης του χονδρεμπόρου και όχι και του κατασκευαστή του προϊό-
ντος. Η διαφορά αυτή – τετραπλασιασμός της προθεσμίας ευθύνης, από έξι μήνες
σε δύο χρόνια –, αν και κραυγαλεότερη από τις άλλες, είναι μολαταύτα δυσκολότε-
ρα ανατρέψιμη με τελολογική συστολή, ενόψει της αναγκαίας για το δίκαιο της πα-
ραγραφής βεβαιότητας δικαίου.
στστ. Αναφορικά με την προστασία του καταναλωτή απέναντι σε άλλους προμη-
θευτές (εκτός από τον πωλητή): Ακόμη όμοια αδικαιολόγητη η κατ’ άρθρ. 5 ν. 2251/
1994 απαγόρευση απαλλακτικών ρητρών μόνον υπέρ του ελαφρώς αμελούς επαγ-
γελματία πωλητή και όχι και υπέρ του ελαφρώς αμελούς επαγγελματία εργολάβου
ή εκμισθωτή.
ζζ. Ομοίως ατέλεια στο νομοθετικό σχέδιο συνιστά ο περιορισμός της κατά νο-
μοθετική παραπομπή (ΑΚ 562) αναλογικής εφαρμογής της ευθύνης του πωλητή για
πραγματικές ελλείψεις μόνο στις συμβάσεις προμήθειας δικαιωμάτων («εκποιήσεις
επ’ ανταλλάγματι»). Αιτία του σφάλματος είναι η μηχανιστική επανάληψη της δια-
τυπώσεως της ΑΚ 520, μολονότι η τελευταία – ως ρυθμιστική της ευθύνης για νο-
μικά ελαττώματα – μόνο επί συμβάσεων για μεταβίβαση δικαιωμάτων θα μπορού-
σε να εφαρμοσθεί, περιορισμός που δεν ισχύει βέβαια προκειμένου για την ευθύνη
από πραγματικές ελλείψεις14.
β. Από την εγγύηση στην πώληση στη (γενική) εγγύηση των ΑΚ 847 επ.: Στο ίδιο
πλαίσιο χαρακτηριστικός είναι ο αμφίδρομος τρόπος με τον οποίο διαλέγεται (επη-
ρεάζεται και επηρεάζει) η εγγύηση της ΑΚ 559 προς την εγγύηση της ΑΚ 847. Με-
τά τη νομοθετική θέσπιση υποχρέωσης του πωλητή να παραδώσει πράγμα απαλ-
λαγμένο πραγματικών ελαττωμάτων, η εγγύηση στην πώληση αποτελεί κι αυτή συ-
νομολόγηση οφειλής προς διασφάλιση της εκπλήρωσης μιας προϋφιστάμενης υπο-
χρέωσης (ανταπόκρισης στη σύμβαση)15.
Έτσι υπόκειται στο ίδιο αναγκαστικό δίκαιο με αυτήν (π.χ. σε έγγραφο τύπο ΑΚ
849α αναπληρούμενο με την εκπλήρωση ΑΚ 849β16) – εφόσον δεν ορίζεται διαφο-
ρετικά (π.χ. ως προς τη δυνατότητα μηχανικής υπογραφής, όπως συμβαίνει προκει-
μένου για τις διαφημίσεις κατά ΑΚ 55917) –, ενώ η ευθύνη του εγγυωμένου μπορεί
να υποβληθεί σε εκ των προτέρων συμβατικούς περιορισμούς (π.χ. χρονικούς ΑΚ
866, ποσοτικούς) ακόμη και πέρα από τα όρια της ΑΚ 332 και 334 § 2, πράγμα που
δεν ισχύει φυσικά για τις υπόλοιπες υποσχέσεις.
14. Υπό την έποψη αυτή φαίνεται σήμερα πλέον αδικαιολόγητα επιφυλακτική η περιορισμένη α-
ναλογική επέκταση της ΑΚ 562 από την κρατούσα γνώμη (Γαζής, ΕρμΑΚ 562 αρ 2-5, Κρητικός, σε
Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ 562 αρ. 1-2).
15. Βλ. Παπανικολάου/Χριστοδούλου, Το νέο δίκαιο της ευθύνης του πωλητή, αρ. 786.
16. Βλ. Παπανικολάου/Χριστοδούλου, ό.π. αρ. 796-797.
17. Βλ. Παπανικολάου/Χριστοδούλου, ό.π.
Τεύχος Δ΄ Τα όρια του πεδίου εφαρμογής της μεταρρύθμισης Digesta 2003 395
Από την άλλη πλευρά γεννάται εύλογα το ερώτημα αν τον ενδοτικό δίκαιο των
ΑΚ 847-869 είναι εν αμφιβολία εφαρμόσιμο και εδώ, δηλ. αν η εγγύηση της ΑΚ
559 είναι το ίδιο αιτιώδης όσο και αυτή της ΑΚ 847. Εξαρτάται και στην πώληση η
εγγύηση τόσο πολύ από την αιτία της – το εξασφαλιζόμενο χρέος –, ώστε να παρέ-
πεται (κατά κύρος ΑΚ 850, 853) και να έπεται (κατ’ εκπλήρωση – αρχή της επικου-
ρικότητας – ένσταση διζήσεως ΑΚ 855) αυτού; Φυσικά η απάντηση στο ερώτημα
δεν μπορεί παρά να δίδεται κάθε φορά in concreto. Γενικά φυσικά η εγγύηση είναι
ως υποσχετική δικαιοπραξία κατ’ αρχήν αιτιώδης (ΑΚ 873 e contr.) με την έννοια
ότι για το κύρος της προϋποτίθεται αγοραπωλησία. Όμως η εξάρτησή της από τους
συγκεκριμένους όρους της αγοραπωλησίας – π.χ. χρόνο μετάθεσης του κινδύνου ως
χρόνο ευθύνης, συμβατικές προδιαγραφές του πωληθέντος κ.ά. – υποχωρεί εφόσον
τα ζητήματα αυτά έχουν ρητώς και ειδικώς ρυθμισθεί στο σώμα της – π.χ. με κα-
θιέρωση ειδικής προθεσμίας ευθύνης (εγγυητικής προθεσμίας ΑΚ 556), με τη συ-
νομολόγηση συγκεκριμένων (συνομολογουμένων) ιδιοτήτων του πράγματος και
την καθιέρωση συγκεκριμένων συνεπειών της έλλειψής τους (συνήθως υποχρέωση
διόρθωσης και άμεσης προσωρινής – μέχρι τη διόρθωση – ή οριστικής αντικατά-
στασης, σπανιότερα δε: αποζημίωσης), χωρίς αναφορά στις αντίστοιχες ρυθμίσεις
της αγοραπωλησίας (ΑΚ 873 βλ. και 850β)18.
Ο όλος προβληματισμός δεν αναιρεί βέβαια λογικά την υπαγωγή της εγγύησης
της ΑΚ 559 στην έννοια της κατ’ ΑΚ 847 εγγύησης, αφού κάτι τέτοιο και λογικά
πρωθύστερο θα ήταν και θα συνεπαγόταν κατ’ αποτέλεσμα την αδυναμία εφαρμο-
γής της ΑΚ 847 επί μη χρηματικών οφειλών, μολονότι ο νόμος δεν διακρίνει.
Πράγματι τι νόημα θα μπορούσε να έχει η εξασφάλιση οποιασδήποτε μη χρηματι-
κής απαίτησης με προσωπική ασφάλεια, παρά μιας «εγγύησης» σαν αυτήν που πε-
ριγράφεται στην ΑΚ 55919; Μολαταύτα παρέχει σε κάθε περίπτωση το έναυσμα για
τις ακόλουθες πολυεπίπεδες για τη μεθοδολογία του αστικού δικαίου σκέψεις προς
την κατεύθυνση της αμφίδρομης αλληλεπίδρασης ανάμεσα στους δύο θεσμούς:
αα. Στο επίπεδο της ερμηνείας των συμβάσεων η εγγύηση του κατασκευαστή ως
η συνηθέστερη μορφή (Typus20) του πραγματικού της ΑΚ 559 στοχεύει εμπορικά
στη μεγαλύτερη δυνατή αύξηση της αξιοπιστίας και της κυκλοφορίας του προϊό-
ντος του σαν τέτοιου, δηλ. ως εκ της προελεύσεώς του από τον συγκεκριμένο οίκο,
ανεξάρτητα από το πρόσωπο του συγκεκριμένου λιανοπωλητή. Είναι προφανές ότι
ένας τέτοιος σκοπός βραχυκυκλώνεται και μένει χωρίς πρακτικό αντίκρυσμα, όταν
18. Βλ. Παπανικολάου/Χριστοδούλου, ό.π. αρ. 795.
19. Ότι ως εκ τούτου ο θεσμός της εγγύησης της ΑΚ 559 είναι από την ίδια του τη φύση εφαρμό-
σιμος και επί της συμβάσεως έργου σχετικά με τις συνομολογούμενες προδιαγραφές του έργου βλ. αναλυ-
τικότερα παραπάνω (α. ββ.).
20. Για την έννοιά του και την τυπολογική ανάλυση βλ. α.ά. Larenz/Canaris, MethL, σελ. 36 επ.,
Παπανικολάου, Μεθοδολογία του Ιδιωτικού Δικαίου και ερμηνεία των Δικαιοπραξιών, αρ. 137.
396 Digesta 2003 Κωνσταντίνος Ν. Χριστοδούλου Τεύχος Δ΄
01/07/05 Digesta ΡΕΝΑ
Φωτοστοιχειοθεσία Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΗΣ
ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 7
ΤΗΛ. 210-36.36.325
FAX 210-36.25.849
το κύρος και η έκταση της εγγύησης εξαρτάται συνεχώς από τη σχέση με τον τελι-
κό πωλητή στο πλαίσιο των ΑΚ 850α, 851 και 853, πολλώ δε μάλλον όταν ο κατα-
ναλωτής θα πρέπει να αναλάβει προηγουμένως το εγχείρημα να εναγάγει τον λια-
νέμπορο και μάλιστα να περιμένει την έκβαση της αναγκαστικής εκτέλεσης εναντί-
ον του στο πλαίσιο της ΑΚ 855.
Έτσι είναι σαφές γιατί ερμηνευόμενη η εγγύηση του παραγωγού κατά την αντί-
ληψη των συναλλαγών αποκλείει σιωπηρά την εφαρμογή των ΑΚ 853 και 855 επ.,
αρκούμενη – από τη σκοπιά της αρχής του παρεπομένου – απλώς στην προϋπόθεση
της προηγούμενης υποστατής πώλησης (ως κλάσματος των ΑΚ 851α και 853) Η
εγγύηση αυτή δεν αποτελεί σε τελική ανάλυση παρά ένα ακόμη προϊόν του κατα-
σκευαστή που κυκλοφορεί διαμέσου των εκάστοτε λιανοπωλητών χωρίς αυτοί να
μπορούν να επέμβουν σ’ αυτό (όπως και στα συσκευασμένα προϊόντα που πω-
λούν). Το ίδιο όμως συμβαίνει και στην εγγύηση της ΑΚ 847, όταν αυτή παρέχεται
ως εγγυητική επιστολή21. Κι εδώ η εγγύηση δεν αποτελεί παρά εμπορικό προϊόν
της τράπεζας με αυξημένη δυνατότητα κυκλοφορίας, προοριζόμενο να προσδώσει
αξιοπιστία, αγαθό αυθύπαρκτο απέναντι στις σχέσεις των μερών.
Αντιστρόφως, όταν τρίτος εγγυώμενος τις προδιαγραφές του πωλουμένου δεν
είναι ο κατασκευαστής, αλλά – κατ’ ασυνήθη συγκυρία – ένας ιδιώτης π.χ. συγγε-
νής του πωλητή, ο δε αγοραστής δεν είναι καταναλωτής τότε το ενδοτικό δίκαιο
των ΑΚ 847 επ. είναι οπωσδήποτε εν αμφιβολία εφαρμοστέο, καθώς είναι εύλογο
μια τέτοια διαβεβαίωση να είναι και παρεπόμενη και επικουρική, παρεχόμενη μό-
νον ως πρόσθετη εξασφάλιση του αγοραστή για την περίπτωση που ο πωλητής α-
ποδειχθεί αφερέγγυος. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό και όταν την αξία ή τις ιδιό-
τητες μιας πωλουμένης επιχείρησης τις εγγυάται προς την αγοράστρια εταιρία η
μητρική εταιρία της πωλήτριας. Κι εδώ σκοπός της εγγύησης είναι να αυξηθεί η
έναντι της αγοράστριας υπέγγυα περιουσία για την περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης
της σχέσης της με την πωλήτρια κι όχι βέβαια η άμεση εξυπηρέτηση του αγοραστή
μετά την πώληση με διόρθωση, αντικατάσταση κ.λπ.
ββ. Στο επίπεδο της ιστορικής ερμηνείας: Αυτές οι περιπτώσεις μη επαγγελματι-
κής χαριστικής εγγύησης στην πώληση είναι όντως λιγοστές στην πράξη, σχεδόν
εξίσου όμως λιγοστές όπως πλέον και η μη τραπεζική εγγύηση. Έτσι στο επίπεδο
της ιστορικής ερμηνείας παρατηρείται επομένως ότι, αν ο νομοθέτης των ΑΚ 847
επ. είχε προ οφθαλμών ως ρυθμιστέο τύπο την τραπεζική εγγύηση – φαινόμενο λι-
γότερο διαδεδομένο εκείνον τον καιρό απ’ ό,τι σήμερα –, θα εκκινούσε, ενόψει των
συνηθειών των συναλλαγών, από ρυθμιστικό μοντέλο αντίθετο προς αυτό της αι-
τιώδους εγγύησης των ΑΚ 847. Τούτο, καθώς είναι εύλογη η επίταση της ευθύνης
21. Ότι η εγγυητική επιστολή συνιστά (αναιτιώδη) εγγύηση με την έννοια της ΑΚ 847 όπου ο εγ-
γυητής παραιτείται από όλες τις σχετικές ενστάσεις βλ. ΑΠ 653/73 ΝοΒ 22, 50 επ.
Τεύχος Δ΄ Τα όρια του πεδίου εφαρμογής της μεταρρύθμισης Digesta 2003 397
του έμπειρου επαγγελματία εγγυητή (τ.ε. του εξ επαχθούς αιτίας και κατά συνήθεια
παρέχοντος εγγυήσεις) σε σχέση με του απλού ιδιώτη.
Με λίγα λόγια η διαφορά ανάμεσα στις ρυθμίσεις των ΑΚ 847 επ. και 556, 559
και η συνακόλουθη ως εκ τούτου όχι πλήρης εφαρμοσιμότητα των μεν στις δε, ήτοι
του ενδοτικού δικαίου της εγγύησης στην εγγύηση του κατασκευαστή στην πώλη-
ση δεν οφείλεται σε κάποια εννοιολογική διαφορά ανάμεσα στους θεσμούς, αλλά
σε ένα οφειλόμενο στην τότε άγνωστη μεταγενέστερη μεταβολή της οικονομικής
πραγματικότητας επιγενόμενο ακούσιο συγκεκαλυμμένο νομοθετικό κενό με την
έννοια της ατέλειας στο νομοθετικό σχέδιο: το ότι ο νομοθέτης της ΑΚ 847 εκκινεί
από το – τότε συνήθως συμβαίνον – πρότυπο του χαριστικώς και μη επαγγελματι-
κώς δρώντος εγγυητή, ενώ σήμερα η αντικειμενική ερμηνεία της ΑΚ 559 (μολονότι
το γράμμα του νόμου σιωπά και δεν διακρίνει) ανάγει ως βασικό ρυθμιστέο τύπο
εγγυωμένου τον κατασκευαστή παραγωγό. Το κενό του ενδοτικού δικαίου δεν είναι
όμως ανάγκη να πληρωθεί με αναλογία (praeter legem ερμηνεία) νόμου, αφού αρ-
κεί προς τούτο η δυνάμει των συναλλακτικών ηθών αντικειμενική ερμηνεία της
συμβάσεως (ΑΚ 200), που διορθώνει το ενδοτικό δίκαιο.
γγ. Στο επίπεδο του αστικού δόγματος: Αναιτιώδης η επαγγελματικώς παρεχόμε-
νη προσωπική ασφάλεια: Σε κάθε περίπτωση η δογματική σημασία της παραπάνω
διαπιστώσεως είναι προφανής: Ενόψει των παραπάνω ο ερμηνευτής θα πρέπει να
δέχεται κατ’ αρχήν ως αναιτιώδη (ή έστω αναιτιωδέστερη) την προσωπική ασφά-
λεια που παρέχεται στον καταναλωτή από επαγγελματία ειδικευμένο προς τούτο
και ως αιτιώδη την προσωπική ασφάλεια που παρέχεται από ιδιώτη, πολλώ μάλλον
την παρεχόμενη χαριστικώς. Το φαινόμενο δεν είναι άγνωστο στο κλασικό αστικό
δίκαιο: Ο βαθμός της εξάρτησης του κύρους μιας δικαιοπραξίας από την αιτία της
εξαρτάται από το ποιόν αυτής της ίδιας της αιτίας της. Βλ. π.χ. τις αφηρημένες α-
ναγνωρίσεις οφειλών από παίγνιο ή στοίχημα, που – αντίθετα και προς τη θέληση
των μερών τους – εξακολουθούν να συνεπάγονται την ατέλεια των γεννωμένων εξ
αυτών (φυσικών) ενοχών (ακόμη κι αν καταρτίσθηκε εν γνώσει της ατέλειας της
αιτίας τους), σε αντίθεση προς την αφηρημένη αναγνώριση παραγεγραμμένων ο-
φειλών, που γεννά πλήρως αγώγιμα χρέη (ακόμη κι αν καταρτίσθηκε εν αγνοία της
παραγραφής).
Γενικότερα από την επιγενόμενη ακούσια ατέλεια στο νομοθετικό σχεδιασμό
της ρύθμισης της εγγύησης από τη σκοπιά του αιτιώδους αυτής μπορεί πράγματι να
αποκαλυφθεί το δογματικό και συστηματικό βάθος της σημασίας της πρόσφατης δο-
μικής διαίρεσης του ιδιωτικού δικαίου σε δίκαιο προστασίας του καταναλωτή και
μη: Μέχρι το ν. 3043/02 η διάκριση γινόταν αντιληπτή στην ελληνική έννομη τάξη
ως συστηματική κατάταξη των σχετικών ρυθμίσεων σε διαφορετικό νομοθέτημα:
στο ν. 2251/1994 (και άλλους ειδικούς νόμους) ή στον ΑΚ. Μετά τις τροποποιήσεις
που επέφερε στον ΑΚ ο ν. 3043/2002 ως προς τις απαλλακτικές ρήτρες χωρίς δια-
398 Digesta 2003 Κωνσταντίνος Ν. Χριστοδούλου Τεύχος Δ΄
01/07/05 Digesta ΡΕΝΑ
Φωτοστοιχειοθεσία Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΗΣ
ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 7
ΤΗΛ. 210-36.36.325
FAX 210-36.25.849
πραγμάτευση, ως προς την μετάθεση του χρόνου έναρξης της παραγραφής των δι-
καιωμάτων του αγοραστή λόγω μεταπώλησης, ως προς τη δεσμευτικότητα της δια-
φήμισης και ως προς το αιτιώδες της εγγύησης η ερμηνευτική διαφοροποίηση του
δικαίου των συμβάσεων σε καταναλωτικές και μη φαίνεται να υπεισέρχεται και στο
σώμα των ρυθμίσεων του ΑΚ. Πράγματι, όπως ήδη δείχθηκε προκειμένου για την
εγγύηση, μολονότι ο νόμος δεν διακρίνει, οι παραπάνω νέες ρυθμίσεις δεν δικαιο-
λογούνται (εξίσου τουλάχιστον) όταν δεν πρόκειται για καταναλωτική σύμβαση.
Δεδομένου μάλιστα ότι το αιτιώδες της εγγύησης υπόκειται σε διαβαθμίσεις (ε-
ξάρτηση από την υπόσταση, το κύρος, την ακυρωσία, την ευδοκίμηση της εκτέλε-
σης της κύριας σύμβασης, δυνατότητα προβολής ενστάσεων απ’ αυτήν κ.λπ.) θα
μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η διαφοροποίηση του αιτιώδους της εγγύησης
τρίτου ανάλογα με το αν αυτή δίδεται από επαγγελματία προς καταναλωτή είναι σε
τελευταία ανάλυση κινητή22:
Έτσι είναι εν αμφιβολία εύλογο να ευθύνεται η τράπεζα ή ο κατασκευαστής
απέναντι στον καταναλωτή, ακόμη κι αν η κύρια οφειλή είναι άκυρη ή ακυρώσιμη,
πράγμα που πιθανότατα δεν θα ισχύει όταν ο αγοραστής είναι έμπορος, αφού τότε ο
ίδιος δεν θα δεσμεύεται να την προωθήσει περαιτέρω στους καταναλωτές, πολλώ
μάλλον καθώς είναι πιθανόν η εγγύηση να μην απευθύνεται καν σ’ αυτόν, αλλά
στον καταναλωτή. Στην περίπτωση πάντως που η κύρια οφειλή είναι έγκυρη ο μη
καταναλωτής αγοραστής δεν θα βαρύνεται να στραφεί πρώτα κατά του αμέσου πω-
λητή του, αφού στόχος και αυτής της εγγύησης παραμένει η αύξηση της αξιοπιστί-
ας του προϊόντος καθ εαυτό, άσχετα από το πρόσωπο του εμπόρου που το διακινεί.
Τουναντίον αυτός που εγγυάται λόγω των προσωπικών του δεσμών με τον υ-
πέρ ου (συγγενικών ή εταιρικών) δεν στοχεύει στην εμπορική ενίσχυση του αντι-
κειμένου της κύριας οφειλής (του πωληθέντος ή των υπηρεσιών – επί εγγύησης υ-
πέρ εργολάβου –, πράγματος κ.λπ.), αλλά μόνον στην συμπλήρωση της ελλείπου-
σας φερεγγυότητας του υπέρ ου, οπότε στην περίπτωση αυτή θα είναι οπωσδήποτε
εύλογο να ευθύνεται ο εγγυητής μόνον όταν ο υπέρ ου αποδειχθεί αφερέγγυος, προ-
τείνοντας μέχρι τότε την ένσταση της δίζησης. Τέτοιος σκοπός του εγγυητή θα πι-
θανολογείται περισσότερο από τον χαριστικό παρά από τον εταιρικό χαρακτήρα
της σχέσης του προς τον υπέρ ου.
2. Από το ειδικό στο γενικό ενοχικό δίκαιο
Εξάλλου δεν σπανίζουν διατάξεις του νέου (αλλά και του παλαιότερου) δικαίου
της πώλησης, που απηχώντας γενικότερο πνεύμα, το γενικότερο νομοθετικό σχέδιο,
είναι με την έννοια αυτή εφαρμοστέες (ή έστω στο μέτρο αυτό ληπτέες υπ’ όψιν)
και στα κενά του συνόλου του ενοχικού δικαίου, όπως π.χ. η ΑΚ 540 σε συνδ. με
22. Με την έννοια του Wilburg, Entwicklung eines beweglichen Systems im bϋrgerlichen Recht,
1950.
Τεύχος Δ΄ Τα όρια του πεδίου εφαρμογής της μεταρρύθμισης Digesta 2003 399
536 (και 546) για την ευθύνη του πωλητή σε αντικατάσταση ή υπαναχώρηση λόγω
καθυστέρησης στη διόρθωση του ελαττώματος, ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του.
Με την ίδια πιο πάνω λογική είναι αναλογικά πληρωτέο το κενό του γενικού ενοχι-
κού δικαίου αναφορικά με την ανυπαίτια (απλή) καθυστέρηση στις αμφοτεροβα-
ρείς συμβάσεις σύμφωνα με τις ΑΚ 383, 385: Κι εδώ ο δανειστής θα δικαιούται
μεν να υπαναχωρήσει άμεσα, αν εξέλιπε το συμφέρον του να αναμείνει τη συμμόρ-
φωση του οφειλέτη προς το πρωτογενές χρέος, διαφορετικά θα πρέπει να του τάξει
μια εύλογη προθεσμία συμμόρφωσης.
IV. Συμπεράσματα
1. Η διάκριση σε γενικό και ενοχικό δίκαιο
Γενικότερα αναφορικά με τη διάκριση γενικού και ειδικού ενοχικού δικαίου θα
αξίζει να αναφερθούν τα εξής: Η διάκριση γενικού και ειδικού ενοχικού δικαίου
διακυβεύεται από την κατά βάσιν ομοιόμορφη ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα
στις επαχθείς επώνυμες συμβάσεις και την συνεπαγόμενη praeter legem διορθωτική
ερμηνεία ανομοιόμορφη ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα στις χαριστικές23, από
την κατάστρωση στο ειδικό μέρος του ενοχικού του ΑΚ θεσμών γενικότερης θεμε-
λιώδους δογματικής σημασίας (όπως οι αδικοπραξίες, ο αδικαιολόγητος πλουτι-
σμός και η διοίκηση αλλοτρίων), αλλά και από τη συνεχή εισαγωγή άλλων με ειδι-
κά (αλλά θεμελιώδη) νομοθετήματα.
Πράγματι στο επίπεδο της ενδοσυμβατικής ευθύνης η διάκριση σχετικοποιείται
από τη την σχεδόν ομοιόμορφη ειδική ευθύνη για νομικά και πραγματικά ελαττώ-
ματα στις επιμέρους επώνυμες συμβάσεις του ΑΚ και πολλώ μάλλον την εν αμφι-
βολία συμπληρωτική εφαρμογή των ρυθμίσεων τις ευθύνης του πωλητή στις ανώ-
νυμες ανταλλακτικές συμβάσεις σύμφωνα με τη κατά ρητή νομοθετική παραπομπή
(ΑΚ 56224) και την ως εκ τούτου κατ’ ουσίαν εξάντληση του ρυθμιστικού κενού
αναφορικά με την πλημμελή εκπλήρωση στις γενικές ΑΚ 335 επ. και 380 επ.
Άλλωστε ήδη στο πλαίσιο του γενικού ενοχικού εξετάζονται οι διακρίσεις των
ενοχών κατά τον γενεσιουργό τους λόγο25, όπου συνήθως συμπεριλαμβάνονται και
συνεξετάζονται – πολύ ορθά και πειστικά – θεσμοί καταστρωμένοι από τον ιστορι-
κό νομοθέτη στην ύλη του ειδικού ενοχικού δικαίου, όπως οι ex lege ενοχές από
23. Βλ. παραπάνω υποσ. 5.
24. Βλ. και την ΑΚ 420 που όμως παραγνωρίζει το ενδεχόμενο δόσης αντί καταβολής χρέους από
χαριστική αιτία και ως εκ τούτου θα υπόκειται σε αντίστοιχη τελολογική συστολή, λύση που μπορεί να
επιτευχθεί και με την προβολή της ένστασης του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά του δανειστή που
επικαλείται δικαιώματα από ελλείψεις του αντί καταβολής δοθέντος, μολονότι η αιτία του χρέους δεν
θα δικαιολογούσε τέτοια ευθύνη του οφειλέτη για ελλείψεις της πρωτογενώς οφειλόμενης παροχής
(π.χ. δυνάμει της ΑΚ 499 ή της ΑΚ 467).
25. Βλ. π.χ. α.ά. Σταθόπουλο, ΓενΕνΔ γ΄ εκδ., Κεφ. Γ΄, σ. 243-347.
400 Digesta 2003 Κωνσταντίνος Ν. Χριστοδούλου Τεύχος Δ΄
01/07/05 Digesta ΡΕΝΑ
Φωτοστοιχειοθεσία Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΗΣ
ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 7
ΤΗΛ. 210-36.36.325
FAX 210-36.25.849
αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό, αλλά και η διοίκηση αλλοτρίων. Μια
τέτοια υπαγωγή φαίνεται και εύστοχη και πειστική, πολλώ μάλλον αν σκεφθεί κα-
νείς τη γενικότερη σημασία των θεσμών αυτών για το δίκαιο της αστικής ευθύνης,
αλλά και ως υποκαταστάτων της σύμβασης (π.χ. καθώς με τη διοίκηση αλλοτρίων
ιδρύεται ενοχική σχέση και ενδοσυμβατική ευθύνη χωρίς προηγούμενη κατάρτιση
σύμβασης, από μόνην την πραγματική επαφή του ενός μέρος προς τις υποθέσεις του
άλλου).
Εξάλλου η διάκριση σε γενικό και ειδικό ενοχικό σχετικοποιείται ολότελα, αν
αναλογισθεί κανείς πρώτ’ απ’ όλα ότι ο αριθμός των επωνύμων συμβάσεων μετα-
βάλλεται εξ ορισμού συνεχώς με πρωτοβουλία του κοινού νομοθέτη, ακόμη και πέ-
ρα από τον αστικό κώδικα, με αποτέλεσμα να φαίνεται δύσκολη η δημιουργία μιας
σταθερής δογματικής σπονδυλικής στήλης για το ειδικό ενοχικό δίκαιο. Έτσι κάλ-
λιστα μπορούν να υπαχθούν στις επώνυμες αστικές συμβάσεις και συμβάσεις που ρυ-
θμίζονται με ειδικά νομοθετήματα, όπως το time-sharing, το leasing, το forfaiting και
το factoring. Ο αστικός χαρακτήρας και η (όχι μόνον ως εκ τούτου) γενικότερη δογ-
ματική σημασία των συμβάσεων αυτών αποτελεί πλέον αναμφισβήτητο κοινό τόπο26.
Σε τελευταία ανάλυση αξίζει να διερωτηθεί κανείς αν η διάκριση ειδικού και
γενικού ενοχικού θα παρέμενε το ίδιο λειτουργική και χρήσιμη, αν ο νομοθέτης του
ΑΚ επέλεγε να παραθέσει τις ρυθμίσεις του με διαφορετική σειρά. Γι’ αυτό άλλω-
στε και η σχετική συστηματική διάκριση ελλείπει από άλλες έννομες τάξεις, όπως η
αγγλική και η γαλλική, μολονότι αυτές δεν αγνοούν φυσικά καμιά από τις επώνυ-
μες ενοχικές συμβάσεις του ΑΚ. Ενόψει όλων των παραπάνω σκέψεων, δεν θα ή-
ταν υπερβολική η θέση ότι η διάκριση δικαιολογείται λιγότερο από αξιολογικούς
λόγους ουσίας αναγόμενους στο γενικότερο δογματικό σύστημα του ΑΚ και περισ-
σότερο από παιδαγωγικούς - πρακτικούς λόγους, τ.ε. από την ανάγκη σταδιακής τι-
θάσευσης της απέραντης (λόγω της συμβατικής ελευθερίας) συναλλακτικής ποικι-
λίας, καθώς και μιας αντίστοιχα απέραντης νομοθετικής περιπτωσιολογικής ύλης.
2. Πρακτικά προβλήματα στο δίκαιο των μικτών συμβάσεων
26. Γι’ αυτό άλλωστε και οι περισσότεροι σύγχρονοι αστικολόγοι ασχολούνται μ’ αυτές. Βλ. π.χ.
Απ. Γεωργιάδη, στις Νέες μορφές συμβάσεων της σύγχρονης οικονομίας passim. Π. Αγαλλοπούλου,
Βασικές Έννοιες Αστικού Δικαίου, σελ. 365-386. Η (συνήθης) εμπορικότητα των συμβάσεων αυτών
είναι είτε παράγωγη εξ υποκειμένου (στο μέτρο που θα πρέπει να καταρτίζονται από ΑΕ) και άρα –
σαν τέτοια – εξωγενής και άσχετη προς την ίδια τη φύση τους, κατά τα λοιπά δε – τ.ε.: νοούμενη ως
πρωτότυπη – είτε συγκυριακή [π.χ. προκειμένου για το factoring (ως καταπιστευτικής μεταβίβασης ή
εξουσιοδότησης προς είσπραξη απαίτησης) μόνον αν τυχαίνει να έχει ως αιτία τη διαχείριση και όχι
την εξασφάλιση του factor (οπότε θα αποτελεί απλώς μια ακόμη μορφή εμπράγματης ασφάλειας) πρά-
γμα που ισχύει πολλώ μάλλον για το leasing], είτε αδύνατη (προκειμένου για το time sharing, αφού η –
κατ’ επάγγελμα από ιδιώτες – εμπορία του χρονομεριδίου απαγορεύεται, αφορά δε εμπραγματωμένο
δικαίωμα = right in rem scriptum επί ακινήτου).
Τεύχος Δ΄ Τα όρια του πεδίου εφαρμογής της μεταρρύθμισης Digesta 2003 401
Οι πιο πάνω (ΙΙΙ.1.α.αα-στστ) επισημαινόμενες ανισότητες ιδίως σε ζητήματα
αναγκαστικού δικαίου (π.χ. παραγραφή, απαλλακτικές ρήτρες) θα μπορούσαν, στο
μέτρο που δεν παρακάμπτονται ερμηνευτικά, να μετατρέψουν τον τόσο διαδεδομέ-
νο στην πράξη θεσμό των μικτών συμβάσεων (π.χ. προμήθειας δικτύου και λογι-
σμικού κ.λπ.) σε τεχνική καταστρατήγησης (τ.ε. υποβολιμιαίας «μετονομασίας»
του κάθε είδους δικαιοπραξίας) και – τελικώς – ανασφάλειας δικαίου, αφού ο χα-
ρακτηρισμός δεν θα απέκειτο στη βούληση των μερών, αλλά στην απρόβλεπτη από
αυτά κρίση του δικαστή, ο οποίος όμως αναπόφευκτα θα κληθεί να την ελέγξει τό-
σο συμπληρωτικώς διαμέσου της ερμηνείας της σύμβασης σύμφωνα με ΑΚ 200,
όσο και διορθωτικώς δυνάμει των ΑΚ 288, 281, Σ 25 § 3. Ήδη αναφέρθηκε εξάλ-
λου, ότι οι παραπάνω αντινομίες δυσχερώς συμβιβάζονται με τις αρχές της ισότη-
τας και της προστασίας του καταναλωτή (Σ 4 § 1 και ΣυνθΕΚ 153).
3. Νομοθέτης ή δικαστής (ευρωπαίος ή εθνικός);
Για όλους τους παραπάνω λόγους γίνεται φανερό ότι το ελληνικό ενοχικό δί-
καιο θα πρέπει να καταστεί ομοιογενέστερο. Στην πραγματικότητα είναι φανερό ότι
το νομοθετικό σχέδιο άλλαξε, αλλά αυτή η αλλαγή του δεν ολοκληρώθηκε. Η ημι-
τέλεια/ατέλεια του σημερινού νομοθετικού σχεδίου δεν αποκλείεται να οδηγήσει
τον ερμηνευτή σε τελολογική συστολή των παλαιότερων – σήμερα αντινομουσών –
διατάξεων και πλήρωση του σχετικού γνήσιου επιγενόμενου συγκεκαλυμμένου κε-
νού από το νέο δίκαιο της πώλησης, όπως επιτάσσει η ΑΚ 562. Άλλωστε πολλές
ειδικές ρυθμίσεις δεν είναι απότοκο ειδικών επιλογών αλλά της αναπόφευκτης πε-
ριπτωσιολογικότητας του δικαίου στις πρώτες φάσεις της δημιουργίας του.
Το ανοικτό ερώτημα είναι πλέον αν ο ερμηνευτής δικαστής θα αναλάβει να ο-
λοκληρώσει αυτός το ημιτελές ακόμη νομοθετικό σχέδιο ή θα αναμείνει μέχρι να
σφραγίσει τη συντέλεσή του ο νομοθέτης. Για την απάντηση δεν αρκεί η γνώση του
αστικού δικαίου και της μεθοδολογίας του, ούτε καν δε μόνης της κοινωνιολογίας
του ιδιωτικού δικαίου, αλλ’ απαιτείται και η συνεκτίμηση συνταγματικών και πολι-
τικών παραμέτρων, όπως η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών ενόψει της προο-
πτικής ενός κράτους δικαστών (βλ. π.χ. ΔΕΚ), η άρνηση του ευρωπαίου νομοθέτη
να καθιερώσει την ευθύνη των παρεχόντων υπηρεσίες ή η ολοένα συζητούμενη
προοπτική ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού Αστικού Κώδικα των Συμβάσεων.

Σχόλια