Τρίτη 19 Απριλίου 2016

ΠΟΙΝΙΚΑ - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 777/2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Θέμα.. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 780/2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ναρκωτικά.. Κατοχή ναρκωτικών ουσιών.. Αντίσταση.. Έλλειψη αιτιολογίας από τη μη αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης.. Ακυρότητα από λήψη υπόψη προανακριτικής απολογίας που δεν αναγνώσθηκε.. Αναιρεί και παραπέμπει.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 784/2009 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση.. Έλλειψη αιτιολογίας βουλεύματος, διότι αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση και δεν έλαβε υπόψη υπόμνημα της αναιρεσείουσας που κατατέθηκε μετά την κατάθεση της εισαγγελικής προτάσεως.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 794/2009 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Αναίρεση για ανεπαρκή αιτιολογία.. Παραπέμπει.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 796/2009 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Συναυτουργία.. Έλλειψη αιτιολογίας βουλεύματος για κακουργηματική απάτη από κοινού.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 797/2009 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Κλοπή.. Κλοπή (κακουργηματική), κατ’ εξακολούθηση, που τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 799/2009 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.. Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο.. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 800/2009 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.. Ανεπάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 805/2009 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Υπεξαίρεση.. Ανεπάρκεια αιτιολογίας βουλεύματος για κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη.. ΠΟΠΔ για πλημμέλημα υπεξαίρεσης.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 810/2009 Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για καταβολή χρεών στο Δημόσιο. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 835/2009 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.. Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και παραδοχή λόγων αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση..

ΠΟΙΝΙΚΑ - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 115/2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Θέμα.. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.. Περίληψη:..  - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 152/2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.. Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο ως εκπρόθεσμο.. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 182/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εκβίαση.. Δέχεται αίτηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για αναίρεση κατά αθωωτικής απόφασης για κατοχή ναρκωτικών και όπλων από κοινού και απόπειρα εκβίασης, από τον πρώτο κατηγο-ρούμενο..  - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 212/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο.. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μη υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 15 του Π.. Αριθμός 212/2008. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 212/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο.. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μη υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 15 του Π.. Αριθμός 212/2008. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 212/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο.. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μη υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 15 του Π.. Αριθμός 212/2008. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 219/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.. Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής απόφασης..  - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 221/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια.. Ανθρωποκτονία από αμέλεια.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 222/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.. Απόπειρα απάτης (κακουργηματική) με τη συνδρομή των επιβαρυντικών προϋποθέσεων του άρθρου 1 παρ.. 1 του ν.. 1608/50, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 227/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Δωροδοκία, Αναβολής αίτημα.. Παθητική δωροδοκία - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 230/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Υπεξαίρεση, Εξακολουθούν έγκλημα.. 
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 777/2009
(Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Θέμα.. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση..
Περίληψη:.. Στοιχεία υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος.. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως διότι:
α) δεν διευκρινίζεται με ποιες ενέργειες ή παραλείψεις εξεδήλωσε ο αναιρεσείων τη βούλησή του για ιδιοποίησή του χρηματικού ποσού που εισέπραξε με την ιδιότητα του μεσεγγυούχου, β) δεν διευκρινίζεται ενόψει της παραδοχής ότι η πράξη τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση με μερικότερες πράξεις και προ του Ν.. 2721/99, αν ο χαρακτηρισμός της πράξεως ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αρμόζει και σε κάθε μερικότερη πράξη του εν λόγω διαστήματος (προ του Ν.. 2721/1999).. ΑΡΙΘΜΟΣ 777/2009.. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ.. Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, ορισθέντα με την υπ'αριθμ.. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ.. 75/2008 πράξη, Αρεοπαγίτες.. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου.. , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.. 643/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1723/2007.. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 150/2-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 §1 Κ.. Π.. Δ.. , την παραδεκτώς, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρ.. 465§1, 474, 482 §1 στοιχ.. α' και 484§1 στοιχ.. β', δ' Κ.. , την με αριθμ.. 24/13-9-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου.. , κατά του υπ'αριθ.. 643/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, που εξεδόθη κατόπιν εφέσεώς του κατά του υπ'αριθ.. 1105/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και επάγομαι τα ακόλουθα:.. Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθ.. 1105/2006 βούλευμά του, το μεν έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξιν της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθησιν που φέρεται ότι διεπράχθη υπ'αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-1992 έως και 31-3-1997, το δε παρέπεμψε τον κατηγορούμενο εις το ακροατήριο τοιυ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (επί κακουργημάτων) για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθησιν, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί εις τούτον υπό την ιδιότητά του ως μεσεγγυούχου (άρθρ.. 375 §§1,2 εδαφ.. β, α, ως αντικατεστάθη δι'άρθρ.. 1 § 9 ν.. 2408/96 και συνεπληρώθη δι'άρθρ.. 14 § 3β ν.. 2721/99 και άρθρ.. 98 Π.. Κ.. ).. Κατά του ως άνω βουλεύματος ησκήθη η με αριθ.. 3/22-1-2007 έφεση του κατηγορουμένου επί της οποίας εξεδόθη το προσβαλλόμενο βούλευμα δια του οποίου απερρίφθη κατ'ουσίαν η παρα-πάνω έφεσις και επεκυρώθη το εκκαλούμενο ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών.. Η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως δια δηλώσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Εφετείου Θεσσαλονίκης που περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη: α) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και β) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ.. 484§1 στοιχ.. β' και δ' Κ.. ) και επομένως πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσίαν.. ΙΙ) Από τις διατάξεις του άρθρ.. 375 §§1, 2 Π.. , όπως ίσχυαν μετά την αντικατάσταση της παραγρ.. 2 με το άρθρ.. 2408/96 και πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρ.. 14 § 3 του ν.. 2721/99, αλλά και κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνου τελέσεως της πράξεως το έτος 1997, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται η ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος υπό την έννοια ότι ανήκει σε τρίτον κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου, με κάποια νόμιμη μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, και το οποίον κατέχεται προσωρινώς από τον φερόμενο ως κατηγορούμενο, μη έχοντα εξουσία διαθέσεως.. Η παράνομη ιδιοποίηση συνιστά την εξωτερίκευση της ενδιάθετης βούλησης του δράστη με αντικειμενικό στόχο να εξουσιάζει το μη ανήκον εις αυτόν πράγμα και της εντεύθεν ενσωματώσεώς του στην περιουσία του, επερχομένης αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης στον αληθή κύριο.. Υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου με περιεχόμενο την παράνομη ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος.. Σύμφωνα δε με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 375 §1 Π.. εν συνδ.. με εκείνην του αρθρ.. 17 Π.. που ορίζει ότι "ως χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται εκείνος κατά τον οποίον ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, όντος αδιάφορου του χρόνου καθ'όν επήλθε το αποτέλεσμα", σαφώς συνάγεται ότι χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, από του οποίου άρχεται η προς παραγραφή προθεσμία είναι ο χρόνος της εκ μέρους του υπαιτίου ενεργείας δια της οποίας εκδηλούται η άνευ δικαιώματος ιδιοποίησις του ξένου κινητού πράγματος, ήτοι η ενσωμάτωσις τούτου εις την περιουσίαν του δράστου, ως εάν ούτος ήτο κύριος αυτού, παθών δε είναι ο κατά τον χρόνον αυτόν ιδιοκτήμων, αποκειμένου του χρονικού προσδιορισμού της ανωτέρω ενεργείας, ως πραγματικού περιστατικού, εις την ανέλεγκτον υπό του Αρείου Πάγου κρίσιν του Συμβουλίου ή Δικαστηρίου της ουσίας (Α.. 971/1981 Ποιν.. Χρ.. ΛΒ' σελ.. 248, Α.. 1114/72 Ποιν.. ΚΓ σελ.. 272, Α.. 1127/77 Ποιν.. ΚΗ' σελ.. 245, Αγγέλου Τσαρπάλα "ο χρόνος διαπράξεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως" (Ποιν.. ΙΘ' σελ.. 321 επ.. Με την επελθούσα τροποποίηση στην παράγρ.. 2 δια του άρθρ.. 1 §9 ν.. 2408/96 κατέστη η απαρίθμηση περιοριστική και υπάγονται εις αυτήν μόνον οι αναφερόμενες σ'αυτή περιπτώσεις.. Έτσι η νέα αυτή διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική.. Επομένως το δικαστήριο ή το Συμβούλιο οφείλει κατά προτεραιότητα να ερευνήσει την ύπαρξη μιας περιπτώσεως σχέσεως από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 375§2 Π.. και εφόσον βεβαιωθεί ότι συντρέχει τέτοιος λόγος, θα προχωρήσει στην έρευνα, εάν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας.. Η κρίση δε περί της αξίας του παρανόμως ιδιοποιουμένου αντικειμένου, ως ιδιαιτέρως μεγάλης, εκ της οποίας εξαρτάται και ο κακουργηματικός χαρακτήρας του αδικήματος, εκτιμάται ανελέγκτως, εν όψει της ουσιαστικής αποτίμησης της αξίας του αντικειμένου της πράξεως, κατά τον χρόνο τέλεσής της, δηλαδή, από εκείνον, κατά τον οποίον εκδηλώνεται η πρόθεση παρανόμου νοσφισμού των ξένων πραγμάτων, έστω και αν αυτά είχαν περιέλθει, σε προηγούμενο χρόνο, στην κατοχή του δράστη.. Η συνύπαρξη των δύο αυτών όρων στοιχειοθετεί το αδίκημα της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος σύμφωνα με την παραπάνω ποινική διάταξη.. Για την μορφοποίηση δε του προαναφερομένου εγκλήματος ως κακουργήματος απαιτείται η ύπαρξις μιας εκ των περιοριστικώς αναφερομένων ιδιοτήτων στην παρ.. 2 του άρθρ.. 375 Π.. Με την τελευταία διάταξη κατηργήθη η έννοια της καταχρήσεως ιδιαιτέρας εμπιστοσύνης με την ενδεικτική απαρίθμηση των επί μέρους περιπτώσεων και επεκτάσεως επί αναλόγων μορφών και εισήχθη η έννοια της εμπίστευσης, η οποία όμως συνδέεται αποκλειστικώς και μόνον με ορισμένες ιδιότητες δραστηριότητας του υπαιτίου.. Συνεπώς η νέα αυτή διάταξη έχει εφαρμογή, κατά το άρθρ.. 2§1 Π.. και για τις πράξεις που έχουν τελεσθεί πριν την ισχύ της.. Μεταξύ δε των περιοριστικώς εις την προαναφερόμενη διάταξη περιπτώσεων περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποίαν το πράγμα ενεπιστεύθη εις τον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως μεσεγγυούχου, χωρίς καμιά διάκριση περί του αν πρόκειται περί εκουσίας κατ'άρθρ.. 831 Α.. μεσεγγυήσεως ή περί τοιαύτης κατόπιν δικαστικής αποφάσεως κατ'εφαρμογή των άρθρ.. 725 έως 727 Κ.. Πολ.. Δικ.. (Α.. 222/2004 Ποιν.. ΝΔ' σελ.. 2004, Γάφος Ποιν.. Δικ.. Τευχ.. ΣΤ' σελ.. 74 σημ.. 75, Μπουρόπουλος Ερμ.. Ποιν.. Κώδ.. τόμ.. Γ' σελ.. 34 - CONTRA A.. 221/55 Ποιν.. Ε' σελ.. 438).. Περαιτέρω κατά το άρθρ.. 725§1 Κ.. ".. το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, την νομή ή την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί η μεσεγγύηση".. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η δικαστική μεσεγγύηση αποσκοπεί στον περιορισμό της ελεύθερης διαχείρισης του κυρίου ενός πράγματος ή επιχειρήσεως, χάριν προστασίας των συμφερόντων τρίτων, συνεπεία εκδηλωθείσης αμφισβητήσεως της εκμεταλλεύσεως και αδυναμίας συνεχίσεως της δράσεως της επιχειρήσεως.. Η παρέμβαση του δικαστηρίου αποσκοπεί στην ύπαρξη βεβαιότητας ότι ενδείκνυται η θέση μιας επιχειρήσεως υπό δικαστική μεσεγγύηση, έτσι ώστε να ελέγχεται η δραστηριότητα.. Ο διοριζόμενος από το δικα-στήριο μεσεγγυούχος αντικαθιστά τον κύριο και εκμεταλλευτή της επιχειρήσεως.. Δικαιούται δε να έχει επιχειρηματική δραστηριότητα και να εξακολουθήσει την εκμετάλλευση, εφόσον αναγνωρισθεί τέτοια εξουσία είτε με την απόφαση που διορίζεται ο μεσεγγυούχος είτε με χωριστή απόφαση κατ'άρθρ.. 702 Κ.. (άρθρ.. 956 § 4 σε συνδυασμό με το άρθρ.. 726 Κ.. Ο μεσεγγυούχος έχει υποχρέωση λογοδοσίας στον δικαιούχο της υπό μεσεγγύηση επιχειρήσεως κατ'άρθρ.. 956 § 4 Κ.. , το οποίον έχει εφαρμογή και στην δικαστική μεσεγγύηση κατ'άρθρ.. 726 § 5 Κ.. Επίσης είναι υποχρεωμένος μετά την λήξη της μεσεγγύησης να αποδώσει στον δικαιούχο τα υπό μεσεγγύηση κινητά πράγματα ή χρήματα που κατέχει και του παραδόθηκαν εκ της εν λόγω ιδιότητός του (Α.. 919/97 Ποιν.. ΜΗ' σελ.. 277, Α.. 979/98 Ποιν.. ΜΘ' σελ.. 554, σύμφωνα με τις οποίες, εφόσον ο μεσεγγυούχος νομίμως κατέχει κινητά πράγματα, παραδοθέντα εις αυτόν εκ της σχέσεως Μεσεγγυήσεως, η άρνηση αποδόσεως εις τον μη νομιμοποιούμενο και προ της λήξεως της Μεσεγγυήσεως, δεν καθιστά αυτόν υπαίτιο του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως και μάλιστα εις βαθμόν κακουργήματος κατ'άρθρ.. 375§2 Π.. Όμως είναι υποχρεωμένος μετά την λήξιν της μεσεγγύησης να αποδώσει στον δικαιούχο τα υπό μεσεγγύηση κινητά πράγματα ή χρήματα που κατέχει και του παρεδόθησαν, λόγω της παραπάνω ιδιότητός του (Α.. 2073/2001 Ποιν.. Λόγ.. 2001 σελ.. 2509, ΑΠ 975/2006 Ποιν.. ΝΖ'σελ.. 336).. Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ.. 822, 827, 831 και 832 Α.. σαφώς συνάγεται ότι ο δια συμβάσεως ή δια δικαστικής αποφάσεως διορισθείς μεσεγγυούχος έχει απλώς την κατοχή μόνον επί των υπό μεσεγγύησιν πραγμάτων, εν όψει των αμφισβητουμένων δικαιωμάτων των διαδίκων επ'αυτών, υποχρεούμενος να αποδώσει τα υπό φύλαξιν του πράγματα, ευθύς ως ήθελον ζητηθεί αυτά νομίμως (Α.. 1025/1976 ΝοΒ 25 σελ.. 373), άλλως διαπράττει υπεξαίρεσιν εάν ιδιοποιηθεί παρανόμως τα φυλασσόμενα πράγματα (Α.. 1141/79 Ποιν.. Λ' σελ.. 222, Α.. 4/2001 Ποιν.. Λογ.. 30, Α.. 2001/2509, Α.. 311/2005 Ποιν.. ΝΕ' σελ.. 971, Α.. 2074/2004 Ποιν.. 2004 σελ.. 2588, Α.. 1325/06, Α.. 1326/2006, Α.. 1327/2006 Ποιν.. 2006 σελ.. 1527-1528).. Άλλωστε η μεσεγγύησις κύριον χαρακτηριστικό γνώρισμα έχει την φύλαξιν του πράγματος, είτε πρόκειται περί εκουσίας είτε περί δικαστικής, δι'όν λόγον και αι υποχρεώσεις του μεσεγγυούχου ρυθμίζονται ομοιομόρφως εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις υπό του άρθρ.. 832 Α.. Εις αμφοτέρας δε τας περιπτώσεις κίνητρον δια την ανάθεσιν της φυλάξεως των πραγμάτων εις τον μεσεγγυούχον αποτελεί η εμπίστευσις προς αυτόν, διότι άλλως ουδείς θα συνέτρεχε λόγος να προτιμηθεί ούτος ή άλλος αν ο πρώτος δεν παρείχε μείζονα εχέγγυα δια την τοιαύτην φύλαξιν, πολλώ μάλλον όταν εις τον διορισμόν μεσεγγυούχου προβαίνει το δικαστήριον το οποίον, ως εκ του ότι ρυθμίζει την τύχην ουχί ιδίων αλλά αλλοτρίων αγαθών, έχει ηυξημένην ευαισθησίαν ως προς την επιλογή του καταληλοτέρου προσώπου.. Περαιτέρω, σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, λαμβάνεται υπ'όψιν η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρ.. 98 § 2, ως συνεπληρώθη με το άρθρ.. 14§1 του ν.. 2721/99).. Αν όμως οι μερικότερες πράξεις έχουν τελεσθεί πριν την ισχύ του ν.. 2721/99, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μιας μερικότερης πράξης, ενόψει του άρθρ.. , καθόσον η νέα ρύθμιση, που προαναφέρθηκε, είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο (Α.. 1579/2002 Ποιν.. ΝΓ' 544, Α.. 347/2006 Ποιν.. ΝΣΤ' σελ.. 831, Α.. 1307/2004 Ποιν.. ΝΕ σελ.. 535).. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρ.. 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρ.. 484 §1 στοιχ.. Δ' Κ.. λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκρίθη ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, οι αποδείξεις από τις οποίες τα περιστατικά αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη.. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484§1 στοιχ.. β' Κ.. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει εις  ...   του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ.. 1 του Ν.. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας.. Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό.. Οι ρυθμίσεις αυτές του άρθρου 375 παρ.. 1, 2 ΠΚ διατηρήθηκαν και μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο 14 παρ.. 3 α' και β' του Ν.. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει στις 3-6-1999, αλλά, επιπλέον, στη μεν παρ.. 1 προστέθηκε εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο έγινε κακουργηματική η υπεξαίρεση αντικειμένου συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 73.. 000 ευρώ (25.. 000.. ), χωρίς άλλο όρο, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, στη δε παρ.. 2 προστέθηκε επίσης εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, για το προβλεπόμενο από την παράγραφο αυτή κακούργημα, αν το συνολικό αντικείμενο της κακουργηματικής αυτής πράξεως υπερβαίνει το ίδιο ως άνω ποσόν.. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από το Ν.. 2721/1999, "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.. Με το άρθρο 14 παρ.. 2721/1999 προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο πιο πάνω άρθρο 98 που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε".. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Για το χαρακτηρισμό κατ'εξακολούθηση εγκλήματος, που τελέστηκε μετά την ισχύ του Ν.. 2408/1996 (4-6-1996) και πριν από την ισχύ του Ν.. 2721/1999 (3-6-1999), ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, αναλόγως της αξίας του αντικειμένου του ή του ποσού του οφέλους ή της βλάβης, λαμβάνεται υπόψη κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις και όχι το άθροισμα του συνόλου των μερικότερων πράξεων, β) Κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλεια της ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, αναλόγως της αξίας του αντικειμένου, ή του ποσού του οφέλους ή της βλάβης, γ) Οι νεότερες διατάξεις του Ν.. 2721/1999 δεν μπορούν να εφαρμοσθούν και στα εγκλήματα της υπεξαιρέσεως που τελέστηκαν πριν την ισχύ του νόμου αυτού, διότι είναι δυσμενέστερες από τις προηγούμενες, δ) Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, αν οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν από τις 3 Ιουνίου 1999, που άρχισε να ισχύει ο Ν.. 2721/1999, η κρίση για το αν το αντικείμενό τους είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας θα γίνει με βάση το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξεως, διότι όπως προαναφέρθηκε, οι νέες ρυθμίσεις του Ν.. 2721/1999 είναι δυσμενέστερες (Ολ.. ΑΠ 5/2002).. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, για να χαρακτηρισθεί η κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση ως κακούργημα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ.. 2 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν.. 2408/1996 και του άρθρου 98 ίδιου Κώδικα, όπως αυτό είχε αρχικά, απαιτείται, αφενός προσδιορισμός όλων των μερικότερων πράξεων κατά χρόνο και ποσόν και αφετέρου η συνδρομή του πρόσθετου στοιχείου της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου κάθε μερικότερης πράξης.. Και ε) σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, αν οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν μετά την ισχύ του Ν.. 2721/1999, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, υπό την προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.. Περαιτέρω το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ.. 1 στοιχ.. δ' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου.. Ακόμη, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ.. β' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα.. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 643/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτόν λόγω της ιδιότητάς ως μεσεγγυούχου.. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ'είδος, αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά: Το 1970 συνεστήθη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - Α και Β Ο.. ", με έδρα τη.. Μοναδικοί εταίροι και διαχειριστές της ήταν οι Β και Α, πατέρας του εκκαλούντα κατηγορουμένου.. Η εταιρία λύθηκε με την από 16-2-1977 καταγγελία του εταίρου Β, λόγω δε της αρνήσεως του άλλου εταίρου να συμπράξει στην εκκαθάριση της περιουσίας της διορίσθηκαν έκτοτε δυνάμει των υπ'αριθ.. και 4505/1996 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διάφοροι εκκαθαριστές με τελευταίο τον Γ, δικηγόρο Θεσσαλονίκης.. Προηγουμένως, στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας η εταιρία ανήγειρε πολυκατοικία στη.. Ο τελευταίος όμως επικαλούμενος, με εικονικά και άκυρα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δική του κυριότητα επί του ανωτέρω 5/10, εξ αδιαιρέτου, ποσοστού της εταιρίας, προέβη, ως δήθεν συγκύριος έτσι του καταστήματος κατά ποσοστό 7/10 εξ αδιαιρέτου, στην εκμίσθωση αυτού τον Ιούλιο του 1992 στον ΣΤ, έναντι μηνιαίου μισθώματος 900.. 3497/10-2-1997 απόφασή του, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της παραπάνω εταιρίας κατά του εκκαλούντα κατηγορουμένου, αφού πιθανολόγησε ότι μεταξύ τους υπάρχει διαφορά σχετικά με την κυριότητα των 5/10 εξ αδιαιρέτου του προαναφερθέντος καταστήματος, έθεσε το ποσοστό αυτό υπό δικαστική εγγύηση και διόρισε μεσεγγυούχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ενώ διέταξε να παραδοθεί σ'αυτόν η νομή των χώρων του καταστήματος, κατά τα άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά.. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, όπως ήταν φυσικό, συνέχισε την εκμίσθωση του καταστήματος στον ανωτέρω μισθωτή και κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 έως 31-5-2002 εισέπραξε, με την ιδιότητα του μεσεγγυούχου, ως μισθώματα τα εξής ποσά: α) από 1-4-1997 έως 31-8-1997 ήτοι 5 μήνες Χ 1.. Το ποσό όμως αυτό, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και περιήλθε στην κατοχή του με την ανωτέρω ιδιότητα του μεσεγγυούχου, δεν το φύλασσε ούτε το κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό επ'ονόματι της εταιρίας, αλλά αντίθετα το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε έκτοτε παράνομα.. 15930/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκαν ως άκυρες τόσον η προηγηθείσα μεταβίβαση του ποσοστού αυτού στον ανωτέρω πωλητή Ε, όσο και η εν συνεχεία μεταβίβαση από τον τελευταίο προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, αντιστοίχως, και επομένως ουδέποτε αυτός απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ποσοστού.. Με τα δεδομένα αυτά ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση συμπληρωματικά αναφέρομαι, αποφάνθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα κατηγορουμένου.. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση.. Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε κατ'ουσίαν την από 22-1-2007 έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και επεκύρωσε το πρωτόδικο 1105/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στο οποίο γίνεται δεκτό, επιπλέον των ανωτέρω, ότι το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξεως του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος, που φέρονται τελεσθείσες προ της ισχύος του Ν.. 2721/1999 (3-6-1999), ήτοι το ήμισυ του κάθε μηνιαίου μισθώματος για το διάστημα από 1-4-1997 έως 2-6-1999, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, δια της αυτοτελούς αιτιολογίας του και της ως άνω αναφοράς του, συμπληρωματικώς, στο πρωτόδικο βούλευμα, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη, με την έννοια που αναπτύχθηκε ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, συγχρόνως δε παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και έτσι στέρησε το βούλευμά του από νόμιμη βάση.. Ειδικότερα, α) δεν διευκρινίζεται στο βούλευμα με ποιες ενέργειες ή παραλείψεις εξεδήλωσε ο αναιρεσείων τη βούλησή του για ιδιοποίηση του ποσού των μισθωμάτων, δεδομένου ότι μόνη η μνεία της λέξεως "ιδιοποιήθηκε", έστω και σε συνδυασμό με την ιδιότητά του ως μεσεγγυούχου, δεν είναι αρκετή, β) δεν διευκρινίζεται, επίσης, αν ο αναιρεσείων εκδήλωνε την πρόθεσή του για ιδιοποίηση κάθε μερικότερου ποσού, (μηνιαίου μισθώματος που αναλογούσε στο υπό την μεσεγγύησή του ιδανικό μερίδιο του μισθίου), όταν αυτός εισέπραττε το κάθε μερικότερο ποσόν, ή εκδήλωσε την πρόθεσή του για ιδιοποίηση όλων των επί μέρους εισπραχθέντων και συνακολούθως ολοκλήρου του ως άνω ποσού των 68.. 172 δρχ.. (ή 199.. 095,02 ευρώ) μία μόνο φορά, στοιχείο αναγκαίο, αφού στη μεν πρώτη περίπτωση πρόκειται για τέλεση κατ'εξακολούθηση υπεξαιρέσεως, στη δε δεύτερη για τέλεση μιας μόνο πράξεως του εν λόγω εγκλήματος και γ) σε περίπτωση που συντρέχει κατ'εξακολούθηση τέλεση, δεν διευκρινίζεται, όπως θα έπρεπε, αν ο χαρακτηρισμός του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, προσήκει και για κάθε μερικότερη πράξη της προ του Ν.. 2721/1999 περιόδου, ήτοι από 1-4-1997 έως 2-6-1999 (το ποσόν της οποίας σαφώς εξάγεται από τις παραδοχές του βουλεύματος, με μαθηματικό υπολογισμό).. Η τελευταία αυτή ασάφεια επετείνεται από το γεγονός ότι το μεν προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως διαφαίνεται από τις παραδοχές του, τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως τον βασίζει στην ιδιαίτερα μεγάλη αξία του συνόλου των εισπραχθέντων από τον αναιρεσείοντα, ως μεσεγγυούχο, μισθωμάτων, χωρίς να διακρίνει μεταξύ προ και μετά τον Ν.. 2721/1999 τελεσθεισών μερικοτέρων πράξεων, το δε πρωτόδικο βούλευμα, όπου η ανωτέρω συμπληρωματική αναφορά του προσβαλλομένου, περιέχει σαφή τέτοια διάκριση και χαρακτηρισμό των μερικοτέρων πράξεων της πρώτης περιόδου, ως κακουργηματικών, λόγω της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας της κάθε μερικότερης πράξεως, προκυπτούσης, έτσι, περαιτέρω ασάφειες για το τι δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα των μερικότερων πράξεων που δέχθηκε ότι εμπίπτουν στη περίοδο από 1-4-1997 έως 2-6-1999.. Οι ασάφειες και παραλείψεις αυτές καθιστούν ελλιπή την αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος και ανέφικτο τον έλεγχο από τον 'Αρειο Πάγο αν στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ όπως ίσχυαν τόσον πριν από τον αυστηρότερο Ν.. 2721/1999 όσον και μετά από αυτόν, ή μόνον οι διατάξεις αυτές όπως ισχύουν μετά το νόμο αυτό και, επιπλέον, αν έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις του άρθρου 98 ΠΚ και μάλιστα όπως ίσχυαν πριν από το Ν.. 2721/1999 ή όπως ισχύουν μετά από τον ίδιο νόμο και συνακολούθως αν, κατά περίπτωση, έγινε ορθή ή μη εφαρμογή τους.. Κατόπιν όλων αυτών οι εκ του άρθρου 484 παρ.. 1 στοιχ.. β' και δ' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, με τη μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι βάσιμοι.. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.. Αναιρεί το 643/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.. Και.. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009.. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ..


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 780/2009
(ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ναρκωτικά.. Κατοχή ναρκωτικών ουσιών.. Αντίσταση.. Έλλειψη αιτιολογίας από τη μη αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης.. Ακυρότητα από λήψη υπόψη προανακριτικής απολογίας που δεν αναγνώσθηκε.. Αναιρεί και παραπέμπει..
Αριθμός 780/2009.. ΣΤ' Ποινικό Τμήμα.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή.. , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παλιοτζίκα, περί αναιρέσεως της 1545-1546/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Σεπτεμβρίου 2008 και 22 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα καθώς και στους από 14 Ιανουαρίου 2009 προσθέτους λόγους του 1ου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1654/2008.. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 364 § 1, 329, 331, 333 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 § 1 στοιχ.. δ' ΚΠΔ) και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ.. Α' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται το εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ απορρέον δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις ή παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν τα έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και όταν τα περιστατικά αυτά προέκυψαν από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελούν στοιχείο της κατηγορίας ή το σώμα του εγκλήματος.. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη με αριθμό 1545-1546/2007 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, για το σχηματισμό της κρίσης του, περί ενοχής των αναιρεσειόντων για την αποδοθείσα και στους δύο αξιόποινη πράξη της από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από ιδιαίτερα επικίνδυνους δράστες, επί πλέον δε στον πρώτο και της αντίστασης, έλαβε υπόψη του, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και την στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αναφερομένη απολογία του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος Χ2 κατά την προανάκριση, αφού, υπάρχει σ' αυτό η παραδοχή ότι "ο κατηγορούμενος Χ2 κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποστήριξε ότι η φερόμενη ως ναρκωτική ουσία ήταν χώμα.. Στην από 17.. 7.. 2002 όμως προανακριτική του απολογία ενώπιον  ...   να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ.. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται και διεξάγεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.. Ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη.. Αντίθετα, η γνωμάτευση ή γνωμοδότηση που προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη και συνεκτιμάται ως απλό έγγραφο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου.. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το παραπάνω Δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την απολογία των κατηγορουμένων".. Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων αναγνώσθηκαν α) η με αριθμό.. ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Β, β) η από 24-7-2002 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Αν.. Καθηγήτριας του Α.. Θ Ε.. Γ, γ) η με αριθμό.. ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Β, και δ) η από 24-7-2002 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της παραπάνω Ε.. Γ, οι εκθέσεις δε αυτές αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, μη υπαγόμενο στην κατηγορία των εγγράφων, γιατί έγιναν κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 183 ΚΠΔ και εις εκτέλεση των με αριθμό.. και.. εγγράφων παραγγελιών της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, που διενεργούσε την προανάκριση.. Περί των εκθέσεων αυτών, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια στο κυρίως σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στην καταδικαστική για τους κατηγορούμενους κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν.. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και ο από το άρθρο 510 παρ.. Δ' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.. Μετά ταύτα, και για τους προεκτεθέντες λόγους, πρέπει να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.. Αναιρεί τη με αριθμό 1545-1546/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.. Και.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2009..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 784/2009
(Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση.. Έλλειψη αιτιολογίας βουλεύματος, διότι αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση και δεν έλαβε υπόψη υπόμνημα της αναιρεσείουσας που κατατέθηκε μετά την κατάθεση της εισαγγελικής προτάσεως..
ΑΡΙΘΜΟΣ 784/2009.. E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου.. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης.. , κατοίκου.. 1192/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενης ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1658/2008.. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 553/28.. 11.. 2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:.. Εισάγω σύμφωνα με το άρθρ.. 485 § 1 Κ.. , την υπ'αριθμ.. 168/13-10-2008 αίτηση αναίρεσης της.. , κατά του υπ'αριθμ.. 1192/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:.. Ι.. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμ.. 2889/2007 βούλευμά του παρέπεμψε την κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), με την κατηγορία της παράνομης γνώσης και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τελεσθείσα από υπαίτιο που είχε σκοπό να βλάψει τρίτον (άρθρ.. 1, 14, 26 παρ.. 1 εδ.. α', 27 ΠΚ και άρθρ.. 22 παρ.. 4,6 Ν.. 2472/1997).. Μετά από έφεση που άσκησε η κατηγορουμένη, εκδόθηκε το παραπάνω, υπ'αριθμ.. 1192/2008, προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η κριθείσα έφεση και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα.. Το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην κατηγορουμένη την 6-10-2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο της την 1-10-08, η δε αναίρεση ασκήθηκε την 13-10-08.. Είναι κατά συνέπεια εμπρόθεσμη και νομότυπη (άρθρ.. 473 § 1, 474 § 1 Κ.. ) και παραδεκτή, αφού η πράξη που αποδίδεται στην κατηγορουμένη είναι κακούργημα (άρθρ.. 482 § ια Κ.. Επίσης περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης (474 § 2 Κ.. ), την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ.. 93 § 3 του Συντάγματος, 139 και 484 § 1 εδ.. δ' Κ.. ), συνιστάμενη στο ότι: α) το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος και η ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών αποτελούν αντιγραφή του σκεπτικού του πρωτοδίκου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ'αυτό πρότασης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, χωρίς να παραθέτει ούτε μία δική του σκέψη και παραδοχή και β) παραλείπεται παντελώς η αιτιολόγηση της ύπαρξης δόλου της κατηγορουμένης και συγκεκριμένα του σκοπού της να βλάψει τρίτον.. ΙΙ.. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρ.. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρ.. 484 § 1στοιχ.. Δ' του Κ.. , όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου, για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.. Απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού αυτή αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα εκεί, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση, με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από  ...   και αιτιάσεις που αυτή προβάλλει με τα από 29-10-07 και 7-4-08, προς στήριξη της έφεσής της υπομνήματα και που αφορούν (οι ισχυρισμοί και οι αιτιάσεις) α) τον χαρακτήρα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, β) το δικαίωμα της κατηγορουμένης για πρόσβαση και επεξεργασία των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των βουλευτών και γ) την εκ μέρους της κατηγορουμένης ύπαρξη σκοπού βλάβης τρίτου και δη του συγκεκριμένου βουλευτή.. ΙV.. Είναι επομένως βάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρ.. 484 § 1 στοιχ.. και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα.. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ-ΠΡΟΤΕΙΝΩ.. Α) Να αναιρεθεί το υπ'αριθμ.. 1192/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.. Β) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών.. Αθήνα 17 Νοεμβρίου 2008.. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου.. Παναγιώτης Ε.. Νικολούδης.. Αφού άκουσε.. τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,.. Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθ.. 484 § 1 στοιχ.. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.. Η επιβαλλομένη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.. Ελλείπει δε η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει υποβάλει υπόμνημα προς το Συμβούλιο Εφετών με καταλυτικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς μετά την κατάθεση της εισαγγελικής προτάσεως και το Συμβούλιο τούτο παραλείπει να εκτιμήσει και να μνημονεύσει το εν λόγω υπόμνημα στο βούλευμά του.. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αρ.. 1192/2008 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε το υπ' αρ.. 2889/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται αυτή ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη της παράνομης γνώσης και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ,τελεσθείσα από υπαίτιο που είχε σκοπό να βλάψει τρίτον (άρθρ.. 1,14,26 παρ.. 1α,27 Π.. και άρθρ.. 4,6 Ν.. 2472/1997).. Η αιτιολογία του ως άνω αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος περιλαμβάνει μόνο τυπική αναφορά στις σκέψεις της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, διά της φράσεως "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως νόμιμους και βάσιμους και το Συμβούλιο τούτο εξολοκλήρου αναφέρεται, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της η έφεση".. Μετά την κατά τη 27.. 3.. 2008 κατάθεση της ανωτέρω εισαγγελικής προτάσεως, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στις 7.. 4.. 2008 προς το Συμβούλιο Εφετών το από 7.. 2008 υπόμνημά της στο οποίο περιελάμβανε καταλυτικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς.. Έτσι το προσβαλλόμενο βούλευμα, με την τυπική αυτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, χωρίς να διαλαμβάνεται καμία σκέψη, που να αξιολογεί το απολογητικό υπόμνημα της εκκαλούσης αναιρεσείουσας, στερείται της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.. Επομένως είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ.. δ' του ΚΠοινΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.. Ποιν.. Δ).. Αναιρεί το υπ' αρ.. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.. Και,.. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.. -.. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 794/2009
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Αναίρεση για ανεπαρκή αιτιολογία.. Παραπέμπει..
Αριθμός 794/2009.. Ε' Ποινικό Τμήμα.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο, περί αναιρέσεως της 5935/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1896/2008.. Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. 1.. - Κατά το άρθρο 314 παρ.. 1 εδάφ.. α' του Π.. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών".. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη.. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη.. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.. 2.. - Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη  ...   από το επίπεδο του δαπέδου λόγω απόστασης), με εντολή του προϊσταμένου βάρδιας,.. , έγινε ρίψη νερού για να ψυχθεί η τηγμένη σκουριά.. Μετά παρέλευση δεκαπέντε λεπτών περίπου και ενώ είχε σχηματιστεί μαύρη κρούστα στην επιφάνεια της σκουριάς, χωρίς όμως αυτή να έχει ψυχθεί και στο εσωτερικό της, ο προαναφερόμενος προϊστάμενος βάρδιας, θεωρώντας ότι είχε σχηματιστεί σταθερή επιφάνεια πάνω στη σκουριά, ανέθεσε στον εργαζόμενο Ψ1 να ανεβεί στο επίπεδο των μεταλλικών ραγών και πατώντας στη διαμορφωμένη κρούστα να συνδέσει τον γάντζο του γερανού στην ειδική υποδοχή του βαγονιού με τον κάδο.. Μόλις, όμως, ο τελευταίος πάτησε πάνω στην κρούστα, αυτή υποχώρησε, με αποτέλεσμα να βουλιάξουν τα πόδια του μέσα στη διάπυρη σκουριά, να αναφλέγει η (μη πυρίμαχη) φόρμα εργασίας του και να πάθει σοβαρά εγκαύματα στο πρόσωπο, στον θώρακα, στην κοιλιά και σε άλλα σημεία του σώματος του, καθώς και να υποβληθεί σε μερικό ακρωτηριασμό ονυχοφόρων φαλαγγών δύο δακτύλων του αριστερού ποδιού του.. Ο σοβαρός τραυματισμός του παθόντος θα είχε αποφευχθεί, αν ο κατηγορούμενος, μεριμνούσε, όπως όφειλε λόγω της ιδιότητας του και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να πράξει, για τη λήψη των καταλλήλων μέτρων, ώστε η επίμαχη εργασία σε περίπτωση διαρροής διάπυρης σκουριάς να γίνεται με ασφάλεια για τους εργαζόμενους.. Πιο συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος όφειλε να είχε μεριμνήσει, ώστε είτε η σύνδεση του γάντζου του γερανού με την ειδική υποδοχή του βαγονιού να γίνεται από το επίπεδο του δαπέδου με χρήση κατάλληλου εργαλείου, ώστε να μην είναι αναγκασμένος ο εργαζόμενος να πατήσει ανάμεσα στις μεταλλικές ράγες με την τηγμένη σκουριά είτε να διαμορφώσει κατάλληλο δάπεδο εργασίας (πλατφόρμα) στηριζόμενο πάνω στις μεταλλικές ράγες, για να πατήσει σ' αυτό ο εργαζόμενος και να εκτελέσει με ασφάλεια τη συγκεκριμένη εργασία.. Σημειώνεται δε ότι τέτοιο δάπεδο ασφαλείας (μεταλλική πλατφόρμα) τοποθετήθηκε μετά το ατύχημα.. Από όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια για την οποία κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης.. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει στο σκεπτικό της την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.. Ειδικότερα και καθόσον αφορά τις παραδοχές της ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος κατά νόμο για τη λήψη μέτρων ασφαλείας για τους εργαζόμενους της επιχείρησης, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέλειψε να λάβει, ουδόλως προσδιορίζει από πού απορρέει η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως αυτού προς ενέργεια, που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος, αν δηλαδή οι παραλείψεις του κατηγορουμένου α) να μεριμνήσει όπως η σύνδεση του γάντζου του γερανού με την ειδική υποδοχή του βαγονιού να γίνεται από το επίπεδο του δαπέδου.. και β) να διαμορφώσει κατάλληλο δάπεδο εργασίας (πλατφόρμα) στηριζόμενο πάνω σε μεταλλικές ράγες.. απορρέουν από ρητή διάταξη του νόμου, ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση αυτών, είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη συμπεριφορά αυτού.. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο εκ του άρθρου 510 παρ.. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο, όμως, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.. Αναιρεί την υπ' αριθ.. 5935/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 796/2009
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Συναυτουργία.. Έλλειψη αιτιολογίας βουλεύματος για κακουργηματική απάτη από κοινού..
ΑΡΙΘΜΟΣ 796/2009.. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου.. 1556/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΤΣΑΝΤΑΛΗΣ Α.. ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΑ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ - ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΟΠΟΙΙΑ", που εδρεύει στον Άγιο Παύλο Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1867/2008.. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 16/16.. 1.. 2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:.. Εισάγω κατ' αρθρ 485 1 ΚΠΔ την με αριθμ.. 167/11-12-2008 αίτηση της Χ1 κατοίκου.. για αναίρεση του με αριθμ.. 1556/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται μετά την γενομένη δεκτή κατ'ουσία η με αριθμ.. 36/2008 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας ''Ευάγγελος Τσάνταλης Α.. Ε Αμπελουργία - Οινοποιία - Αποσταγματοποιία'' κατ' ουσία κατά του με αριθμ.. 10/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που την απάλλασσε από την κατηγορία για απάτη από κοινού με άλλο με ζημία άνω των 73.. 000 και την παραπέμπει για να δικαστεί για την πράξη αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα.. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την κατηγορούμενη δια τής πληρεξούσιας δικηγόρου της η οποία είχε προς τούτο ειδική εντολή η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση αναίρεσης και στρέφεται κατά βουλεύματος που την παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους και πλημμέλειες του πληττόμενου βουλεύματος οι οποίοι είναι α) Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας β) Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και γ) και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής παράβασης - εκ πλαγίου παράβαση (άρθρ.. 484 1 δ και Ε, ΚΠΔ).. Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι.. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης ότι Α.. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικά δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης της απάτης.. δεν εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά στο σύνολο τους αλλά επιλεκτικά, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση χωρίς δικές του σκέψεις και η οποία πρόταση με τη σειρά της δεν περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης των πράξεων, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της, και ότι στο βούλευμα αυτό γίνεται γενική παραπομπή στα αποδεικτικά μέσα χωρίς ν'αναφέρονται ειδικά και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που πρόκυψανε από κάθε αποδεικτικό μέσο και περαιτέρω ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό κατά τρόπο αυθαίρετο ότι προκύψανε κατά της αναιρεσείουσας επαρκείς ενδείξεις κατά συμπερασματική κρίση, για την ενίσχυση της οποίας αναφέρονται πράξεις της αναιρεσείουσας μεταγενέστερες των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και οι οποίες μπορεί ενδεχομένως να είναι νέες ψευδείς παραστάσεις αλλά είναι μεταγενέστερες και δεν επηρεάζουν και δεν έχουν σχέση σε καμιά περίπτωση με τη πράξη για την οποία κατηγορείται.. Β Το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 386 και 45 ΠΚ λόγω του ότι από το εκτιθέμενο στο προσβαλλόμενο αποδεικτικό υλικό δεν προκύπτει συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην πράξη της πράξης της απάτης και ότι η φερόμενη σαν συμμετοχή της είναι αποτέλεσμα συμπερασματικής κρίσης εξαγόμενη από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο της πράξης ήταν διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος τής ''.. ΕΠΕ'' γεγονός που αποτέλεσε και το στοιχείο για την συμπερασματική κρίση της από κοινού με τον συγκατηγορούμενο πράξης της απάτης.. και Γ Στο προσβαλλόμενο δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, ειδικώτερα δεν εκτίθενται περιστατικά εκ των οποίων να προκύπτει γνώση και συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην πράξη για την οποία κατηγορείται λόγω του ότι στο προσβαλλόμενο εκτίθεται αναφέρεται και αναλύεται συμπεριφορά του συγκατηγορουμένου της χωρίς ν'αναφέρονται γ'αυτήν περιστατικά εκ των οποίων να προκύπτει ενεργός συμμετοχή της ή έστω και γνώση της σχετικά με την συμπεριφορά του συγκατηγορουμένου της.. Κατά το άρθρο 386 παρ.. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών.. " Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου.. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη αυτών ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης.. Εξάλλου κατά την παρ.. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.. 11 του ν.. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.. Όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.. 4 του ν.. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.. 000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.. 000 δραχμών.. " Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.. 000 δραχμών, ή, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.. Εξάλλου επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό.. (ΑΠ 1913 /2000, ΑΠ 1820/ 2003, 1944/2003, ΑΠ 190/2005) Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε ή όταν αυτά εκτίθενται αντιφατικά ή υπάρχει αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού, ώστε δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.. Η δε παραπομπή του βουλεύματος στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αν αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη δηλ.. διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά μετά κεφάλαια των κατηγοριών για τις πράξεις για τις οποίες επιλήφθηκε αποτελεί πλήρη αιτιολογία (ΑΠ Ολ.. 1127/79 , ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 1071/2005ΑΠ 1464/2003,ΑΠ 59/2005 ΑΠ 1416/2000.. ) Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι, κατά της αναιρεσείουσας και του Χ2 ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη από κοινού με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.. 000 ευρώ, και ότι με το με αριθμ.. 10/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε ότι κατά τής αναιρεσείουσας δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία λόγω του ότι δεν προέκυπταν επαρκείς ενδείξεις ενοχής και παρέπεμπε τον Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την πράξη αυτή.. Κατά του βουλεύματος αυτού η εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα άσκησε έφεση κατά του απαλλακτικού μέρους η οποία και έγινε δεκτή και το Συμβούλιο Εφετών με το υπό κρίση βούλευμα έκρινε ότι προέκυπταν επαρκείς ενδείξεις και κατά της αναιρεσείουσας και την παρέπεμπε να δικαστεί μαζί με τον συγκατηγορούμενο της για την πράξη αυτή κρίναν ότι η πράξη αυτή τελέστηκε από κοινού.. και από το οποίο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω: Η εταιρεία ''.. ΕΠΕ'' της οποίας η αναιρεσείουσα ήταν κυρία μέτοχος και διαχειρίστρια, το 2004 παρέστησε στην εγκαλούσα ότι είχε παραγγείλει μηχανολογικό εξοπλισμό για την ανανέωση και αντικατάσταση του υπάρχοντος μηχανολογικού εξοπλισμού αξίας 2.. 200.. 000 ευρώ και ο οποίος στην πραγματικότητα ανερχόταν μόνο σε 395.. 000 ευρώ και από τον οποίο εξοπλισμό αυτό μέρος προερχόταν από την ΕΠΕ ''Κορινθιακή Ποτοποιία - Οξοποιία - Οινοποιία ΕΠΕ'' όπως προκύπτει από τιμολόγια της και της οποίας βασικοί εταίροι ήταν η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενος της ο οποίος ήταν και συνδιαχειριστής.. Παρά του ότι ο μηχανολογικός εξοπλισμός ήταν της τάξης των 395.. 000 ευρώ έστω και με τον συνυπολογισμό στην αξία αυτή και των μηχανημάτων της '' Κορινθιακή Ποτοποιία -Οξοποιία- Οινοποιία ΕΠΕ' ο Χ2 κατόπιν της από κοινού συνεννόησης του με την αναιρεσείουσα η οποία ήταν και η διαχειρίστρια της ''.. ΕΠΕ'', του προβληθέντος ότι ο Χ2 ήταν εν τοις πράγμασι ο μόνος διαχειριστής κριθέντος αβασίμου , παρέστησαν στην εγκαλούσα εταιρεία ότι για την ανανέωση του μηχανολογικού εξοπλισμού της εταιρείας αυτής είχε εγκριθεί δάνειο από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ ποσού 1.. 700.. 000 ευρώ η εκταμίευση του οποίου καθυστερούσε λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών και ότι το τίμημα του αγορασθέντος μηχανολογικού εξοπλισμού έπρεπε να πληρωθεί , λόγω του ότι η λειτουργία της εταιρείας ''.. ΕΠΕ' η οποία τροφοδοτούσε την εγκαλούσε με χύμα κρασί θα ήταν αδύνατη κατά την τρυγητική περίοδο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2004 και γι'αυτό ζήτησε από αυτήν να τής εκχωρήσει επιταγές πελατών της ή έκδοσης της για να τις προεξοφλήσει, να εισπράξει το τίμημα και να καταβάλλει την αξία των μηχανημάτων.. διαβεβαιώνοντας την ότι το ποσό των επιταγών αυτών θα επιστρέφονταν με την μορφή ισοπόσων δίγραμμων επιταγών από χρήματα του εγκεκριμένου δανείου.. Περαιτέρω ο Χ2 ανακοίνωσε στην εγκαλούσα ότι λόγω καθυστέρησης εκταμίευσης του δανείου από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ ήλθε σε συμφωνία με την Τράπεζα Πειραιώς που βρίσκεται στην ΒΙ.. ΠΕ Πατρών για την λήψη δανείου άλλα στην συνέχεια ανακοίνωσε στην εγκαλούσα  ...   την εποχή του τρύγου και σημαντικές χρηματικές προκαταβολές για την πληρωμή των σταφυλοπαραγωγών, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλο πιστωτικό υπόλοιπο (για την εκκαλούσα εταιρεία), επειδή η τιμολόγηση των κρασιών γινόταν με την παράδοση, πολλές φορές και ένα χρόνο μετά.. Η απαλλαγείσα κατ/νη και ο παραπεμφθείς συγκατηγορούμενός της ήταν βασικοί εταίροι και της εδρεύουσας στο.. εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑ - ΟΞΟΠΟΙΙΑ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΕΠΕ", της οποίας συνδιαχειριστής ήταν ο δεύτερος, προμήθευε δε και αυτή την εκκαλούσα εταιρεία με κρασιά και ήταν πελάτης της σε υποβαθμισμένες ποιότητες κρασιού για την παραγωγή ξυδιού.. Το καλοκαίρι του έτους 2004 ο κατ/νος Χ2 ζήτησε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας οικονομική διευκόλυνση, προκειμένου να είναι έτοιμος κατά την περίοδο του τρύγου του έτους αυτού ο νέος σύγχρονος μηχανολογικός εξοπλισμός στο ιδιόκτητο οινοποιείο που διατηρούσε η εταιρεία ".. ΕΠΕ" στη ΒΙ.. ΠΕ.. Πατρών, παριστώντας του εν γνώσει ψευδή γεγονότα ως αληθή, πάντοτε σε συνεννόηση και με κοινό δόλο με την κατ/νη Χ1, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία, με αποτέλεσμα να πεισθεί η τελευταία και να χρηματοδοτήσει την ανωτέρω ΕΠΕ με παράδοση επιταγών, τις οποίες εξόφλησε, ενώ και οι δύο κατ/νοι της μεταβίβασαν επιταγές συνολικού ποσού 2.. 000 ευρώ, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία.. Ειδικότερα, ο κατ/νος Χ2, της παρέστησε ότι η εταιρεία".. ΕΠΕ" είχε παραγγείλει και είχαν ήδη αφιχθεί σύγχρονα μηχανήματα για την ανανέωση του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου της, ότι για την αποπληρωμή του συνολικού τιμήματος της αγοράς τους είχε ήδη εγκριθεί δάνειο από την ALPHA ΒΑΝΚ ποσού 1.. 000 ευρώ, η εκταμίευση του οποίου, όμως, καθυστερούσε λόγω γραφειοκρατικών διατυπώσεων και ότι το τίμημα της αγοράς των νέων μηχανημάτων έπρεπε να πληρωθεί οπωσδήποτε, εφόσον, σε αντίθετη περίπτωση ήταν αδύνατη η λειτουργία του εργοστασίου κατά την τρυγητική περίοδο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2004.. Για τους λόγους αυτούς, ζήτησε να εκχωρήσει η εκκαλούσα εταιρεία στην ανωτέρω ΕΠΕ ποσό - περίπου 2.. 000 ευρώ σε μεταχρονολογημένες επιταγές έκδοσής της ή πελατών της, προκειμένου να τις προεξοφλήσει στην Τράπεζα και να εισπράξει ποσό 1.. 500.. 000 ευρώ περίπου, δηλαδή, ουσιαστικά, να επισπεύσει την εκταμίευση του δήθεν εγκριθέντος δανείου με τη μορφή χρηματοδότησης με ενεχυρίαση επιταγών, διαβεβαιώνοντας ότι το ποσό των επιταγών αυτών θα επιστρεφόταν στην εκκαλούσα εταιρεία με την έκδοση και πληρωμή από την ΕΠΕ ισόποσων δίγραμμων επιταγών που είχαν ημερομηνία δύο ημέρες αργότερα από τις αντίστοιχες κατά ποσό ημερομηνίες των επιταγών έκδοσης της εκκαλούσας εταιρείας, με χρήματα - από το εγκεκριμένο δήθεν ήδη δάνειο, πράγματι δε, η τελευταία εκχώρησε στην ΕΠΕ επιταγές έκδοσής της ή πελατών της και έλαβε αντίστοιχες της ΕΠΕ.. Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του έτους 2004 ο παραπεμφθείς κατ/νος ανακοίνωσε στην εκκαλούσα εταιρεία ότι, επειδή καθυστερούσε η εκταμίευση του δανείου από την ALPHA BANK, η ΕΠΕ ήλθε σε συμφωνία με την Τράπεζα Πειραιώς που βρίσκεται στη ΒΙ.. ΠΕ Πατρών και ότι εγκρίθηκε η λήψη δανείου από αυτήν του ποσού 2.. 000 ευρώ, έως ότου, το καλοκαίρι του έτους 2.. 005, δήλωσε ότι η Τράπεζα Πειραιώς απέρριψε το αίτημα για την έγκριση δανείου, επειδή δήθεν αντικαταστάθηκε ο περιφερειακός διευθυντής της, που ήταν προσωπικός φίλος του και ότι αναμένεται η χρηματοδότηση της ΕΠΕ από το εξωτερικό.. Οι ψευδείς παραστάσεις συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος του έτους 2005 (δήθεν αναμονή λήψης από τον προσωπικό φίλο του παραπεμφθέντος κατ/νου.. ποσού 500.. 000 ευρώ, δήθεν υπέρβαση του ποσού των 2.. 000 ευρώ για τον εκσυγχρονισμό του οινοποιείου της ΕΠΕ, ενώ είχαν αγορασθεί μηχανήματα κατά τα έτη 2001, 2002, 2003 και 2004 και κάποια, μάλιστα, μεταχειρισμένα από την ανωτέρω εταιρεία "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑ - ΟΞΟΠΟΙΙΑ,- ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΕΠΕ", συνολικής αξίας 500.. 000 ευρώ, δήθεν πώληση από την ".. ΕΠΕ" ενός ακινήτου της στα.. αξίας 600,000 ευρώ, δήθεν έγκριση δανείου ποσού 3.. 000 ευρώ, από Ελβετική Τράπεζα προς την ΕΠΕ με επιτόκιο 3%, δήθεν επικείμενη αγορά από κάποιον Ιταλό ονόματι.. του 75% της "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗΣ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑΣ - ΟΞΟΠΟΙΙΑΣ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑΣ ΕΠΕ" αντί ποσού 1.. 000 ευρώ, το οποίο θα απεδίδετο στην εκκαλούσα εταιρεία, δήθεν ύπαρξη μίας εταιρείας των κατ/νων στη Γερμανία και επικείμενη πώλησή της αντί ποσού 800.. 000 - 1.. 000 ευρώ, το οποίο θα απεδίδετο στην εκκαλούσα εταιρεία, δήθεν εξασφάλιση από Τράπεζα με έδρα τα νησιά Cayman νέου δανείου ποσού 3.. 000 ευρώ και τελικά δεν πληρώθηκαν 106 επιταγές έκδοσης της ΕΠΕ συνολικού ποσού 2.. 000 ευρώ, παρά το γεγονός ότι η εκκαλούσα εταιρεία είχε δεχθεί να ανανεωθούν ορισμένες από αυτές και ενώ είχε πληρώσει ισόποσες επιταγές που είχε εκδώσει σε διαταγή της ΕΠΕ.. Από την αξιολογική εκτίμηση του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της κατ/νης Χ1 για την παραπομπή της στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης με αποκομισθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.. 000 ευρώ, από κοινού τελεσθείσας με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό της Χ2, ενδείξεις δηλαδή σύμφωνα με τις οποίες η αποδιδομένη σε βάρος της κατηγορία θα προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο συμβαίνει, όταν αυτή (κατηγορία) εμφανίζει ίσες πιθανότητες για την ενοχή ή την αθωότητα του κατ/νου (Ι.. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, γ' έκδοση, Β' τόμος, σελ.. 381, Χρ.. Γιώτη Τα Δικαστικά Συμβούλια, Α σελ-40-41).. Ειδικότερα, προκύπτει μεν ότι ο κατ/νος Χ2 ήταν εκείνος, ο οποίος για λογαριασμό της εταιρείας ".. ΕΠΕ" είχε τις απαραίτητες επαφές με το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας εταιρείας, προκειμένου να αποσπάσει από αυτήν την προαναφερόμενη οικονομική διευκόλυνση (χρηματοδότηση) με τη λήψη των αναφερομένων αναλυτικά στο εκκαλούμενο βούλευμα 106 επιταγών και μετήλθε την προεκτεθείσα απατηλή συμπεριφορά, δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό ότι ενήργησε με τη μέθοδο αυτή, προς το σκοπό λήψης για λογαριασμό της ΕΠΕ και εισροής στο ταμείο της του ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλου ποσού, εν αγνοία και χωρίς τη συναπόφαση της κατ/νης Χ1, βασικής εταίρου με ποσοστό 41,50% της ΕΠΕ και καταστατικής διαχειρίστριας της, εφόσον η τελευταία: α) Την 20-12-2005, ως νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της ΕΠΕ αυτής συνήψε δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με την εκκαλούσα εταιρεία, με το πρώτο από τα οποία αναγνώρισε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι η υπό τη νόμιμη εκπροσώπηση και διαχείριση της ΕΠΕ της όφειλε το ποσό των 2.. 000 ευρώ και για πρόσθετη ασφάλεια της εξέδωσε 93 επιταγές, οι 77 από τις οποίες περιλαμβάνονται στις ανωτέρω 106 (αφού οί υπόλοιπες 16 αντικαταστάθηκαν στη συνέχεια από άλλες), ενώ με το δεύτερο αναγνώρισε ότι της όφειλε το ποσό των 200.. 491,72 ευρώ από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία.. Η υπογραφή από την ίδια των συμφωνητικών αυτών καταδεικνύει, άλλωστε και το αβάσιμο του ισχυρισμού της ότι δεν είχε γνώση του σκοπού τον οποίο εξεπλήρωναν οι εκδοθείσες επιταγές, αν, δηλαδή, αφορούσαν υποχρέωση προς πληρωμή των αναγραφομένων σ' αυτές ποσών ή εγγύηση για την πληρωμή των ποσών που αναγράφονταν σε αντίστοιχου ύψους και χρόνου επιταγές, τις οποίες είχε λάβει η ΕΠΕ από την εκκαλούσα εταιρεία, β) Την 21-12-2005 παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της ανωτέρω ΕΠΕ ".. ΕΠΕ" ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνήνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί δύο ακινήτων της υπέρ της εκκαλούσας εταιρείας (σχετ.. η υπ' αριθμ.. 73838 Σ/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου), καθώς επίσης, την 19-1-2006 με την ανωτέρω ιδιότητα της παραστάθηκε και πάλι αυτοπροσώπως ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση διόρθωσης της προαναφερόμενης απόφασης του (σχετ.. 3776/2006 απόφαση), γ) Προέβη στις ανωτέρω υπό στοιχ.. α, β ενέργειες την 20-12-2005, την 21-12·-2005 και την 19-1-2006, αποκρύπτοντας από την εκκαλούσα εταιρεία ότι λόγω θανάτου του συζύγου της και επίσης εταίρου της ΕΠΕ, είχε επέλθει τροποποίηση του καταστατικού της ως προς την επωνυμία της και τα πρόσωπα των εταίρων η οποία (τροποποίηση) είχε δημοσιευθεί στο υπ' αριθμ.. 12576/9-12-2005 ΦΕΚ (τεύχος ανωνύμων εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης), είχε τροποποιηθεί δε, η επωνυμία της εταιρείας σε ".. ", με εταίρους την ίδια (η οποία παρέμεινε διαχειρίστρια της εταιρείας) κατά ποσοστό 41,50%, τον συγκατηγορούμενό της Χ2 με ποσοστό 33% και τον.. με ποσοστό 25,50 %.. δ) Με το από 17-5-2007 απολογητικό υπόμνημα της ουδόλως επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τις ανωτέρω, φερόμενες ψευδείς παραστάσεις του συγκατηγορουμένου της προς την εκκαλούσα εταιρεία, αλλά, αντιθέτως, τις επικαλέσθηκε και αυτή (".. είχαμε προβεί στην αίτηση λήψης δανείου ύψους 1.. 000 ευρώ από την ALPHA ΒΑΝΚ, η οποία εγκρίθηκε.. απευθυνθήκαμε στο υποκατάστημα στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην.. και συμφωνήσαμε τη λήψη δανείου ύψους 2.. συμφωνήσαμε με την ελβετική Τράπεζα "Global Doodwill Influence Foundation [Τράπεζα με έδρα τα νησιά Cayman] τη λήψη δανείου ύψους 3.. ").. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η από τον κατ/νο Χ2 παράσταση των ανωτέρω ψευδών γεγονότων στο νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με την κατ/νη Χ1, διήρκεσε, όπως προαναφέρθηκε, από τον Ιούνιο του έτους 2004 έως το τέλος του έτους 2005.. Χρόνος τέλεσης της από κοινού κακουργηματικής απάτης, όμως, στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Ιούνιος του έτους 2004, όπως ορθώς δέχθηκε το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα, δεν τελέσθηκε, δηλαδή, η αξιόποινη αυτή] πράξη κατ' εξακολούθηση, εφόσον, σύμφωνα με προαναφερόμενα, η παθούσα εταιρεία παραπλανήθηκε εξαιτίας των παρασταθέντων ψευδών γεγονότων ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2004 και ζημιώθηκε ήδη από τότε κατά το ποσό των 2.. 000 ευρώ με τη λήψη των ανωτέρω μεταχρονολογημένων και μη πληρωθεισών επιταγών, κάποιων από τις οποίες προέβη σε ανανέωση, η δε στη συνέχεια παράσταση και άλλων ψευδών γεγονότων δεν προκάλεσε σ' αυτήν νέα διαφορετική περιουσιακή βλάβη, αλλά κατέτεινε στην διατήρηση του αποκομισθέντος από τους κατηγορουμένους ήδη κατά τον Ιούνιο του έτους 2004 παρανόμου περιουσιακού οφέλους ".. Η αιτιολογία όμως αυτή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω, διότι κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχουν ασάφειες αλλά και αντιφάσεις μεταξύ των παραδοχών και μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος, οι οποίες επίσης καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 και 386 παρ.. 1 και 3 του ΠΚ.. Ειδικότερα: 1)Δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά ,από τα οποία να συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα συμμετείχε στην τέλεση της απάτης ως συναυτουργός, 2)Αναφέρεται μόνο ότι ο κατηγορούμενος Χ2 παρέστησε στον εκπρόσωπο της εκκαλούσας εταιρείας τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, "πάντοτε σε συνεννόηση και με κοινό δόλο με την αναιρεσείουσα Χ1, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία" που δεν αποτελεί και παραδοχή του βουλεύματος αλλά ισχυρισμό της εκκαλούσας εταιρείας.. Πλέον όμως αυτού μόνο η παραδοχή του κοινού δόλου δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η τέλεση του εγκλήματος της απάτης "από κοινού", αλλά απαιτείται και αντικειμενικά σύμπραξη της αναιρεσείουσας στην εκτέλεση της κύριας πράξης και 3) υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τα πρόσωπα των κατηγορουμένων, τα οποία παρέστησαν τα ψευδή γεγονότα σαν αληθινά και συγκεκριμένα, ενώ στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι τις ψευδείς προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανωτέρω εκκαλούσας ανωνύμου εταιρείας διαβεβαιώσεις, παρέστησε μόνος ο κατηγορούμενος Χ2, στο διατακτικό αναφέρεται ότι τις ψευδείς διαβεβαιώσεις προς την ανωτέρω παθούσα παρέστησαν οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 (αναιρεσείουσα), με κοινό δόλο και μετά από συναπόφαση.. Έπειτα από αυτά πρέπει, κατά παραδοχή των από το άρθρο 484 παρ.. β' και δ' του ΚΠΔ λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως της Χ1, το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ.. 1 και 519 του ΚΠΔ).. 1556/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009..


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 797/2009
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Κλοπή.. Κλοπή (κακουργηματική), κατ’ εξακολούθηση, που τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια..
Αιτιολογία: Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίπτωση του κατ’ επάγγελμα και συνήθεια.. Ποινή: Εφόσον επιβλήθηκε το κατώτατο όριο ποινής σε δράστη που εκτέλεσε κακουργηματική κλοπή, ως εκ περισσού τίθεται η αναιτιολόγητη, επιπλέον παραδοχή της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του αδικήματος.. Αλυσιτελής ο λόγος που πλήττει την ποινή.. Ελαφρυντικά προτέρου εντίμου βίου και καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη (άρθρ.. 84 παρ.. 2 α΄ και ε΄ ΠΚ).. Αοριστία λόγων.. Απορρίπτει αίτηση.. ΑΡΙΘΜΟΣ 797/2009.. E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου.. και ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών.. , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαντζουράνη, περί αναιρέσεως της 381/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.. Με συγκατηγορούμενους τους: 1.. Χ4, 2.. Χ3 , 3.. Χ5, και 4.. Χ2.. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1842/2008.. Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.. 1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.. Εξάλλου, κατά το άρθρο 374 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, μεταξύ των άλλων σ'αυτό αναφερομένων περιπτώσεων και δ') όταν η κλοπή τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες και ε) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα η κατά συνήθεια.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ.. στ του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη.. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τέλεσης του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα.. από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό.. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση.. αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής.. Εξάλλου κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του , με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος.. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως απαιτείται η αντικοινωνικότητα και ροπή του δράστη προς διάπραξη άλλων εγκλημάτων στο μέλλον να θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά.. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε, μεταξύ άλλων και την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 381/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι στην πρωτοβάθμια δίκη ήτοι οι: 1) ο Χ4, 2) Χ3 3) Χ5, 4) Χ1 (ήδη αναιρεσείουσα) και 5) Χ2, "οι οποίοι είναι συγγενείς μεταξύ τους, στις 17-12-2002 και περί ώρα 17.. 00, ενώθηκαν με σκοπό τη διάπραξη κλοπής και για τον σκοπό αυτό οι 1ος, 3η, 4η (δηλαδή η αναιρεσείουσα) και 5η εισήλθαν στο κατάστημα πώλησης ετοίμων ενδυμάτων με τον διακριτικό τίτλο.. , ιδιοκτησίας Ι1, που βρίσκεται στο.. επί της οδού.. και ενεργούντες από κοινού με τη μέθοδο της απασχόλησης του ιδιοκτήτη αφαίρεσαν με τον σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, τα ενδύματα που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής, συνολικής αξίας 800 € και στη συνέχεια, αφού δημιούργησαν τεχνική ένταση μεταξύ αυτών και του ιδιοκτήτη αποχώρησαν τρέχοντας και επιβιβάστηκαν στο με αριθμό.. Χ.. αυτοκίνητο, στο πορτ μπαγκάζ του οποίου τοποθέτησαν τα κλοπιμαία με το οποίο και απομακρύνθηκαν.. Την ίδια ανωτέρω ώρα που διαδραματίζονταν τα προαναφερθέντα, ο δεύτερος κατηγορούμενους παρέμεινε εκτός του ανωτέρω καταστήματος και πλησίον αυτού, προς τον σκοπό να κατοπτεύει τον χώρο και να ειδοποιήσει τους συγκατηγορουμένους του αν ήθελε προκύψει κίνδυνος από την παράνομη δραστηριότητά τους μ' αυτούς, επιβιβάστηκε δε και αυτός μαζί με τους άλλους, όταν εξήλθαν του καταστήματος με τα κλοπιμαία, στο ίδιο ανωτέρω αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος,.. Ο παθών καταστηματάρχης, ειδοποίησε αμέσως τις αστυνομικές αρχές, όργανα της οποίας εντόπισαν το ανωτέρω αυτοκίνητο και αφού το ακινητοποίησαν και ερεύνησαν το πορτ μπαγκάζ βρήκαν τα κλοπιμαία ενδύματα χύδην εντός αυτού τα οποία κατασχέθηκαν, οι δε κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν το Α.. Τ.. όπου όπως κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας αστυνομικός, αναγνωρίστηκαν από τον παθόντα καταστηματάρχη.. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί.. ερεύνησαν αν οι κατηγορούμενοι είχαν διαπράξει και άλλες κλοπές που είχαν καταγγελθεί σε προγενέστερους χρόνους χωρίς να έχουν μέχρι τότε εντοπισθεί οι δράστες.. Από την έρευνα αυτή και την όλη ανωτέρω αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενες Χ1 και Χ2 αφού ενώθηκαν με σκοπό τη διάπραξη κλοπών μαζί με άλλες, άγνωστες στην ανάκριση αθίγγανες, εισήλθαν με το σκοπό αυτό στις 24/10/2002 και περί ώρα 18.. 30' στο κατάστημα πώλησης γυναικείων ενδυμάτων στο.. , ιδιοκτησίας Ι2 και με την μέθοδο της απασχόλησης της επιχειρηματία, αφαίρεσαν ενδύματα, αξίας 200€ τα οποία έκρυψαν κάτω από τα δικά τους ενδύματα και τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα.. Η ιδιοκτήτρια Ι2  ...   13 στ του ΠΚ.. Αλλά και ως προς την επιβαρυντική περίπτωση, της κατά συνήθεια τελέσεως των ίδιων πράξεων, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν ότι η αναιρεσείουσα, από την επανειλημμένη τέλεση παρόμοιων αξιοποίνων πράξεων, απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς της, χωρίς η γενόμενη αορίστως στο διατακτικό πιο πάνω σχετική αναφορά να δύναται να θεμελιώσει, την συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιπτώσεως.. Αντιθέτως, όπως ήδη αναφέρθηκε, ως προς επιβαρυντική περίπτωση της τέλεσης της κλοπής από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές η αιτιολογία, όπως εκτίθεται παραπάνω, είναι πλήρης (ούτε άλλωστε προσβάλλεται η απόφαση με αναιρετικό λόγο, ως προς την παραδοχή της αυτή).. Ετσι, όμως, με τις πιο πάνω αιτιολογημένες παραδοχές του Πενταμελούς Εφετείου, περί τελέσεως του εγκλήματος της κλοπής με την επιβαρυντική περιστάση του άρθρου 374 στοιχ.. δ' του ΚΠΔ, στηρίζεται πλήρως ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως αυτής, και η περί ενοχής της κατηγορουμένης καταδικαστική απόφαση, για την οποία προβλέπεται ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών (δηλαδή 5-10 έτη).. Με βάση αυτά και δεδομένου ότι, αφενός, η συνδρομή των πιο πάνω επιβαρυντικών αυτών περιπτώσεων ασκεί επιρροή μόνο ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα των πράξεων της κλοπής και εντεύθεν ως προς το ύψος της ποινής και, αφετέρου, η επιβληθείσα στην αναιρεσείουσα για το έγκλημα αυτό ποινή της κάθειρξης πέντε ετών είναι η ελάχιστη που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 374 ΠΚ, η περαιτέρω αναιτιολόγητη παραδοχή του Δικαστηρίου περί τελέσεως του ίδιου εγκλήματος με τη συνδρομή- επιπλέον- και της επιβαρυντικής περίστασης του κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια , δε ασκεί επίδραση στην ποινική μεταχείρισή της αναιρεσείουσας, αφού η άνω ποινή δεν μπορούσε να μειωθεί περαιτέρω.. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.. δ' πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, καθόσον αφορά την καταδίκη για το αδίκημα της διακεκριμένης κλοπής, δεν διέλαβε, ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 374 στοιχ.. ε' του ΠΚ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, ενόψει και της αβασιμότητας των περί ελαφρυντικών αιτημάτων της, κατά τα εν συνεχεία εκτιθέμενα.. ΙΙΙ.. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.. α) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.. ε).. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.. 2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.. 2 και 333 παρ.. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών.. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ.. , ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης.. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας, ζήτησε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου να αναγνωρισθούν στην κατηγορούμενη (όπως και στις συγκατηγορούμενές της Χ5, και Χ2) τα πιο πάνω ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.. 2 εδ.. α' και ε' ΠΚ, διότι, όπως κατά λέξη ανέφερε, προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, ότι οι κατηγορούμενες 1) "έζησαν πράγματι ως το χρόνο τέλεσης των αποδιδόμενων πράξεων έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.. Στην προκειμένη περίπτωση.. μέχρι το χρόνο τέλεσης του αδικήματος που τους αποδίδεται, ήταν φιλήσυχες και νομοταγείς πολίτες.. Και ο τρεις είναι μητέρες ανήλικων παιδιών, ουδέποτε απασχόλησαν για οποιονδήποτε λόγο τις διωκτικές αρχές και έχουν λευκό ποινικό μητρώο.. 2) Επίσης.. Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενες Χ5, Χ1 και Χ2, εάν και παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τον χρόνο που φέρεται ότι τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται (χρόνος τέλεσης 2002) και παρά το γεγονός ότι για όλο αυτό το χρονικό διάστημα που φθάνει στα έξι έτη βρίσκονταν εκτός φυλακής, δεν υπέπεσαν σε άλλη αξιόποινη πράξη και δεν επέδειξαν οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά".. Με αυτό το περιεχόμενο οι προταθέντες ισχυρισμοί για τη χορήγηση ελαφρυντικών είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τους θεμελιώνουν.. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρ.. 2 περ.. α του ΠΚ, η επίκληση μόνο του ότι η αναιρεσείουσα ήταν φιλήσυχη, νομοταγής, μητέρα ανήλικων παιδιών, δεν απασχόλησε για οποιονδήποτε λόγο τις διωκτικές αρχές και έχει λευκό ποινικό μητρώο, δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ.. Επίσης η επίκληση μόνο ότι η αναιρεσείουσα "δεν υπέπεσε σε άλλη αξιόποινη πράξη και δεν επέδειξε οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά", δε αρκεί για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσείουσα μετά την τέλεση των πιο πάνω πράξεων επέδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα (έξι έτη).. Εν προκειμένω, απαιτείται όχι μόνο η αρνητική αναφορά ότι δεν τέλεσε η αναιρεσείουσα άλλες αξιόποινες πράξεις, αλλά, κυρίως, και η θετική αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η καλή αυτής συμπεριφορά.. Επομένως, εφόσον το Πενταμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του ισχυρισμού, και ως εκ περισσού απάντησε, απορρίπτοντας αυτόν με την πιο πάνω αιτιολογία, ο εκ του άρθρου 510 παρ.. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.. Μετά από αυτά και την απόρριψη και των δύο πιο πάνω λόγων αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.. 1 του Κ.. ).. Απορρίπτει την 40/14-11-2008 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 κατοίκου.. κατά της 381/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 799/2009
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.. Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο.. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία..
ΑΡΙΘΜΟΣ 799/2009.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου.. , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, περί αναιρέσεως της 1279/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1932/2008.. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.. 1 του Ν.. 1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.. 000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.. 000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.. 000) δραχμές.. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.. 000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.. 000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ.. 1 του ν.. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.. 000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί  ...   σύνολο του στις 29.. 2000.. Εναντι του άνω χρέους του, ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό, καθυστερώντας να καταβάλει αυτό πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.. Για τη μη καταβολή του χρέους συντάχθηκε από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ Νάουσας ο.. πίνακας χρεών του κατηγορουμένου, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κατηγορητηρίου, όπου ήταν εγγεγραμμένη η άνω οφειλή.. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι άσκησε προσφυγή και επέτυχε την αναστολή της οφειλής του, η οποία δεν είναι εισέτι ληξιπρόθεσμη, με συνέπεια να καθίσταται ανενεργός η βεβαίωση του χρέους και να μην υφίσταται έρεισμα για την άσκηση ποινικής δίωξης είναι απορριπτέος.. Ειδικότερα αποδείχθηκε από τα στοιχεία της δικογραφίας ο Τελώνης Πτολεμαΐδας (κατ' εφαρμογή του άρθρου 89 παρ.. 2 του ν.. 1165/1918) εξέδωσε σε βάρος του κατηγορουμένου την.. καταλογιστική πράξη, περί επιβολής πολλαπλού προστίμου, ύψους 18.. 476.. 360 δρχ.. , λόγω διαπράξεως από τον τελευταίο λαθρεμπορικής τελωνειακής παραβάσεως, και ειδικότερα γιατί κατείχε και κυκλοφορούσε στην Ελλάδα αυτοκίνητο με αλλοδαπές πινακίδες κυκλοφορίας μη νομίμως.. Κατά της πιο πάνω καταλογιστικής πράξεως αυτός άσκησε ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων προσφυγή.. Λόγω όμως, της ισχύος της διατάξεως της παρ.. 5 του άρθρου 137 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, η οποία ήταν ευεργετική υπέβαλε Τελωνείο την.. αίτησή του περί υπαγωγής στην άνω διάταξη ενώ παράλληλα παραιτήθηκε και από την εκκρεμούσα προσφυγή του, με την με αριθμό την.. υπεύθυνη δήλωσή του.. Κατόπιν αυτού εκδόθηκε από τον Τελώνη Πτολεμαΐδας νέα καταλογιστική πράξη, περί επιβολής προστίμου, ταυτάριθμη της πρώτης, (με αριθμό.. ) με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 9.. 238.. 180 δρχ.. (το ύψος του οποίου καθορίσθηκε με βάση τις αναλογούσες στο όχημα φορολογικές επιβαρύνσεις) και το τελωνείο απέστειλε στη Δ.. Ο.. Υ.. Νάουσας εντολή διαγραφής του ποσού των 27.. 111,33€, με συνέπεια η τελευταία να αποστείλει στον κατηγορούμενο νέα ατομική ειδοποίηση για ποσό 27.. 111,30€ και με τις προσαυξήσεις ποσό 49.. 179,90€.. Συνεπώς ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσ/κης έφεση, με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η τελευταία από τις άνω καταλογιστικές πράξεις πρέπει να απορριφθεί αφού ο κατηγορούμενος μετά την παραίτησή του από την ασκηθείσα προσφυγή του, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει νέα προσφυγή, τυχόν δε ασκηθησομένη είναι απαράδεκτη.. Κατόπιν αυτού επειδή καλώς βεβαιώθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου το άνω ποσό το οποίο και δεν κατέβαλε, όπως προεκτέθηκε, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος.. Ωστόσο πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.. 2 β ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως.. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής, ασαφής και αντιφατική και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή του νόμου.. Ειδικότερα, ενώ το δικαστήριο στο σκεπτικό του δέχεται ότι την 7-12-2000 βεβαιώθηκε στη Δ.. Υ Νάουσας εις βάρος του κατηγορουμένου ποσό 54.. 222,63 ευρώ από πρόστιμο που είχε επιβληθεί σ' αυτόν από το Τελωνείο Πτολεμαϊδας, στη συνέχεια δέχεται ότι το χρέος αυτό διαγράφηκε και επαναβεβαιώθηκε για 27.. 111,33 ευρώ που μαζί με τις προσαυξήσεις ανήλθε συνολικά στο ποσό των 47.. 282,11 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζεται, εφόσον έγινε διαγραφή του αρχικού χρέους, πότε βεβαιώθηκε το νέο κατά ποσό χρέος και για ποιό λόγο έγινε απαιτητό το νέο χρέος στις 29-12-2000, αφού, κατά τις εν συνεχεία παραδοχές της αποφάσεως, συνεπεία προσφυγής του κατηγορουμένου εκδόθηκε από το τελωνείο Πτολεμαϊδας, μετά πάροδο περίπου διετίας νέα καταλογιστική πράξη με αριθμό.. με την οποία το πρόστιμο μειώθηκε και προσδιορίσθηκε σε 27.. 111,33 ευρώ και στη συνέχεια η Δ.. Υ Νάουσας απέστειλε στον κατηγορούμενο νέα ατομική ειδοποίηση για το άνω ποσό.. Με τις παραδοχές αυτές δημιουργείται ασάφεια τόσον ως προς τον χρόνο βεβαιώσεως του χρέους όσον και ως προς το ύψος της οφειλής του κατηγορουμένου.. Περαιτέρω, το δικαστήριο ενώ στο σκεπτικό του δέχεται ότι το χρέος βεβαιώθηκε την 7-12-2000 και ήταν εφάπαξ καταβλητέο, κατά τον ενσωματούμενο στο διατακτικό πίνακα χρεών, την 29-12-2000 δεν εξηγείται πως ο κατηγορούμενος κατέστη υπόχρεος καταβολής του χρέους την 30-12-2000 πριν την πάροδο δηλαδή του κατά το άρθρο 25 παρ.. 1882/1990 διμήνου.. Ενόψει των παρατηρουμένων ως άνω ασαφειών, ελλείψεων και αντιφάσεων, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 23 του Ν.. 2523/1997.. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ.. 519 ΚΠΔ).. Το δικαστήριο της παραπομπής θα κρίνει και το τυχόν ζήτημα εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξεως λόγω παραγραφής.. -.. Αναιρεί την υπ' αριθμ.. 279//2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 800/2009
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.. Ανεπάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο..
Αριθμός 800/2009.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου.. , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Εξάρχου, περί αναιρέσεως της 1278/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο.. , που δεν παρέστη στο ακροατήριο.. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1962/2008.. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. Επειδή κατά την παράγρ.. 1 του άρθρου μόνον του αν.. 690/1945, όπως αυτή αντικ, με το άρθρο 8 παρ.. 2336/1995 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σ'αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτα από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένοι για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερουμένου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα".. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ'αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις.. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο.. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.. ν.. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνει με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και την ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής, εκπρόσωπος κλπ), το χρόνο που διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, τις ημερήσιες ή μηνιαίες τακτικές και έκτακτες αποδοχές, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε μετά την αφαίρεση τούτου από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο καθορίζονται οι αποδοχές του εργαζομένου.. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές  ...   903,70 ευρώ, 3) διαφορές αποδοχών έτους 2003 ποσού 4.. 198,45 ευρώ, 4) διαφορές αδείας έτους 2001 318,75 ευρώ, 5) Επίδομα αδείας έτους 2001 318,75 ευρώ, 6) δώρο Χριστουγέννων έτους 2001 627,82 ευρώ, 7) Επίδομα αδείας έτους 2002 ποσού 23,83 ευρώ, 8) Δώρο Πάσχα έτους 2002 ποσού 330,31 ευρώ, 9) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2002 ποσού 35,23 ευρώ, 10) Επίδομα αδείας έτους 2003 ποσού 357,70 ευρώ, 11) Δώρο Πάσχα έτους 2003 ποσού 357,70 ευρώ, 12) Δώρο Χριστουγέννων έτους 2003 715,40 ευρώ, 13) Επίδομα αδείας έτους 2004 ποσού 238,08 ευρώ, 14) Δώρο Πάσχα έτους 2004 ποσού 372,00 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 12.. Τα όργανα της Επιθεώρησης Εργασίας πριν να υποβάλουν την μήνυση, κάλεσαν τον κατηγορούμενο να ρυθμίσει την οφειλή του.. Όπως προκύπτει από το Δελτίο Εργατικής διαφοράς, ο κατηγορούμενος δήλωσε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του ότι αποδέχεται πλήρως την με αριθ.. απόφασης της ΤΔΕ του ΙΚΑ η οποία εκδόθηκε ύστερα από ένσταση της εργοδότριας εταιρίας "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατηγορούμενο, που.. έγινε εν μέρει δεκτή, ενώ περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα εργάστηκε από 5-2001 έως 11-2001 μόνο 10 ημέρες και από 12-01 έως 6-2003 με καθεστώς πλήρους απασχόλησης ως υπάλληλος γραφείου.. Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα η εργασιακή σχέση συνεχίστηκε ως έχει παρόλο που η εργαζόμενη άρχισε μεθοδικά να απουσιάζει από την εργασίας της ενώ από 12-2003 έως 30-4-2004 εργαζόταν ευκαιριακά στο χώρο εργασίας.. Από τα ανωτέρω δηλωθέντα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ειδικότερα την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας, την ειδικότητα της ως υπαλλήλου γραφείου αλλά ούτε το ύψος των οφειλομένων αποδοχών, όπως αυτές προέκυψαν από τους υπολογισμούς του αρμοδίου υπαλλήλου της Επιθεώρησης Εργασίας.. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε τα ανωτέρω ούτε κατά την επ' ακροατηρίου αποδεικτική διαδικασία, τα οποία αποδείχθηκαν πλήρως από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων.. Εξάλλου το δικαστήριο δεν πείστηκε από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις ότι έχει εξοφλήσει την πολιτικώς ενάγουσα αφού αυτές δεν φέρουν ημεροχρονολογία για να ελεχθούν, αν αφορούν τις οφειλόμενες ή τις καταβαλλόμενες αποδοχές.. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την με αριθ.. 309/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας κατά της 72/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της κατά της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας, κρίνουσα ότι η συνδέουσα αυτούς σχέση δεν ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αλλά αυτή της συμβάσεως έργου, αφού το δεδικασμένο των πολιτικών δικαστηρίων δεν είναι, κατ' άρθρο 57 ΚΠΔ, δεσμευτικό για τα ποινικά δικαστήρια( βλ και ΑΠ 300/2005 Νόμος).. Με βάση τις παραπάνω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της παραβάσεως του άρθρου 1 του Α.. Ν.. 690/1945.. " Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτή, α) ποίες ήταν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της πιο πάνω εργαζομένης, β) ποίο το σύνολο αυτών κατά το χρονικό διάστημα από 5/2001 έως 12-4-2004 κατά το οποίο απασχολήθηκε αυτή, και γ) ποίο το ποσό που καταβλήθηκε στην εργαζομένη έναντι αυτών, ώστε μετά την αφαίρεση τούτου να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο.. Επίσης ενώ στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.. " η οποία εκδίδει την τοπική εφημερίδα "ΑΓΩΝΑΣ" στο διατακτικό καταδικάσθηκε ως εργοδότης.. Εξαιτίας των προαναφερομένων ελλείψεων στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ.. Δ' του ΚΠοινΔ λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.. Αναιρεί την 1278/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 805/2009
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Υπεξαίρεση.. Ανεπάρκεια αιτιολογίας βουλεύματος για κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη.. ΠΟΠΔ για πλημμέλημα υπεξαίρεσης..
ΑΡΙΘΜΟΣ 805/2009.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου.. 1189/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.. Με πολιτικώς ενάγουσα την.. , κάτοικο.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1951/2008.. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 29/21.. Eισάγω, κατ'αρ.. , μετά της σχετικής δικογραφίας την υπ'αρ.. 193/17-11-08 ημέρα Δευτέρα, αίτηση αναίρεσης του.. , κατά του υπ'αρ.. 1189/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε (Ι) κατ'ουσία η υπ'αρ.. 88/29-2-08 έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ'αρ.. 398/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για (α) απάτη κατά συρροή από δράστη που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν τα 15.. 000 € και 73.. 000 ευρώ, (β) πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν τα 15.. 000 ευρώ, (γ) υφαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και (δ) πλαστογραφία πιστοποιητικών (αρ.. 13γ', στ', 26 § 1, 27 § 1, 94, 98, 216 § 1-3β, 217 § 2-1, 375 § 1-378 § 1,386 § 1-3 Π.. ως ισχύουν) και (2) το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης του.. στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών.. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως (βλ.. φωτ/φα αποδεικτικών επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος στον κατηγορούμενο την 24/11/08 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Γεώργ.. Ασημάκη την 7/11/08) σύμφωνα με τα άρθρα 473, 474, 482 § 1-3 Κ.. και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή.. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και (β) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (αρ.. 93 § 3 Συντ.. 139, 484 § 1β'και δ' ΚΠΔ) -βλ αναλυτικά έκθεση αναίρεσης.. Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι'αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ.. Μπουρόπουλο Ερμ.. Κ.. τομ.. β σελ 95, ΑΠ 990/80, AΠ 88/82 κ.. ά.. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ.. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα.. Γι'αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ.. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ.. 289 κ.. α.. Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ.. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.. ά.. Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ.. ΑΠ 86782, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.. ) κλπ.. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ.. ΑΠ.. 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.. ) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ.. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.. ) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα.. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ.. ΑΠ 570/2006 κ.. Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ.. και 139 Κ.. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά υέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ.. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.. όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πώς ή χ θ η ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα.. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτό.. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων.. Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή (ΑΠ 2464/05 ΠΧρΝΣΤ/626) υιοθέτηση της πρότασής του παρ'αυτώ Εισαγγελέα δέχθηκε μετά από εκτίμηση όλων, άνευ εξαιρέσεων, των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επαρκώς προσδιορίζει κατ'είδος τα εξής:.. 3.. - Επειδή κατ' αρθ.. 386.. 1ΠΚ τιμωρείται ποινικά με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών, όποιος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθονταςάλλον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη αληθών σε πράξη παράλειψη ή ανοχή.. Εξ άλλου με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών τιμωρείται ο δράστης της πράξης εάν η προκληθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη.. Κατά την παρ.. 3 επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών εάν α) ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία ξεπερνούν το ποσό των 5.. - δρχ.. ή β) εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 25.. (κατά την νέα διατύπωση του άρθ.. 386 παρ.. 3 ΠΚ όπως ισχύει μετά το άρθ.. 14 παρ.. 4 του Ν.. 2721/99).. Αντικειμενικά απαιτείται α) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση (ΑΠ 1287/84), β) παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθών ή αθέμιτη παρασιώπηση αληθών και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της περιουσιακής βλάβης και της παραπλανητικής πράξεως (ΑΠ 938/84) και υποκειμενικά α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος και β) γνώση ότι ο δράστη παριστά ψευδή γεγονότα σαν αληθή ή αποκρύπτει αθέμιτα τα αληθή.. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος με την κακουργηματική του μορφή απαιτείται επί πλέον α) ο δράστης να τελεί απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία ξεπερνούν το ποσό των 5.. ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 25.. (ΑΠ243/2000, ΠΧρ.. Ν/781).. Για τις πράξεις προ της 3-3-1999 πρέπει να ερευνάται εάν από την απάτη επήλθε όφελος ή ζημία υπερβαίνει τα 5.. Για την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης απαιτείται αντικειμενικά επανειλημμένη τέλεση χωρίς να απαιτείται να έχει προηγηθεί καταδίκη του δράστη και υποκειμενικά σκοπός του να προσπορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος.. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης υπάρχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά όχι όμως και ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (Α.. 617/2005, ΑΠ 2332/2004).. Το ύψος της ζημίας απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 190/2005 και 60/2005).. Κατ' αρθ.. 375.. 1 ΠΚ όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθ.. 14.. 3 α και β' Ν.. 2721/1999, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος εκείνος που ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του και εάν το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με βαρύτερη ποινή.. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται αντικειμενικά α) κινητό πράγμα β) ξένο πράγμα, γ) περιέλευση του πράγματος στην-κατοχή του δράστη και δ) ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη καθ' όν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία (ΑΠ 263/88 ΠΧρ.. ΛΗ 518, ομοίως ΑΠ 733/2001 Π.. ΝΒ, 228).. Νομικό αντικείμενο του εγκλήματος (προστατευόμενο έννομο αγαθό) είναι η ιδιοκτησία και όχι η περιουσία (μη απαιτουμένης επελεύσεως ζημίας) ούτε η κατοχή όπως στην κλοπή, διότι εδώ ο δράστης είναι πάντοτε κάτοχος του πράγματος (Γάφος Π.. Α' 164 και ΚΑ' 245, ΑΠ 1175/83 ΠΧρ.. ΛΔ' 146).. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του υπαιτίου, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό τρόπο το κατεχόμενο από αυτόν ξένο πράγμα (ΑΠ 1426/ 2004 (Συμβ) (Τμ.. ΣΤ), ΠοινΔικ 2005: 11, ΑΠ 874/2004, ΠΔικ.. 2004, 806, ΑΠ 728-2000, 1598-2000 σε Συμβούλίο ΠΧρ.. ΝΑ σ.. 64, 639).. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 2 εδάφ.. α' του ίδιου άρθρου 375 Π.. , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ.. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν α) πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, β)που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας και συνιστά επιβαρυντική περίπτωση το γεγονός ότι το συνολικό αντικείμενο της πράξης του εδαφίου αυτού υπερβαίνει σε ποσό τα 25.. Δηλαδή οι περιπτώσεις που καθιστούν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως κακούργημα, όταν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απαριθμούνται πλέον ειδικά και περιοριστικά στο νόμο, αποκλειόμενης κάθε επεκτάσεως της εφαρμογής της διατάξεως αυτής και σε συμβάσεις άλλης μορφής.. Για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος με την κακουργηματική του μορφή απαιτείται α) ξένο κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται εκείνο που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται κατά το αστικό δίκαιο (ΑΠ 1353-2000 σε συμβ.. ΠΧρ.. ΝΑ σ.. 514) β) του οποίου η κατοχή κατά το χρόνο της τέλεσης της πράξης να είχε περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη ή άλλο δικαίωμα παρεχόμενο σ' αυτόν από τον νόμο, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον από τις περιοριστικά αναφερόμενες στην β' παρ.. του άρθρου αυτού περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή (ΑΠ.. 1786/1997 σε Συμβούλιο ΠΧρ.. ΜΗ/σ.. 594) και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία (ΑΠ 1123/2003 ΠΧρ.. ΝΔ, σ.. 243).. Επί υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, αν οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν από τις 3.. 1999 όπου άρχισε να ισχύει ο Ν.. 2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου αυτών ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας θα γίνει με βάση το αντικείμενο κάθε μερικότερης πράξης, γιατί οι νέες με τον ως άνω νόμο ρυθμίσεις είναι δυσμενέστερες.. (ΑΠ 1459 2004 ΑΠ (Τμ.. ΣΤ) (Συμβ) ΠοινΔικ 2004: 1349).. Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, που δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό (Α.. 311/2005 και ΑΠ 190/2005).. Κινητό είναι εκείνο, που κατά την κοινή, τη φυσική αντίληψη, μπορεί να μετακινηθεί, ανεξάρτητα από την έννοια των διατάξεων του αστικού δικαίου.. Η απόκτηση της κατοχής ειδικά χρημάτων δεν γίνεται μόνο με την παράδοση αλλά και με την λογιστική τους μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό με τρόπο που να αποκτά ο δράστης δικαίωμα ανάληψης των χρημάτων κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.. 1 του ΝΔ 177/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων των ανωνύμων εταιρειών" (Ολ.. ΑΠ 1093-1991).. Σύμφωνα με την, διάταξη του άρθρου 378 ΠΚ διώκεται κατ' έγκληση η κλοπή ή η υπεξαίρεση που έγινε εκτός των άλλων και μεταξύ συγγενών και αγχιστέων σε ευθεία γραμμή, θετών γονέων και θετών τέκνων συζύγων και μνηστευμένων, αδελφών καθώς και των συζύγων και μνηστήρων τους.. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται προνόμιο συνιστάμενο μόνον στην κατ' έγκληση δίωξη.. Κατά τα λοιπά εφόσον υποβληθεί έγκληση τα οικεία άρθρα του ΠΚ εφαρμόζονται χωρίς διάκριση.. Το προνόμιο αυτό ισχύει και στην περίπτωση της κλοπής και υπεξαίρεσης διωκομένων σε βαθμό κακουργήματος (ΑΠ 1080/1995, ΠΧ ΜΣΤ σ.. 203, ΑΠ 1732/1990 ΠΧ ΜΑ σ.. 730).. Η θέση αυτή ενισχύεται τόσο από την δικαιολογητική βάση του καθιερωμένου προνομίου, όσο και από την ρητή αναφορά των αδικημάτων της κλοπής και υπεξαίρεσης στο κείμενο του άρθρου 378 ΠΚ χωρίς εξαίρεση των κακουργηματικών τους μορφών.. Σχετική εξαίρεση από το προνόμιο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επαύξηση του αξιοποίνου.. Επιβαρυντική περίσταση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως υπάρχει, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.. 2 εδ: β' του Π.. , όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.. 3β' του ν.. 2721/1999, όταν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.. Κατοχή κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ.. 1 Π.. , που διαφέρει στην προκειμένη περίπτωση της αντίστοιχης έννοιας του άρθρου 974 Α.. δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούληση του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούληση του, όπως συμβαίνει με το δικαιούχο λογαριασμού σε τράπεζα, στον οποίο ο ίδιος ή άλλος έχει καταθέσει ή εμβάσει χρήματα υπέρ αυτού.. Με την κατάθεση χρημάτων στην τράπεζα δημιουργείται μεταξύ του καταθέτη, και της.. τράπεζας σχέση ανώμαλης, παρακαταθήκης, κατά την οποία τα μέρη συμφώνησαν κατά το άρθρο 830 ΑΚ να έχει ο θεματοφύλακας (τράπεζα) το δικαίωμα χρήσεως των παρακαταθέντων χρημάτων, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν το δάνειο και η τράπεζα κατά το άρθρο 806 Α.. αποκτά την κυριότητα των χρημάτων, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να επιστρέψει στον καταθέτη ή τον τρίτο υπέρ του οποίου η κατάθεση άλλα χρήματα της ίδιας ποσότητας.. 1967/2006).. 216.. 1 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, προκειμένου με την χρήση του να παραπλανήσει άλλον περί γεγονότος που έχει έννομες συνέπειες η δε χρήση από αυτόν του πλαστού θεωρείται σαν επιβαρυντική περίπτωση.. 2 με την ίδια ποινή τιμωρείται και εκείνος ο οποίος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει κάνει χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου.. 3 όπως αντ.. με άρθ.. 2α Ν.. 2721/1999, τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος ο υπαίτιος πλαστογραφίας ή χρήσεως πλαστού ο οποίος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή άλλον δια βλάβης τρίτου περιουσιακό όφελος ή να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.. και ήδη το ποσό των 73.. - ευρώ.. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό  ...   ως προς την διάταξή του, με την οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών 1) για απάτες από δράστη που διαπράττει αυτές κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.. 000 ευρώ 2)για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από άτομο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.. 000 ευρώ και 3) για υπεξαίρεση (υφαίρεση) αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα την 10-6-2003.. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση για τους λόγους της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρα 463, 473 παρ.. 1, 474, 482 παρ.. α' και 484 παρ.. β' και δ' του Κ.. Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη.. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα.. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ.. , 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως.. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.. β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον ή αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθεί και βάσιμος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 485 παρ.. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν.. 3160/2003 δεν παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 Κ.. , όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ.. 5 του ν.. 3160/2003.. Στην προκειμένη περίπτωση η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο πράξη της υπεξαίρεσης (υφαίρεσης) αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα 24.. 817,52 ευρώ (άρθρο 375 παρ.. 1α Π.. ), που φέρεται ότι τελέσθηκε την 10 -6-2003, φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος.. Το αξιόποινο, συνεπώς, της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, διότι από της τελέσεώς της μέχρι και την έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος (23-10-2008) έχει συμπληρωθεί, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, αφού δεν άρχισε ακόμη η κύρια διαδικασία για να συντρέξει χρόνος αναστολής.. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτώς και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως που ανάγονται σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 484 παρ.. β και δ ΚΠΔ), πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τη πράξη αυτή, μη συντρέχοντος λόγου παραπομπής της υποθέσεως στο Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα.. Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ.. 1 και 3 του Π.. , όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.. 2α του ν.. 2721/1999, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των των 73.. 000 ευρώ χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη ή αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από το δράστη θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.. Περαιτέρω κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά η εξαρχής από το δράστη σύνθεση εγγράφου που δεν υπήρχε πριν και το οποίο εμφανίζεται ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, ενώ νόθευση γνησίου εγγράφου αποτελεί η μεταγενέστερη της καταρτίσεως αυτού αλλοίωση του περιεχομένου του, ώστε να εμφανίζεται η εξαρχής δήλωση του εκδότη του εγγράφου Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ.. στ' του Π.. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.. Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού.. "Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.. , προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας.. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της.. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ.. 3 του ίδιου άρθρου, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.. 000) ΕΥΡΩ.. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ.. στ.. του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικώς, επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος.. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει του από το άρθρο 484 παρ.. 1 στοιχ δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ' αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε αυτό την παραπεμπτική κρίση του.. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.. Εξάλλου, κατά το άρθρο 484 παρ.. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα.. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα έχουν εμφιλοχωρήσει, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, αδελφός του ήδη θανόντος συζύγου της εγκαλούσης κατά μήνα Μάιο του έτους 2003 και συγκεκριμένα την 9-5-2003 μετά από επίσκεψη συμπαράστασης στην οικία του ήδη σοβαρά νοσούντος αδελφού του, τον απεμάκρυνε από την σύζυγο του και με πρόφαση ότι θα πήγαιναν έναν περίπατο, τον οδήγησε σε κατάσταση απώλειας μέρους της συνειδήσεως στην Τράπεζα Πειραιώς, κατάστημα.. και στο τέλος μάλλον οδηγώντας το χέρι του,,οράτε την σχετική έκθεση γραφολογικής εξετάσεως της υπογραφής, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του επί αιτήσεως με την οποία ο αδελφός του ζητούσε να διαγραφεί η μηνύτρια.. από τους συνδικαιούχους του προϊόντος 'REPOS" (βεβαιωτικό σύμβασης πώλησης με το σύμφωνο επαναγοράς άυλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου) με αριθμό.. συνολικής αξίας 431.. 194 ευρώ καθώς και του λογαριασμού φύλαξης χρεογράφων με αριθμό αίτησης.. αξίας 82000 ευρώ, των οποίων ήταν συνδικαιούχοι: οι δύο σύζυγοι και στη θέση της να εγγραφεί ο κατηγορούμενος ως συνδικαιούχος.. Το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε στους υπαλλήλους της τράπεζας από τους οποίους απεκρύβει το γεγονός ότι ο αιτών λόγω σοβαρής 'νόσου και της σχετικής φαρμακευτικής αγωγής που ελάμβανε είχε απώλεια μέρους της συνειδήσεως και δεν ήταν πλήρως ικανός για δικαιοπραξία ούτε είχε συνείδηση των, τραπεζικών εργασιών που ζητούσε να γίνουν, διότι δεν είχε λόγο να αποκλείσει την σύζυγο του από την διαχείριση των κοινών τους χρημάτων.. κοινός λογαριασμός στο όνομα και του.. Στον νέο αυτό λογαριασμό μεταφέρθηκαν δυνάμει του ίδιου εγγράφου τα ποσά των ως άνω αναφερομένων τραπεζικών προϊόντων και επιπλέον ποσό 4.. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και προβάλει τους εξής ισχυρισμούς: Θεωρεί ότι δεν εκτιμήθηκε ορθά το αποδεικτικό υλικό, διότι η έκθεση γραφολογικής εξέτασης τον απαλλάσσει από τις κατηγορίες της πλαστογραφίας αλλά από την προσεκτική ανάγνωση του εγγράφου αυτού φαίνεται καθαρά ότι ο θανών αδελφός του κατηγορουμένου οδηγήθηκε μηχανικά στην υπογραφή της αιτήσεως.. Ακριβώς αυτό το σημείο θεμελιώνει την ευθύνη του εκκαλούντος, ο οποίος γνώριζε την αληθή κατάσταση της υγείας του αδελφού του και την απέκρυψε από τους: υπαλλήλους.. " Με βάση τα περιστατικά αυτά το Συμβούλιο Εφετών αποφάνθηκε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση από τον κατηγορούμενο των εγκλημάτων της διακεκριμένης πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της διακεκριμένης απάτης, κατά συρροή, καθόσον στοιχειοθετούνται τα ανωτέρω εγκλήματα υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος με την αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο ο αναιρεσείων, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.. στ',216 και 386 ΠΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ευθέως και εκ πλαγίου, για τους εξής ειδικότερα λόγους :α)Δεν αναφέρει με σαφήνεια εάν ο αναιρεσείων υπέγραψε την αίτηση προς την Τράπεζα Πειραιώς κατ' απομίμηση της υπογραφής του αδελφού του ή ο ίδιος ο αδελφός του καθόσον η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων "μάλλον οδηγώντας το χέρι του αδελφού του έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του" είναι ενδοιαστική, β) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων απέκρυψε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας "την απώλεια συνείδησης των πραττομένων του αδελφού του" χωρίς περαιτέρω να εξηγεί αν αυτή ήταν εμφανής και ποία η αιτία της καθόσον η παραδοχή ότι αυτή οφείλεται στην ισχυρή φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίστατο δεν αρκεί, εντούτοις παραπέμπεται ότι παρέστησε με πρόθεση ψευδώς εν γνώσει του στους ανωτέρω υπαλλήλους ότι ο αδελφός του έχει πλήρη συνείδηση των πραττομένων και γ) δεν αναφέρονται καθόλου περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση από τον αναιρεσείοντα των αποδιδομένων ως άνω αξιοποίνων πράξεων, υπό την έννοια που αναφέρθηκε αρχικά.. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι, οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ.. δ' και β' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ.. Αναιρεί το με αριθ.. 1189/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για υπεξαίρεση (υφαίρεση) αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανερχομένης στο ποσό των 24.. 817,52 ευρώ που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτόν στην Αθήνα την 10-6-2003.. Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 810/2009
Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για καταβολή χρεών στο Δημόσιο.
. ΑΡΙΘΜΟΣ 810/2009.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου.. , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μουλά, περί αναιρέσεως της ΒΤ6494/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 134/2009.. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. Με το άρθρο 25 παρ.. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης, και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος.. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν.. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής.. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.. 3220/2004.. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.. ) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.. Κατά τις διατάξεις του Ν.. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα (2.. 000) δρχ.. , όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.. 000) και (3.. και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.. 000 και 4.. Κατά το άρθρο 34 του Ν.. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν.. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.. ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.. κλπ.. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.. 000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.. 000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.. 000) ευρώ.. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου,  ...   ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τις 10.. Συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στην ΔΟΥ Ε Πειραιά ως όφειλε τα κάτωθι ποσά 1) για πρόστιμο ΚΒΣ οριστική βεβαίωση του έτους 2001 συνολικό ποσό 1.. 863,18 που βεβαιώθηκε στις 30-3-2001 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-4-2001 2) για ΕΔΕ έξοδα διοικητικής εκτέλεσης έτους 2002 συνολικό ποσό 52,17 ευρώ που βεβαιώθηκε στις 25-7-2002 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-8-2002, 3) για ποινικά έτους 2002 συνολικό ποσό 990,96 ευρώ που βεβαιώθηκε στις 24-3-2003 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-4-2003 4) για ποινικά έτους 2001 συνολικό ποσό 508,82 ευρώ που βεβαιώθηκε στις 26-3-2003 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-4-2003 5) για δικαστικά έξοδα του έτους 2002 συνολικού ποσού 9798,14 που ήταν βεβαιωμένο την 1-7-2003 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 29-8-2003 6) για ποινικά του έτους 2004 συνολικού ποσού 462,25 ευρώ που ήταν βεβαιωμένο την 30-9-2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 29-10-2004, 7) για ποινικά του έτους 2006 συνολικού ποσού 378,64 ευρώ που ήταν βεβαιωμένο την 22-5-2006 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-6-2006 και συνολικά οφείλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 14,053,96 ευρώ.. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος.. Στο δε διατακτικό της αποφάσεως κατά πιστή αντιγραφή του περιεχομένου του αναφέρεται ότι ".. Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι :Στον.. κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2001 έως 30-6-2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.. 3320/2004 με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 10.. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη προς το Δημόσιο σε βάρος του παραπάνω οφειλέτη στην Ε ΔΟΥ Πειραιά όπως ακριβώς αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσης στον συνημμένο πίνακα χρεών της Ε ΔΟΥ Πειραιά (αρ.. ειδ βιβλίου 45/2007) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 5-6-2007 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 14.. 053,96 ευρώ μέσα στη νόμιμη προθεσμία".. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι ελλιπής ασαφής και αντιφατική.. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση ενώ στην αρχή του σκεπτικού της δέχεται, ότι τα αναφερόμενα επί μέρους χρέη κατέστησαν ληξιπρόθεσμα υπό την ισχύ του ν.. 3320/2004 στη συνέχεια δέχεται ότι τα τέσσερα πρώτα επί μέρους χρέη κατέστησαν ληξιπρόθεσμα υπό την ισχύ του ν.. Επίσης ενώ υπό την ισχύ του ν.. 2523/1997 δέχεται ότι τα πρώτα τέσσερα επί μέρους χρέη βεβαιώθηκαν στις 30-3-2001, 25-7-2002, 24-3-2003, 26-3-2003 και 1-7-2003, και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα στις 30-4-2001, 30-8-2002, 30-4-2003, 30-4-2003 και 29-8-2003 αντίστοιχα, δέχεται και ότι οι τελευταίοι αυτοί χρόνοι είναι οι χρόνοι τελέσεως των επί μέρους ως άνω πράξεων, ήτοι δέχεται χρόνους ελάσσονες των δύο μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής των επί μέρους οφειλομένων χρεών, ότε όμως οι επί μέρους αυτές πράξεις δεν είχαν ακόμη καταστεί αξιόποινες, αφού ο αναιρεσείων είχε ακόμη προθεσμία καταβολής των χρεών αυτών.. Επίσης η απόφαση δέχεται ότι τα αναφερόμενα επί μέρους χρέη υπό την ισχύ του ν.. 3320/2004 βεβαιώθηκαν στις 30-9-2004 και 22-5-2006 και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα στις 29-10-2004 και 30-6-2006 αντίστοιχα, τους τελευταίους δε χρόνους δέχεται και ως χρόνους τελέσεως των επί μέρους πράξεων, ήτοι χρόνους ελάσσονες των τεσσάρων μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής των επί μέρους οφειλομένων χρεών, που οι επί μέρους αυτές πράξεις δεν είχαν καταστεί ακόμη αξιόποινες, αφού ο αναιρεσείων και στην περίπτωση αυτή είχε ακόμη προθεσμία καταβολής και των χρεών αυτών.. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκ πλαγίου παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 23 του ν.. 2523/1997 και 34 του 3320/2004 και στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης αφού έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, οι παραπάνω ασάφειες, αντιφάσεις και ελλείψεις με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι.. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).. Αναιρεί την με αριθμό ΒΤ 6494/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 835/2009
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.. Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και παραδοχή λόγων αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση..
Αριθμός 835/2009.. ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου.. , Δήμου.. , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, για αναίρεση της 1442/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο.. , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσεβρένη.. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 30 Οκτωβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 871/2008.. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ.. 1 και 224 παρ.. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ.. 1 του Π.. Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ.. 2 του ίδιου Κώδικα.. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ.. Δ' Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.. Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε.. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.. Ε' του Κ.. Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της.. Με το από 9.. 1998 ιδιωτικό συμφωνητικό-εργολαβικό δίκης που καταρτίστηκε μεταξύ του εγκαλούντος Ψ,  ...   60.. , ότι συνολικά κατέβαλε καθυστερημένα το ποσό των 440.. από το συνολικό ποσό των 910.. , ότι παρακράτησε παρανόμως ποσό 1.. 181 δρχ.. , ενώ η αλήθεια είναι, ότι ανέθεσε, όπως έχει προαναφερθεί, στον εγκαλούντα την άσκηση της ως άνω αγωγής αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα και σε σχετική συζήτηση που έκανε μαζί του ξεκαθάρισε ότι οι αξιώσεις του ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 900.. και δεν θέλει τίποτε άλλο, υπό τον όρο ότι δεν θα καταβάλει κανένα ποσό ως έξοδα, σε κανένα βαθμό δικαιοδοσίας καθ' όσον θα αφορά στην εν λόγω αγωγή.. Ότι για όλα αυτά συντάχθηκε το προαναφερόμενο από 9.. 1998 ιδιωτικό συμφωνητικό (εργολαβικό δίκης).. Ότι ο εγκαλών άσκησε την αγωγή και πέτυχε την επιδίκαση του πιο πάνω ποσού των 1.. με βάση τις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις.. Και ότι βάσει της συμφωνίας του έπρεπε να εισπράξει το ποσό των 900.. , το οποίο και πράγματι εισέπραξε από τον εγκαλούντα.. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις ως άνω πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση.. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή 7 μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία.. Οι παραπάνω όμως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν ελλείψεις δημιουργούν ασάφειες και λογικά κενά, όσον αφορά την από τον αναιρεσείοντα γνώση του ψεύδους των σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος απ' αυτόν με την υποβολή της μήνυσης του καταγγελομένων και των από αυτόν (αναιρεσείοντα) ενόρκως κατατεθημένων, με αποτέλεσμα να στερείται αυτή της από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος λόγω της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 229 § 1 και 224 παρ.. 2 του ΠΚ.. Ειδικότερα δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Εφετείο, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή του σκεπτικού συνήγαγε ότι το από 9/1/1998 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβικό δίκης συντάχθηκε κατά την αναφερόμενη σ' αυτό ημερομηνία και όχι μεταγενέστερα, όπως ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων στην μήνυση του και επανέλαβε στην ένορκη κατάθεση του, υποστηρίζοντας ότι η μεταξύ αυτού και του πολιτικώς ενάγοντος συμφωνία ήταν προφορική και η αμοιβή του τελευταίου θα ανερχόταν σε ποσοστό 25% επί του ποσού που θα επιδίκαζε το δικαστήριο, η παράθεση των οποίων κρίνεται ουσιώδης εν όψει της διαλαμβανόμενης στη συνέχεια του κειμένου του σκεπτικού παραδοχής ότι ο αναιρεσείων κατά την 1-12-2000, που φέρεται ότι κατ' απαίτηση του εγκαλούντος υπέγραψε δήλωση-απόδειξη ότι ουδεμία άλλη απαίτηση πλέον του ποσού των 910.. 000 δραχμών διατηρεί κατ' αυτού, αμφισβήτησε το ποσό το οποίο δικαιούτο να λάβει ο τελευταίος, χωρίς όμως να διευκρινίζεται αν η προηγηθείσα της ως άνω δήλωσης του αναιρεσείοντα ως άνω αμφισβήτηση του ανέκυψε ή όχι από την γνώση του περιεχομένου της 456/2000 απόφασης του Εφετείου Πατρών που του επιδίκαζε το ποσό των 1.. 000 δραχμών, αφού σε κανένα σημείο του σκεπτικού δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της παραπάνω απόφασης πριν να υπογράψει την παραπάνω δήλωση.. Η μη αναφορά όμως του στοιχείου αυτού της γνώσης του περιεχομένου της απόφασης, κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό σημείο σε συνδυασμό και με τον μη προσδιορισμό των επί μέρους αξιώσεων για τις οποίες έδωσε ο αναιρεσείων εντολή στον εγκαλούντα να εγείρει αγωγή από το τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά, περί του αν ο αναιρεσείων θα δεχόταν να υπογράψει την παραπάνω δήλωση, οποιοδήποτε κι αν ήταν το περιεχόμενο της συνταχθησόμενης από τον εγκαλούντα αγωγής, ή αν ο περιορισμός της αξίωσης του έναντι του εγκαλούντος στο ποσό των 900.. 000 δραχμών αφορούσε αξιώσεις του για τις υλικές και μόνο ζημίες που υπέστη από το τροχαίο ατύχημα.. Λόγω όμως των παραπάνω λογικών κενών και ασαφειών δεν προκύπτει αν ο αναιρεσείων στις 10 Απριλίου 2001, ότε κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημ/κων Πάτρας την από 10-4-2001 μήνυση του κατά του εγκαλούντος με την οποία καταμήνυσε αυτόν ότι υπεξήρεσε το ποσό των 1.. 129 δραχμών, και κατέθεσε ότι ήσαν αναληθή, τα προεκτεθέντα περιστατικά τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους.. Συνεπώς οι, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 Δ' και Ε', συναφείς λόγοι αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβασης των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και εκείνων των προσθέτων ως αλυσιτελούς, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.. Αναιρεί την 1442/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009..

Δεν υπάρχουν σχόλια: