ΠΟΙΝΙΚΑ - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 115/2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Θέμα.. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.. Περίληψη:.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 152/2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.. Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο ως εκπρόθεσμο.. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 182/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εκβίαση.. Δέχεται αίτηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για αναίρεση κατά αθωωτικής απόφασης για κατοχή ναρκωτικών και όπλων από κοινού και απόπειρα εκβίασης, από τον πρώτο κατηγο-ρούμενο.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 212/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο.. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μη υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 15 του Π.. Αριθμός 212/2008. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 212/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο.. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μη υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 15 του Π.. Αριθμός 212/2008. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 212/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο.. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μη υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 15 του Π.. Αριθμός 212/2008. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 219/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.. Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής απόφασης.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 221/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια.. Ανθρωποκτονία από αμέλεια.. - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 222/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.. Απόπειρα απάτης (κακουργηματική) με τη συνδρομή των επιβαρυντικών προϋποθέσεων του άρθρου 1 παρ.. 1 του ν.. 1608/50, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 227/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Δωροδοκία, Αναβολής αίτημα.. Παθητική δωροδοκία - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 230/2008 Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Υπεξαίρεση, Εξακολουθούν έγκλημα..

ΠΩΛΗΣΗ - Εγκύκλιος σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.3043/2002 ΄΄Ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα και έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και άλλες συναφείς διατάξεις - ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ (Ν. 3043/2002) ΣΤΟ ΛΟΙΠΟ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ* 
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 115/2008
(Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Θέμα.. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.. Περίληψη:..
Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τι πρέπει να περιέχει η αιτιολόγηση της καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του ΑΝ 690/1945..
Αναιρείται η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση για παράβαση του ΑΝ 690/45 λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, διότι δεν προσδιορίζονται σ’ αυτήν το ύψος των μηνιαίων τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, αν αυτές καθορίζονται από την ατομική σύμβαση εργασίας των απασχοληθέντων ή από συλλογική σύμβαση εργασίας κ.. λ.. π.. καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και αν ο χρόνος καταβολής τους καθορίζεται από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας.. Αριθμός 115/2008.. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ.. Ζ’ Ποινικό Τμήμα.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης.. , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιατράκο, περί αναιρέσεως της ΒΤ 6373/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1).. και 2).. , οι οποίοι δεν παρέστησαν.. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 842/2007.. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ.. 1 του α.. ν.. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.. 1 του Ν.. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ’ αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν ως οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε καταστάσεις διαθεσιμότητας.. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ’ αυτόν αποδοχές ή άλλες φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις.. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων  ...   πιο πάνω αν.. 690/1945 σε φυλάκιση έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 4.. 000,00 ευρώ.. Το Δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που επιτρεπτώς κατ’ είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής, τα οποία περιέχονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της.. "Η κατηγορουμένη στον.. κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-10-2002 ως διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία ".. ΕΠΕ" που βρίσκεται στην.. , δεν κατέβαλε σε αυτούς που απασχόλησε με μισθό τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές, που καθορίσθηκαν από τη σύμβαση εργασίας, είτε από το νόμο.. Συγκεκριμένα αν και είχε απασχολήσει στο κατάστημα της.. της ράμπας.. και στα καταστήματα.. και.. ως φύλακες και παραλήπτες εμπορευμάτων του εγκαλούντες α).. β).. και γ).. , δεν τους κατέβαλε δεδουλευμένες αποδοχές στον πρώτο από αυτούς ποσό 8.. 512 ευρώ για χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 3-10-2002, στον δεύτερο από αυτούς ποσό 7.. 714,69 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 27-6-2002 και στον τρίτο εξ αυτών ποσό 798 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 28-6-2000 έως 3-10-2002.. ".. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και κήρυξε στη συνέχεια ένοχη την κατηγορουμένη για παράβαση του πιο πάνω ν.. 690/1945, δεν παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία απαιτούν τα άρθρα 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ.. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται σ’ αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, ούτε στο σκεπτικό, αλλά ούτε και στο διατακτικό ποιες ήταν οι τακτικές μηνιαίες ή επί άλλης βάσεως υπολογιζόμενες αποδοχές των πιο πάνω εργαζομένων και αν οι παραπάνω αποδοχές καθορίζονται από την ατομική σύμβαση εργασίας των ανωτέρω απασχοληθέντων ή από συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική απόφαση ή έθιμο.. Ακόμη δεν καθορίζεται, ενόψει της αναφερόμενης στην απόφαση συνολικής διάρκειας απασχόλησης του καθενός των εργαζομένων, ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και αν ο χρόνος καταβολής τους καθορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας, νόμο, συλλογική σύμβαση κλπ.. Εξαιτίας των προαναφερομένων ελλείψεων στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ.. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.. Αναιρεί την υπ’ αριθμ.. 6373/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτημένο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2007.. Και.. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2008.. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 152/2008
(ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.. Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο ως εκπρόθεσμο.. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας..
Δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων η απολογία της κατηγορουμένης.. Ενώ εκτιμήθηκε ότι είχε προβληθεί ως λόγος έφεσης ανώτερη βία για τη μη γνώση της απόφασης, η απορριπτική αιτιολογία είναι αντιφατική και ασαφής.. Αναιρεί.. Αριθμός 152/2008.. ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης.. που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μπιτσαξή, για αναίρεση της 764/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 485/2007.. Αφού άκουσε.. Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. H απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία, κατά τα άρθρα 154 παρ.. 1, 156 και 161 παρ.. 1 ΚΠΔ, στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου.. Ο λόγος ανώτερης βίας εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση.. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ'αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ.. 1 και 2 ΚΠΔ).. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 764/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί της εφέσεως της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσης 10774/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία  ...   την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.. Ειδικότερα, αν και, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι προβλήθηκε νομίμως από την εκκαλούσα ισχυρισμός ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως για λόγους ανώτερης βίας, στη συνέχεια απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την ασαφή και αντιφατική αιτιολογία ότι αυτός (ο ισχυρισμός) "δεν ευσταθεί γιατί στη διεύθυνση αυτή θυροκολλήθηκε και δεν έκανε γνωστή την καινούργια της διεύθυνση στην Αρμόδια Αρχή".. Δηλαδή, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα είχε μεταβάλει πράγματι κατοικία κατά το χρόνο της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, δέχεται κατά τρόπο αντιφατικό ότι, επειδή θυροκολλήθηκε η απόφαση (ενδεχομένως, όπως ασαφώς υπονοείται, στην αρχική της διεύθυνση, όπου αυτή δεν διέμενε πλέον) έλαβε γνώση της απόφασης αυτής.. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψη ως απαραδέκτου, του ενδίκου μέσου της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη της "την κατάθεση μάρτυρος Μ1 τα αναγνωσθέντα έγγραφα κλπ".. Από την αναφορά αυτή των αποδεικτικών μέσων, δεν καθίσται σαφές, αφενός μεν, ποία αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, εκτός από την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, αφετέρου δε, αν έλαβε υπόψη του και την απολογία της κατηγορουμένης.. Πρέπει δε να παρατηρηθεί ότι δεν μπορεί να συναχθεί, έστω και εμμέσως, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την εν λόγω απολογία, δεδομένου ότι ουδεμία αναφορά διαλαμβάνεται στο σκεπτικό σχετικά με όσα αυτή εξέθεσε σχετικά, όπως λ.. χ.. ότι ο μηνυτής γνώριζε την νέα της διεύθυνση.. Όπως δε αναφέρθηκε στην πιο πάνω σκέψη, εφόσον δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση (ώστε ο κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ.. 1 ΚΠΔ την κατοικία του), τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση, αυτό όμως δεν ισχύει όταν ο μηνυτής σκόπιμα ανέγραψε ανακριβή διεύθυνση.. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ.. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και, σε καταφατική περίπτωση, να κριθεί η παραγραφή ή όχι του αξιοποίνου της αποδιδόμενης στην αναιρεσείουσα πράξεως, δεδομένου ότι ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί περί του παραδεκτού ή όχι του ενδίκου μέσου της εφέσεως.. Αναιρεί την προσβαλλόμενη 764/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008.. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2008.. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 182/2008
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εκβίαση.. Δέχεται αίτηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για αναίρεση κατά αθωωτικής απόφασης για κατοχή ναρκωτικών και όπλων από κοινού και απόπειρα εκβίασης, από τον πρώτο κατηγο-ρούμενο..
Βάσιμοι λόγοι από το άρθρο 510 παρ.. Δ΄ και Ε΄ του Κ.. Π.. Δ.. Αριθμός 182/2008.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ.. 292/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.. Με κατηγορούμενους τους: 1.. Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουλγαράκη και 2.. Χ2, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αρφαρά.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 17/28-3-2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 580/2007.. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των κατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.. Κατά το άρθρο 5 παρ.. 1 περ.. ζ’ του Ν.. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.. 2161/1993, και ίσχυε το έτος 2000 που ενδιαφέρει επί του προκειμένου, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ’ αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, κατέχει ναρκωτικά.. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του.. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει την τέλεση τούτων με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας.. Κατοχή ναρκωτικών ουσιών είναι η φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά.. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο για τη θεμελίωσή του, απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι πρόκειται για ναρκωτική ουσία και να θέλει ή να αποδέχεται την κατοχή της.. Τέλος, κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος (άρθρο 45 ΠΚ), υπάρχει, όταν περισσότεροι από ένας εκτελούν το έγκλημα από κοινού.. Με τον όρο δε αυτό εκφράζεται αντικειμενικώς μεν ότι περισσότεροι από ένας συνέπραξαν στην τέλεσή του, υποκειμενικώς δε ότι οι περισσότεροι αυτοί είχαν κοινό δόλο, δηλαδή τέλεσαν το έγκλημα ύστερα από συναπόφαση.. Για την αιτιολόγηση της αποφάσεως αρκεί να αναφέρονται σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος, ως συναυτουργός.. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην καταδικαστική απόφαση η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες, εκτός αν το έγκλημα είναι πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία.. Κατά το άρθρο 385 παρ.. 1,περ.. β του ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου τιμωρείται.. β)αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, η άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος.. τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω μορφή του απαιτείται αντικειμενικώς εξαναγκασμός με βία ή απειλή κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή , από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου.. Στις περιπτώσεις του εδ.. β απαιτείται ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης κλπ.. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους.. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με τη επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα.. Κατά το άρθρο 505 παρ.. 2 του Κ.. , ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.. 2 Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς τον σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.. 1  ...   Χ2, ο δε Χ1 μπήκε και ζήτησε από τον υπάλληλο το αφεντικό, που όμως απουσίαζε.. Μετά, ο υπάλληλός του εμφάνισε δύο κινητά τηλέφωνα, τα οποία αυτός δεν πήρε, αλλά τον ρώτησε πόσο κάνουν και βγήκε από το κατάστημα.. Μόλις εμφανίστηκε στο πεζοδρόμιο, παρενέβησαν τα άλλα όργανα των Εσωτερικών Υποθέσεων, που καιροφυλακτούσαν εκεί, μαζί με το Β1, που βγήκε από το κατάστημα και τον υπέβαλε σε σωματική έρευνα, αναζητώντας τα κινητά τηλέφωνα, η οποία, βεβαίως, απέβη άκαρπη.. Τότε ο τελευταίος του είπε "μπράβο συνάδελφε", παινεύοντάς τον που δεν πήρε τα δύο τηλέφωνα, όπως ο ίδιος κατέθεσε.. Από το κατάστημα κατέληξαν όλοι μαζί στα γραφεία των Εσωτερικών Υποθέσεων για μια τυπική κατάθεση των κατηγορουμένων.. Η κατάθεση δόθηκε ενώπιον των εκεί αξιωματικών, από τους οποίους αυτοί ζήτησαν να μην τους καθυστερούν, διότι έχουν αφήσει εκκρεμή την επιχείρηση της οδού.. και θέλουν να την ολοκληρώσουν.. Προκειμένου δε να γίνουν πιστευτοί, τους ζήτησαν επιμόνως να πάνε στο περιπολικό τους και να φέρουν τα σακ βουαγιάζ τους, προφανώς για να τους δείξουν το περιεχόμενό τους.. Άλλη εξήγηση για την επιθυμία τους αυτή να δείξουν στους αξιωματικούς τα ναρκωτικά και τα όπλα δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο.. Τότε οι τελευταίοι συναίνεσαν και οι κατηγορούμενοι κατέβηκαν στο σταθμευμένο περιπολικό, συνοδευόμενοι από το Β1, άνοιξαν οι ίδιοι το πορτ μπαγκάζ και ανέβασαν στα γραφεία τα σακ βουαγιάζ, όπου ανοίχτηκαν και έγινε γνωστό το περιεχόμενό τους.. Όμως οι αξιωματικοί δεν πείστηκαν ότι τα αντικείμενα που αποκαλύφθηκαν ήταν προϊόντα της επιχείρησης που επικαλέστηκαν οι κατηγορούμενοι και δεν έλαβαν υπόψη ότι, αν δεν έθεταν οι ίδιοι (οι κατηγορούμενοι) θέμα σακ βουαγιάζ, θα μπορούσαν να έχουν φύγει με το περιπολικό τους μετά την κατάθεση, αφού δεν υπήρχε κανένας λόγος να γίνει έρευνα σ’ αυτό, όπως επισημαίνει και ο Β1.. Έτσι, κατάσχεσαν τα σακ βουαγιάζ και, έχοντας αργότερα βρει σε έρευνα που διεξήχθη στο σπίτι του δεύτερου κατηγορουμένου και πάνω στο γραφείο του τις αναφερόμενες στην οικεία έκθεση κατάσχεσης περιορισμένες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες, όπως ο τελευταίος αναφέρει στην απολογία του, επιβεβαιώνει δε και ο μάρτυρας-συγκάτοικός του Ζ5, θα πρέπει να έπεσαν κατά τη μεταφορά τους την προηγούμενη ημέρα από την πλαστική σακούλα, όπου βρίσκονταν, στα σακ βουαγιάζ των κατηγορουμένων, ενεργοποίησαν τις διαδικασίες, που οδήγησαν στην άσκηση ποινικής κατ’ αυτών δίωξης?.. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ.. 1 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, σε σχέση με αμφότερες τις πράξεις, και δη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από αμφοτέρους (άρθρ, 5 παρ.. ζ του Ν.. 1729/1987, ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα ναρκωτικά) και κατοχής όπλων από τους ιδίους κατηγορουμένους, αφετέρου εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 385 παρ.. 1, εδάφ.. β του ΠΚ σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο.. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της κατοχής των ναρκωτικών, ενώ γίνεται δεκτό ότι ανευρέθησαν περιορισμένες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών πάνω στο γραφείο του δεύτερου κατηγορουμένου, δεν εξηγείται πως αυτά έπεσαν πάνω στο γραφείο του, χωρίς να τα αντιληφθούν και γιατί χρειαζόταν αυτή η μεταφορά από την πλαστική σακούλα στα υπηρεσιακά σακ βουαγιάζ.. Εξάλλου, στο σημείο αυτό περιέχεται ενδοιαστική και ελλιπής αιτιολογία, με μόνη την αναφορά ότι θα πρέπει να έπεσαν κατά τη μεταφορά τους την προηγούμενη ημέρα από την πλαστική σακούλα.. Επιπλέον, έτσι δεν αιτιολογείται επαρκώς πως η ποσότητα αυτή προερχόταν από το περιεχόμενο της πλαστικής σακούλας, εφόσον η πλειοψηφία δέχεται ότι αυτά αποτελούσαν μέρος της πλαστικής σακούλας.. Ενώ δέχεται η πλειοψηφία ότι οι αναβάτες μοτοσυκλέτας τη νύχτα της 13-10-2000 πέταξαν στο δρόμο μια πλαστική σακούλα, την οποία μάζεψαν, την άνοιξαν και διαπιστώθηκε ότι περιείχε τις αναφερόμενες ναρκωτικές ουσίες και όπλα, που, αφού μετέφεραν στο σπίτι του δεύτερου από αυτούς, τα τοποθέτησαν στα υπηρεσιακά τους σακ βουαγιάζ, τα οποία στη συνέχεια έβαλαν στο πορτ μπαγκάζ του περιπολικού τους.. τα κράτησαν στην κατοχή τους, διότι, κατά την απόφαση, σκόπευαν να ολοκληρώσουν την επιχείρηση την επόμενη ημέρα, υπάρχει ελλιπής αιτιολογία και ασάφεια για τους πιο κάτω λόγους? Δεν εξηγείται γιατί χρειαζόταν να κατέχουν οι κατηγορούμενοι στο περιπολικό τα ναρκωτικά και τα όπλα για την ολοκλήρωση της επιχείρησης, αν ήταν η κατοχή τους πρόσφορο μέσο, πόσο χρόνο θα τα κατείχαν, χωρίς να ενημερώσουν την υπηρεσία τους, όταν μάλιστα δεν γνώριζαν την εξέλιξη των πραγμάτων, και πως θα οδηγούντο στη σύλληψη των δραστών, (πως θα επιτυγχανόταν η σύλληψη και ο εντοπισμός των δραστών).. Περαιτέρω, σε σχέση με την πράξη της απόπειρας εκβίασης που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο, ενώ δέχεται όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν εξηγεί γιατί αυτά δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της πράξεως αυτής.. Εξάλλου, δεν αιτιολογεί η πλειοψηφία γιατί αυτός κατά την άφιξη στο κατάστημα ζήτησε από τον υπάλληλο το αφεντικό και ποιος ήταν ο σκοπός της επισκέψεως του ως άνω κατηγορουμένου στο ρηθέν κατάστημα, πότε είχε επισκεφθεί προηγουμένως το κατάστημα αυτό και ποιος ήταν ο σκοπός της.. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω βάσιμων λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.. Δ και Ε του ΚΠΔ, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί ή υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ.. 519 του ΚΠΔ).. Αναιρεί τη 292/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2008.. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2008..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 187/2008
(Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ).. Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος.. Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση.. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης.. Δεν αιτιολογείται ειδικώς το στοιχείο της γνώσης..
ΑΡΙΘΜΟΣ 187/2008.. E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου.. που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 8344/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη.. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 3 Σεπτεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 169/2007.. Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. 1.. - Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ.. 1 και 224 παρ.. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια.. Έτσι για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ.. 1 και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ.. 2.. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ.. Δ’ ΚΠΔ.. Εξάλλου, κατά το άρθρο 362 ΠΚ όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή.. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να εγνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο.. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον.. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου.. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια.. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας.. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται  ...   μόνο όσον αφορά τον περιεχόμενο στην έγκλησή του ισχυρισμό, με τον οποίο ο εγκαλών φερόταν ότι είχε τελέσει την πράξη της ηθικής αυτουργίας στη παράβαση καθήκοντος των άλλων μελών της επιτροπής διαγωνισμού και με τον οποίο (ισχυρισμό) αυτός ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα ότι συνδεόμενος με ισχυρή οικογενειακή φιλία με την οικογένεια Κ1 και εκμεταλλευόμενος τη θέση του, ως προϊσταμένου και ιεραρχικά ανωτέρου των λοιπών μελών της επιτροπής του διαγωνισμού, κατάφερε να επιβληθεί προς τους άλλους μηνυόμενους και τελικά να κατακυρωθεί ο διαγωνισμός σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες.. Για τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου που περιέχονταν στην έγκλησή του σε βάρος του εγκαλούντος και των λοιπών μελών της επιτροπής ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος με την εκκαλούμενη απόφαση.. Οσον αφορά τον παραπάνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου, για τον οποίο αυτός κηρύχθηκε ένοχος με την εκκαλούμενη απόφαση, από τα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι αυτά που ισχυρίσθηκε αυτός για τον εγκαλούντα δεν ανταποκρινόταν προς την αλήθεια, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών γνωριζόταν μεν, αλλά δεν συνδεόταν με ισχυρή οικογενειακή φιλία με την οικογένεια Κ1.. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών δεν εκμεταλλεύθηκε τη θέση του, ως προϊστάμενος και ιεραρχικά ανώτερος των λοιπών μελών της επιτροπής του διαγωνισμού και ούτε κατάφερε να επιβληθεί προς τα άλλα μέλη της επιτροπής και να κατακυρωθεί τελικά ο διαγωνισμός σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες.. Η αναλήθεια των ισχυρισμών του αυτών τεμαίρεται και από την αμετάκλητη απαλλαγή του εγκαλούντος από τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν με το βούλευμα που αναφέρθηκε και συνεπώς όσα αντίθετα πρόβαλε αυτός με τους ισχυρισμούς του, που αναφέρθηκαν, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών του αυτών, όσα δε αντίθετα πρόβαλε αυτός με τους ισχυρισμούς του, που αναφέρθηκαν, είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα.. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην καταμήνυση του εγκαλούντος εν γνώσει της αναληθείας των παραπάνω ισχυρισμών του, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική του δίωξη για παράβαση καθήκοντος, πράγμα το οποίο και πέτυχε τελικά κατά τα εκτεθέντα, ενώ περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω ψευδείς ισχυρισμοί του μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος.. Από όλα αυτά που αποδείχθηκαν προκύπτει κατά την επικρατήσασα πλειοψηφούσα γνώμη στο Δικαστήριο ότι η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνήσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, οι οποίες του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και για τις οποίες καταδικάσθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, γι’ αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτός των εγκλημάτων αυτών και να απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι ισχυρισμοί, που πρόβαλε αυτός".. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια.. Με αυτά που δέχθηκε η απόφαση δεν διέλαβε στην απόφασή του την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για το ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε γνώση της αναλήθειας των καταμηνυθέντων και ενόρκως βεβαιωθέντων καθώς και όσων για τον εγκαλούντα ισχυρίσθηκε, καίτοι από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό δεν είναι καθόλου αυτονόητη τέτοια γνώση.. Σε σχέση με το στοιχείο αυτό το άμεσου δόλου (γνώσης), η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό της την φράση " γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών του " και στο διατακτικό της απλώς τη φράση "εν γνώσει", που περιέχεται στο νόμο χωρίς όμως να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση του αυτή εν σχέσει με την αναλήθεια των περιστατικών τα οποία ο κατηγορούμενος περιέλαβε στην κατά του εγκαλούντος έγκλησή του.. Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.. Δ’ ΚΠΔ με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια στην απόφαση και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε μετά από αυτά η έρευνα του ετέρου λόγου αναιρέσεως καθώς και του προβαλλόμενου με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρετικού λόγου της έλλειψης ακροάσεως.. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).. 8344/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Και,.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.. -.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2007..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 205/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.. Προθεσμία της αναίρεσης.. Αιτιολογημένη καταδίκη αναιρεσείοντος για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών.. Έλλειψη αιτιολογίας μόνο σε σχέση με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.. 2α του ΠΚ..
ΑΡΙΘΜΟΣ 205/2008.. E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου.. και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Διαμαντή, περί αναιρέσεως της 1696/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Οκτωβρίου 2006 και 1 Νοεμβρίου 2007 δύο αυτοτελείς αιτήσεις του αναιρέσεως, η οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1747/2006.. Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτηση αναίρεσης και να γίνει δεκτή εν μέρει η από 23 Οκτωβρίου 2006 τοιαύτη.. Κατά της υπ' αριθμ.. 1696/28-6-2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν από τον αναιρεσείοντα.. οι από 23-10-2006 και 1-11-2007 δύο αιτήσεις αναιρέσεως η πρώτη με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.. 3 ΚΠΔ η αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε, εκτός από την τήρηση των οριζόμενων στο άρθρο 474 παρ.. 1 ΚΠΔ και με δήλωση που περιέχει όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου τούτου, η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία 20 ημερών.. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για να συντελεστεί η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, με την προαναφερόμενη δήλωση πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ'άλλο τρόπο, όπως είναι η αποστολή του ταχυδρομικώς ή η εγχείρισή του στη Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση από 1-11-2007 αίτηση αναιρέσεως όπως από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει στρέφεται κατά της υπ' αριθμ.. 1696/28-6-2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών σε συνολική ποινή καθείρξεως 11 ετών και χρηματική ποινή 20.. 000 ευρώ.. Η εν λόγω όμως αίτηση αναιρέσεως, όπως προκύπτει απ' αυτή και τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τη διακρίβωση του παραδεκτού της αναιρέσεως, δεν επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με δικαστικό επιμελητή, κατόπιν εντολής προς αυτόν από τον αναιρεσείοντα, αλλά περιήλθε στην υπηρεσία της Εισαγγελίας, κατόπιν διαβιβάσεώς της από την Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας και πρωτοκολλήθηκε με αριθμό 10034/9-11-2007.. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις, πρέπει, προεχόντως εκ του λόγου αυτού, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.. 1 ΚΠΔ).. Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.. 1 του ΚΠΔ όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως.. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος.. Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η υπ' αριθ.. 1252/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, γιατί το πρωτόδικο τούτο δικαστήριο, δεν απάντησε σε αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.. Από τις διατάξεις των εδαφ.. β' και ζ' της παρ.. 1 του άρθρου 5 του Ν.. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην άλλων, η αγορά και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών.. Η αγορά των ουσιών αυτών πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την, για το σκοπό αυτό παράδοση της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε.. Ως κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση.. Εξ άλλου η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ.. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η  ...   σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία και μόνον αυτά τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση των ως άνω εγκλημάτων.. Κατόπιν όλων αυτών, ο από το άρθρο 510 παρ.. Δ' και Ε 'του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.. 1 στοιχ.. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, α) "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ.. α), β) και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.. ε).. Στην δεύτερη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης.. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.. 2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.. 2 και 333 παρ.. 2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών.. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: "Στον κατηγορούμενο θα πρέπει να γίνουν δεκτά πλην άλλων τα παρακάτω ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.. 2α, 2ε Π.. Κ.. Α) το ότι έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.. Αυτό διότι ουδέποτε στο παρελθόν απασχόλησε τις αστυνομικές ή δικαστικές αρχές της Ελλάδας ή της Αλβανίας, έχει μόνιμη διαμονή στη χώρα, εργαζόταν νόμιμα στην Ελλάδα και τηρούσε τις υποχρεώσεις που του επέβαλε η διαμονή του στην Ελλάδα.. Β) το ότι κατά την κράτησή του στη Φυλακή δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και επιδεικνύει καλή διαγωγή.. Τους πιο πάνω ισχυρισμούς το Δικαστήριο της ουσίας τούς απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως αναφέρθηκε, με την εξής αιτιολογία: Ο κατηγορούμενος: 1) δεν έζησε έντιμη ζωή πριν την τέλεση των πράξεων (έμπορος ναρκωτικών) και 2) δεν συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, που είναι κρατούμενος, διότι η συμπεριφορά του στη δικαστική φυλακή δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης αλλά προϊόν φόβου και καταναγκασμού.. Με το πιο πάνω περιεχόμενο ο με τα στοιχεία Β ισχυρισμός (ότι ο αναιρεσείων συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του), είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά τις πράξεις του αυτές.. Η απλή αναφορά, της καλής του συμπεριφοράς του στη φυλακή, ως μόνο συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό δεν αρκεί για να καταστήσουν ορισμένο τον ανωτέρω ισχυρισμό του.. Το Δικαστήριο της ουσίας, εντούτοις, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του ισχυρισμού αυτού, απάντησε, ως εκ περισσού, στον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την προαναφερόμενη αιτιολογία του η οποία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.. Σε σχέση με τον πρώτο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως (84 παρ.. 2α ΠΚ), που ήταν σαφής και ωρισμένος η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία, ενόψει του ότι δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά που να δικαιολογούν την μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως.. Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ.. Δ ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος.. Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.. 2 α ΠΚ.. και όχι ως προς την περί ενοχής διάταξη, ως και προς την περί ποινής διάταξη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).. Απορρίπτει την από 1-11-2007 αίτηση του.. , για αναίρεση της υπ' αριθμ.. 1696/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.. Αναιρεί εν μέρει την 1696/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξη της απόφασης αυτής.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 23 Οκτωβρίου 2006 αίτηση αναιρέσεως του.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007.. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2008..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 212/2008
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.. Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο.. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μη υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 15 του Π.. Αριθμός 212/2008.
. ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Τζανετή, περί αναιρέσεως της 8559/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.. 11.. 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2001/2007.. Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.. 1 εδάφιο α’ του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη.. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος.. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.. Δ’του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών  ...   του ως υποδιευθυντού του καταστήματος ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ.. , τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας στο εν λόγω κατάστημα, με την κατάλληλη συντήρηση να διατηρείται σε επίπεδο που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες ασφάλειας των εργαζομένων στο άνω κατάστημα, δεν μερίμνησε για τον περιοδικό έλεγχο και την εξασφάλιση εφαρμογής των οδηγιών ασφαλείας των εργαζομένων στο κατάστημα και ιδιαίτερα τον έλεγχο της κατάστασης των ιμάντων ασφαλείας στις φορητές κλίμακες, ώστε οι φθαρμένες κλίμακες να αντικαθίστανται, αλλά επέτρεψε στους υπαλλήλους να κάνουν χρήση των φορητών κλιμάκων, άνευ προηγουμένου ελέγχου αυτών, με αποτέλεσμα, όταν ο υπάλληλος του καταστήματος Ζ1 , χρησιμοποίησε για την εκτέλεση της εργασίας του φορητή κλίμακα με δυο σκέλη, τα οποία συνδέονταν με φθαρμένο ιμάντα ασφαλείας, ο ιμάντας ασφαλείας κατά τη χρήση της έσπασε, η κλίμακα κατέρρευσε και επέπεσε επί της εγκαλούσας, η οποία και τραυματίστηκε.. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δεν έσπασαν οι ιμάντες ασφαλείας, οι οποίοι δεν ήσαν φθαρμένοι διότι είχαν ελεγχθεί και δεν είχε γίνει αναφορά από τους αρμόδιους συντηρητές για φθορά αυτών, αλλά η πτώση της κλίμακας οφείλεται σε αμέλεια του εργαζομένου Ζ1 , ο οποίος δεν την είχε τοποθετήσει καλώς, με αποτέλεσμα αυτή, να πέσει και να χτυπήσει την εγκαλούσα, δεν αποδείχθηκε.. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο τραυματισμός της Ψ1 οφείλεται στην έλλειψη των μέτρων ασφαλείας που προαναφέρθηκαν.. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, κατά τη γνώμη των δύο μελών του Δικαστηρίου Ιωάννας Μίχα και Παναγιώτας Ευαγγελάτου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια.. Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Δικαστήριο, που την εξέδωσε, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.. Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.. Αυτό δε γιατί, ενώ δέχεται ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέστηκε δια παραλείψεως και ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος, δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, δεν αναφέρεται καθόλου στη συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος, ούτε προσδιορίζει την προέλευση της υποχρέωσης αυτής, αν δηλαδή πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 314 παρ.. 1, 315 παρ.. 1 του ΠΚ, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς και αντιφατικές παραδοχές.. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρει τον επιτακτικό κανόνα δικαίου που υποχρέωνε τον αναιρεσείοντα, ενόψει και της ιδιότητάς του, ως διευθυντή του υποκαταστήματος, να λάβει τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα, για την ασφαλή εργασία των εργαζομένων σ’ αυτό υπαλλήλων, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι στα καθήκοντά του περιλαμβανόταν και η μέριμνα του, ώστε να διατηρείται η φορητή κλίμακα σε καλή κατάσταση.. Επίσης, δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει της παραδοχής της ότι ο τραυματισμός της παθούσας ήταν απότοκος της συνδρομής αμέλειας του αναιρεσείοντος, τα περιστατικά εκείνα στα οποία επιστηρίζει την ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος, ακόμη δε εκείνα τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, λόγω των προσωπικών του ιδιοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε.. Επομένως ο, από το άρθρο 510 παρ.. 1 εδ.. Δ’ του Κ.. , λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια του Εφετείου, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, εν αναφορά με τη συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και της προελεύσεώς της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.. Δ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.. Αναιρεί την υπ’ αριθμό 8559/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008..


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 219/2008
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.. Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής απόφασης..
Αιτιολογία.. Παράβαση καθήκοντος, ψευδής βεβαίωση (υπαλλήλου του τμήματος αδειών οδήγησης), χρήση πλαστών.. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης.. Αναιρεί.. Αριθμός 219/2008.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 16889/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.. Με κατηγορούμενους τους 1)Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της Σπύρο Αποστολόπουλο, 2)Χ2 3)Χ3 , 4)Χ4, 5)Χ5, 6)Χ6 7)Χ7 8)Χ8 9)Χ9, 10)Χ10 11)Χ11 12)Χ12 13)Χ13 14) Χ14 15)Χ15 και 16)Χ16 που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 22/26 Απριλίου 2007, έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 743/2007.. Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη έκθεση αναίρεσης.. Ι.. Κατά το άρθρο 513 παρ.. γ' Κ.. , ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.. Κατά την παρ.. 2 του ίδιου άρθρου, αν ζητεί την αναίρεση ο εισαγγελέας, αυτός δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει 1) από το.. αποδεικτικό επιδόσεως του.. Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 2) από το.. Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών , 3) από τα από.. αποδεικτικά επιδόσεως του.. , Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 4) από τα από.. ,.. αποδεικτικά επιδόσεως των.. , Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου,.. Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών.. Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και.. Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, αντίστοιχα, 5) από το.. Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, 6) από τα.. Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, 7) από τα.. Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, 8) από το.. Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, 9) από το.. Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, 10) από τα από.. Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου,.. Δικαστικών Επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 11) από το από.. , αποδεικτικό επιδόσεως των.. Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 12) από τα από.. Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 13) από τα από.. , Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών 14) από το.. Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών και 15) από το.. Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, οι κατηγορούμενοι 1) Χ5 , 2) Χ7 3) Χ3 , 4) Χ8 , 5) Χ12, 6) Χ2 , 7) Χ6 8)Χ14 9) Χ11 10) Χ10, 11) Χ13 12) Χ4 , 13) Χ9 , 14) Χ16 και 15) Χ15, αντιστοίχως, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 22/11/2007, ενώπιον του Αρείου Πάγου.. Εφόσον όμως οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, (αναιρεσίβλητοι) δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου), πρέπει η συζήτηση να χωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ.. 3 και 515 παρ.. 2 ΚΠ.. Δ ΙΙ.. Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη.. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, αυτουργός του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.. α' και 263Α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) δόλος του δράστη, συνιστάμενος, αφενός μεν στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και, αφετέρου, στη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να παραβεί το καθήκον του αυτό και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, αδιαφόρου όντος, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι.. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.. 1 και 4 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (παρ.. 1).. Με την ίδια ποινή της παρ.. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί.. Για τη στοιχειοθέτηση συνεπώς του εγκλήματος της παρ.. 1 απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ.. α' και 263 Α' ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου, β) το έγγραφο να εμπίπτει στην έννοια του αναφερομένου στο άρθρο 438 Κ.. Πολ.. "δημοσίου εγγράφου", γ) οι έννομες συνέπειες που παράγονται από αυτό να αναφέρονται στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής.. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.. 1 και 2 του άρθρου 216 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ο ενδεχόμενος δόλος ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι  ...   σπείρας, η οποία τους υποσχέθηκε την τακτοποίηση των διπλωμάτων τους, τα οποία ήσαν γνήσια και έθεσε πλαστές σφραγίδες, η δε κατηγορουμένη Χ1 κατά την άσκηση των υπηρεσιών της καθηκόντων, σχετικά με την μετατροπή των ανωτέρω αδειών οδήγησης, προέβη σε πλημμελή έλεγχο και έρευνα των προσκομιζομένων δικαιολογητικών, σχετικά με το αν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.. Προς τούτο προέβη στην έκδοση (μετατροπή) των άνω αδειών, επιδεικνύουσα αμέλεια, αφού δέχθηκε δικαιολογητικά ατόμων που δεν ανήκαν στη Νομαρχία της, (όπως 4ου, 6ου, 8ου, κατηγορουμένων κλπ), η οποία όμως δεν μπορεί να αποδώσει δόλια προαίρεση για τις παραλείψεις της κατηγορουμένης, Χ1.. Για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώα της πράξης της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση, και της παραβάσεως καθήκοντος, αφού επιπλέον δεν προέκυψε ότι ενήργησε με σκοπό προσπορισμού οφέλους στην ίδια ή σε άλλους.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν την πλαστότητα των θεωρήσεων των άνω εγγράφων, αφού αυτοί δεν μετείχαν στη διαδικασία μετατροπής της αδείας, την οποία είχαν αναθέσει σε τρίτα πρόσωπα έναντι αμοιβής, (ως προαναφέρθηκε).. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι εν λόγω κατηγορούμενοι, (υπ' αριθμ.. 1 έως και 15) για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου και της ηθικής αυτουργίας, όσον αφορά την κατηγορουμένη Χ1 για τις πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και παράβασης καθήκοντος".. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους αξιοποίνων πράξεων καθώς και οι συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του ότι, η μεν πρώτη κατηγορουμένη, τέλεσε τα εγκλήματα της ψευδούς βεβαίωσης και της παράβασης καθήκοντος, για τα οποία κατηγορείται, από αμέλεια, οι δε λοιποί, ότι δεν αποδείχθηκε η ενοχή τους για τα αδικήματα της χρήσης πλαστών εγγράφων και της ηθικής αυτουργίας στα ανωτέρω εγκλήματα της πρώτης.. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη κατηγορουμένη Χ1 προϊσταμένη του τμήματος αδειών οδήγησης, της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Ανατολικής.. Αττικής, που είχε ως αντικείμενο εργασίας της, εκτός των άλλων, τον έλεγχο των δικαιολογητικών και το αν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις μετατροπής των αδειών οδήγησης από τις Χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης σε ελληνικές, ενώ το Δικαστήριο δέχεται, ότι το σύνολο σχεδόν των δικαιολογητικών των αναφερομένων στο σκεπτικό δεκαπέντε περιπτώσεων, που αφορούσαν τους συγκατηγορουμένους της, ήταν πλαστά, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι αυτή γνώριζε την πλαστότητα τούτων, εντούτοις, δέχεται παράλληλα, ότι αυτή (προφανώς ανεξάρτητα της άγνοιας της πλαστότητας), όφειλε και μπορούσε να προβεί στον έλεγχο της γνησιότητας αυτών, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την παραδοχή της απόφασης ότι αυτή " επέδειξε αμέλεια ως προς τον έλεγχο των δικαιολογητικών", και " προέβη σε πλημμελή έλεγχο και έρευνα των προσκομιζομένων δικαιολογητικών, σχετικά με το αν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις".. Δεν εκθέτει όμως περιστατικά από τα οποία να προκύπτει σε τι συνίστατο η πλημμέλεια του εν λόγω ελέγχου και αν έγινε οποιοσδήποτε έλεγχος των δικαιολογητικών αυτών (ώστε να κριθεί αν επρόκειτο πράγματι για πλημμέλεια και συνακόλουθα για αμέλεια ή δόλο).. Κυρίως δε, δεν αιτιολογεί πώς συνιστά απλή πλημμέλεια το γεγονός να δεχθεί, και μάλιστα σε τόσο μεγάλο αριθμό υποθέσεων, δικαιολογητικά για την μετατροπή των αδειών ατόμων που, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ανήκαν στην αρμοδιότητα της Νομαρχίας της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη της εμπειρίας της, λόγω της θέσεως και των καθηκόντων της, γεγονός που δεν δικαιολογεί πλημμελή έλεγχο και αμέλεια (όταν μάλιστα, όπως η ίδια η κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα αναφέρει στο υπόμνημά της, έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν άλλες 16 φορές για παρόμοια αδικήματα, έστω και αν έχει απαλλαγεί για αυτά, πράγμα το οποίο υποδηλώνει ότι της ήταν γνωστό ότι οι περιπτώσεις υποβολής πλαστών δικαιολογητικών για την μετατροπή των διπλωμάτων οδήγησης από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, δεν είναι σπάνιες και, συνεπώς, απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή κατά τον έλεγχο των σχετικών δικαιολογητικών).. Αντίθετα, ενόψει των παραπάνω, η προσβαλλομένη απόφαση όφειλε να δικαιολογήσει, γιατί η περιγραφόμενη σε αυτήν συμπεριφορά της εν λόγω κατηγορουμένης δεν ενείχε, αφενός μεν, τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και, αφετέρου, θέληση αυτής ή έστω αποδοχή, να παραβεί το καθήκον της καθώς και ότι για όσα διέπραξε δεν είχε σκοπό να προσπορίσει στους συγκατηγορούμενους της την παράνομη ωφέλεια της μετατροπής των διπλωμάτων οδήγησης, βεβαιώνοντας εν γνώσει της ψευδώς ότι τα υποβληθέντα από αυτούς δικαιολογητικά πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις.. Περαιτέρω, ως προς τους λοιπούς κατηγορούμενους (2ο έως τον 16ο), στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, με τα οποία το Δικαστήριο να αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε, ως προς τον δόλο των εν λόγω κατηγορουμένων, για τις πράξεις που κρίθηκαν αθώοι.. Η παραδοχή μάλιστα της αποφάσεως, ότι αυτοί δεν είχαν δόλο, διότι "δεν μετείχαν στη διαδικασία μετατροπής της αδείας, την οποία είχαν αναθέσει σε τρίτα πρόσωπα έναντι αμοιβής", χωρίς να διευκρινίζεται αν τα "τρίτα" πρόσωπα ήταν ή όχι, νόμιμοι επαγγελματίες, που αναλάμβαναν νομίμως παρόμοιες εργασίας, και αν η "έναντι αμοιβής" ανάθεση αφορούσε και την εξασφάλιση των απαραίτητων δικαιολογητικών για την μετατροπή των αδειών, όχι μάλιστα δεν αναιρεί την ύπαρξη δόλου αυτών, ως προς την χρήση των πλαστών διαβατηρίων και αδειών οδηγήσεως αυτοκινήτων αλλά, αντίθετα, ενισχύει την ύπαρξή του.. Άλλωστε, ουδόλως εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί δεν μετείχαν στη διαδικασία μετατροπής της αδείας, ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή αυτή δεν αρκεί από μόνη της να αιτιολογήσει ότι δεν ήταν εκείνοι που προκάλεσαν την απόφαση στην πρώτη να προβεί στις πιο πάνω πράξεις, από τις οποίες αυτοί αποκλειστικά ωφελούντο.. 1 Δ' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις διατάξεις αυτής, με την οποίες, οι προαναφερόμενοι δέκα έξι κατηγορούμενοι, κηρύχθηκαν αθώοι για τις πιο πάνω πράξεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ.. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.. Αναιρεί την 16889/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τις αναφερόμενες στο διατακτικό διατάξεις της.. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007.. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2008..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 221/2008
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια.. Ανθρωποκτονία από αμέλεια..
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.. Μη υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ.. Αναιρεί και παραπέμπει.. Αριθμός 221/2008.. ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Γιαλάογλου, για αναίρεση της με αριθμό 752/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη.. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1539/2007.. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. Επειδή, οι υπό κρίση από 6 Σεπτεμβρίου 2007 και 6 Σεπτεμβρίου 2007, ενούμενες στο ίδιο δικόγραφο, αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ2 και 2) Χ1, αντιστοίχως, κατά της υπ' αριθμό 752/6-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, είναι παραδεκτές και ταυτόσημες, πρέπει, λόγω τη πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν.. Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ.. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη.. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος.. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής  ...   του έπεσαν σε υπάρχον επί του οδοστρώματος φρεάτιο όμβριων υδάτων, με αποτέλεσμα να απολέσει η οδηγός του τον έλεγχό του, εξαιτίας της αιφνίδιας ταλάντωσης που του προκάλεσε η για ελάχιστα δευτερόλεπτα θέση των τροχών του σε διαφορετικό επίπεδο, να εκτραπεί στη συνέχεια αυτό και να προσκρούσει σε παρακείμενο επί του πεζοδρομίου στύλου της ΔΕΗ.. Από την πρόσκρουση αυτή τραυματίστηκε θανάσιμα η Ψ και συγκεκριμένα υπέστη υπαραχνοειδή αιμορραγία του εγκεφάλου, ρήξη κοιλίας καρδίας ( 1) εκατοστού και ρήξη αορτής, από δε τα τραύματα αυτά ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός της.. Το ζημιογόνο τούτο αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά σε αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων.. Συγκεκριμένα, ο πρώτος τούτων (Χ2), ως διευθυντής της τεχνικής υπηρεσίας της δημόσιας επιχείρησης ύδρευσης και αποχέτευσης Ξάνθης (ΔΕΥΑΞ) και ο δεύτερος (Χ1), ως προϊστάμενος του τμήματος δομικών έργων αυτής, όφειλαν να μεριμνήσουν, ώστε η από εικοσαημέρου τουλάχιστον υφιστάμενη βλάβη στο ως άνω φρεάτιο, που συνίστατο στην από έλλειψη συντήρησης της σχάρας αυτού αδυναμία της να παραμένει σταθερή και αμετακίνητη κατά τη διέλευση από επάνω της τροχοφόρων, να αποκατασταθεί.. 'Ετσι, ενόψει του ότι στα καθήκοντα αυτών περιλαμβανόταν και η μέριμνα να διατηρείται σωστή και η κατάσταση αυτού του φρεατίου και ότι η παθούσα δεν ήταν δυνατό να αντιληφθεί το ως άνω πρόβλημα, κρίνεται ότι η αμελής αυτή παράλειψη αποτελεί την μόνη αιτία του θανάτου της Ψ και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και του εν λόγω αποτελέσματος.. Συνεπώς, ο αντίθετος ισχυρισμός των κατηγορουμένων είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.. Συνακόλουθα, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξης.. " Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τους κατηγορούμενους ενόχους της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών τον καθένα, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια.. Με τις παραδοχές όμως αυτές, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.. Αυτό δε γιατί, ενώ δέχεται ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέσθηκε δια παραλείψεως και ότι η αμέλεια των αναιρεσειόντων, δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, δεν αναφέρεται καθόλου στη συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης των αναιρεσειόντων, ούτε προσδιορίζει την προέλευση της υποχρέωσης αυτής, αν δηλαδή πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά τους, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 302 παρ.. 1 του ΠΚ, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς και αντιφατικές παραδοχές.. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρει τον επιτακτικό κανόνα δικαίου που υποχρέωνε τους αναιρεσείοντες και ειδικότερα τον καθένα από αυτούς, ενόψει και της ιδιότητάς τους, του μεν πρώτου ως Διευθυντού της Δημοτικής υπηρεσίας ΔΕΥΑΞ και του δεύτερου, ως προϊσταμένου της υπηρεσίας δομικών έργων, να λάβει ο καθένας τους τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα, για την ασφαλή διέλευση και προστασία των πεζών και των οχημάτων, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι στα καθήκοντά τους περιλαμβανόταν και η μέριμνα αυτών, ώστε να διατηρείται η σχάρα σε καλή κατάσταση.. Επίσης, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει της παραδοχής της, ότι η θανάτωση της παθούσας ήταν απότοκος της συνδρομής αμέλειας περισσότερων του ενός προσώπων, η ευθύνη του καθένα των αναιρεσειόντων, αφού το καθένα υπαίτιο πρόσωπο, κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως της ευθύνης του άλλου, κατά το λόγο της αμέλειάς του, προσέτι δε, δεν προσδιορίζονται τα περιστατικά εκείνα στα οποία επιστηρίζει την ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς ενός εκάστου των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος.. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.. Δ' του Κ.. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση,(καθόσον αφορά και τους δύο αναιρεσείοντες) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.. , για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.. Αναιρεί την υπ' αριθμό 752/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2008..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 222/2008
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.. Απόπειρα απάτης (κακουργηματική) με τη συνδρομή των επιβαρυντικών προϋποθέσεων του άρθρου 1 παρ.. 1 του ν.. 1608/50, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας
(απόπειρα κινηματογράφισης εκτάσεων που ανήκαν στο Δημόσιο.. Παραγραφή.. Αναστολή επί κακουργημάτων που τελέστηκαν πριν από τις 20-11-1987, τριετής.. Πότε αρχίζει η κύρια διαδικασία.. Ακυρότητα της κλήσεως και της επίδοσης του παραπεμπτικού βουλεύματος.. Καλύπτεται με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης.. Απόρριψη ένστασης παραγραφής.. Απόπειρα και απρόσφορη απόπειρα απάτης.. Προϋποθέσεις.. Έλλειψη αιτιολογίας και ασάφεια α) αν η πράξη στρεφόταν κατά του δημοσίου, β) ως προς τις προϋποθέσεις της απόπειρας ή της απρόσφορης απόπειρας και γ) ως προς την ύπαρξη του δόλου (γνώση για το ότι τα ακίνητα ανήκαν στο Δημόσιο).. Αναιρεί ελλείψει αιτιολογίας και νομίμου βάσεως.. Αριθμός 222/2008.. ΣΤ' Ποινικό Τμήμα.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατούμενου στις Φυλακές Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ράλλη, περί αναιρέσεως της 1671/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε στον ακροατήριο από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρουμάλη, Πάρεδρο Ν.. Σ.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.. 7.. 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1340/2007.. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ.. 2 του Π.. , όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.. 6 του ν.. 2408/96, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα κακουργήματα, για τα οποία ο νόμος προβλέπει την ποινή της ισόβιας καθείρξης, είναι είκοσι έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 113 παρ.. 2 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των πέντε ετών για τα κακουργήματα, ή των τριών ετών, εφόσον αυτά τελέστηκαν από την έναρξη ισχύος του ΠΚ και μέχρι 20-11-1987 (άρθρο 4 παρ.. 1 ν.. 1738/1987).. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ, 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του Κ.. Ποιν.. , αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης.. Τέλος, κατά το άρθρο 174 παρ.. 1 Κ.. , η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο, καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της.. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, αρχίζει η κύρια διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από την ημέρα της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και από αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των πέντε ετών, προκειμένου για κακουργήματα, ή των τριών ετών, εφόσον διαπράχθηκαν πριν από τις 20-11-1987.. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 319 παρ.. 5 ΚΠΔ, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που εκδόθηκε κατά τις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου, επιδίδεται, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος στον κατηγορούμενο και τους υπόλοιπους διαδίκους, με τη φροντίδα του Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημμελειοδικών και μόλις γίνει αμετάκλητο το βούλευμα, γίνεται η κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, κατά το όρθρο 321 ΚΠΔ.. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 320 και 321 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η μη έγκυρη επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης προς αυτόν στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ.. 1, η οποία, αν δεν ανακύπτει θέμα αναστολής της παραγραφής της πράξης, για όσο χρόνο δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη (άρ.. 171 παρ.. 1 περ.. γ ΠΚ), μπορεί να καλυφθεί, κατά το άρθρο 174 παρ.. 2, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης.. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναίρεσης, με την 2105/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με παρόντα τον αναιρεσείοντα, καταδικάσθηκε αυτός σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών, για απόπειρα κακουργηματικής απάτης σε βάρος του Δημοσίου, με την συνδρομή των επιβαρυντικών προϋποθέσεων του άρθρου 1 παρ.. 1 του ν.. 1608/1950 (αντικείμενο του εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας), πράξη που έλαβε χώρα στις 6 Ιουνίου 1987.. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παραστάθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του πιο πάνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης.. Ειδικότερα αυτός, κατά την έναρξη της διαδικασίας, προέβαλε μόνο αίτημα αποβολής της πολιτικής αγωγής, χωρίς να προβάλει περαιτέρω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσεως προς εμφάνισή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ή λόγους ακυρότητας που αφορούσαν την επίδοση του 940/1993 παραπεμπτικού βουλεύματος.. Κατά της καταδικαστικής πιο πάνω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, στην οποία και πάλι δεν προέβαλε λόγους ακυρότητας της κλήσεως ή του παραπεμπτικού βουλεύματος.. Κατά την εκδίκαση δε της έφεσης αυτής, ο αναιρεσείων προέβαλε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου μόνο τον ισχυρισμό περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξης, λόγω παραγραφής, με την αιτιολογία ότι, εφόσον για την πράξη της απόπειρας της κακουργηματικής απάτης με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 παρ.. 1608/50, ο νόμος προβλέπει, σύμφωνα με τη διάτάξη του άρθρου 42 παρ.. 1ΠΚ, ποινή μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, δηλαδή ποινή καθείρξεως (10- 20 ετών), ο χρόνος παραγραφής για την πράξη αυτή, είναι 15 έτη (άρθρο 111 παρ.. 2 β) και, με τον συνυπολογισμό του χρόνου της πενταετούς αναστολής, είχε συμπληρωθεί, κατά το χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως (7/6/2007), 20ετία από το χρόνο τελέσεως της πράξης (6/6/1987).. Η ένσταση αυτή της παραγραφής απορρίφθηκε με αιτιολογημένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, το οποίο δέχθηκε, ότι για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής του αδικήματος, λαμβάνεται υπόψη η ποινή που προβλέπεται για τελεσμένο έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, (η οποία είναι στην προκειμένη περίπτωση η ποινή ή της ισόβιας κάθειρξης και, συνεπώς, ο χρόνος παραγραφής είναι είκοσι έτη- άρ.. 111 παρ.. 2α ΠΚ) και όχι η δυνητικά προβλεπόμενη για την απόπειρα μειωμένη ποινή (83 ΠΚ).. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου ο αναιρεσείων δεν προέβαλε ουδεμία αιτίαση με λόγο αναίρεσης, αλλά για πρώτη φορά προέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου ακυρότητα της επίδοσης προς αυτόν της κλήσεως και του παραπεμπτικού βουλεύματος με την αιτιολογία ότι τόσο η επίδοση της κλήσεως όσο και του παραπεμπτικού βουλεύματος δεν έγινε σύννομα στην κατοικία του, αλλά σε άλλη, άσχετη με αυτόν διεύθυνση.. Συνεπώς, όπως υποστηρίζει, λόγω της ακυρότητας των επιδόσεων αυτών, δεν άρχισε η κύρια διαδικασία και, επομένως, σε κάθε περίπτωση, παρήλθε ο προβλεπόμενος, για την κακουργηματική πράξη που κρίθηκε ένοχος, εικοσαετής χρόνος παραγραφής.. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναπτύχθηκαν, η κύρια διαδικασία άρχισε στην προκειμένη περίπτωση με την εμφάνιση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως και, συνεπώς, επήλθε αναστολή του χρόνου παραγραφής (τριετής εν προκειμένω, αφού η πράξη τελέστηκε, όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στις 6- 4-1987).. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ.. Ε του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό  ...   ΚΠολΔ.. Από την όλη μεθόδευση της εκδόσεως των ανωτέρω αποφάσεων και, ιδίως, από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέφυγε να στρέψει τις ανωτέρω αγωγές του και κατά του Δημοσίου και του Δήμου Λαυρίου, συνάγεται ότι αυτές υπήρξαν αποτέλεσμα προηγουμένων συνεννοήσεων των τότε διαδίκων προς το σκοπό δημιουργίας ανύπαρκτων τίτλων επί των ανωτέρω εκτάσεων.. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η έκταση των 41.. έχει μεταβιβασθεί κατά κυριότητα από το Δημόσιο στο Δήμο Λαυρίου με βάση την υπ' αριθ.. απόφαση του Νομάρχη Διαμερίσματος Ανατολικής Αττικής (βλ.. και ΦΕΚ τεύχος Δεύτερο 737/31-10-1986, καθώς και την.. διορθωτική απόφαση του ίδιου Νομάρχη), ενώ από εκείνη των 188.. , μετά τις διάφορες πωλήσεις ή παραχωρήσεις προς διαφόρους τρίτους επί μέρους εκτάσεων από το Δημόσιο, παρέμεινε σήμερα στο τελευταίο συνολική έκταση 79.. 000 τ.. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ισχυρίζεται ότι κατέχει τις επίδικες εκτάσεις από το έτος 1956, ύστερα από αγορά που καταρτίστηκε άτυπα (με ιδιωτικό έγγραφο).. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου αναιρείται από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του δασονόμου της περιοχής και μάρτυρα Γ1, αλλά και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν επιχείρησε επί των εν λόγω εκτάσεων εμφανείς διακατοχικές πράξεις.. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος, με εικονικές δίκες, προσπάθησε να δημιουργήσει τίτλους κυριότητας, με σκοπό να προσπορισθεί τις εκτάσεις αυτές, υποβάλλοντας τους ψεύτικους αυτούς τίτλους στους αρμοδίους υπαλλήλους της υπηρεσίας Κτηματογραφήσεων που προαναφέρθηκε, για να τους παραπλανήσει και να πετύχει την εγγραφή του ως κύριος των εκτάσεων αυτών στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες.. Όμως, ο κατηγορούμενος απέτυχε του σκοπού του όχι από δική του θέληση, αλλά γιατί, λόγω του μεγέθους των εκτάσεων των οποίων εμφανιζόταν ο κατηγορούμενος ως κύριος, οι ως άνω αρμόδιοι υπάλληλοι διενήργησαν αυτοψία και διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα κυριότητας επί των εκτάσεων που προαναφέρθηκαν, καθόσον αυτές ανήκαν στο Δήμο Λαυρίου και στο Ελληνικό Δημόσιο.. Σημειώνεται ότι οι παραπάνω εκτάσεις είναι παραθαλάσσιες και η αξία τους κατά το έτος 1987 ήταν πολύ μεγάλη και ξεπερνούσε κατά πολύ τα 50.. (ή 150.. 000 ευρώ) ανερχόταν δε, για μεν την ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο έκταση, στο ποσό των 790.. για δε την ανήκουσα στο Δήμο Λαυρίου στο ποσό των 412.. Κατά συνέπεια, το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποπειράθηκε να προσπορισθεί ο κατηγορούμενος ανέρχεται στα ανωτέρω χρηματικά ποσά και είναι ιδιαίτερα μεγάλο, η δε απειληθείσα ζημία του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Λαυρίου είναι, επίσης ιδιαίτερα μεγάλη και ανέρχεται στα ποσά που προαναφέρθηκαν.. Κατόπιν τούτων, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται".. Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος απόπειρας κακουργηματικής απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Λαυρίου, με την οποία το όφελος, που αυτός επιδίωξε και η αντίστοιχη ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο και τον πιο πάνω Δήμο υπερβαίνει το ποσό των 50.. 000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό 790.. 000 και 412.. , αντιστοίχως, ποσά που καθιστούν το αντικείμενο του εγκλήματος, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.. Για την πράξη του δε αυτή, το Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών, αφού προηγουμένως απέρριψε αίτημα αυτού για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.. 2 περ.. β και ε' ΠΚ.. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Πενταμελές Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων.. Ειδικότερα: Α) Ενώ το Δικαστήριο δέχεται ότι έγινε αντιληπτό από τους αρμόδιους υπαλλήλους του συνεργείου κτηματογραφήσεως ότι τα επίμαχα ακίνητα δεν ανήκαν στον κατηγορούμενο, διότι, μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι ο επίμαχες εκτάσεις "εμπίπτουν μέσα σε εκείνες που το Υπουργείο Γεωργίας από το 1949 είχε διανείμει υπέρ των μεταλλωρύχων.. ", ακολούθως γίνεται δεκτό ότι, η μεν έκταση των 41.. , έχει μεταβιβασθεί κατά κυριότητα από το Δημόσιο στο Δήμο Λαυρίου, ενώ, από εκείνη των 188.. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν καθίσταται σαφές αν κατά τον κρίσιμο χρόνο τα επίμαχα ακίνητα ανήκαν στο Δημόσιο ή στο Δήμο Λαυρίου ώστε να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του ν.. 1608/50, ή αν αυτά είχαν παραχωρηθεί σε τρίτους (μεταλλωρύχους).. Επισημαίνεται δε ότι η πιο πάνω αναφερόμενη παραχώρηση από το Δημόσιο στους μεταλλωρύχους.. (ολόκληρης) της επίμαχης έκτασης, όπως και η στη συνέχεια αντιφατικά αναφερόμενη παραχώρηση τμήματος της εκτάσεως αυτής στο Δήμο Λαυρίου, είναι τα μόνα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση, προκειμένου να θεμελιωθεί η παραδοχή ότι οι εκτάσεις αυτές ανήκαν στο Δημόσιο.. Από τις προαναφερόμενες δε ελλείψεις της αιτιολογίας, δημιουργείται ασάφεια αναφορικά με ουσιώδες στοιχείο της κατηγορίας, εξαιτίας της οποίας καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για το αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ.. 1608/1950.. Β) Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων επιχείρησε να πείσει τους αρμόδιους δημοσίους υπαλλήλους ότι δήθεν είναι κύριος των αναφερόμενων στην απόφαση εδαφικών εκτάσεων, με την υποβολή στις 6.. 4.. 1987 στο αρμόδιο Συνεργείο Κτηματογραφήσεως των με αριθμούς.. υπομνημάτων του, μετά των συνοδευόντων αυτά αποδεικτικών στοιχείων.. Παράλληλα το Δικαστήριο δέχεται ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι δεν παραπλανήθηκαν, αλλά επέστρεψαν στον αναιρεσείοντα τα πιο πάνω υπομνήματα και τα συνοδεύοντα αυτά αποδεικτικά στοιχεία με το από.. έγγραφό τους, με την παρατήρηση, ότι, μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι οι επίμαχες εκτάσεις εμπίπτουν μέσα σε εκείνες που το Υπουργείο Γεωργίας από το 1949 είχε διανείμει υπέρ των μεταλλωρύχων.. και ότι, συνεπώς, ο κατηγορούμενος δεν είχε τίτλο κυριότητας επ' αυτών.. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν καθίσταται σαφές αν τα υπομνήματα που κατέθεσε ο αναιρεσείων και τα συνοδεύοντα αυτά αποδεικτικά στοιχεία, (το περιεχόμενο των οποίων δεν προσδιορίζεται), ήταν πρόσφορα να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους, ενόψει της παραδοχής του ότι αρκούσε μία απλή αυτοψία για να διαπιστωθεί η αναλήθεια του περιεχομένου τους.. Επισημαίνεται δε ότι η προσκόμιση εκ μέρους του αναιρεσείοντος των δικαστικών αποφάσεων, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν αποτέλεσμα εικονικών δικών, (ανεξάρτητα αν οι εν λόγω αποφάσεις, στην έκδοση των οποίων δεν συμμετείχε το Δημόσιο, ήταν πρόσφορα αποδεικτικά μέσα να αποδείξουν και έναντι του Δημοσίου την κυριότητα του αναιρεσείοντος), αποτελούν ενέργειες του αναιρεσείοντος που επακολούθησαν την απόπειρα απάτης, για την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος.. Ενόψει των ελλείψεων αυτών και των ασαφειών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για το αν ορθά εφαρμόσθηκε από το Δικαστήριο η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 42 παρ.. 1 ΠΚ περί αποπείρας, αντί της επίσης ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 43 παρ.. 1 ΠΚ, περί απρόσφορης απόπειρας και έτσι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.. Γ).. Προϋπόθεση για να προσλάβει το χαρακτήρα κακουργήματος το έγκλημα της απάτης, κατά το άρθρο 1 του ν.. 1608/1950, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, είναι να στρέφεται η πράξη ευθέως κατά του Δημοσίου ή άλλου οριζόμενου στο νόμο (άρθρο 263Α Π.. ) νομικού προσώπου.. Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι η πράξη του στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλου οριζόμενου στο νόμο νομικού προσώπου.. Στην προκειμένη δε περίπτωση, στην πιο πάνω αιτιολογία ουδόλως εκτίθενται περιστατικά ως προς την γνώση του αναιρεσείοντος, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, ότι τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ακίνητα ανήκαν στην κυριότητα του Δημοσίου και του Δήμου Λαυρίου, χωρίς να αρκεί η έκθεση περιστατικών ότι αυτά δεν ανήκαν στον αναιρεσείοντα.. Συνεπώς η απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού ουδέν διαλαμβάνει για το δόλο αυτού (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος περιλαμβάνει την προαναφερόμενη γνώση ή, έστω, ότι αυτός αποδέχθηκε ως ενδεχόμενο ότι τα ακίνητα αυτά να ανήκαν στο Δημόσιο ή στο Δήμο Λαυρίου.. Εξάλλου, δεν δύναται να συναχθεί ότι ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, αφού ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό εκτίθενται με πληρότητα ανάλογα περιστατικά.. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.. Δ' και Ε' του Κ.. , λόγοι αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίοι, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως ερευνώνται, εφόσον η κρινόμενη αίτηση κρίνεται παραδεκτή (511 ΚΠΔ), είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).. Αναιρεί την 1671/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2007.. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2008..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 227/2008
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Δωροδοκία, Αναβολής αίτημα.. Παθητική δωροδοκία
.. Αναίρεση με την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπερβάσεως εξουσίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής ή διακοπής της δίκης.. Αναιρεί και παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.. Αριθμός 227/2008.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 3241/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 924/2007.. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.. Οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ.. 5 του Ν.. 2408/1006, επιβάλλουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξαρτήτως, αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια ή την ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.. Επομένως, η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται και στην παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης, προκειμένου: α) να προσκομιστούν κρίσιμα για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται και β) να κληθεί και εξετασθεί, ως μάρτυρας, ο προκύψας από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό.. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την ταυτάριθμη προς την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για παθητική δωροδοκία, για αναβολή ή διακοπή της δίκης, το οποίο οι συνήγοροί του είχαν υποβάλει παραδεκτώς, εν όψει των καταθέσεων στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας, κατά τις οποίες: α) ο κατηγορούμενος ιατρός απαίτησε και εισέπραξε στις 24-5-1999 το ποσό των 300.. 000 δραχμών για να χειρουργήσει την επόμενη ημέρα την ψ1, β) το ανωτέρω χρηματικό ποσό ανέλαβε ο σύζυγός της, Γ1, με κάρτα ανάληψης από την Τράπεζα EUROBANK και γ) για το γεγονός της καταβολής των χρημάτων ενημερώθηκε από αυτούς τηλεφωνικώς ο ιατρός, Ζ1, ο οποίος τους είχε συστήσει στον κατηγορούμενο ιατρό, προκειμένου: α) να κληθεί και καταθέσει, ως μάρτυρας, ο ιατρός Ζ1, για να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει το περιεχόμενο της παραπάνω τηλεφωνικής συνομιλίας και β) να προσκομιστεί το βιβλιάριο καταθέσεων του συζύγου της Ψ1, Γ1 χρηματικού ποσού, με την αιτιολογία ότι, " το πόρισμα της ενοχής του κατηγορουμένου θεμελιώνεται πλήρως στα πιο πάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δη στις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας Ψ1, Γ1 και Γ2, οι οποίες δεν αναιρούνται από τις λοιπές καταθέσεις των μαρτύρων.. , γιατί η προσκόμιση από την μηνύτρια εγγράφου από την Τράπεζα για ανάληψη χρηματικού ποσού ισάξιου με αυτό που δόθηκε στον κατηγορούμενο δεν κρίνεται αναγκαία για την απόδειξη της κατηγορίας.. 'Αλλωστε, και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, απολογούμενος ως άνω και αρνούμενος τη λήψη του ποσού αυτού, κατέθεσε ότι ακόμη και αν φέρει χαρτί από την Τράπεζα, αυτό δεν θα είναι στοιχείο.. Όσον δε αφορά τον μάρτυρα  ...   αποφάσεως, με την μνεία της ύπαρξης κινδύνου παραγραφής του εγκλήματος, ως λόγου απορρίψεως του αιτήματος αναβολής και διακοπής της δίκης, δεν αποτελεί νόμιμη αιτιολογία.. Συνεπώς, ο συναφής λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η παρεμπίπτουσα απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος, και γι' αυτό, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη σχετική απορριπτική διάταξή της.. Συνακολούθως δε, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τη διάταξή της, με την οποία, εξετάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, οδηγήθηκε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος, γιατί, με το να αποφανθεί κατά τον τρόπο αυτό το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ.. Η' του ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο αναίρεσης.. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει τώρα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη.. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα.. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.. β, 370 στοιχ.. , β και 511, όπως αντικατ.. με το άρθρο 50 παρ.. 3160/2003 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ.. 2 και 509 ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος.. (Ολομ.. ΑΠ 7/2005).. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας(άρθρο 235 του ΠΚ), που τελέστηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαϊου 1999 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για 3 έτη.. Η πράξη όμως αυτή υπέπεσε σε παραγραφή, αφού, από την προαναφερόμενη ημερομηνία, κατά την οποία φέρεται ότι τελέσθηκε (24 Μαϊου 1999) και μέχρι την ημερομηνία διασκέψεως της υποθέσεως (18-12-2007), παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ ετών, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου αναστολής της παραγραφής.. Κατόπιν αυτών, εφόσον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή, και περιέχει βάσιμο, κατά τα παραπάνω, λόγο αναίρεσης, κατά παραδοχή του οποίου αναιρείται η απόφαση, πρέπει να παύσει οριστικώς, λόγω παραγραφής, η ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή ποινική δίωξη.. Για τους λόγους αυτούς.. Αναιρεί την υπ' αριθμό 3241/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος χ1, για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας, που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στην Αθήνα, με την ιδιότητα του ιατρού χειρουργού, ενταγμένου στο Εθνικό Σύστημα Υγείας(ΕΣΥ) και ειδικότερα για το ότι αυτός, κατέχων τη θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή του Α' Χειρουργικού τμήματος του Π.. Γ.. Ν Αθηνών Κοργιαλενείου-Μπενακείου, στις 24 Μαϊου 1999, απαίτησε από τη μηνύτρια ψ1 να του δώσει το ποσό των 300.. 000 δραχμών, ως δώρο, το οποίο έλαβε την ίδια ημέρα από αυτή, δια του συζύγου της, προκειμένου να επιδείξει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή κατά τη χειρουργική επέμβαση κοιλιοκήλης μετά κρεμαμένης κοιλίας και λιπωδών υπερπλασιών εφηβαίου και αμφοτέρων των μηρών κάτωθεν του ριζομηρίου, την οποία πραγματοποίησε ο ίδιος στην μηνύτρια την επόμενη στο άνω νοσοκομείο και αναγόταν στα υπηρεσιακά του καθήκοντα..



ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 230/2008
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Υπεξαίρεση, Εξακολουθούν έγκλημα..
Συνεκδίκαση δύο αναιρέσεων κατά βουλεύματος.. Κακουργηματική υπεξαίρεση όπου το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.. 000 ευρώ, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση.. Στοιχεία.. Αιτιολογία βουλεύματος.. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας.. Εκ πλαγίου παράβαση.. ΑΡΙΘΜΟΣ 230/2008.. ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ.. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.. Χ1 και 2.. Χ2 , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.. 1131/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Ιανουαρίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 728/2007.. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 325/12.. 9.. 07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:.. Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ.. 32 παρ.. 1+4, 138 παρ.. 2β, 485 παρ.. τις υπ'αρ.. 13 και 14/29-1-2007 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ2, 2) Χ1 που ασκήθηκαν δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου Γ.. Ανδρεουλάκου κατά του υπ'αρ.. 1131/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:.. Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αρ.. 1547/2005 βούλευμά του παρέπεμψε τους κατηγορούμενους ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών όπως δικσθούν για το κακούργημα της υπεξαιρέσεως αντικειμένου αξίας άνω των 25.. (ήδη 73.. 000 ευρώ) από κοινού κατ'εξακολούθηση (αρ.. 45-98, 375 παρ.. 1 α, γ ΠΚ).. Μετά από εφέσεις που άσκησαν οι κατηγορούμενοι εκδόθηκε το άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν οι κριθείσες εφέσεις και επικυρώθηκε το εκκληθέν.. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επεδόθη στους κατηγορούμενους την 19-4-2007 με θυροκόλληση, ενώ προηγήθηκε η επίδοση στον αντίκλητο δικηγόρο τους την 19-1-2007 (βλ.. σχετικά αποδεικτικά).. Συνεπώς είναι νομότυπες και εμπρόθεσμες (αρ.. 473 παρ.. 1, 474 παρ.. ) αφού ασκήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου των κατηγορουμένων την 29-1-2007 ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Αθηνών και περιέχουν (αρ.. 474 παρ.. 2 Κ.. ) συγκεκριμένο λόγον αναιρέσεως ήτοι: της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.. Ειδικότερα: παραπέμπονται όπως δικασθούν για κακουργηματική υπεξαίρεση ο μεν 1ος ως πρόεδρος και Δ.. Σύμβουλος, η δε 2α ως αντιπρόεδρος του ΔΣ και εντεταλμένη σύμβουλος της εταιρείας ΜΑΝΟS TRAVEL SYSTEM AE υπεξήρεσαν από κοινού κατ'εξακολούθηση αντικείμενο που η συνολική του αξία υπερέβαινε τα 25.. ή 73.. 000 ευρώ, διότι δεν απέδωσαν, ως όφειλαν, στην μηνύτρια στις 15-1-2001 και στις 15-2-2001 μετά την πώληση των εισιτηρίων και την αφαίρεση της νόμιμης προμήθειάς τους το ποσό των 31.. 207.. 415 και 9.. 286.. 001 δρχ.. αντιστοίχως δεν απέδωσαν το συνολικό ποσό των 40.. 493.. 428 δρχ.. που όφειλαν να αποδώσουν, παρά ένα μέρος αυτού ύψους 13.. 563.. 006 δρχ.. , και το υπόλοιπο ποσό των 26.. 930.. 422 δρχ.. το ιδιοποιήθηκαν παράνομα.. Τόσο ες το αιτιολογικό όσο και εις το διατακτικό του βουλεύματος, πέρα από τα συγκεντρωτικά ποσά της υπεξαιρέσεως του αντιτίμου των εισιτηρίων, δεν αναφέρεται καθ'ολοκληρίαν, όπως ήταν αναγκαίο, ο αριθμός, η ημερομηνία και το όνομα του αγοραστή καθενός εισιτηρίου χωριστά και έτσι δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα των εισιτηρίων, το αντίτιμο των οποίων φέρεται ότι υπεξαιρέθηκε, το αντίτιμο που αποδόθηκε στην μηνύτρια με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχιση όσον αφορά την ταυτότητα του υλικού αντικειμένου της υπεξαιρέσεως και συνακόλουθα αβεβαιότητα όσον αφορά την κατηγορία.. ΙΙ) Η απαιτούμενη από τα αρ.. 93 παρ.. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το αρ.. 484 παρ.. 1 δ' Κ.. υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (Α.. 1307/2004, Α.. 2090/2005).. Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ'όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ.. Α.. 96/2004 Π.. Δικ/σύνη 2004/617 Συμβ.. 2168/2005 Π.. Δ/σύνη 2006/732).. ΙΙΙ) Κατά την διάταξη του αρ.. 375 παρ.. 1 Π.. όπως αυτή συμπληρώθηκε με άρθρο 14 παρ.. 3 α' Ν.. 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.. , ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως της εν λόγω παραγράφου απαιτείται αντικειμενικώς: α) Το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά την φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη (Α.. 1144/98 Π.. Χρ.. ΜΘ/662).. Κινητό πράγμα είναι και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου για ορισμένο σκοπό με υποχρέωση αποδόσεως (Α.. 733/2001 Π.. ΝΒ/228).. Ξένο θεωρείται το κινητό το ευρισκόμενο σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται κατά το αστικό δίκαιο (Α.. 728/2000 Π.. Χ.. ΝΑ/64), γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, (Α.. ΝΑ/64), δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου (Α.. 1596/2000 Π.. ΝΑ/639, Α.. 134/98 Π.. ΜΗ/772), ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να έχει αξία υπερβαίνουσα τα 25.. (ή 73.. 000 ευρώ).. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος ο οποίος συνίσταται εις την θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή.. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί.. Με τον όρο από κοινού του αρ.. 45 Π.. νοείται αντικειμενικά η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος.. Οι πράξεις των συμμετόχων μπορεί να είναι ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Α.. 424/001 Π.. ΝΒ/53, Μπουροπούλου Ερμ.. Κ.. σελ.. 138).. Το κατ'εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, που κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά όλες συνδέονται με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεσή τους (Μπουροπούλου Ερμ.. Α' σελ.. 257).. Κατά την παράγραφο 2 του αρ.. 98 Π.. ως αυτή προσετέθη με αρ.. 14 παρ.. 1 Ν.. 2721/99):.. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.. ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών εδέχθη ότι εκ του συλλεγέντος καθ'άπασαν την προδικασίαν αποδεικτικού υλικού (ως εγγράφων και μαρτύρων) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:.. Η εγκαλούσα εταιρεία υπό την επωνυμίαν "Deutsche Lufthansa Aktiengesellschqft" είναι ο παγκοσμίως γνωστός γερμανικός εθνικός αερομεταφορεύς και δραστηριοποιείται εις τον τομέα της αεροπορικής μεταφοράς προσώπων και εμπορευμάτων.. Ο κατηγορούμενος Χ2 είναι πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Manos Travel System Ανώνυμος Εταιρεία τουρισμού" και η κατηγορουμένη Χ1 είναι Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και εντεταλμένη Σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Manos Travel System Ανώνυμος Εταιρεία τουρισμού".. Η εταιρεία "Manos Travel System Ανώνυμος Εταιρεία τουρισμού" έχει ως αντικείμενόν της την διοργάνωσιν ταξειδίων και διατηρεί καταστήματα εις Αθήνας επί της οδού Πανεπιστημίου αριθμός 39 ως και επί της Λεωφόρου Κατεχάκη αριθμός 56, προσέτι δε διατηρεί κατάστημα και εις την Θεσσαλονίκην επί της οδού Τσιμισκή αριθμός 42.. Η εν λόγω εταιρεία "Manos Travel System Α.. " είχε την ιδιότητα του εξουσιοδοτημένου πράκτορος της Διεθνούς Ενώσεως Αεροπορικών Μεταφορών (ΙΑΤΑ = International Air Transport Association), ήτοι αντιπροσώπευσεν τας αεροπορικάς εταιρείας μέλη της ΙΑΤΑ εις τον τομέα της πωλήσεως αεροπορικών εισιτηρίων των προς το επιβατικόν κοινόν.. Η σχετική σύμβασις μεταξύ της εν λόγω εταιρείας και της ΙΑΤΑ υπεγράφη την.. Δεδομένου ότι η εγκαλούσα εταιρεία υπό την επωνυμίαν "Deutsche Lufthansa είναι μέλος της ΙΑΤΑ η σύμβασις της εταιρείας "Manos Travel".. Με την ΙΑΤΑ επέχει θέσιν συμβάσεως και με την εταιρείαν Lufthansa.. Η σύμβασις αύτη μεταξύ άλλων προβλέπει εις το άρθρον 7 ότι εφ'όσον εκδοθεί τίτλος μεταφοράς (εισιτηρίων) ο πράκτωρ, ο οποίος και το εξέδωσεν, καθίσταται υπεύθυνος δια την παράδοσιν του αντιστοίχου χρηματικού ποσού εις την αεροπορικήν εταιρείαν, προσέτι δε ότι έκαστον χρηματικόν ποσόν, το οποίον εισπράττει ο πράκτωρ εκ της πωλήσεως εισιτηρίων περιλαμβανομένης και της προμηθείας, την οποία τυχόν δικαιούται, ανήκει καθ'ολοκληρίαν εις την αεροπορικήν ετιαρείαν, η οποία το εμπιστεύεται εις τον πράκτορα, ο οποίος και το κατέχει προσωρινώς ως θεματοφύλακας.. Δια την απλούστευσιν της διαδικασίας διαθέσεως των τίτλων μεταφοράς (εισιτηρίων) προς τους πράκτορες και της εισπράξεως των εις την κατοχήν των πρακτόρων χρημάτων των αεροπορικών εταιρειών η ΙΑΤΑ έχει οργανώσει δια λογαριασμού των μελών της ανά χώρα εν σύστημα κεντρικής διαθέσεως των τίτλων μεταφοράς, λογιστικής παρακολουθήσεως και εισπράξεως των χρημάτων, τα οποία ανήκουν εις τας επί μέρους αεροπορικάς εταιρείας, το λεγόμενον Bank Sttlement Plan (Σχέδιον Τραπεζικού Διακανονισμού) ή ΒSP ως είναι ευρύτερον γνωστόν.. Συμφώνως με το σύστημα αυτό ο πράκτωρ παραλαμβάνει τα στελέχη των εντύπων των εισιτηρίων από την ΙΑΤΑ, τα συμπληρώνει κατά περίπτωσιν καθιστών ταύτα τίτλους μεταφοράς συγκεκριμένης αεροπορικής εταιρείας και υποχρεούται να ενημερώνη εις το τέλος εκάστου μηνός την ΙΑΤΑ δια τας υπ'αυτού πραγματοποιηθείσας πωλήσεις εισιτηρίων.. Ακολούθως μέχρι την 15ην ημέρα του επομένου μηνός απ'εκείνον, κατά τον οποίον εγένοντο οι πωλήσεις, πρέπει να αποδώση ο πράκτωρ την αξία των εισιτηρίων, οπότε και θα επακολουθήση η εκκαθάρισις του λογαριασμού και η απόδοσις εις τον πράκτορα του ποσού της προμηθείας, το οποίον δικαιούται.. Εις την τουριστικήν πρακτικήν δια λόγους διευκολύνσεως των πρακτόρων αυτοί αποστέλλουν εις την ΙΑΤΑ την αξίαν του εισιτηρίου μετά από την παρακράτησιν της προμηθείας και των εκπτώσεων, τας οποίας δικαιούνται.. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι υπό τας ανωτέρω ιδιότητάς των διηύθυνον από κοινού τας υποθέσεις της εταιρείας ""Manos Travel", ελάμβανον τας επιχειρηματικάς αποφάσεις και διεχειρίζοντο τα οικονομικά της.. Κατά τον τρόπον αυτόν και συμφώνως με τα οριζόμενα εις την προαναφερομένην σύμβσιν μεταξύ της ανωτέρω εταιρείας και της ΙΑΤΑ παρελάμβανον αμφότεροι οι κατηγορούμενοι τυποποιημένα έντυπα αεροπορικών εισιτηρίων από τις εις Αθήνας ευρισκόμενον Κεντρικόν Γραφείον διαθέσεως εισιτηρίων όλων των αεροπορικών εταιρειών μελών της ΙΑΤΑ και τα επώλουν δια λογαριασμόν των εν λόγω αεροπορικών εταιρειών θέτοντας καθ'εκάστην φοράν επί του εντύπου του εισιτηρίου την σφραγίδα της αεροπορικής εταιρείας, δια λογαριασμόν της οποίας επώλουν το συγκεκριμένον εισιτηρίων.. Επώλουν ούτως οι κατηγορούμενοι αεροπορικά εισιτήρια και ως πράκτορες και ως αντιπρόσωποι της Lufthansa σφραγίζοντες το έντυπον του εισιτηρίου με την σφραγίδα της Lufthansa και συμπληρούντες αυτό με τα στοιχεία του πελάτου, της διαδρομής και του αντιτίμου.. Ακολούθως εισέπραττον το τίμημα εκ των πωλήσεων αυτών δια λογαριασμόν της Lufthansa και το απέδιδον καθ'έκαστον μήνα μαζί με κατάστασιν των πωληθέντων εισιτηρίων, τον αύξοντα αριθμόν αυτών ως και το αντίτιμο των εις το εξουσιοδοτημένον εισπρακτικόν και λογιστικόν γραφείον όλων των αεροπορικών εταιρειών μελών της ΙΑΤΑ, το ΒSP.. Κατά το χρονικό διάστημα από της 1-12-2000 μέχρι και την 31-1-2001 οι κατηγορούμενοι υπό την προαναφερθείσαν ιδιότητά του έκαστος επραγματοποίησαν μέσω των τριών προαναφερθέντων καταστημάτων της εταιρείας των σημαντικάς πωλήσεις εισιτηρίων δια λογαριασμόν της Lufthansa, αλλά δεν κατέβαλαν εις την ως άνω εγκαλούσαν εταιρείαν όλα τα χρήματα, τα οποία συνεκέντρωσαν εκ της πωλήσεως των εισιτηρίων, εντός της τεταγμένης προθεσμίας και παρά τας αλλεπαλλήλους οχλήσεις εκ μέρους της εγκαλούσης εταιρείας.. Οι κατηγορούμενοι ηρνήθησαν πεισμόνως να αποδώσουν εις την εγκαλούσαν εταιρείαν το χρηματικόν ποσόν των 26.. 422 δραχμών (79.. 032,79 ευρώ).. Από εκάστην πώλησιν εισιτηρίου ο πράκτωρ έπρεπε να αποδώση εις την Lufthansa το καθαρόν ποσόν, το οποίον αναφέρεται ως αποδοτέα αξία.. Το ποσόν αυτό προκύπτει όταν από το ποσόν  ...   για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά.. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.. ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ.. β' Κ.. , υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 1131/2006 βούλευμα , με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση "του συλλεγέντος καθ'άπασαν την προδικασίαν αποδεικτικού υλικού (ως εγγράφων και μαρτύρων)", δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά.. "Η εγκαλούσα εταιρεία υπό την επωνυμίαν "Deutsche Lufthansa Aktiengesellschαft " είναι ο παγκοσμίως γνωστός γερμανικός εθνικός αερομεταφορέας και δραστηριοποιείται εις τον τομέα της αεροπορικής μεταφοράς προσώπων και εμπορευμάτων.. " είχε την ιδιότητα του εξουσιοδοτημένου πράκτορος της Διεθνούς Ενώσεως Αεροπορικών Μεταφορών (ΙΑΤΑ= International Air Transport Association), ήτοι αντιπροσώπευεν τας αεροπορικάς εταιρείας μέλη της ΙΑΤΑ εις τον τομέα της πωλήσεως αεροπορικών εισιτηρίων των προς το επιβατικόν κοινόν.. Δεδομένου ότι η εγκαλούσα εταιρεία υπό την επωνυμίαν "Deutsche Lufthansa"είναι μέλος της ΙΑΤΑ η σύμβασις της εταιρείας ""Manos Travel" με την ΙΑΤΑ επέχει θέσιν συμβάσεως και με την εταιρείαν Lufthansa.. Η σύμβασις αύτη μεταξύ άλλων προβλέπει εις το άρθρον 7 ότι, εφ'όσον εκδοθεί τίτλος μεταφοράς (εισιτηρίων), ο πράκτωρ, ο οποίος και το εξέδωσεν, καθίσταται υπεύθυνος δια την παράδοσιν του αντιστοίχου χρηματικού ποσού εις την αεροπορικήν εταιρείαν, προσέτι δε ότι έκαστον χρηματικόν ποσόν, το οποίον εισπράττει ο πράκτωρ εκ της πωλήσεως εισιτηρίων περιλαμβανομένης και της προμηθείας, την οποία τυχόν δικαιούται, ανήκει καθ'ολοκληρίαν εις την αεροπορικήν εταιρείαν, η οποία το εμπιστεύεται εις τον πράκτορα, ο οποίος και το κατέχει προσωρινώς ως θεματοφύλακας.. Δια την απλούστευσιν της διαδικασίας διαθέσεως των τίτλων μεταφοράς (εισιτηρίων), προς τους πράκτορες και της εισπράξεως των εις την κατοχήν των πρακτόρων χρημάτων των αεροπορικών εταιρειών, η ΙΑΤΑ έχει οργανώσει δια λογαριασμό των μελών της ανά χώρα εν σύστημα κεντρικής διαθέσεως των τίτλων μεταφοράς, λογιστικής παρακολουθήσεως και εισπράξεως των χρημάτων, τα οποία ανήκουν εις τας επί μέρους αεροπορικάς εταιρείας, το λεγόμενον Bank Settlement Plan (Σχέδιον Τραπεζικού Διακανονισμού) ή BSP ως είναι ευρύτερον γνωστόν.. Συμφώνως με το σύστημα αυτό, ο πράκτωρ παραλαμβάνει τα στελέχη των εντύπων των εισιτηρίων από την ΙΑΤΑ, τα συμπληρώνει κατά περίπτωσιν καθιστών ταύτα τίτλους μεταφοράς συγκεκριμένης αεροπορικής εταιρείας και υποχρεούται να ενημερώνη, εις το τέλος εκάστου μηνός την ΙΑΤΑ δια τας υπ'αυτού πραγματοποιηθείσας πωλήσεις εισιτηρίων.. Εις την τουριστικήν πρακτικήν, δια λόγους διευκολύνσεως των πρακτόρων αυτοί αποστέλλουν εις την ΙΑΤΑ την αξίαν του εισιτηρίου μετά από την παρακράτησιν της προμηθείας και των εκπτώσεων, τας οποίας δικαιούνται.. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, υπό τας ανωτέρω ιδιότητάς των, διηύθυνον από κοινού τας υποθέσεις της εταιρείας "Manos Travel", ελάμβαναν τας επιχειρηματικάς αποφάσεις και διεχειρίζοντο τα οικονομικά της.. Κατά τον τρόπον αυτόν και συμφώνως με τα οριζόμενα εις την προαναφερομένην σύμβασιν μεταξύ της ανωτέρω εταιρείας και της ΙΑΤΑ, παρελάμβανον αμφότεροι οι κατηγορούμενοι τυποποιημένα έντυπα αεροπορικών εισιτηρίων από το εις Αθήνας ευρισκόμενον Κεντρικόν Γραφείον διαθέσεως εισιτηρίων όλων των αεροπορικών εταιρειών μελών της ΙΑΤΑ και τα επώλουν δια λογαριασμόν των εν λόγω αεροπορικών εταιρειών, θέτοντας καθ'εκάστην φοράν επί του εντύπου του εισιτηρίου την σφραγίδα της αεροπορικής εταιρείας, δια λογαριασμόν της οποίας επώλουν το συγκεκριμένον εισιτήριον.. Επώλουν ούτως οι κατηγορούμενοι αεροπορικά εισιτήρια και ως πράκτορες και ως αντιπρόσωποι της Lufthansa, σφραγίζοντες το έντυπον του εισιτηρίου με την σφραγίδα της Lufthansa και συμπληρούντες αυτό με τα στοιχεία του πελάτου, της διαδρομής και του αντιτίμου.. Ακολούθως εισέπρατταν το τίμημα εκ των πωλήσεων αυτών δια λογαριασμόν της Lufthansa και το απέδιδον καθ'έκαστον μήνα, μαζί με κατάστασιν των πωληθέντων εισιτηρίων, τον αύξοντα αριθμόν αυτών ως και το αντίτιμό των εις το εξουσιοδοτημένον εισπρακτικόν και λογιστικόν γραφείον όλων των αεροπορικών εταιρειών μελών της ΙΑΤΑ, το ΒSΡ.. Κατά το χρονικό διάστημα από της 1-12-2000 μέχρι και την 31-1-2001 οι κατηγορούμενοι, υπό την προαναφερθείσαν ιδιότητά του έκαστος, επραγματοποίησαν, μέσω των τριών προαναφερθέντων καταστημάτων της εταιρείας των, σημαντικάς πωλήσεις εισιτηρίων δια λογαριασμόν της Lufthansa, αλλά δεν κατέβαλαν εις την ως άνω εγκαλούσαν εταιρείαν όλα τα χρήματα, τα οποία συνεκέντρωσαν εκ της πωλήσεως των εισιτηρίων, εντός της τεταγμένης προθεσμίας και παρά τας αλλεπάλληλους οχλήσεις εκ μέρους της εγκαλούσης εταιρείας.. Θα πρέπει ιδιαιτέρως να τονισθή ότι τον φόρον τούτον, ο οποίος χαρακτηρίζεται πλέον ως τέλος Αεροδρομίου, τον εισπράττει ο πράκτωρ από τον επιβάτην κατά την πώλησιν του εισιτηρίου, πλην όμως η εγκαλούσα εταιρεία "Lufthansa" είναι υπόλογος έναντι του Δημοσίου και τον καταβάλλει υποχρεωτικώς, ανεξαρτήτως του αν της τον απέδωσαν τα πρακτορεία ή όχι.. Επίσης πρέπει να διευκρινισθή ότι τυχόν χρηματικά ποσά υπό τας ενδείξεις "Αξία Συναλλαγής επί πιστώσει" και "φόρος επί πιστώσει" αφορούν εις συναλλαγάς μέσω πιστωτικών καρτών, τα ποσά, των οποίων εισεπράχθησαν μέσω ηλεκτρονικού συστήματος απ' ευθείας από την Lufthansa και ως εκ τούτου δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω και δεν συνυπολογίζονται εις τα οφειλόμενα.. Συνεπώς αμφότεροι οι κατηγορούμενοι εισέπραξαν, κατά το χρονικόν διάστημα από 1-12-2000 μέχρι και την 31-12-2000, το συνολικόν χρηματικόν ποσόν των 31.. 415 δραχμών, το οποίον και έπρεπε να καταθέσουν εις το ΒSΡ το αργότερον μέχρι την 15-1-2001, κατά δε το χρονικόν διάστημα από 1-1-2001 μέχρι και την 31-1-2001, εισέπραξαν το συνολικόν χρηματικόν ποσόν των 9.. 011 δραχμών, το οποίον και έπρεπε να καταθέσουν εις το ΒSΡ το αργότερον μέχρι την 15-2-2001.. Έναντι του ανωτέρω χρηματικού ποσού, οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν το χρηματικόν ποσόν των 13.. 006 δραχμών εις την εγκαλούσαν εταιρείαν, πλην όμως κατεκράτησαν και δεν απέδωσαν το υπόλοιπον ποσόν εκ δραχμών 26.. 032,79 ευρώ), το οποίον και ιδιοποιήθησαν παρανόμως και δεν το απέδωσαν εις την εγκαλούσαν εταιρείαν παρά τας επανειλημμένης οχλήσεις αυτής εις βάρος των.. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχον, βάσει της καταρτισθείσης συμβάσεως μεταξύ της εγκαλούσης εταιρείας και της εταιρείας "Manos Travel" την εντολήν να πωλούν αεροπορικά εισιτήρια δια λογαριασμόν της εγκαλούσης και να εισπράττουν τα χρήματα εκ της τοιαύτης πωλήσεως με την υποχρέωσιν να τα παραδίδουν εις την εγκαλούσαν εταιρείαν, αφού εκράτουν την συμφωνηθείσαν προμήθεια των.. Σχετικώς με την ιδιαιτέραν σχέσιν, η οποία συνδέει την εγκαλούσαν εταιρείαν με την εταιρείαν "Manos Travel System Α.. Η εταιρεία "Manos Travel System", ως εντολοδόχος της εγκαλούσης εταιρείας, υποχρεούται να πωλή αεροπορικά εισιτήρια δια λογαριασμόν της εγκαλούσης εταιρείας και τα εισπραττόμενα χρήματα να τα παραδίδη εις την εγκαλούσαν εταιρείαν αφαιρούμενης της προμηθείας της.. Συνεπώς η εταιρεία υπό την επωνυμίαν "Manos Travel System Α.. Όθεν, εξ απάντων των ανωτέρω αναφερομένων, σαφώς πλέον προκύπτει ότι υφίστανται πλέον αϊ αποχρώσαι ενδείξεις εις βάρος αμφοτέρων των κατηγορουμένων και πρέπει ούτοι να παραπεμφθούν ενώπιον του αρμοδίου καθ'ύλην και κατά τόπον αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν κατά τα διαλαμβανόμενα εις το υπ'αριθμόν 1547/2 005 προσβαλλόμενον βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου των εις Αθήνας Πλημμελειοδικών.. Συνεπώς πρέπει αι εφέσεις αμφοτέρων των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 να γίνουν τυπικώς δεκτές, ως νόμιμοι, εμπρόθεσμοι και παραδεκταί και ακολούθως να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι, να διαταχθή δε η επικύρωσις ως και η άμεσος εκτέλεσις του υπ'αριθμόν 1547/05 προσβαλλομένου βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου των εις Αθήνας Πλημμελειοδικών ως προς όλας αυτού τας διατάξεις και ως προς όλα αυτού τα σημεία".. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν, κατά τα διαλαμβανόμενα στο 1547/2005 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δηλαδή, όπως αναφέρεται στο τελευταίο αυτό βούλευμα, "για υπεξαίρεση αντικειμένου αξίας άνω των 25.. 000 ευρώ, από κοινού, κατ' εξακολούθηση" (άρθρα 26 παρ.. 1, 27 παρ.. 1, 45, 98, 375 παρ.. α, γ ΠΚ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ.. 1 του άρθρου 375 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.. 3α του ν.. 2721/1999 και η παρ.. 2 του άρθρου 98 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.. 11 του ν.. 2721/1999 ).. Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου 1547/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ' όσον δεν εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που διαπράχθηκε από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 375 παρ.. α, γ του ΠΚ.. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση των αναφερομένων στο προσβαλλόμενο βούλευμα χρηματικών ποσών, τα οποία αφορούν την πώληση εισιτηρίων, που, όμως, δεν προσδιορίζονται στο αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ούτε γίνεται σχετική αναφορά ή παραπομπή στο πρωτοβάθμιο βούλευμα).. Επίσης, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, αφού στο σκεπτικό της εισαγγελικής πρότασης, στην οποία αναφέρεται εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο, γίνεται μνεία ότι αυτό συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία σχημάτισε την παραπεμπτική κρίση του, "εκ του συλλεγέντος καθ'άπασαν την προδικασίαν αποδεικτικού υλικού (ως εγγράφων και μαρτύρων)", χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στις απολογίες των κατηγορουμένων, ώστε να μπορεί να συναχθεί, έστω και εμμέσως, ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και το αποδεικτικό αυτό μέσο.. Ομοίως δεν αναφέρονται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι συμμετείχαν στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργοί, με την εκτεθείσα πιο πάνω έννοια, αφού ουδεμία μνεία ή έστω αναφορά γίνεται στο προσβαλλομενο βούλευμα για την ύπαρξη κοινού δόλου αυτών.. Περαιτέρω, ενώ, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του 1547/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικυρώθηκε το βούλευμα αυτό, το οποίο τους παρέπεμψε στο ακροατήριο για να δικασθούν για υπεξαίρεση κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 73.. 000 ευρώ, δεχομένου, κατ' αυτόν τον τρόπο, του Συμβουλίου Εφετών ότι τελέστηκε η υπεξαίρεση με την κακουργηματική μορφή της παραγράφου 1 εδαφ.. γ του άρθρου 375 παρ.. 1 α, γ ΠΚ, παραλλήλως, το Συμβούλιο Εφετών, χωρίς να προβαίνει κατά τρόπο σαφή σε μεταβολή ή συμπλήρωση της κατηγορίας αυτής, εκθέτει πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την προβλεπόμενη στην παρ.. επιβαρυντική περίσταση, δεχόμενο, ότι, εκτός του ότι το αντιτικείμενο της υπεξαιρέσεως υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 25.. 000 δραχμών (73.. 000 ευρώ), η εταιρεία των κατηγορουμένων ενεργούσε και ως εντολοδόχος της εγκαλούσας εταιρείας.. Υπάρχει, συνεπώς, αντίφαση και ασάφεια ως προς την έκθεση των περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως της πράξεως για την οποία παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι και για το λόγο αυτό, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το αν εφαρμόσθηκε ορθώς το άρθρο 375 παρ.. 1γ ΠΚ.. - Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.. δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, των συνεκδικαζομένων αιτήσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμοι όπως βάσιμος είναι και από το στοιχ.. β της ίδιας διάταξης λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης, ο οποίος κατά την παρ.. 2 του ίδιου άρθρου του ΚΠΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, αφού οι κρινόμενες αιτήσεις είναι εμπρόθεσμες και νομότυπες.. Ακολούθως, πρέπει, κατά παραδοχή των αιτήσεων αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.. (άρθρ.. 485 παρ.. 1, 519 ΚΠΔ).. Αναιρεί το 1131/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.. Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα κρίση στο αυτό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008.. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2008..

Σχόλια