ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ: Σύγκρουση Αντιθέτως Κινουμένων Γεωργικού ελκυστήρα και Μοτοσικλετών Αποκλειστική υπαιτιότης του οδηγού γεωργικού ελκυστήρα ο οποίος ευρισκόμενος δεξιά και εκτός οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του,Απόφ. Εφ. Αθ. 7271/2006


 

Σύγκρουση Αντιθέτως Κινουμένων
Γεωργικού ελκυστήρα και Μοτοσικλετών
Αποκλειστική υπαιτιότης του οδηγού γεωργικού ελκυστήρα ο οποίος ευρισκόμενος
δεξιά και εκτός οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, χωρίς να θέσει σε..

λειτουργία τον δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, εισήλθε αιφνιδίως στην εθνική οδό
καθέτως επιχειρών να στρίψει αριστερά, για να εισέλθει σε αγροτικό δρόμο (παρά και
την απαγορευτική πινακίδα Ρ-27), με αποτέλεσμα να αποκλίσει την πορεία των εις το
αντίθετο ρεύμα κινουμένων δύο μοτοσικλετιστών. Αποτέλεσμα της συγκρούσεως
ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός και των δύο ως άνω μοτοσικλετιστών.
Αποζημίωση επί Θανατώσεως Προσώπου (1)
Επιδικάσθηκαν εκτός των εξόδων κηδείας και τα αντίστοιχα τέλη για την φύλαξη
οστών και φύλαξης τάφου.
Απορριπτέα τα έξοδα ανθοστολισμού και τα έξοδα για παροχή γεύματος.
(ΣΣ βλέπε κατωτέρω σχόλια – παρατηρήσεις μας και contra νομολογία σχετικά)
Ψυχική Οδύνη
Επιδικάσθηκαν:
Ανά 60.000 ευρώ στους γονείς
Ανά 30.000 ευρώ σε καθεμία από τις δύο αδελφές
70.000 ευρώ στην σύζυγο
40.000 ευρώ στην κόρη
6.000 ευρώ στην πεθερά
Υποκατάσταση ΙΚΑ (2)
για Στέρηση Διατροφής
Μετά την έναρξη ισχύος (23-11-1986) του άρθρου 18 του Ν. 1654/1986 το ΙΚΑ για
τις παροχές σε ασφαλισμένο σ’ αυτό παθόντα έχει απ’ ευθείας αξίωση από το νόμο
κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το ποσό των
οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωση του κατά του
υπόχρεου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα
κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σε αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ από τη σχέση
κοινωνικής ασφαλίσεως που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον
δικαιούχος.
Στην εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν. 1654/1986 εμπίπτει και η σύνταξη την οποία
το ΙΚΑ ως ασφαλιστικός φορέας του ασφαλισμένου και θανατωθέντος χορηγεί στη
χήρα.
Τέλος, για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως στο ΙΚΑ της
αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντα ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος
τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών
του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της οικογενείας του και των αξιώσεων
Page 2
αποζημιώσεως του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του υπόχρεου τρίτου. Η
αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν
τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους από
χρονική και ποιοτική άποψη σε μία εσωτερική συνάφεια όπως συμβαίνει μεταξύ της
συντάξεως λόγω θανάτου, την οποία χορηγεί το ΙΚΑ στη χήρα του θανόντος
ασφαλισμένου και της αξιώσεως αποζημιώσεως της τελευταίας για στέρηση
διατροφής κατά την ΑΚ 929. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η
μεταβίβαση της απαιτήσεως στο ΙΚΑ και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930
παρ. 3 ΑΚ στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληψη της συντάξεως και της
αποζημιώσεως κατά το άρθρο 928 ΑΚ που ισχύει για τους λοιπούς, πλην του ΙΚΑ,
ασφαλιστικούς οργανισμούς
Ενταύθα κρίθηκε ότι η ενάγουσα, έχει ήδη υπερκαλυφθεί από το ποσό που
καταβάλλει σ’ αυτήν μηνιαία το ΙΚΑ και συνεπώς δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να
ζητήσει από τους εναγόμενους αποζημίωση για στέρηση διατροφής.
(Βλ. κατωτέρω contra σχόλια - παρατηρήσεις μας)
Μη ανανέωση Άδειας Ικανότητας Οδηγού
Παρεμπίπτουσα Αγωγή Ασφαλιστού – Δεκτή (3)
Η περίπτωση 6 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕπερί εξαιρέσεως της
ασφαλιστικής σύμβασης συντρέχει και όταν κατά το χρόνο του ατυχήματος έχει
λήξει η άδεια οδηγήσεως και δεν έχει χωρήσει ανανέωση της κατά τις διατάξεις του
ΚΟΚ. Η τοιαύτη, όμως, ανανέωση δεν έχει αναδρομική ισχύ και το ατύχημα
θεωρείται ότι προκλήθηκε από οδηγό στερούμενο άδειας ικανότητος. Έτσι δεν είναι
καταχρηστική, η συμπεριφορά του ασφαλιστή να ασκήσει αναγωγή κατά του
ασφαλισμένου του λόγω συνδρομής του άρθρου 25 περ. 6 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ
παρόλο ότι εξακολουθούσε να εισπράττει από τον ασφαλισμένο τα ασφάλιστρα
γνωρίζοντας ότι έληξε η άδεια ικανότητας του.
ΣΣ βλέπε κατωτέρω σχόλια – παρατηρήσεις
Ένορκες Βεβαιώσεις (4)
Δεκτές ακόμα και αν ληφθούν νομοτύπως το πρώτον μετά τη συζήτηση της
υποθέσεως, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όμως εντός της
τριήμερης προθεσμίας προσθήκης-αντίκρουσης.
Απόφ. Εφ. Αθ. 7271/2006
Πρόεδρος: Ιωάν. Πρέκκας
Εισηγήτρια: Δέσπ. Ασλάνογλου
Δικηγόροι: Πολύκ. Μανουσαρίδης – Χρυσ. Ρηγάκου – Ειρ. Χρήστου
Σχόλια – Παρατηρήσεις
1) Αποζημίωση επί θανατώσεως προσώπου - Έξοδα παροχής νεκροδείνου.
Page 3
Αποζημιωτέο το σχετικό κονδύλιο Εφ.Αθ. 818/1992 ΣΕΣυγκΔ 1996/251, Εφ.Αθ.
3824/1992 ΣΕΣυγκΔ 1993/90, Εφ.Λαρ. 672/1998 ΣΕΣυγκΔ 2001/167
Έξοδα ανθοστολισμού - Αποζημιωτέα Εφ.Πειρ.565/1994 ΣΕΣυγκΔ 1994/456,
Εφ.Αθ. 4099/2006 ΣΕΣυγκΔ 2007/245.
Στα έξοδα κηδείας συμπεριλαμβάνονται: Η αγορά φερέτρου, κεριά, αμοιβή γραφείου,
δικαιώματα ναού, άνθη, στολισμός εκκλησίας, αμοιβή νεκροφορέων, τοιχοκόλληση
αγγελτηρίων, δημοσίευση σε εφημερίδες, έξοδα κυλικείου για προσφορά καφέ και
φαγητού, έξοδα κατασκευής μαρμάρινου τάφου. Πέραν των ως άνω όμως συνήθων
εξόδων κηδείας επιδικάζονται και οι επιπλέον αμφισβητούμενες από τους εναγόμενους
δαπάνες για αγορά νυφικού και χρυσαφικών, που τοποθετήθηκαν στη νεαρά μόλις 22
ετών φονευθείσα άγαμη κοπέλα και για μπουμπουνιέρες που διανεμήθηκαν στους
παραστάντες κατά την εκφορά της, οι εν λόγω δαπάνες εθιμικώς αποτελούν επίσης
αναγκαίες δαπάνες. Μον.Πρ.Τρικαλ. 528/2001 ΣΕΣυγκΔ 2002/423.
2) Υποκατάσταση ΙΚΑ - Εκταση Υποκατάστασης στις αξιώσεις των παθόντων.
Αν η παροχή του Ι.Κ.Α. προς τον παθόντα, είναι ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ από τη ζημία, την
οποία ο τελευταίος υφίσταται, λόγω της αδικοπραξίας, τότε στο Ι.Κ.Α. μεταβιβάζεται η
μικρότερη απαίτηση, την οποία ο παθών έχει κατά του υπόχρεου τρίτου, στον παθόντα
δε, δεν υπολείπεται αξίωση αποζημιώσεως κατά του τρίτου. Αν η παροχή του Ι.Κ.Α.
είναι ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ, τότε ο παθών νομιμοποιείται να απαιτήσει μόνος τη ΔΙΑΦΟΡΑ
ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ. Εφ.Αθ. 444/2002 ΣΕΣυγκΔ 2003/152.
Είναι λυπηρό η επικρατούσα θέση της νομολογίας μας στο ζήτημα αυτό να αφαιρεί στην
ουσία την αποζημίωση, (από την τσέπη της χήρας ή της μάνας του θανόντος), για να
την παραδοθεί (εάν παραδοθεί) στο ασφαλιστικό ταμείο του θανόντος και της
οικογένειάς του – το επονομαζόμενο ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ – ΙΚΑ,
που ιδρύθηκε για την ασφάλιση και προστασία των εργαζομένων – λαμβανομένου
υπόψη ότι συντηρείται από τις κρατήσεις αυτών.
Και στο παρελθόν έχομε τονίσει ότι οι δύο έννομες σχέσεις είναι διαφορετικές. Η μία
είναι σχέση δημοσίου δικαίου – κοινωνικοασφαλιστική – μεταξύ ασφαλιστικού
οργανισμού (ΙΚΑ) και του ασφαλισμένου. Ο τελευταίος καταβάλει εισφορές με τη
απαίτηση να του καλύψει το ΙΚΑ τις παροχές εκείνες που προβλέπονται από τον Νόμο,
όταν επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος ή σε περίπτωση θανάτου του, στους εμμέσως
ασφαλισμένους οικείους του.
Υπάρχει όμως και μια σχέση ιδιωτικού δικαίου που συνδέει την ασφαλιστική εταιρία
με τον ασφαλισμένο ζημιώσαντα, που καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές προκειμένου η
ασφαλιστική εταιρία να τον καλύψει σε περίπτωση που ζημιώσει τρίτο, καταβάλλοντας
τη σχετική αποζημίωση.
Οι ανωτέρω δύο σχέσεις είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, τόσο ως προς την
φύση τους, όσο και ως προς τον σκοπό και τα αποτελέσματά τους. Δεν είναι νοητό ο
νομοθέτης να συμψηφίζει με οποιοδήποτε τρόπο τις ανεξάρτητες παροχές που
προκύπτουν από τις δύο αυτές σχέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση ένας νόμος όπως το ΒΔ της 22.2./21.3.1971 (περί
εκχωρήσεως στο ΙΚΑ των αποζημιώσεων των παθόντων ασφαλισμένων του), θα
μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ένας κακός και άδικος νόμος, πλην όμως εφόσον
υφίσταται, υπό την επιφύλαξη ότι είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα και το Κοινοτικό και
Διεθνές Δίκαιο περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πρέπει να εφαρμοστεί.
Page 4
Περί αυτού θα θέλαμε να δούμε και την άποψη των Διοικητικών Δικαστηρίων – ΣτΕ,
σε περίπτωση που γεννηθεί το θέμα εξαιτίας εμπλοκής οχήματος του Δημοσίου σε
τροχαίο ατύχημα. (Ιδού πεδίον λαμπρόν για τους υπερασπιστές – δικηγόρους).
Η εφαρμογή του νόμου αυτού όμως εν όψει και των προεκτεθέντων πρέπει, μέσω της
ερμηνείας που τα Δικαστήριά μας καλούνται να δώσουν, να καταλήγει σε λιγότερο
επαχθείς συνέπειες για τον Ασφαλισμένο του ΙΚΑ – ζημιωθέντα.
Βλ. σχετικώς και Ονουφρίου .Ονουφριάδη «Το Τροχαίο Ατύχημα» Σελ. 480 επ. –
α/1262 επ.
Έστω υπόψη ότι μετά την ένταξη και άλλων ταμείων στο ΙΚΑ, θα αντιμετωπίσουμε το
πρόβλημα αυτό και σε περιπτώσεις εμπλοκής σε τροχαία ατυχήματα όλο και
μεγαλύτερου αριθμού ασφαλισμένων.
3) Μη ανανέωση Άδειας Ικανότητας Οδηγού - Παρεμπίπτουσα Αγωγή
Ασφαλιστού
Η θέση που παίρνει η κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση φρονούμε ότι είναι ιδιαίτερα
αυστηρή, με στόχο να φορτώσει τις βαρύτατες και δυσβάστακτες συνέπειες του
ατυχήματος στον ασφαλισμένο, εφόσον δέχεται ότι το παράπτωμά του να μην
ανανεώσει την κατεχόμενη από αυτόν άδεια ικανότητας ισοδυναμεί με ΕΛΛΕΙΨΗ
αυτής.
Παρότι δε η απόφαση δέχεται ότι επήλθε τελικά ανανέωση (συνεπώς δεν υπήρχε
κώλυμα για τον συγκεκριμένο οδηγό – ασφαλισμένο), αυτή (η ανανέωση) δεν έχει
αναδρομική ισχύ και το ατύχημα θεωρείται ότι προκλήθηκε από οδηγό στερούμενο
άδειας ικανότητος. Και παρόλο του ότι εξακολουθούσε η ασφαλιστική εταιρεία να
εισπράττει από τον ασφαλισμένο τα ασφάλιστρα γνωρίζοντας ότι έληξε η άδεια
ικανότητας του κρίθηκε ότι δεν είναι καταχρηστική, η συμπεριφορά του ασφαλιστή να
ασκήσει αναγωγή κατά του ασφαλισμένου της , λόγω συνδρομής του άρθρου 25 περ. 6
της Κ4/585/1978 ΑΥΕ.
ΣΣ Οι κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών τι υπαγορεύουν; Nα
φορτωθεί το ατύχημα στις πλάτες του ασφαλισμένου με επίκληση τυπικών και μη
ουσιαστικών ως προς την ικανότητα οδήγησης παραβάσεων;
Δηλαδή ο ασφαλιστής γνωρίζοντας περί της λήξης της άδειας ικανότητας συνεχίζει να
δέχεται την είσπραξη του ασφαλίσματος, όταν όμως επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση
(ατύχημα) ενεργεί όπως η παροιμιώδης έκφραση του Ελληνικού Κινηματογράφου
«Στρίβειν δια του αρραβώνος». Πώς αντέχει αυτή η συμπεριφορά στην έννοια του
Δικαίου;
Βλέπε CONTRA νομολογία κατωτέρω:
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ η αναγωγή του ασφαλιστού καθ- όσον 1) ΑΠΕΔΕΙΧΘΗ ύπαρξη
επαγγελματικής αδείας - που ΔΕΝ είχε ΑΝΑΝΕΩΘΕΙ, όμως η ΑΝΑΝΕΩΣΗ είναι
ΑΣΧΕΤΗ με την Ικανότητα Οδηγήσεως, αποσκοπεί δε στην περιοδική πληρωμή και
κατάθεση ειδικών προς τούτο παραβόλων και γίνεται μόνο για αυτόν τον σκοπό.
Μον.Πρ.Αθ. 2406/2000 ΣΕΣυγκΔ 2000/598
Αμφισβήτηση υπάρχουσας ασφαλιστικής κάλυψης, ελλείψει δήθεν Αδειας Ικανότητας
Οδηγού. Ομως η Ασφαλιστική Σύμβαση καταρτίζεται με τη συμπλήρωση σχετικού
εντύπου του ασφαλιστή, όπου δηλώνεται προεχόντως η υπάρχουσα άδεια ικανότητας -
συνεπώς η αμφισβήτηση είναι απαράδεκτη. Εφ.Θεσ. 1751/1999 ΣΕΣυγκΔ 2001/66
Page 5
Απορρίπτεται η παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας κατά του οδηγού και
του ασφαλισμένου της, για έλλειψη αδείας ικανότητος οδηγήσεως δίκυκλης
μοτοσικλέτας, γιατί ο υπαίτιος οδηγός είχε ικανότητα οδηγήσεως μοτοποδηλάτου και
διαπιστώθηκε ότι αυτός ήτο ικανός οδηγήσεως μοτοσικλέτας , εφόσον κατ’ εφαρμογή
των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.τα συμβαλλόμενα μέρη, ασφαλιστής - ασφαλισμένος,
αποβλέπουν στην ασφαλιστικώς διαπιστωθείσα ικανότητα οδηγήσεως και ο
παρεμπιπτόντως εναγόμενος, υπαίτιος οδηγός, κατείχε κατά το χρόνο του ενδίκου
ατυχήματος την κατά νόμο και κατά περίπτωση άδεια οδηγήσεως μοτοσικλετών. Εφ.Αθ.
2020/005 ΣΕΣυγκΔ 2005/245.
Αδεια οδηγού Β κατηγορίας αντί Γ - ΑΣΧΕΤΟΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗΝ
ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΟΥ, η Οδήγηση με άδεια Β- αντί Γ-, αφού ο Ασφαλιστής κατά
την σύναψη της Ασφ/κης ταύτης συμβάσεως (βάσει της ΠΡΟΤΑΣΕΩΣ του
Ησφαλισμένου στο ΕΝΤΥΠΟ της οποίας εγράφησαν (πάντοτε γράφονται) τα στοιχεία
του Ησφαλισμένου μεταξύ των οποίων και τα στοιχεία του ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΣ (Αδείας
ικανότητος Οδηγούπου είχε Β- και όχι Γ), ΕΓΝΩΡΙΖΕ ότι ο Ησφαλισμένος δεν είχε
ΑΔΕΙΑ Οδηγού Γκατηγορίας. Εφ.Αθ. 2007/2000 ΣΕΣυγκΔ 2000/578
Ο συμβατικός όρος εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης, λόγω της ασάφειάς του,
αναφορικά προς το πότε ο οδηγός θεωρείται ότι δεν έχει την κατά νόμο άδεια
οδηγήσεως, ερμηνευόμενος κατά τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή
πίστη, και τα συναλλακτικά ήθη, δεν καταλαμβάνει και τη ζημία την οποία προκαλεί
οδηγός, ο οποίος είναι κάτοχος αδείας οδηγήσεως αυτοκινήτου που έχει εκδοθεί από
ξένο κράτος. Και αυτό διότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός
αν ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ικανός να οδηγεί αυτοκίνητο της
ίδιας κατηγορίας με το ασφαλισμένο και όχι στο τυπικό στοιχείο της αναγνωρίσεως της
αλλοδαπής αδείας από τις ημεδαπές αρχές και της εκδόσεως σχετικής ελληνικής
αδείας, η οποία μπορούσε να χορηγηθεί χωρίς προηγούμενη θεωρητική ή πρακτική
εξέταση του κατόχου αλλοδαπής αδείας οδηγήσεως. Μον.Πρ.Πατρ. 570/2007 ΣΕΣυγκΔ
2007/503
4) Ένορκες Βεβαιώσεις
Παραδεκταί και αι ληφθείσαι ΜΕΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως - Προϋποθέσεις
Απαιτείτα: α) νόμιμη κλήτευση, β) παρέλευση 24 ωρών γ) εντός όμως της προθεσμίας
ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΕΩΣ των προτάσεων και προσαγωγής εγγράφων. Σελ. 283
Απαραίτητη προϋπόθεση του νομοτύπου της ένορκης βεβαίωσης είναι η κλήτευση του
αντιδίκου. Κλήτευση θεωρείται και η δήλωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του
πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, που καταχωρείται στα πρακτικά, περί εξετάσεως
μάρτυρων ενώπιον Συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκου κατά ορισμένη ημέρα και ώρα.
Μον.Πρ.Αθ. 5017/2000 ΣΕΣυγκΔ 2002/283
Δεν είναι αναιρετέα η απόφαση στην οποία δεν προσδιορίζεται αν είχε τηρηθεί η προ
24 ωρών προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου.
Ένορκες Βεβαιώσεις που δίδονται εντός της προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης
νόμιμα λαμβάνονται υπόψη κατά το άρθρο 671 παρ. 1 τελ. εδαφ. ΚΠολΔικ, αν
προσκομιστούν το πρώτο (άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔικ) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Η παράσταση του αντιδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατά την εξέταση του
μάρτυρα ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου καλύπτει την τυχόν έλλειψη της
κλήτευσής του. Συνεπώς δεν είναι απαράδεκτες οι ένορκες βεβαιώσεις όταν λήφθηκαν
ύστερα από νόμιμη κλήτευση αντιδίκου, αλλά δεν αναφέρουν, το γεγονός της μη
παράστασης του τελευταίου ή του πληρεξουσίου του κατά τη λήψη τους. Α.Π.
1909/2007 ΣΕΣυγκΔ 2007/540
Page 6
Κείμενο Απόφ. Εφ. Αθ. 7271/2006
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του
πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την
εκκαλουμένη πρακτικά, τις προανακριτικές καταθέσεις, τις υπ’ αριθμ. ____νομίμως
ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις υπ’ αριθμ. _____
όμοιες που ελήφθησαν νομίμως ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών ___. καθώς και τις
υπ’ αριθμ. _______ ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν νομίμως ενώπιον της
συμβ/φου Αταλάντης, ____, οι οποίες νομίμως προσκομίζονται, εφόσον ελήφθησαν
το πρώτον νομοτύπως μετά μεν τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του
πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (4-4-2005), όμως εντός της τριήμερης προθεσμίας
προσθήκης-αντίκρουσης (βλ, Αθ. Κρητικού: Αποζημ. από τροχ. Αυτοκ. Ατυχήματα
εκδ. 1998 παρ. 2674), από τις νομίμως, προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η
γνησιότης δεν αμφισβητείται, καθώς και από όλα τα επικαλούμενα και νόμιμα
προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Στις 4-4-2004 και περί ώρα 11.45΄ π.μ. οι ___ και ___, οδηγούσαν τις υπ’ αριθμ.
κυκλοφ. ….. και ….., αντίστοιχα, δίκυκλες μοτοσικλέτες τους, έβαιναν δε αυτοί, σε
παράλληλο μεταξύ τους σχηματισμό, επί της ΝΕΟ Αθηνών-Λαμίας στο ρεύμα
πορείας προς Λαμία, τους ως άνω δε ακολουθούσαν σε απόσταση περίπου 80 μέτρων
με τις δικές τους δίκυκλες μοτοσικλέτες. επίσης σε παράλληλο μεταξύ τους
σχηματισμό, οι____ και ____. Όταν οι ως άνω ___ και ___ έφθασαν στο ύψος του
165ου χιλιομέτρου της ως άνω εθνικής οδού βαίνοντας με την επιτρεπόμενη
ταχύτητα των 80 χιλ./ώρα, όπου η ως άνω οδός είναι ευθεία, εντελώς ξαφνικά και
απροειδοποίητα ο πρώτος εναγόμενος ___, οδηγώντας τον υπ’ αριθμ. κυκλοφ. …..
γεωργικό ελκυστήρα που έφερε ρυμουλκούμενο, έχοντας αντίθετη, σε σχέση με τους
ως άνω, πορεία, ήτοι προς Αθήνα και προτιθέμενος με αριστερή στροφή να εισέλθει
σε αγροτικό δρόμο, παρά το ότι στο σημείο εκείνο απαγορεύεται η αριστερή στροφή
και είσοδος σ’ αυτόν τον αγροτικό δρόμο, που επισημαίνεται μάλιστα με πινακίδα Ρ-
27, εισήλθε καθέτως στο ρεύμα πορείας των κανονικά κινούμενων οδηγών, των
δίκυκλων μοτοσικλετών, αποκλείοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ολόκληρο το ρεύμα
πορείας τους, με αποτέλεσμα να επιπέσουν αυτοί επί του γεωργικού ελκυστήρα, να
εκτιναχθούν τα σώματα τους δεξιά και αριστερά της εθνικής οδού και να προκληθεί
ανάφλεξη τόσο στον γεωργικό ελκυστήρα όσο και στις δίκυκλες μοτοσικλέτες.
Αποτέλεσμα της ως άνω συγκρούσεως ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός των___ και
___ (κάκωση κεφαλής βαρεία κάκωση αυχένος, διατομή νωτιαίου μυελού κ.λ.π.
σύμφωνα με τις νομίμως προσκομιζόμενες ιατροδικαστικές εκθέσεις νοσοκομείου
Λαμίας).
Αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός
του γεωργικού ελκυστήρα, ο οποίος παρά το ότι στο συγκεκριμένο σημείο της
εθνικής οδού, όπου συνέβη το ατύχημα, απαγορευόταν η αριστερή στροφή και η
είσοδος σε παρακείμενο αγροτικό δρόμο, η απαγόρευση δε αυτή επισημαίνετο με
ειδική πινακίδα Ρ-27 και το γνώριζε αυτός (βλ. από 4-4-2004 προανακριτική του
εξέταση) παρά ταύτα αυτός και έχοντας αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς Αθήνα,
επιχείρησε να διασχίσει και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας για να εισέλθει στον
αγροτικό δρόμο. Επιπλέον ο ως άνω οδηγός, παρά την υπάρχουσα απαγορευτική
πινακίδα και αποφασισμένος να εισέλθει στον αγροτικό δρόμο, δεν ήλεγξε διαδοχικά
και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, όπως έπρεπε, δηλαδή ευρισκόμενος δεξιά του
οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Αθήνα, έπρεπε κατ’ αρχήν να ελέγξει το
Page 7
ρεύμα αυτό και στη συνέχεια με αναμμένο τον δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης του
οχήματος του να κατευθυνθεί προοδευτικά και με προσοχή προς τον άξονα του
οδοστρώματος και στη συνέχεια να ελέγξει και πάλι προσεκτικά το ρεύμα πορείας
των αντιθέτως κινουμένων οχημάτων και αφού βεβαιωθεί ότι το ρεύμα είναι
παντελώς ελεύθερο να κινηθεί προς τον αγροτικό δρόμο. Όμως, αυτός, κατά
παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας και όπως ο ίδιος δέχεται στην ως άνω
προανακριτκή εξέταση του, ευρισκόμενος δεξιά και εκτός οδοστρώματος του
ρεύματος πορείας του και γνωρίζοντας ότι οδηγεί όχημα βραδυπορούν (γεωργικό
ελκυστήρα), αφού ήλεγξε συγχρόνως και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και χωρίς να
θέσει σε λειτουργία τον δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, εισήλθε στην εθνική οδό
καθέτως εντελώς απερίσκεπτα, ενώ θα έπρεπε, οπωσδήποτε να λάβει υπόψη του ότι
ναι μεν κατ’ εκείνη τη στιγμή δεν εκινούντο οχήματα και επί των δύο ρευμάτων
κυκλοφορίας, πλην, όμως, λόγω του ότι εκινείτο σε εθνική οδό ήταν βέβαιη η άμεση
εμφάνιση οχημάτων και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και ότι ο ίδιος με το
βραδυπορούν όχημα του, το οποίο μάλιστα έφερε και ρυμουλκούμενο, θα
προκαλούσε ατύχημα, όπως και τελικώς συνέβη. Ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι
ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τον οποίο ισχυρισμό τους επαναφέρουν ως
παράπονο, προκειμένου να θεμελιώσουν συνυπαιτιότητα των οδηγών των δίκυκλων
μοτοσικλετών στην πρόκληση του ατυχήματος, ότι η ταχύτητα τους ήταν ιδιαίτερα
αυξημένη και πέραν του επιτρεπομένου, στο σημείο εκείνο, ορίου ταχύτητος των 80
χιλ./ώρα, πλην, όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, αφού οι
αυτόπτες μάρτυρες ___ και ___ κατέθεσαν ότι ανάμεσα σ’ αυτούς και τους θανόντες
οδηγούς υπήρχε στην διαδρομή τους συνεχώς σταθερή απόσταση περί τα 80 μέτρα
και ότι η ταχύτητα όλων (τεσσάρων οδηγών) δεν υπερέβαινε το όριο των 80 χιλ./ώρα.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ως άνω οδηγοί γνώστες και λάτρεις της δίκυκλης
μοτοσικλέτας είχαν εμπειρία ετών στην οδήγηση τους, το ότι δε επί του
σχεδιαγράμματος που συνέταξε το τμήμα τροχαίας Αγ. Κων/νου δεν αποτυπώνονται
ίχνη τροχοπέδησης των μοτοσικλετών, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η είσοδος του
γεωργικού ελκυστήρα με το ρυμουλκούμενο ήταν αιφνίδια και σε ολόκληρο το
πλάτος του οδοστρώματος της πορείας των οδηγών των δίκυκλων μοτοσικλετών.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση
δέχθηκε τα ίδια περιστατικά και με βάση αυτά έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του
ενδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα
και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την περί συνυπαιτιότητος ένσταση των
εναγομένων δεν έσφαλε. Αντίθετα προήλθε σε σύννομη και προσήκουσα εκτίμηση
των αποδείξεων και τ’ αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο των εφέσεων
του πρώτου εναγόμενου ___ και της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας
κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος και αναφορικά με τον πρώτο λόγο των από
1-12-2005 (αριθμ. καταθ. ___) και 1-12-2005 (αριθμ.καταθ. _____) των εφέσεων των
εναγόντων των κύριων αγωγών για δυσμενή αιτιολογία στο αιτιολογικό της
εκκαλούμενης, ότι δηλαδή ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε
ταχύτητα άνω των 80 χιλ./ώρα των θανόντων οδηγών, παρά ταύτα, δέχθηκε η
εκκαλούμενη στο αιτιολογικό αυτής ότι «.... Η ταχύτητα με την οποία εκινούντο οι
θανόντες προφανώς υπερέβαινε την νόμιμη ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων ....», θα
πρέπει ν’ απορριφθεί αυτός (λόγος) καθόσον οι ως άνω εκκαλούντες δεν έχουν
έννομο συμφέρον, διότι το τελευταίο κρίνεται όχι από το αιτιολογικό, αλλά από το
διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με κριτήριο τη βλάβη η οποία πρέπει να
προκύπτει άμεσα από την προσβαλλόμενη απόφαση, και η οποία (βλάβη) μόνον
εξαιρετικά μπορεί να προέλθει, δηλαδή όταν οι δυσμενείς αιτιολογίες δημιουργούν
δεδικασμένο. Η ως άνω αιτιολογία, όμως, της εκκαλουμένης δεν στηρίζει το
Page 8
διατακτικό της και, συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο εφέσεως και η οποία
(αιτιολογία) έχει ήδη αντικατασταθεί από την αιτιολογία της παρούσας απόφασης.
Ψυχική Οδύνη
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο θάνατος των ___ και ___ που προήλθε από την
προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου,
οδηγού του ζημιογόνου γεωργικού ελκυστήρα, προκάλεσε ψυχική οδύνη στα μέλη
των οικογενειών τους, δηλαδή στους ενάγοντες των ως άνω κύριων αγωγών. Οι
ενάγοντες, όσον αφορά την πρώτη ως άνω αγωγή είναι ο πρώτος εξ αυτών πατέρας, η
δεύτερη μητέρα και η τρίτη και τέταρτη αδελφές του ___ (βλ. η από 11-6-2004
πιστοποιητικό Δήμου Πειραιά), όσο δε αφορά τις ενάγουσες της δεύτερης ως άνω
αγωγής, η πρώτη εξ αυτών είναι σύζυγος, η δεύτερη θυγατέρα, η τρίτη μητέρα και η
τέταρτη πενθερά του ___. (βλ., από 23-4-2004 πιστοποιητικό Δήμου Πειραιά). Ο μεν
___ ήταν ηλικίας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, 39 ετών, είχε άριστη υγεία, διέμενε
μαζί με την οικογένεια του και συνδεόταν με αυτούς με δεσμούς στενής αγάπης, ο δε
____ ήταν ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 44 ετών, είχε άριστη υγεία και
διέμενε με την οικογένεια του (πρώτη και δεύτερη ενάγουσες) συνδεόταν δε με όλες
τις ενάγουσες με δεσμούς στενής αγάπης. Σε όλους τους ως άνω ενάγοντες και των
δύο αγωγών δημιουργήθηκαν εξ αιτίας του θανάτου τους έντονα συναισθήματα
λύπης και απαισιοδοξίας. Συνεπώς, προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης την οποία
υπέστη ο καθένας εξ αυτών και προς ηθική τους ανακούφιση, δικαιούνται χρηματικής
ικανοποιήσεως, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του
ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητος του πρώτου εναγόμενου, τον βαθμό
συγγενείας καθενός ενάγοντος καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση
των διαδίκων, πλην της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, ανέρχεται: Αα) για τον
πατέρα του Γ.Δ., Ι.Δ., σε 60.000 ΕΥΡΩ, β) για την μητέρα του Α.Δ. επίσης σε 60.000
ΕΥΡΩ, γ) για κάθε μία από τις αδελφές του Α.Δ. και Γ.Δ. σε 30.000 ΕΥΡΩ, και Βα)
για τη σύζυγο του Ι. Γ., Β. Γ. σε 70.000_ ΕΥΡΩ, β) για την θυγατέρα του Μ.-Α. Γ. σε
40.000 ΕΥΡΩ, γ) για την μητέρα του Μ.Κ. σε 50.000 ΕΥΡΩ και δ) για την πενθερά
του σε 6.000 ΕΥΡΩ και συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο αφ’ ενός μεν
επεδίκασε για την ίδια αιτία υψηλότερα ποσά, αφ’ ετέρου δε άφησε αδίκαστη την
αξίωση αυτή της ενάγουσας της δεύτερης αγωγής και θυγατέρας του ___, έσφαλε και
συνεπώς θα πρέπει να γίνει εν μέρει, δεκτός ο σχετικός λόγος των εφέσεων των
εναγομένων, αντίστοιχα θα πρέπει ν’ απορριφθεί ο λόγος αυτός των εφέσεων των
εναγόντων για μεγαλύτερα ποσά των επιδικασθέντων με την εκκαλούμενη ενώ τέλος
θα πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος της εφέσεως της δεύτερης ενάγουσας και
θυγατέρας του ___.
Έξοδα κηδείας
Επίσης από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα της
πρώτης ένδικης αγωγής και μητέρα του ___, ____, εκτός από τα έξοδα κηδείας του
___, δαπάνησε επιπλέον για δικαιώματα κηδείας το ποσό των 955,59 ΕΥΡΩ, για
δικαιώματα φύλαξης οστών το ποσό των 87,17 ΕΥΡΩ και για κατασκευή τάφου το
ποσό των 650 ΕΥΡΩ (βλ. νομίμως προσκομ. Παραστατικά έγγραφα), όλα δε τα ως
άνω ποσά τελούσα σε άμεση σχέση με τον θάνατο του και ήσαν ανάλογα της
κοινωνικής θέσεως του θανόντος. Εξάλλου, η πρώτη ενάγουσα της δεύτερης ένδικης
αγωγής και σύζυγος του ___ ___, εκτός από τα έξοδα κηδείας του ___, δαπάνησε
επιπλέον και για δικαιώματα, τέλη και φύλαξη τάφου το ποσό των 708 ΕΥΡΩ (βλ.
νομίμως προσκομ. παραστατικά έγγραφα), όλα δε τα ως άνω ποσά τελούσαν σε
άμεση σχέση με τον θάνατο του και ήσαν ανάλογα της κοινωνικής θέσεως του
Page 9
θανόντος και συνεπώς πρέπει ν’ απορριφθεί ο σχετικός λόγος εφέσεως της
εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας ότι τα κονδύλια αυτά και των δύο αγωγών ήσαν
δυσανάλογα σε σχέση με την κοινωνική θέση των θανόντων. Αντίθετα, ορθά
απερρίφθησαν με την εκκαλουμένη ως μη νόμιμα τα κονδύλια για έξοδα
ανθοστολισμού του ναού ποσού 650 ΕΥΡΩ και έξοδα για παροχή γεύματος σε
«ταβέρνα» ποσού 1630 ΕΥΡΩ της πρώτης αγωγής καθώς και το κονδύλιο για έξοδα
ανθοστολισμού του ναού ποσού 450 ΕΥΡΩ της δεύτερης αγωγής (βλ. Αθ. Κρητικού:
Αποζ. Από τροχαία Ατυχήμ. Παρ. 506) και, συνεπώς, πρέπει ν’ απορριφθούν οι
σχετικοί λόγοι των εφέσεων των κυρίως εναγόντων και των δύο αγωγών.
Ολοσχερής καταστροφή μοτοσικλετών
Επιπλέον από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι λόγω της πτώσεως
των θανόντων επί του οδοστρώματος καταστράφηκαν τα είδη ενδύσεως αυτών καθώς
και προσωπικά αντικείμενα που έφεραν αυτοί συνολικής αξίας του μεν ___ 1.000
ΕΥΡΩ του δε___ 1.150 ΕΥΡΩ, όπως ορθά και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε
και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων των εναγόντων για μεγαλύτερο ποσό του
ήδη επιδικασθέντος και των εναγομένων για μικρότερο ποσό πρέπει ν’ απορριφθούν.
Εξ’ αιτίας της ένδικης συγκρούσεως κατεστράφησαν ολοσχερώς οι δίκυκλες
μοτοσικλέτες των θανόντων λόγω δε και της ανάφλεξης αυτών η αξία των
υπολειμμάτων τους ήτο μηδενική (βλ. από 10-6-2004 έκθεση πραγμ/νης) και
συγκεκριμένα η δίκυκλη μοτοσικλέτα του θανόντος ___ ήταν μάρκας SUZUKI
τύπου GSX-R 1000 έτους 2003, κυβισμού 988CC και είχε αγορασθεί από αυτόν αντί
του ποσού των 15.000 ΕΥΡΩ με αξία κατά το χρόνο του ατυχήματος 14.000 ΕΥΡΩ,
του δε θανόντος ___. ήταν επίσης μάρκας μάρκας SUZUKI τύπου GSX-R 1000 έτους
2003, κυβισμού 988 CC και είχε αγορασθεί από αυτόν αντί του ποσού των 15.227,81
ΕΥΡΩ με αξία κατά το χρόνο του ατυχήματος 14.250 ΕΥΡΩ (βλ. Νομίμως προσκ.
Έγγραφα σχετικά με τις δίκυκλες μοτοσικλέτες), όπως ορθά και το πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο έκρινε και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων των εναγομένων
πρέπει ν’ απορριφθούν. Περαιτέρω και στο σημείο τούτο αναφορικά με την δεύτερη
ένδικη κύρια αγωγή των ___, και λοιπών, πρέπει να λεχθεί ότι, η συνολική υλική
ζημία από τον θάνατο του ___ ανέρχεται σε 15.400 ΕΥΡΩ(=1.150 ΕΥΡΩ
καταστροφή ενδυμάτων και προσωπικών ειδών + 14.250 ΕΥΡΩ αξία
καταστραφείσης δίκυκλης μοτοσικλέτας), μοναδικοί δε εξ αδιαθέτου κληρονόμου
αυτού (βλ. νομίμως προσκομ. πιστοποιητικά) είναι η μεν πρώτη ενάγουσα σύζυγος
του ___ κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η δε δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα του _____
κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου και συνεπώς η πρώτη ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το
ποσό των 3.850 ΕΥΡΩ (=15.400 Χ 1/4) η δε δεύτερη ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το
ποσό των 11.550 ΕΥΡΩ (=15.400 Χ 3/4) και όχι όπως εσφαλμένα προσδιόρισε η
εκκαλουμένη τα ποσοστά τους σε 3/4 και 1/4 , αντίστοιχα, και συνεπώς θα πρέπει να
γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως των ως άνω εναγουσών.
Υποκατάσταση ΙΚΑ
Κατά το άρθρο 10 παρ. 5 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18
του Ν. 4476/1965 ορίζεται ότι «επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των
άρθρων 34, παρ. 2 και 60 παρ. 3 ΑΝ 1846/1951, εφόσον ο ασφαλισμένος ή τα μέλη
της οικογενείας του δύνανται να αξιώσουν κατ’ άλλους νόμους αποζημίωσιν δια
ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις
διατροφήν υπόχρεου, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ δι’ ο ποσόν τούτο
οφείλει ασφαλιστικάς παροχάς εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως καθ’ ά
ειδικότερον θέλει ρυθμισθεί δια Β.Δ. εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού μετά
Page 10
γνώμην του Δ.Σ. του ΙΚΑ». Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του κατά την
παραπάνω νομοθετική εξουσιοδότηση εκδοθέντος ΒΔ 226 της 22.2/21.3.1973 «περί
τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ οφειλομένων προς ασφαλισμένους ή τα μέλη
της οικογενείας των εκ προσγενομένης αυτοίς ζημίας παρά του προς αποζημίωσιν
υπόχρεου» ορίστηκε ότι «το ποσόν μέχρι του οποίου τυχόν αξίωσις του
ασφαλισμένου ή των μελών της οικογενείας του προς αποζημίωσιν δια ζημίαν
προσγενομένην αυτοίς λόγω ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν
αυτών υπόχρεου μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ συμφώνως προς την παράγραφο 5 του
άρθρου 10 του ΝΔ 4104/1960 ως αντικατεστάθη τούτο υπό του άρθρου 18 του Ν.
4476/1965, καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητού του ΙΚΑ».
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 1654/1986 προστέθηκε στο τέλος της
παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ΝΔ 4104/1960, όπως ίσχυε μετά την
αντικατάσταση δια της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του Ν. 4476/1965, διάταξη, η
οποία ισχύει από 24-11-1986, σύμφωνα με την οποία η παραπάνω μεταβίβαση
επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του
δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιονδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσης
του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις
του ΙΚΑ από παροχές». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι
μετά την έναρξη ισχύος (23-11-1986) του πιο πάνω άρθρου 18 του Ν. 1654/1986 το
ΙΚΑ για τις παροχές σε ασφαλισμένο σ’ αυτό παθόντα έχει απ’ ευθείας αξίωση από
το νόμο κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το
ποσό των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωση του
κατά του υπόχρεου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και
τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σε αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ από τη σχέση
κοινωνικής ασφαλίσεως που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον
δικαιούχος. Στην εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν. 1654/1986 εμπίπτει και η σύνταξη
την οποία το ΙΚΑ ως ασφαλιστικός φορέας του ασφαλισμένου και θανατωθέντος
χορηγεί στη χήρα. Τέλος, για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης
μεταβιβάσεως στο ΙΚΑ της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντα ή των δικαιοδόχων
του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτικής
αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της
οικογενείας του και των αξιώσεων αποζημιώσεως του παθόντος ή των δικαιοδόχων
του κατά του υπόχρεου τρίτου.
Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και
υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ
τους από χρονική και ποιοτική άποψη σε μία εσωτερική συνάφεια όπως συμβαίνει
μεταξύ της συντάξεως λόγω θανάτου, την οποία χορηγεί το ΙΚΑ στη χήρα του
θανόντος ασφαλισμένου και της αξιώσεως αποζημιώσεως της τελευταίας για
στέρηση διατροφής κατά την ΑΚ 929. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές,
επέρχεται η μεταβίβαση της απαιτήσεως στο ΙΚΑ και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του
άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληψη της συντάξεως
και της αποζημιώσεως κατά το άρθρο 928 ΑΚ που ισχύει για τους λοιπούς, πλην του
ΙΚΑ, ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΑΠ 70/2005 Ελλ.Δ/νη 46.1415).
Στη προκείμενη περίπτωση και αναφορικά με το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της
αποζημιώσεως και ειδικότερα του κονδυλίου της στερήσεως διατροφής της πρώτης
ενάγουσας της δεύτερης κύριας, ως άνω, αγωγής ___ προέκυψαν τα εξής: Η ως άνω
ενάγουσα με την από 30-11-2004 (αριθμ. καταθ. 9197/10-12-2004) ένδικη αγωγή της,
αφού εξέθετε ότι για τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της ___ στις 4-4-2004
αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφ. …. γεωργικού
Page 11
ελκυστήρα ___, ζήτησε μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (___ και
ασφαλιστική «……»), εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν αποζημίωση για
στέρηση διατροφής το ποσό των 220 ΕΥΡΩ μηνιαία σε εφάπαξ καταβολή, αλλιώς σε
περιοδικές μηνιαίες δόσεις για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2024.
Ως προς το κονδύλιο αυτό η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι η ως άνω ενάγουσα
δικαιούται διατροφής ποσού 110 ΕΥΡΩ μηνιαία για το χρονικό διάστημα από 1-12-
2004 μέχρι 31-3-2024. Όμως, όπως προκύπτει από την από 20-3-2006 (αριθμ. καταθ.
117/21-3-2006), νομίμως προσκομιζόμενη, αγωγή του ΙΚΑ κατά των ___ και της
ασφαλιστικής εταιρίας «…….» το ως άνω Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ)
άσκησε την αγωγή του αυτή κατά των ως άνω εναγομένων ως υπόχρεων προς
αποζημίωση, αιτούμενο, μεταξύ άλλων, και α) το ποσό των 370,58 ΕΥΡΩ που
κατέβαλε στην___. σύζυγο του ασφαλισμένου του και θανόντος ____ για το χρονικό
διάστημα από 1-5-2004 έως 31-12-2004 και β) το ποσό των 385,40 ΕΥΡΩ που
κατέβαλε σ’ αυτήν για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-4-20005 (βλ. υπ’
αριθμ. Σ 91/2093/8-6-2005 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ) έχοντας έτσι
υποκατασταθεί αυτοδικαίως για τα ως άνω ποσά κατά των ως άνω υπόχρεων προς
αποζημίωση.
Συνεπώς, η ενάγουσα, για μεν το χρονικό διάστημα από του χρόνου του ατυχήματος
και μέχρι 30-4-2007 έχει ήδη υπερκαλυφθεί από το ποσό που καταβάλλει σ’ αυτήν
μηνιαία ο ως άνω ασφαλιστικός φορέας και συνεπώς δεν νομιμοποιείται ενεργητικά
να ζητήσει από τους εναγόμενους αποζημίωση για στέρηση διατροφής, για δε το
αιτούμενο ποσό διατροφής για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα ήτοι μέχρι του έτους
2024, προώρως ασκείται η αξίωση της αυτή με την ένδικη αγωγή, δεδομένου ότι δεν
έχει εξετασθεί αυτή η αξίωση της από τον ως άνω Οργανισμό Κοινωνικής
Ασφαλίσεως και, έτσι, παραμένει άγνωστο το περιεχόμενο της αποφάσεως του
Διοικητή του ΙΚΑ που θα εκδοθεί και θα αφορά το υπόλοιπο αυτό χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, η ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα ___ κατά το κονδύλιο αυτό
της αποζημιώσεως λόγω στερήσεως διατροφής, πρέπει ν’ απορριφθεί, το δε
Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα
αυτή το ως άνω ποσό μηνιαία έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου δεκτού
καθισταμένου του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος ___.
Παρεμπίπτουσα αγωγή ασφαλιστού λόγω έλλειψης της κατά νόμο άδειας ικανότητας
(μη ανανέωση της).
Περαιτέρω, από τα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι για την
ασφάλιση του ως άνω ζημιογόνου γεωργικού ελκυστήρα είχε συνταχθεί το υπ’ αριθμ.
____ ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στην πρώτη σελίδα του οποίου και ειδικότερα στο
πρώτο άρθρο αναφέρονται τα εξής: «Το ασφαλιστήριο αυτό διέπεται από τις
διατάξεις του Ν.Δ. 400/70, του Ν. 489/1976, του Ν. 2496/97, από τις διατάξεις της
υπ’ αριθμ. Κ4-5 8 5/7 8 απόφασης του Υπουργού εμπορίου, όπου δεν έχει
τροποποιηθεί από τους παραπάνω νόμους και από τους συνημμένους ασφαλιστικούς
όρους (Γενικούς και Ειδικούς), ενώ στο κεφάλαιο «Α΄ Εξαιρέσεις Αστικής ευθύνης
από τροχαία Ατυχήματα: Από το παρόν εξαιρούνται οι περιπτώσεις που αναφέρονται
στα άρθρα 25 έως 26 της ΥΑ Κ4-585/78 όπως αναφέρονται στους συνημμένους
Γενικούς Όρους άρθρο 9». Επομένως, υπάρχει ένταξη της εν λόγω ρήτρας του
άρθρου 25 περ. 6 της ανωτέρω ΑΥΕ δια παραπομπής στο σύνολο των ρυθμίσεων
αυτής θεμιτής και επαρκούς στην ως άνω σύμβαση ασφαλίσεως (ΑΠ 1650/2001
αδημ.).
Page 12
Ειδικότερα δε στο άρθρο 2 των Γενικών Όρων με τον τίτλο ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ και στην
περίπτωση (η) αναφέρεται ότι «Δεν καλύπτονται με την παρούσα ασφάλιση τα
ατυχήματα και οι άμεσες, οι έμμεσες συνέπειες τους που οφείλονται σε ατυχήματα
που συνέβησαν ενώ τα ασφαλισμένα πρόσωπα δεν είχαν λάβει νόμιμα ή εστερούντο
προσωρινά ή οριστικά της νόμιμης άδειας οδηγήσεως». Η διατύπωση της εν λόγω
ρήτρας είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 25 περ. 6 της διαληφθείσης ΑΥΕ, έχει
το ίδιο νόημα με τη ρύθμιση του άρθρου 25 περ. 6 της ΑΥΕ αυτής και ερμηνευόμενα
εφαρμόζεται ως και εκείνη. Επομένως σε κάθε περίπτωση, η διαληφθείσα
απαλλακτική ρήτρα περιελήφθη στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση. Εξάλλου η
περίπτωση 6 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ συντρέχει και όταν κατά το χρόνο
του ατυχήματος έχει λήξει η άδεια οδηγήσεως και δεν έχει χωρήσει ανανέωση της
κατά τις διατάξεις του ΚΟΚ.
Η τοιαύτη, όμως, ανανέωση δεν έχει αναδρομική ισχύ και το ατύχημα θεωρείται ότι
προκλήθηκε από οδηγό στερούμενο άδειας ικανότητος. Έτσι δεν είναι καταχρηστική,
η συμπεριφορά του ασφαλιστή να ασκήσει αναγωγή και τα του ασφαλισμένου του
λόγω συνδρομής του άρθρου 25 περ. 6 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ παρόλο ότι
εξακολουθούσε να εισπράττει από τον ασφαλισμένο τα ασφάλιστρα γνωρίζοντας ότι
έληξε η άδεια ικανότητας του (βλ. Αθ. Κρητικού: αποζημ. από τροχ. Αυτοκ. Ατυχημ.
Έκδ. 1998 παρ. 1934, συμπλ. Α΄ παρ. 1934, συμπλ. Β΄ παρ. 1934 και Εφ. θεσ/νίκης
67/2001 Αρμεν. 20011342). Πλέον των ως άνω ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος ως εξ
αναγωγής υπόχρεος ασφαλισμένος, ναι μεν δεν υπέγραψε το ως άνω ασφαλιστήριο
συμβόλαιο καθώς και το ανανεωτήριο συμβόλαιο, ούτε τους επισυναφθέντες σ’ αυτό
«ΓΕΝΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ
ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», πλην, όμως, με την ιδιότητα του ασφαλισμένου την 4-4-2004
(ημερομηνία του ένδικου ατυχήματος) προέβη ο ίδιος σε αναγγελία του τροχαίου
ατυχήματος (βλ. νομίμως προσκομ. έγγραφο) προς την παρεμπιπτόντως ενάγουσα
ασφαλιστική εταιρία, έχοντας ήδη προλάβει πριν από την ως άνω ημερομηνία του
ένδικου ατυχήματος το Ειδικό Σήμα ασφάλισης του με την καταβολή του ανάλογου
ασφαλίστρου. Επομένως, ο ως άνω εναγόμενος είχε αποδεχθεί την εν λόγω σύμβαση
ασφαλίσεως και τους σ’ αυτήν προσαρτώμενους Γενικούς Όρους αποτελούντες ένα
ενιαίο σύνολο με αυτή, προκύπτει δε σαφώς ότι εκείνος έλαβε γνώση των παραπάνω
όρων και εξαιρέσεων της συμβάσεως και ειδικότερα ότι αποκλείονται από την
ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό που στερείται της κατά νόμον άδειας
οδηγήσεως και συνακόλουθα δεσμευόταν από το περιεχόμενο του ένδικου
ασφαλιστηρίου, λαμβανομένου υπόψη ότι το κείμενο της Κ4/585/1978 ΑΥΕ έχει
δημοσιευθεί στο υπ’ αριθμ. 795/8-4-1978 ΦΕΚ Τ.Α΄, είναι δε προσιτό σε κάθε
ενδιαφερόμενο.
Ενόψει όλων αυτών θα πρέπει αναφορικά: Ι/ με την πρώτη από 30-9-2004 αγωγή ν’
απορριφθεί η από 1-12-2005 έφεση των εναγόντων, καταδικαζομένων των
εκκαλούντων στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού
δικαιοδοσίας (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), να γίνουν, όμως, δεκτές και ως ουσιαστικά
βάσιμες η από 9-12-2005 έφεση του πρώτου εναγόμενου καθώς και η από 5-12-2005
έφεση της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας ΙΙ/ με την δεύτερη από 30-11-
2004 αγωγή ν’ απορριφθεί κατά ένα μέρος η από 1-12-2005 έφεση των εναγουσών
καταδικαζομένων αυτών στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων και των δύο βαθμών
δικαιοδοσίας (αρθρ. 176, 178, 183 ΚΠολΔ), να γίνουν δεκτές και ως ουσιαστικά
βάσιμες η, από 9-12-2005, έφεση του πρώτου εναγόμενου, η από 5-12-2005 έφεση
της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και κατά ένα μέρος η από 1-12-2005
έφεση των εναγουσών και ΠΙ/ με τις από 26-11-2004 και 20-1-2005 παρεμπίπτουσες
αγωγές, ν’ απορριφθεί η, από 9-12-2005, έφεση του παρεμπιπτόντως εναγομένου,
Page 13
καταδικαζομένου του εκκαλούντος στα δικαστικά έξοδα, της εφεσίβλητης
ασφαλιστικής εταιρίας ως προς την οποία ηττάται (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), να γίνει
όμως δεκτή κατ’ ουσίαν η ως άνω έφεση ως προς το ύψος των ποσών που θα
αναγνωρισθεί η υποχρέωση του να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, να
εξαφανιστεί εξ ολοκλήρου η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια να κρατηθεί η
υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 535 ΚΠολΔ,
ώστε: 1) ως προς την πρώτη, από 30-9-2004, αγωγή να γίνει και πάλι εν μέρει δεκτή
ως ουσιαστικά βάσιμη, για διαφορετικό, όμως, ποσό και ειδικότερα να υποχρεωθούν
οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το
συνολικό ποσό των 63.750 ΕΥΡΩ = [60.000 + 3.750 (=14.000 + 1000 = 15.000 Χ
1/40], στην δεύτερη ενάγουσα μετά των επιδικασθέντων και μη προσβληθέντων
κονδυλίων εξόδων κηδείας 3.320 ΕΥΡΩ και αμοιβής κυλικείου 750 ΕΥΡΩ, το
συνολικό ποσό των 69512,76 ΕΥΡΩ ]= 60.000 + 3.750 (=14.000 + 1000 - 15.000 Χ
1/4) + 3.320 + 955,59 + 87,17 +650 + 750] και σε κάθε μία από τις τρίτη και τέταρτη
των εναγόντων το ποσό των 33.750 ΕΥΡΩ [= 30.000 + 3750 (=14.000 + 1000 =
15.000 Χ 1/4)] νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, να
καταδικαστούν δε οι εναγόμενοι της αγωγής αυτής σε μέρος των δικαστικών εξόδων
των εναγόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας
αμφοτέρων των μερών (άρθρ. 176, 178 και 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό και,
συνεπώς, το παράπονο των εκκαλούντων ότι έπρεπε να καταδικαστούν οι εναγόμενοι
στον πρώτο βαθμό να καταβάλουν μεγαλύτερο ποσό δικαστικών εξόδων καθίσταται
άνευ αντικειμένου 2) ως, προς την δεύτερη από 30-11-2004 αγωγή ν’ απορριφθεί
αυτή ως απαράδεκτη ως προς το κεφάλαιο της αποζημιώσεως για στέρηση διατροφής
της πρώτης ενάγουσας, να γίνει όμως και πάλι εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη
κατά τα λοιπά για διαφορετικό όμως ποσό και ειδικότερα να υποχρεωθούν οι
εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα μετά του
επιδικασθέντος και μη προσβληθέντος κονδυλίου εξόδων κηδείας 6.254 ΕΥΡΩ το
συνολικό ποσό των 80.230,46 ΕΥΡΩ Ε 70.000 + 3850 (=14250 + 1150=15.400 Χ
1/4) + 6380,46 (=6254 + 61,18 + 708 = 7.023,18 - 642,72 εφάπαξ βοήθημα από το
ΙΚΑ], στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 51.550 ΕΥΡΩ [=40.000 + 11550
(=142,50 + 1150- 15.400 Χ 3/40], στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 50.000 ΕΥΡΩ
και στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 6.000 ΕΥΡΩ νομιμότοκα από την επίδοση
της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, να καταδικαστούν δε οι εναγόμενοι της αγωγής
αυτής σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγουσών και των δύο βαθμών
δικαιοδοσίας, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αμφοτέρων των μερών (αρθρ. 176,
178 και 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό και συνεπώς το παράπονο των
εκκαλουσών ότι έπρεπε να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στο πρώτο βαθμό να
καταβάλουν μεγαλύτερο ποσό δικαστικών εξόδων καθίσταται άνευ αντικειμένου 3)
ως προς τις από 26-11-2004 και 20-1-2005 παρεμπίπτουσες αγωγές να γίνουν αυτές
δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες και ειδικότερα ν’ αναγνωρισθεί η υποχρέωση του
παρεμπιπτόντως εναγόμενου να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα
ασφαλιστική εταιρία ό,τι αυτή υποχρεώνεται να καταβάλει στους ενάγοντες την από
30-9-2004 και 30-11-2004 κύριων αγωγών μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης
σχετικά με το ύψος των κονδυλίων των κύριων αγωγών για τα ποσά που κρίθηκαν
και ουσιαστικά βάσιμες, νομιμότοκα από την επομένη της καταβολής τους από αυτήν
(ασφαλιστική) στους ως άνω ενάγοντες, να καταδικαστεί δε ο παρεμπιπτόντως
εναγόμενος στα δικαστικά έξοδα της παρεμπιπτόντως ενάγουσας του παρόντος
βαθμού δικαιοδοσίας (αρθρ. 176, 178, 183 ΚΠολΔ).
Page 14
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι αλυσιτελώς προβάλλεται από την
εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία «………» το αίτημα περί σύμμετρου περιορισμού
της ευθύνης της δεδομένου ότι οι ως άνω κριθείσες ως βάσιμες κατ’ ουσίαν
απαιτήσεις των ζημιωθέντων-εναγόντων και των δύο κύριων αγωγών, δεν
υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό των 500.000 ΕΥΡΩ και στις οποίες άλλωστε
απαιτήσεις των ζημιωθέντων δεν συνυπολογίζονται τόκοι και έξοδα (αρθρ. 22 παρ. 1
της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, βλπ και Αθ. Κρητικού: Αποζημ. από Τροχ. Αυτοκ. Ατυχημ
Έκδ. 1998 παρ. 1891, 2054). Τέλος, πρέπει να καθοριστεί το προκαταβλητέο
παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας του εφεσίβλητου ___. (αρθρ. 673
παρ. 1, και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ) και μόνον αναφορικά με την από 5-12-2005 έφεση
της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας «…….» ως προς την οποία ερημοδικεί.
–––––––––––––––––––



Σχόλια