Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΑΘΗΝΑ 285/2006 - Διεκδικητική αγωγή ακινήτου - Παράγωγος τρόπος κτήσης-Πρωτότυπος τρόπος κτήσης - Χρησικτησία - Στοιχεία ορισμένου αγωγής -. Προκειμένου, περί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου) αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του

ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗ-ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ- ΣΧΕΤΙΚΗ Αριθμός 147/2010  ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 285
Ετος: 2006

Όροι θησαυρού: ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ
ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ
Περίληψη
Διεκδικητική αγωγή ακινήτου - Παράγωγος τρόπος κτήσης-Πρωτότυπος τρόπος κτήσης - Χρησικτησία - Στοιχεία ορισμένου αγωγής -. Προκειμένου, περί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου) αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Στην περίπτωση που η εν λόγω αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του καθώς και την μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση-χρησικτησία. Εάν η αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπη κτήση (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) απαιτείται, μεταξύ άλλων και, άσκηση νομής επί 10ετία ή 20ετία, προς συμπλήρωση της οποίας δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της με τα ίδια προσόντα νομής που άσκησε ο δικαιοπάροχός του. ’σκηση δε νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς επάνω σ’αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής - χρησικτησίας - που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή, με τη θέληση να το έχουν δικό τους.

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 285/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Βασίλειο Νικόπουλο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Φ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο
Των αναιρεσίβλητων:1) Τ. Φ. του Α. και 2)Α. Φ. του Τ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόρη Παπαδογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-1984 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/1994 μη οριστική,230/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-7-2004 αίτησή του και με τους από 7-9-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 7-10-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 227/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και των προσθέτων λόγων της.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.α' και β'ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της- αγωγής- ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. 'Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου) αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Στην περίπτωση που η εν λόγω αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση-χρησικτησία. Στην περίπτωση, επίσης, που η ίδια αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπη κτήση (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) απαιτείται, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ, άσκηση νομής επί 10ετία ή 20ετία, προς συμπλήρωση της οποίας δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 1041 ΑΚ, να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της με τα ίδια προσόντα νομής που άσκησε ο δικαιοπάροχός του. 'Ασκηση δε νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς επάνω σ'αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής-χρησικτησίας-, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή, με τη θέληση να το έχουν δικό τους. Στην προκείμενη περίπτωση, στην κρινόμενη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγής, όπως αυτή προκύπτει εκτίθεται, ότι οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) έγιναν συγκύριοι και μάλιστα κατά ποσοστό 5000/5990 και 990/5990 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, αντίστοιχα, του σ'αυτήν την αγωγή ειδικότερα περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση, όρια και πλευρές ορίων αγροτικού ακινήτου με παράγωτο τρόπο, δηλαδή, με βάση τα με αριθμούς ... και ... πωλητήριο και δωρητήριο, αντίστοιχα, συμβόλαια του συμβολαιογράφου Σολυγείας ..., που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, ότι ο άμεσος κοινός δικαιοπάροχός τους, πατέρας και πάππος τους, αντίστοιχα, έγινε αποκλειστικός κύριος του εν λόγω ακινήτου, αποτελούντος τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, με παράγωγο, επίσης, τρόπο, δηλαδή, με βάση τα ... και ... πωλητήρια, αντίστοιχα, συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κορίνθου ..., που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, καθώς και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χησικτησία) ως νεμόμενοι αυτό με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από το έτος 1938 και εφεξής εξακολουθητικά μέχρι το έτος 1982, οπότε ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) κύριος όμορης εδαφικής έκτασης, που βρίσκεται βορειοδυτικά του επιδίκου, αμφισβήτησε τη συγκυριότητά τους στο τελευταίο, με την προσμέτρηση στον ίδιο χρόνο συννομής αυτών και του χρόνου νομής με τα ίδια προσόντα του άμεσου κοινού δικαιοπαρόχου τους, ασκούντες σ'αυτό, συνεχώς και αδιαλείπτως, τόσο οι ίδιοι, όσο και ο άμεσος δικαιοπάροχος τους, τις προσιδιάζουσες στης φύση και στον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, δηλαδή, σπορά με δημητριακά, καλλιέργεια, φύτευση ελαιοδένδρων, συλλογή του ελαιοκάρπου, κλάδεμα, άροση κ.α. Ζήτησαν δε να αναγνωριστούν συγκύριο του επίδικου ακινήτου κατά το ανήκον στον καθένα εξ αδιαιρέτου ποσοστό σ'αυτό. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη. Το Εφετείο, επομένως, που, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή, θεμελιουμένη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη περιλαμβανομένων στην εν λόγω αγωγή και της μη κήρυξης του απαραδέκτου της ίδιας εξαιτίας της αοριστίας της, γι'αυτό και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, μέρη του, με τον οποίο αποδίδοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 8 περίπτ. α' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περίπτ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 εδάφιο β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αντιδίκων του. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη την εν λόγω ένσταση και την απέρριψε ως και κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'ορθή εκτίμησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 5990 τ.μ. βρίσκεται στη θέση "... " της κτηματικής περιφέρειας Αλμυρής της κοινότητας Γαλατακίου Κορινθίας του τέως Δήμου Σολυγείας και συνορεύει νοτιανατολικώς εν μέρει επί πλευράς 85,10 μ. με πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Ζ. και ήδη αγνώστων αγοραστών και εν μέρει επί πλευράς 8.90 μ. με ιδιοκτησία Ν. Γ., βορειανατολικώς επί πλευράς 74,70 μ. με χειμερινό κύμα, βορειοδυτικώς και επί πλευράς 96 μ. με ιδιοκτησία εναγομένου και νοτιοδυτικώς εν μέρει επί πλευράς 13,40 μ. με επαρχιακή οδό ... και εν μέρει επί πλευράς 56.50 μ. με ιδιοκτησία Ν. Γ. . Το ανωτέρω ακίνητο αποτελεί το ανατολικό τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως 21 περίπου στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται στην αυτή ως άνω θέση και περιοχή και ως όριά της το έτος 1964 αναφέρονται βορείως ακτή θαλάσσης, νοτίως οδός ..., ανατολικώς Λίμνη και δυτικώς ιδιοκτησία Δ. Π.. Εκ της εκτάσεως αυτής, το ευρισκόμενο στο δυτικό μέρος της, τμήμα έξι (6) στρεμμάτων, που οριοθετείτο με δρόμο, θάλασσα και Δ. Β. είχε δοθεί στον Α. Τ.Φ., πατέρα του εναγομένου και του πρώτου ενάγοντος και πάππου του δευτέρου εξ αυτών, ως προίκα δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. ... προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμ/φου Σολυγείας ...., το δε υπόλοιπο των 15 στρεμμάτων ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα αυτού, την οποία απέκτησε επί μεν των έξι (6) στρεμμάτων δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων υπ' αριθμ. ... και ... αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμ/φου Κορίνθου ..., επί δε των υπολοίπων εννέα (9) στρεμμάτων με έκτακτη χρησικτησία. Μετά τον κατά το έτος 1944 επισυμβάντα θάνατο της συζύγου του Α. Φ., Π. Φ., η οποία δεν κατέλιπε διαθήκη, το ως άνω προικώο ακίνητό της των έξι (6) στρεμμάτων περιήλθε κατά το ανάλογο ποσοστό εξ αδιαιρέτου στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι στον σύζυγό της Α. Φ. (4/16) και στα τέκνα της Τ. Φ. (πρώτο ενάγοντα), Δ. Φ. (εναγόμενο), Φ. Κ. και Α. Γ. κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Το έτος 1960 επακολούθησε νομότυπη πώληση του μεριδίου της, εκ των κληρονόμων, Α. Γ. προς τους αρρένες αδελφούς της κατά ίσο ποσοστό και έτσι τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας των ανωτέρω επί του κληρονομιαίου ακινήτου διαμορφώθηκαν σε 8/32 του Α. Φ., 9/32 του Τ. Φ., 9/32 του Δ. Φ. και 6/32 της Φ. Κ.. Περαιτέρω, ο Α. Φ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμ/φου Κορίνθου Κωνσταντίνου Καμπούρη, δηλώνοντας ότι έχει στην κυριότητά του ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 30 στρεμμάτων, που ορίζετο ανατολικώς με Λίμνη, δυτικώς με Δ. Π., βορείως με ακτή θαλάσσης και νοτίως με δρόμο ... και περιήλθε σ'αυτόν δυνάμει των προαναφερθέντων υπ'αριθμ ..., ... και ... συμβολαίων και με έκτακτη χρησικτησία, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στον εναγόμενο υιό του Δ. Φ. ένα τμήμα εκ του ανωτέρω ακινήτου, εκτάσεως 15 στρεμμάτων ακριβώς, οριζόμενο ανατολικώς με υπόλοιπο αγρό του πωλητή, δυτικώς με Δ. Π., βορείως με ακτή θαλάσσης και νοτίως με δρόμο ... . Με βάση, λοιπόν, τα αναφερόμενα στο ανωτέρω συμβόλαιο όρια τόσο της αρχικής εκτάσεως, όσο και της μεταβιβασθείσας, αλλά και τους τίτλους κτήσεως του πωλητή, αποδεικνύεται, ότι το πωληθέν στον εκκαλούντα ακίνητο των 15 στρεμμάτων βρίσκεται στο δυτικό όριο της συνολικής εκτάσεως των 21 στρεμμάτων, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω και όχι των 30 στρεμμάτων, όπως, ανακριβώς, αναφέρεται στο άνω συμβόλαιο, περιλαμβάνει δε και το προικώο ακίνητο των έξι (6) στρεμμάτων, επί του οποίου ουδέν δικαίωμα κυριότητας είχε ο πωλητής Α. Φ., αφού το δυτικό του όριο (ιδιοκτησία Δ. Π.) ταυτίζεται με το δυτικό όριο της συνολικής εκτάσεως, ενώ μεταξύ των αναφερομένων τίτλων διαλαμβάνεται και το υπ'αριθμ. ... προικοσυμβόλαιο.
Συνεπώς, ο δικαιοπάροχος του εναγομένου στην πραγματικότητα πώλησε σ'αυτόν έκταση εννέα (9) στρεμμάτων εκ της συνολικής των 15 στρεμμάτων που είχε την κυριότητά του και απέμεινε στο ανατολικό όριο το υπόλοιπο των έξι (6) στρεμμάτων, που αποτελεί το επίδικο και αναφέρεται στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ως υπόλοιπος αγρός του πωλητή. Ακολούθως ο εναγόμενος δυνάμει του υπ'αριθμ. ... προσυμφώνου του συμ/φου Κορίνθου ......, ισχυριζόμενος ότι με το υπ'αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο έχει περιέλθει στην κυριότητά του αγρός ξηρικός με ελαιόδενδρα στη θέση "...", του οποίου την έκταση αναβιβάζει σε 22 στρέμματα, συνορευόμενος ανατολικώς με ..., και όχι με υπόλοιπη ιδιοκτησία του πατρός του, όπως στο άνω συμβόλαιο, δυτικώς με Δ. Π., βορείως με χειμέριο κύμα και νοτίως με δημόσια οδό ..., υπόσχεται να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει προς τους Α. Κ., Μ. Π. και Μ. Σ., τμήμα διαιρετώς και εκ της δυτικής πλευράς του όλου ήτοι προς την ιδιοκτησία Δ. Π., εκτάσεως 10.000 τ.μ. ακριβώς και ειδικότερα 2.000 τ.μ. στον πρώτο εκ του άκρου δυτικού σημείου του πωληθησομένου, 2000 τ.μ. συνεχομένης εκτάσεως στην δεύτερη και 6.000 τ.μ. αμέσως συνεχόμενης εκτάσεως στην τρίτη εξ αυτών. Στη συνέχεια καταρτίσθηκαν τα υπ' αριθμ. ..., ... και ... οριστικά συμβόλαια του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου (...), στα δύο πρώτα εκ των οποίων συμβάλλονται ως πωλητές άπαντες οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Π. Φ., πλην της θυγατέρας της Α. Γ. , η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε ήδη αποξενωθεί του κληρονομικού της μεριδίου και μεταβιβάζουν κατά τα αντίστοιχα ποσοστά στον μεν Α. Κ. διαιρετή έκταση 2.000 τ.μ. εκ του δυτικού άκρου, συνορευόμενη με ιδιοκτησία Δ.Π., στη δε Μ. Π., κατά παρέκκλιση από το προσύμφωνο, ως προς το εμβαδόν, συνεχόμενη προς ανατολάς έκταση 4.000 τ.μ., εξαντλήσαντες έτσι το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας της δικαιοπαρόχου τους. Στο τρίτο, όμως, συμβόλαιο, όπως και στο προσύμφωνο, συμβάλλεται μόνος του ο εναγόμενος, οι δε λοιποί συνυπογράφουν ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι και μεταβιβάζει στην Σ. Μ. Σ. , έκταση 4.000 τ.μ. εκ της πλευράς του ακινήτου, συνορευόμενη δυτικώς με Μ. Π. , ανατολικώς με υπόλοιπη έκταση ιδίου πωλητή και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Α. Φ. (πατέρα του), βορείως με χειμέριο κύμα και νοτίως με οδό Κορίνθου-... . Περαιτέρω, ο Α. Φ. με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του ανωτέρω συμβολαιογράφου μεταβιβάζει, λόγω δωρεάς αιτία θανάτου, στον πρώτο ενάγοντα Τ. Φ. , ένα τμήμα 5.000 τ.μ., συνεχόμενο προς ανατολάς της ιδιοκτησίας του εναγομένου, από την συνολική έκταση, που του είχε απομείνει στο ανατολικό άκρο του αρχικού ακινήτου των 21 στρεμμάτων, η οποία έκταση περιγράφεται ω έχουσα επιφάνεια επτά (7) περίπου στρεμμάτων και με όρια δυτικώς όμοια ιδιοκτησία Δ. Φ. (εναγομένου), εκτάσεως πέντε (5) στρεμμάτων περίπου, ανατολικώς με ..., βορείως με χειμέριο κύμα και μεσημβρινώς με δημοσία οδό Κορίνθου-... . Στο εν λόγω συμβόλαιο, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος ο εναγόμενος δηλώνει ότι "... αναγνωρίζει το παρόν συμβόλαιον και την εν αυτώ σύμβασιν ως έγκυρον, ισχυράν και καθ'όλαν απρόσβλητον ρητώς και ανεπιφυλάκτως..." Τέλος, το έτος 1978 με την υπ'αριθμ. ... πράξη του συμ/φου Σολυγείας ..., που έχει νομίμως μεταγραφεί, ο Α. Φ. ανακαλεί την ανωτέρω προς τον ενάγοντα υιό του δωρεά λόγω αχαριστίας, την αυτή δε ημέρα με το υπ'αριθμ. ... μεταβιβάζει κατά κυριότητα λόγω δωρεάς στον δεύτερο ενάγοντα εγγονό του (τέκνο του πρώτου) ποσοστό 990/5990 εξ αδιαιρέτου από την προαναφερθείσα έκταση που του είχε απομείνει, (επίδοση), η οποία έχει έκταση 5990 τ.μ και όχι 7.000 τ.μ., όπως αναφέρεται στο ανακληθέν συμβόλαιο δωρεάς, ενώ με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ίδιου συμ/φου (τα δύο συμβόλαια έχουν μεταγραφεί νομίμως), μεταβιβάζει, λόγω πωλήσεως, στον πρώτο ενάγοντα το υπόλοιπο 5000/5990 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου. Ο εναγόμενος, μετά τον κατά το έτος 1981 επισυμβάντα θάνατο του πατέρα του Α. Φ., αρχίζει να αμφισβητεί την συγκυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου, ισχυριζόμενος ότι τούτο αποτελεί τμήμα της εκτάσεως των 15 στρεμμάτων, που του είχε μεταβιβάσει ο ανωτέρω με το υπ'αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο, η οποία στην πραγματικότητα ως δυτικό όριο είχε το προικώο ακίνητο της μητέρας του, και ότι ο δικαιοπάροχός του μετά τη μεταβίβαση αυτή δεν είχε προς ανατολάς άλλη έκταση ώστε να μεταβιβάσει στους ενάγοντες. Και μετά την κατάρτιση του υπ' αριθμ. ... μεταβιβαστικού προς τον εναγόμενο συμβολαίου ο Α. Φ. εξακολούθησε να νέμεται το επίδικο ακίνητο, ως υπόλοιπο της μείζονος εκτάσεως των 15 στρεμμάτων, επί της οποίας η κυριότητας και νομή του δεν αμφισβητείται μέχρι το χρόνο εκείνο, ασκώντας επ'αυτού με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής. Ειδικότερα προέβαινε στην καλλιέργειά του με δημητριακά, άροση, φύτευση ελαιοδένδρων και συλλογή ελαιοκάρπου, βοηθούμενος κατ' αρχήν από τον εναγόμενο, δεδομένου ότι ο πρώτος ενάγων μέχρι του έτους 1967 τουλάχιστον απουσίαζε ως εργάτης στην Αυστραλία. Το εν λόγω ακίνητο με το δυτικώς ευρισκόμενος των πέντε (5) στρεμμάτων, που είχε απομείνει στον εναγόμενο, αποτελούσαν ενιαία έκταση χωρίς διαχωριστικό όριο μεταξύ τους και έτσι οι εργασίες καλλιέργειας και συγκομιδής εγένοντο από κοινού σε όλη την έκταση. Συγκεκριμένα, μετά την επιστροφή του άνω ενάγοντος από την Αυστραλία και μέχρι το έτος 1979 στη συλλογή ελαιοκάρπου προέβαιναν από κοινού οι δύο αδελφοί με τις οικογένειές τους, αλλά και ο πατέρας, ο οποίος στη συνέχεια διένειμε το εξαγόμενο ελαιόλαδο. Για το λόγο αυτό, όταν το έτος 1973 ο εναγόμενος ανήγειρε στο δικό του τμήμα ξενοδοχείο (πανσιόν), κατασκεύασε μανδρότοιχο κατά μήκος της πλευράς τους όλου ακινήτου προς την οδό ..., ενώ με την προτροπή του πατέρα του φύτευσε και νέα ελαιόδενδρα σε όλη την έκταση. Ακολούθως το έτος 1976 κατασκευάστηκε με δαπάνες, κυρίως, του Α. Φ., αλλά και με την συνδρομή των τέκνων του ένας οικίσκος στο νοτιοδυτικό άκρο του επιδίκου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικίας του, όπου αυτός πράγματι διέμενε μέχρι το έτος 1979. Στη συνέχεια και ενώ οι ενάγοντες μετά την μεταβίβαση σ'αυτούς του επιδίκου είχαν πλέον αναλάβει την καλλιέργειά του (άροση κλπ), οι διάδικοι, λόγω του ότι ο Α. Φ., ήταν υπέργηρος και ασθενής, συμφώνησαν και προς διευκόλυνσή τους ο μεν εναγόμενος συνέλεγε τον ελαιόκαρπο από το ανω ακίνητο, οι δε ενάγοντες από αγροτεμάχια της αδιανέμητης μητρικής περιουσίας. 'Οταν, όμως, το έτος 1982 έληξε η συμφωνία με την δια κληρώσεως διανομή της μητρικής περιουσίας και εφόσον είχε μεσολαβήσει ο θάνατος του πατέρα, ο εναγόμενος εκδήλωσε για πρώτη φορά την πρόθεσή του να νέμεται για δικό του λογαριασμό το επίδικο και κλειδώνοντας την μοναδική θύρα της νότιας περιφράξεως απαγόρευσε την είσοδο στους ενάγοντες, με συνέπεια να αναγκασθεί ο πρώτος εξ αυτών να γκρεμίσει τμήμα του μανδρότοιχου, ώστε να είναι δυνατή η πρόσβασή τους. Τα γεγονότα ότι ο εναγόμενος εξέδωσε τη σχετική οικοδομική άδεια του οικίσκου και ότι συνήψε τη σύμβαση παροχής ρεύματος με τη ΔΕΗ στο όνομά του, δεν έχουν εν προκειμένω έννομη επιρροή, εφόσον δεν γίνεται συγχρόνως επίκληση ότι ο Α. Φ., ο οποίος εξακολουθούσε να είναι κύριος και νομέας του ακινήτου και μετά την, προς τον πρώτο ενάγοντα, δωρεά αιτία θανάτου του έτους 1965, γνώριζε την άνω ενέργεια και το σκοπό της (αντιποιήσεως της νομής). Επίσης, το ότι ο εναγόμενος χρησιμοποιεί των άνω οικίσκο με την εναπόθεση διαφορών αντικειμένων ή την εκμίσθωση σε τρίτους από το έτος 1980 περίπου, δεν θεμελιώνει δικαίωμα νομής επ' αυτού, εφόσον γίνεται με την ανοχή των εναγόντων, οι οποίοι δεν παραιτήθηκαν της νομής τους, αλλά άσκησαν την ένδικη αγωγή για την αναγνώριση της κυριότητας αυτών επί του επιδίκου, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο οικίσκος αυτός. Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο ότι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά τα αντίστοιχα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους σ'αυτό με τις ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διακρίσεις με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου στο χρόνο της συννομής τους και του χρόνου νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου τους. Οσον αφορά, όμως, την κτήση της συγκυριότητας των ίδιων στο επίδικο ακίνητο με τακτική χρησικτησία, δέχθηκε το Εφετείο, ότι αυτή δεν μπορεί να θεμελιωθεί, γιατί ο χρόνος της συννομής τους με βάση τους τίτλους κτήσης τους (του έτους 1978) και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (1984) δεν αρκεί για τη συμπλήρωση της απαιτούμενης κατά νόμο (άρθρο 1041 ΑΚ) δεκαετίας, ενόψει και του ότι οι τίτλοι κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους (του έτους 1938) δεν αποδείχθηκε, ότι αφορούν τη συγκεκριμένη επίδικη έκταση, ώστε ο χρόνος νομής του τελευταίου να προσμετρηθεί στον ίδιο χρόνο συννομής τους. Έκρινε στη συνέχεια εκείνο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ''αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, ότι δaεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος έναρξης της άσκησης της νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου των διαδίκων Α. Φ. στο επίδικο ακίνητο, η οποία-νομή- προσμετρήθηκε στο χρόνο της συννομής των εναγόντων προς συμπλήρωση της απαιτούμενης για την κτήση της συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία εικοσαετίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού ρητά μνημονεύεται στην παραπάνω απόφαση ότι ο Α. Φ. ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του επίδικου ακινήτου πράξεις νομής τουλάχιστον από το χρόνο κατάρτισης του ... πωλητήριου συμβολαίου και εφεξής.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Με τα δεδομένα αυτά, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα, που είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων νόμιμα στο Δικαστήριο αυτό προς απόκρουση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης σε βάρος του αγωγής και την παραδοχή της έφεσής του, δηλαδή, α) τις γραφολογικές πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Τ., Β. και Σ., την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ., το με αριθμό Πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γ.Ν.Ν.Κορίνθου, τις από 10-3-1979, 19-5-1984 και 30-5-1984 ιατρικές βεβαιώσεις των ιατρών Κ.Σ., Σ. Μ. και Χ. Κ. , την 984/5-4-1984 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδίκου Κορίνθου, ως προς το περιεχόμενο των καταθέσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου και των μαρτύρων υπεράσπισης, τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. και Ρ. που εξετάστηκαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου προς απόδειξη των θεμάτων που έταξε η 203/1994 προδικαστική απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, τα ... και ... πωλητήρια συμβόλαια, επιστολή (χωρίς ημεροχρονολογία) του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τη με αριθμό Δ.Υ και της 28-7-1984 βεβαίωση της Κοινότητας ..., το από Αυγούστου 1987 τοπογραφικό Κ., το 1690/18-12-1987 έγγραφο της Κοινότητας Γαλατακίου, την από 17-12-1987 έκθεση εκτίμησης ακινήτων της Δ.Τ.Υ.Ν. Κορινθίας, το με αριθμό Πρωτ. 5286/7-12-1987 έγγραφο του Δασαρχείου Κορίνθου με το συνημμένο σ'αυτό διάγραμμα, το 7777/14-12-1987 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχίας Κορινθίας, τη με αριθμό Πρωτ.2404/2/12/20-12-1987 βεβαίωση της Α.Δ. Κορινθίας (Γραφείου Αγροτικής Ασφάλειας) και τέλος, το ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Σολυγείας καθώς και β) συμβολαιογραφικές πράξεις αναγνώρισης ορίων, λοιπά ιδιωτικά έγγραφα και πληθώρα ένορκων βεβαιώσεων, αντίστοιχα, είναι ως προς μεν τα τελευταία έγγραφα (υπό β) απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο λόγο τα συγκεκριμένα έγγραφα, ως προς δε τα λοιπά αποδεικτικά μέσα απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπόψη. τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, που διορίστηκε με τη 203/1994 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και ημιτελή κατάθεση του μάρτυρα Γ. Β. για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων και συνεκτίμησε και τα στον υπό εξέταση αναιρετικό λόγο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία μάλιστα ορισμένα, όπως λ.χ. τις με αριθμούς 7/1995 και 8/1995, αντίστοιχα, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Β. Σ. και Ν. Κ., καθώς και τα ... και 13.298/29-5-1965, αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια μνημόνευσε ρητά. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά μεν το μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 11 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, δηλαδή την απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων και απόφαση του Τριμελούς, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες αποφάσεις και ποια η επίδραση των τελευταίων στην έκβαση της δίκης, ενώ κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 10 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, επίσης απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, παρεκτός της αοριστίας του, υπό την επίκληση της παραπάνω διάταξης πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι επικουρικά ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα προαναφερόμενα πραγματικά γεγονότα όχι χωρίς απόδειξη αλλά από την απόδειξη που διεξήγαγε και απ' τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κλπ.), που κατά την αντίστοιχη διεξαγωγή προσκομίστηκαν με επίκληση. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το από τον αριθμό 11 εδάφιο β' ΚΠολΔ μέρος του, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν εξειδικεύονται σ'αυτόν οι υπό συζήτηση αποδείξεις. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με αυτή το περιεχόμενο του ... προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Κορίνθου ... και των ... και ... αντίστοιχα, συμβολαίων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την παραδοχή της αγωγής, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, στις καταθέσεις των μαρτύρων, στα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να στηρίξει στα αναφερόμενα πιο πάνω έγγραφα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη (Ολ.ΑΠ 1339/1985). Ετσι, αν προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβεν υπόψη το δεδικασμένο που απέρρεε από συγκεκριμένη δικαστική απόφαση, πρέπει ο ισχυρισμός για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου να έχει προταθεί νόμιμα (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) στο δικαστήριο της ουσίας και όχι απλώς να γίνεται μνεία της απόφασης και όσων προκύπτουν από αυτή, η δε πρότασή του, στο δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να αναφέρεται ρητά στην αίτηση αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 16 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του δεδικασμένου που απέρρεε από την 215/1965 οριστική και ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία κρίθηκαν τα στο λόγο αυτό κρίσιμα για την ένδικη υπόθεση ζητήματα, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται σ'αυτόν, ότι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη του δεδικασμένου αυτού είχε προβληθεί νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, τους οποίους εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και οι οποίοι προβλέπουν ότι, σε περίπτωση σύμβασης, κατά την ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων αναζητείται η αληθινή βούλησή τους χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι η εν λόγω ερμηνεία γίνεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, το δικαστήριο της ουσίας τους παραβιάζει ιδίως όταν, μολονότι διαπιστώνει, ρητά ή και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφίβολου σημείου στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης του κενού ή άρσης της αμφιβολίας, αντίστοιχα, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή άρση σ'αυτούς τους ερμηνευτικούς κανόνες. Επίσης οι ως άνω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια του επί των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ περί ελλείψεως νόμιμης βάσεως στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, ιδίως όταν σ'εκείνο το δικαστήριο δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή αμφίβολο σημείο και εντούτοις αποκλείει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία του, τα ακόλουθα: Μετά τον κατά το έτος 1944 επισυμβάντα θάνατο της Π. Φ., συζύγου του Α. Φ., άμεσου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων, η οποία δεν κατέλιπε διαθήκη, το προικώο ακίνητό της των έξι (6) στρεμμάτων περιήλθε κατά το ανάλογο ποσοστό εξ αιδιαιρέτου στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή στο σύζυγο της Α. Φ. (4/16) και στα τέκνα της Τ. Φ. (πρώτο ενάγοντα), Δ. Φ., (εναγόμενο), Φ. Κ. και Α. Γ., κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Το έτος 1960 επακολούθησε νομότυπη πώληση του μεριδίου της, εκ των κληρονόμων, Α. Γ. προς τους άρρενες αδελφούς της κατά ίσο ποσοστό και έτσι τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας των πιο πάνω επί του κληρονομιαίου ακινήτου διαμορφώθηκαν σε 8/32 του Α. Φ., 9/32 του Τ. Φ., 9/32 του Δ. Φ. και 6/32 της Φ. Κ.. Περαιτέρω, ο Α. Φ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ'αριθμ. ... συμβολαίου του συμ/φου Κορίνθου Κωνσταντίνου Καμπούρη, δηλώνοντας ότι έχει στην κυριότητα του ακίνητο, συνολικής έκτασης 30 στρεμμάτων, που οριζόταν ανατολικά με λίμνη, δυτικά με Δ. Π., βορεία με ακτή θάλασσας και νότια με δρόμο ... και περιήλθε σ'αυτόν δυνάμει των προαναφερθέντων υπ'αριθμ. ..., ... και ... συμβολαίων και με έκτακτη χρησικτησία, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον εναγόμενο γιό του Δ. Φ. ένα τμήμα εκ του ανωτέρω ακινήτου, έκτασης 15 στρεμμάτων ακριβώς, οριζόμενο ανατολικά με υπόλοιπο αγρό του πωλητή, δυτικά με Δ. Π., βόρεια με ακτή θάλασσας και νότια με δρόμο ... . Με βάση, λοιπόν, τα αναφερόμενα στο παραπάνω συμβόλαιο όρια τόσο της αρχικής έκτασης των τριάντ (30) στρεμμάτων, όσο και της μεταβιβασθείσας, των δεκαπέντε (15) στρεμμάτων, αλλά και τους τίτλους κτήσης του πωλητή, αποδεικνύεται ότι το πωληθέν στον εναγόμενο ακίνητο των 15 στρεμμάτων βρίσκεται στο δυτικό όριο της συνολικής έκτασης των 21 στρεμμάτων, για την οποία έγινε λόγος αμέσως πιο πάνω, και όχι των 30 στρεμμάτων, όπως ανακριβώς αναφέρεται στο άνω συμβόλαιο, περιλαμβάνει δε και το προικώο ακίνητο των έξι (6) στρεμμάτων, επί του οποίου ουδέν δικαίωμα κυριότητας είχε ο πωλητής Α. Φ., αφού το δυτικό του όριο (ιδιοκτησία Δ. Π.) ταυτίζεται με το δυτικό όριο της συνολικής έκτασης, ενώ μεταξύ των αναρερόμενων τίτλων διαλαμβάνεται και το υπ'αριθ. ... προικοσυμβόλαιο.
Συνεπώς, ο δικαιοπάροχος του εναγόμενου στην πραγματικότητα πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα σ'αυτόν έκταση εννέα (9) στρεμμάτων εκ της συνολικής των 15 στρεμμάτων που είχε την κυριότητα του και απέμεινε στο ανατολικό όριο το υπόλοιπο των έξι (6) στρεμμάτων, που αποτελεί το επίδικο και αναφέρεται στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ως υπόλοιπος αγρός του πωλητή. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο σαφώς δεν διαπίστωσε ούτε ρητά, ούτε έμμεσα, κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς τις δηλώσεις βούλησης τόσο του πωλητή Α. Φ., όσο και του αγοραστή εναγομένου όσον αφορά την έκταση και τα όρια του αγρού που φέρεται ότι πουλήθηκε και μεταβιβάστηκε στον τελευταίο, καθώς και του ακινήτου που απέμεινε στην κυριότητα του πωλητή, μάλιστα μολονότι το δεύτερο αυτό ακίνητο δεν ήταν αντικείμενο της οικείας συμβάσεως. Ολοι, επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που στηρίζονται στο ότι ήταν επιβεβλημένη η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ επί των ως άνω δηλώσεων βουλήσεως του δικαιοπαρόχου του εναγομένου και αυτού του ίδιου διαδίκου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2004 αίτηση για αναίρεση της 227/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: