ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ: Πλαγιαστική Αγωγή κατ΄Ασφαλιστού (1) Προς παράκαμψη Παραγραφής Προϋποθέσεις Προϋπόθεση η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο. ∆εν αποκλείεται ο παθών τρίτος ...Απόφ.Μον.Πρ.Ρεθ. 242/2010


 

Πλαγιαστική Αγωγή κατ΄Ασφαλιστού (1)
Προς παράκαμψη Παραγραφής
Προϋποθέσεις
Προϋπόθεση η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να
έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο.
∆εν αποκλείεται ο παθών τρίτος μερικές φορές να ασκεί κατά του ασφαλιστή..

κύρια την ευθεία αξίωσή του και επικουρικά την πλαγιαστική αγωγή για την
περίπτωση που ο εναγόμενος ασφαλιστής προτείνει και αποδείξει στην ουσία
την ένσταση της παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του ν.489/1976.
Αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταδίκη του εναγομένου (ασφαλιστή)
να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο (οφειλέτη του ενάγοντος και,
δανειστή του εναγομένου).
Στην περίπτωση που ασκείται ΜΟΝΟ η πλαγιαστική αγωγή της ΚΠολ∆ 72 δεν
απαιτείται απεύθυνσή της και κατά του οφειλέτη του ενάγοντος (υποχρέου
σε αποζημίωση), ή έστω κλήτευσή του προς συμμετοχή στη δίκη της αγωγής
βάσει της ΚΠολ∆ 72. Όμως, πρέπει να εκτίθεται στην πλαγιαστική αγωγή κατά
τρόπο ορισμένο η αδράνεια του οφειλέτη στην άσκηση της αξιώσεώς του
κατά του υποχρέου ασφαλιστή. ∆ιαφορετικά η αγωγή είναι κατά τούτο
αόριστη.
Εκτροπή – Ανατροπή
Αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού ΙΧΕ η οποία οδηγούσε χωρίς να έχει
συνεχώς στραμμένη την προσοχή της προς τα εμπρός, με συνέπεια να μην
δυνηθεί να αντιληφθεί την επικινδυνότητα της οδού, και παρεκκλίνοντας της
πορείας της να εξέλθει του οδοστρώματος, να εκτιναχθεί στο κενό, σε
απόσταση 9 μέτρων και να καταλήξει σε βάθος 10 μέτρων, όπου
ακινητοποιήθηκε με την οροφή στο έδαφος.
Αποζημίωση επί Μονίμου Αναπηρίας – ΑΚ 931 50.000 ευρώ
Στοιχεία ορισμένου της αγωγής (2)
Σπαστική Τετραπληγία
∆εν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή
παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά
τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό – οικονομικό τομέα η
αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής
πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της
οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι οι
δυσμενείς αυτές συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους
οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας.
Η διάταξη του ΑΚ 931 εφαρμόζεται ακόμα και όταν τα πρόσωπα που
υφίστανται την αναπηρία ή παραμόρφωση είναι σε τέτοια ηλικία ή συντρέχουν
άλλες περιστάσεις που καθιστούν δυσχερή ή ενίοτε αδύνατη την προβολή
αξιώσεως αποζημιώσεως διαφυγόντων εισοδημάτων, με βάση την ΑΚ 929.
Page 2
Αντίθετη άποψη, πέρα του ότι θα αντέκειτο στο σκοπό της διατάξεως, θα
περιόριζε κατά πολύ το πεδίο εφαρμογής της, αφού θα εξαιρούσε απ’ αυτή μία
σημαντική κατηγορία προσώπων (ιδίως ανηλίκων) που είναι άξια
προστασίας, για τα οποία συνήθως δεν είναι δυνατό να διατυπωθεί κατά
τρόπο ορισμένο, αλλά και με πρόβλεψη ουσιαστικής ευδοκιμήσεως κονδύλιο
αποζημιώσεως με βάση την ΑΚ 929. Στην περίπτωση αυτό το άρθρο 931 ΑΚ
αποτελεί το θεμέλιο για αυτοτελή αξίωση προς αποκατάσταση
ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ, αλλά μη δυνάμενης επακριβώς να προσδιορισθεί,
περιουσιακής ζημίας, γιατί η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στο
μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στην επαγγελματική – οικονομική πρόοδό του.
Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα στοιχεία που
συγκροτούν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, ο τρόπος με
τον οποίο τέτοια συνέπεια αποκλείει ή περιορίζει την επαγγελματική,
οικονομική ή κοινωνική εξέλιξη του παθόντος, καθώς και ποία και πόση ή
ζημία που παθαίνει αυτός εξ αιτίας της αναπηρίας ή παραμορφώσεώς του.
(ΣΣ βλ. κατωτέρω Σχόλια – Παρατηρήσεις μας υπ΄αρ. 2)
Εν προκειμένω επιδικάσθηκαν 50.000 ευρώ εξ ΑΚ 931 στον παθόντα που
πάσχει από σπαστική παραπληγία, αναισθησία κάτω άκρων και κορμού
μέχρι του επιπέδου Θ5 και εμφανίζει ποσοστό αναπηρίας 80%.
Ζώνη Ασφαλείας
Ο παθών συνεπιβάτης κρίθηκε συνυπαίτιος του τραυματισμού του κατά
ποσοστό 20% λόγω έλλειψης ζώνης ασφαλείας. Αυτό αποδείχθηκε εκτός των
άλλων και από το γεγονός ότι αλλά και από το ότι το σώμα του παθόντος
βρέθηκε από τη μέση και πάνω εκτός αυτοκινήτου, πράγμα που δεν θα
συνέβαινε αν έφερε τη ζώνη ασφαλείας, αφού αυτή θα εμπόδιζε την βίαιη
μετατόπιση και πρόσκρουση του σώματός του εξαιτίας των οποίων
προκλήθηκαν οι βλάβες αυτές, οι οποίες άλλως θα είχαν περιοριστεί
σημαντικά.
Αποζημίωση επί Σωματικής Βλάβης
Επιδικάσθηκαν συνολικά 21.792,98 €. μεταξύ των άλλων για την αγορά
αναπηρικού αμαξιδίου, , μαξιλαριού κατακλίσεων με κυψέλες αέρος, ειδικού
ηλεκτροκίνητου ποδηλάτου παθητικής κινησιοθεραπείας κάτω άκρων και για
φυσικοθεραπείες.
Αποκλειστική Νοσοκόμος
Ο ενάγων έχει ανάγκη της συμπαράστασης άλλου προσώπου για τουλάχιστον
οκτώ ώρες (8) ημερησίως προκειμένου να επιμελείται της ενδύσεώς του, της
υγιεινής του σώματός του. Για την απασχόληση του προσώπου αυτού θα
απαιτηθεί το ποσό των 600 € μηνιαίως για χρονικό διάστημα 33 ετών (από
16-8-2005 έως 15-2-2038).
Page 3
Νοσηλεία στο Εξωτερικό
συμπεριλαμβανομένης της διαμονής – διατροφής
της μητέρας του παθόντος – ∆απάνες Αποζημιωτέες
Για την αποκατάσταση της υγείας του, ο ενάγων μετέβη στην Φρανκφούρτη
της Γερμανίας σε ειδικό κέντρο αποκατάστασης. Κατά το διάστημα της
παραμονής του στο Νοσοκομείο αυτό ήταν αναγκαία η παρουσία της μητέρας
του. Για τη διαμονή της ξενώνα του νοσοκομείου, την διατροφή της και τις
μετακινήσεις τη, ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των 40.000 δραχμών την ημέρα
για 90 ημέρες (40.000 δρχ. Χ 90 ημέρες =) 3.600.000 δραχμές, δαπάνη
επιδικαστέα.
Απόφ.Μον.Πρ.Ρεθ. 242/2010
Πρόεδρος: Αντωνία Μπαχαντάκη
∆ικηγόροι: Ελένη Πετρουλάκη - Γεώργιος Κοπανάκης - Ιωσήφ Πετράκης
Σχόλια – Παρατηρήσεις
1) Πλαγιαστική Αγωγή
Παραδεκτή Σώρευση Κυρίας και Πλαγιαστικής Αγωγής κατ-Ασφαλιστού, στο
αυτό ∆ικόγραφο. Εφ. Αθ. 7172/2001 ΣΕΣυγκ∆ 2003/13
Πλαγιαστική αγωγή ασκουμένη επικουρικώς (ομού με την ευθείαν Αγωγήν,
για την περίπτωση προβολής υπό του Ασφαλιστού ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ 2 ετούς
Παραγραφής εξ άρθρ 10 παρ 2 Ν.489/1986. ∆εκτή Εφ.Αθ.6670/1997 ΣΕΣυγκ∆
1999/13
Ενσταση του εναγομένου Ασφαλιστή, ΚΑΤΑ του ενάγοντος του ασκούντος
κατ΄αυτού ΠΛΑΓΙΑΣΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, περί 2 ετούς παραγραφής κατ΄ άρθρ
10παρ.2 ν. 489/1976, απορριπτέα ως νόμω αβάσιμος αφού η εν λόγω διετής
παραγραφή, αφορά τις σχέσεις του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή,
όχι όμως και τις αξιώσεις του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, οι οποίες
ρυθμίζονται από τη γενική διάταξη του άρθρου 195 Εμπ.Ν. με την οποία
ρυθμίζεται ότι "πάσα αγωγή πηγάζουσα εκ της συμβάσεως της ασφαλίσεως
κατά ζημιών ή επί της ζωής, παραγράφεται δια της παρελεύσεως τριών ετών,
αρχομένων από το τέλος του έτους εντός του οποίου εγεννήθη η αγωγή".
Χρόνος ενάρξεως αυτής 3ετούς παραγραφής. Από το τέλος του έτους, μέσα
στο οποίο ο ζημιωθείς τρίτος, θα επιδώσει στον ασφαλισμένο τη σχετική περί
αποζημιώσεως αγωγή και όχι από το χρόνο που έλαβε χώρα το αυτοκινητικό
ατύχημα. Επί ασκήσεως ΠΛΑΓΙΑΣΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ, ο εναγόμενος δεν
επιτρέπεται να προτείνει κατά του ενάγοντος τρίτου, την ένσταση της διετούς
παραγραφής του άρθρου 10 παρ.2 ν. 489/1976. Εφ.Αθ. 2590/1993 ΣΕΣυγκ∆
1996/495
Από της επομένης του ατυχήματος έως την επίδοση της αγωγής στην
εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, παρήλθε η κατ' άρθρο 10 παρ. 2 Ν. 489/1976
Page 4
διετία. Ως εκ τούτου κρίθηκε ότι η ευθεία εκ του νόμου αξίωση του ενάγοντος
κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας έχει υποκύψει στην ως άνω διετή
παραγραφή, δεδομένου ότι στην αγωγή δεν περιλαμβάνεται βάση
στηριζομένη στις διατάξεις της σωρευτικής αναδοχής. Συνεπώς, μετά την
απόρριψη, λόγω παραγραφής, της ευθείας αγωγής, ως προς την εναγομένη
ασφαλιστική εταιρεία, η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο πλαγιαστική
αγωγή (άρθρο 72 ΚΠολ∆), που άσκησε ο ενάγων για λογαριασμό του
οφειλέτη του, είναι παραδεκτή και νόμιμη , εφόσον ο ενάγων επέδωσε την
ως άνω περί αποζημιώσεως αγωγή του στον εναγόμενο (ασφαλισμένο) και ο
τελευταίος αδρανεί στην άσκηση της αξιώσεώς του κατά της υποχρέου
ασφαλιστικής εταιρείας. Εφ.Αθ. 2037/2005 ΣΕΣυγκ∆ 2006/94
2) Αποζημίωση επί Μονίμου Αναπηρίας (ΑΚ 931) – Στοιχεία ορισμένου
της αγωγής.
Βλ. σχετικώς και Οι πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις αναφορικά με τον
χαρακτήρα και τις προϋποθέσεις επιδίκασης της χρηματικής παροχής του
άρθρου 931 ΑΚ, υπό Ηλία Ι. Κλάππα ∆ικηγόρου Πειραιά ΕΣυγκ∆ 2009/354
∆εν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα
προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως
βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις
λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του
παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική -
οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να
προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη.
ΣΣ Μετά και από τον αγώνα δια των στηλών του περιοδικού μας το
Ανώτατο Ακυρωτικό μας δικαστήριο δέχεται πλέον παγίως με την
εκδοθείσα νομολογία του ότι:
∆εν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου
της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό
μέλλον του παθόντος. Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931 που την
καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία, προβλέπεται η επιδίκαση στον
παθόντα ενός εύλογου χρηματικού ποσού λόγω της αναπηρίας ή
παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η
οποία άλλωστε και δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί.
ΑΠ 1174/2009 ΕΣυγκ∆ 2009/429, ΑΠ 433/2008 ΕΣυγκ∆ 2008/150, ΑΠ
605/2008 ΕΣυγκ∆ 2008/165, ΑΠ 1216/2008 ΕΣυγκ∆ 2008/428
Κείμενο Απόφ. Μον.Πρ.Ρεθ. 242/2010
Ι. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 10 Ν. 2496/16.5.1997 «αξιώσεις που
πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις
ζημιών, μετά από τέσσερα (4) χρόνια, και στις ασφαλίσεις προσώπων, μετά
από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν».
Page 5
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1,2 π.δ. 237/1986 «το πρόσωπο,
που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής
ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο
δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων
διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής». Από τη
σύγκριση του χρόνου παραγραφής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή
και των άλλων υπευθύνων προσώπων προκύπτει ότι ο πρώτος, σε περίπτωση
παραγραφής της αξίωσής του κατά του ασφαλιστή (άρθρο 10 παρ. 1,2 π.δ
237/1986), μπορεί να ασκήσει κατ’ αυτού πλαγιαστικά (ΚΠολ∆ 72) την αξίωση
του ασφαλισμένου, που πηγάζει από τη σύμβαση ασφάλισης, κατά του
ασφαλιστή, αφού η τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, υπόκειται σε τετραετή
παραγραφή (άρθρο 10 Ν.2496/1997), εφόσον όμως έχει γεννηθεί η αξίωση του
ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή (Κρητικός «αποζημίωση από τροχαία
αυτοκινητικά ατυχήματα 1998, παρ. 2141, 2151). ∆εν έχει ιδιαίτερη σημασία το
χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο. Αρκεί η
επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το
χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο. ∆εν αποκλείεται ο παθών τρίτος
μερικές φορές να ασκεί κατά του ασφαλιστή κύρια την ευθεία αξίωσή του και
επικουρικά την πλαγιαστική αγωγή για την περίπτωση που ο εναγόμενος
ασφαλιστής προτείνει και αποδείξει στην ουσία την ένσταση της παραγραφής
του άρθρου 10 παρ. 2 του ν.489/1976. Ο ενάγων (παθών τρίτος) δανειστής,
ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος
διάδικος. Αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταδίκη του εναγομένου
(ασφαλιστή) να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο (οφειλέτη του ενάγοντος
και, δανειστή του εναγομένου). Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από
το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση
του δικαιώματος του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση του εννόμου
συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια
πρέπει πάντοτε να έχει της απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για
να μην απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 433/2008, 398/2007 Τράπεζα Νομικών
Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).
Συγκεκριμένα, το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής πρέπει να διατυπωθεί
κατά τρόπον ώστε, με αυτή να ζητείται η καταδίκη του ασφαλιστή να καταβάλει
σον ασφαλισμένο, όχι δε προς τον ενάγοντα τρίτο (βλ. Κρητικό Αποζημ. Από
Τροχαία Αυτοκιν. Ατυχήματα έκδ. 1998 παρ. 1899). Η αξίωση αυτή έχει ως
βάση την σύμβαση ασφαλίσεως και πηγή της είναι η αδικοπραξία του
ασφαλισμένου (βλ. Κρητικό ο.π. παρ. 1900). Στην περίπτωση που ασκείται
μόνο η πλαγιαστική αγωγή της ΚΠολ∆ 72 δεν απαιτείται απεύθυνσή της και
κατά του οφειλέτη του ενάγοντος (υποχρέου σε αποζημίωση), ή έστω κλήτευσή
του προς συμμετοχή στη δίκη της αγωγής βάσει της ΚΠολ∆ 72. Όμως, πρέπει
να εκτίθεται στην πλαγιαστική αγωγή κατά τρόπο ορισμένο η αδράνεια του
οφειλέτη στην άσκηση της αξιώσεώς του κατά του υποχρέου ασφαλιστή.
∆ιαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη κατά τούτο (βλ. Κρητικό ό.π. παρ. 1901)
Αποζημίωση επί Μονίμου Αναπηρίας – ΑΚ 931
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8
του ν.1329/1983, η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον
παθόντα, εφόσον αυτή κατά κανόνα υπολογίζεται κατά τα διδάγματα της
Page 6
επιστήμης, ότι θα είναι διαρκής, ή προσωρινή μεν, αλλά σε βαθμό τέτοιο που
έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια μιας ευνοϊκής ευκαιρίας, λαμβάνεται υπόψη
κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως
«αναπηρία» θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής
ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως «παραμόρφωση» νοείται κάθε ουσιώδης
αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι
αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω ως «μέλλον» νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική
εξέλιξη του προσώπου. ∆εν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της
αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή
δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό –
οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα
διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του
ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς
συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών
και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή
παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι
των υγιών συναδέλφων τους.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914,
929 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενείται
στον παθόντα από τη βλάβη του σώματος ή της υγείας που υπέστη από
αδικοπραξία, εκτός από την επίδραση που μπορεί ν’ ασκήσει τόσο στο ύψος
των οποιωνδήποτε δαπανών σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας
του, ήτοι της κατ’ άρθρο 929 ΑΚ αποζημιώσεως, όσο και στο ύψος της
χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικαστεί για την ηθική βλάβη (άρθρο 932
ΑΚ), μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή, διαφορετική και πέρα από εκείνη του
άρθρου 929 ΑΚ αξίωση προς αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του
παθόντος. Η διάταξη αυτή του άρθρου 931 ΑΚ, σύμφωνα με τη γραμματική της
διατύπωση, αλλά και τη συστηματική της θέση (μετά τη διάταξη του άρθρου
929 ΑΚ και πριν από το άρθρο 932 ΑΚ), προϋποθέτει καταρχήν αποζημίωση
που επιδικάζεται στον παθόντα κατά την ΑΚ 929, η οποία επαυξάνεται με τη
συνδρομή των όρων της ΑΚ 931. Τούτο, όμως, δεν είναι πάντοτε αναγκαίο
κατά νόμο. Η ΑΚ 931 αναφέρεται στη συνήθη περίπτωση, στην οποία
προβάλλεται αξίωση αποζημιώσεως διαφυγόντων εισοδημάτων με βάση την
ΑΚ 929. Εφαρμόζεται, όμως, και όταν λείπει προβολή τέτοιας αξιώσεως, όπως
συμβαίνει επί προσώπων που, όταν υφίστανται την αναπηρία ή
παραμόρφωση, είναι σε τέτοια ηλικία ή συντρέχουν άλλες περιστάσεις που
καθιστούν δυσχερή ή ενίοτε αδύνατη την προβολή αξιώσεως αποζημιώσεως
διαφυγόντων εισοδημάτων, με βάση την ΑΚ 929. Αλλά και στην περίπτωση
αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 931 ΑΚ. Αντίθετη άποψη, πέρα του ότι θα
αντέκειτο στο σκοπό της διατάξεως, θα περιόριζε κατά πολύ το πεδίο
εφαρμογής της, αφού θα εξαιρούσε απ’ αυτή μία σημαντική κατηγορία
προσώπων (ιδίως ανηλίκων) που είναι άξια προστασίας, για τα οποία
συνήθως δεν είναι δυνατό να διατυπωθεί κατά τρόπο ορισμένο, αλλά και με
πρόβλεψη ουσιαστικής ευδοκιμήσεως κονδύλιο αποζημιώσεως με βάση την ΑΚ
929. Στην περίπτωση αυτό το άρθρο 931 ΑΚ αποτελεί το θεμέλιο για αυτοτελή
αξίωση προς αποκατάσταση μελλοντικής, αλλά μη δυνάμενης επακριβώς να
Page 7
προσδιορισθεί, περιουσιακής ζημίας, γιατί η αναπηρία ή παραμόρφωση θα
προκαλέσει στο μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στην επαγγελματική – οικονομική
πρόοδό του (βλ. ΑΠ 1599/2002, Ελλ∆νη 2003.416). έτσι, η πρόσθετη αυτή
κατά το άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως
επιδικάζεται, αν η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως μόνιμες, κυρίως,
καταστάσεις επηρεάζουν δυσμενώς την επαγγελματική, οικονομική και
κοινωνική εξέλιξη του προσώπου (βλ. ΑΠ 100/2001, Ελλ∆νη 2001.673, ΕφΑθ
7156/1999, Ελλ∆νη 1999.1574, ΕφΑθ 2598/1999, Ελλ∆νη 2001.175, ΕφΑθ
5322/1998, Ελλ∆νη 1999.354, ΕφΘεσ 2038/1999, ΕπΣυγκ∆ 199.567, ΕφΘεσ
3331/1995, Ελλ∆νη 1996.1383).
Για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται
αποζημίωση με βάση την ΑΚ 931, πρέπει ν’ αναφέρεται σ’ αυτή κατά τρόπο
σαφή και ορισμένο, ότι η αποζημίωση που επιδιώκεται είναι συνέπεια όχι
απλώς της ανικανότητας για εργασία και απόκτησης από αυτήν εισοδημάτων,
εφόσον η αποκατάσταση της ζημίας αυτής επιδιώκεται μέσω της ΑΚ 929, αλλά
ειδικά συνέπεια της αναπηρίας ή παραμορφώσεως. Πρέπει δηλαδή να
εκτίθενται συγκεκριμένα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της αναπηρίας ή
της παραμορφώσεως, ο τρόπος με τον οποίο τέτοια συνέπεια αποκλείει ή
περιορίζει την επαγγελματική, οικονομική ή κοινωνική εξέλιξη του παθόντος,
καθώς και ποία και πόση ή ζημία που παθαίνει αυτός εξ αιτίας της αναπηρίας
ή παραμορφώσεώς του (ΑΠ 1599/2002, Ελλ∆νη 2003416, βλ. και ΑΠ
197/2004, Ελλ∆νη 2004.1349, ΑΠ 1073/2001, Ελλ∆νη 2003.415, ΕφΑθ
3318/2004, Ελλ∆νη 2005.499, ΕφΑθ 7554/2001, Ελλ∆νη 2003.798).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την κρινομένη αγωγή του όπως
παραδεκτά διορθώθηκε αυτή με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά
και περιελήφθηκε στις έγγραφες προτάσεις του, εκθέτει ότι κατά της
εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και της ασφαλισμένης της Χ1. είχε ασκήσει
την με χρονολογία 4-8-2005 αγωγή, της οποίας το περιεχόμενο παραθέτει
αυτολεξί. Ότι η αγωγή απερρίφθη κατά της εναγόμενης λόγω παραγραφής της
αξίωσης ενώ έγινε εν μέρει δεκτή κατά της ασφαλισμένης της τελεσιδίκως.
Στην αγωγή αυτή, εξέθετε ότι από υπαιτιότητα της Χ1που οδηγούσε το με
αριθμό κυκλοφορίας ….. ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας
του Χ2, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία,
έλαβε χώρα τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, κατά τον τόπο, χρόνο και με τις
συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, με αποτέλεσμα να υποστεί ο ενάγων
σοβαρή σωματική βλάβη (σπαστική παραπληγία) που είχε ως συνέπεια να
καταστεί ανάπηρος κατά ποσοστό 80%. Ότι λόγω της προαναφερόμενης
κατάστασης της υγείας του, υπέστη τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή
θετικές ζημίες, απώλεσε δε τα αναλυτικά περιγραφόμενα διαφυγόντα κέρδη
που θα ελάμβανε με βεβαιότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ενώ
υπέστη και ζημία λόγω της διαρκούς σωματικής αναπηρίας του που επιδρά
στο μέλλον του (ΑΚ 931), ζητούσε δε με την αγωγή να του καταβληθεί το
συνολικό ποσό των 141.417,29 ευρώ συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες. Ότι με
την υπ’ αρ. 68/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, η
οποία επικυρώθηκε με την με αρ. 149/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης ,
υποχρεώθηκε να καταβάλει ως αποζημίωση του εξ αιτίας του παραπάνω
Page 8
ατυχήματος τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά συνολικού ύψους 57.434,38 ευρώ.
Ότι η Χ1, στην οποία ο ενάγων κοινοποίησε α΄ εκτελεστό απόγραφο, δε του
κατέβαλε το ανωτέρω ποσό, αδρανεί δε να ασκήσει την αξίωσή της κατά της
υποχρέου εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας προς καταβολή του ποσού
αυτού. Ζητεί δε με την προκείμενη αγωγή, α) να υποχρεωθεί εναγομένη να
καταβάλει στην Χ1 το ποσό των 69.674,87 ευρώ που αποτελείται από το
κεφάλαιο της απαίτησης που επιδικάσθηκε τελεσιδίκως στον ενάγοντα –
παθόντα κατά της ασφαλιζόμενης (και αναλύεται στα ποσά που αναφέρει
λεπτομερώς στις προτάσεις του), οφειλόμενους τόκους της απαίτησης αυτής,
δικαστική δαπάνη που επιδικάσθηκε στον ενάγοντα – παθόντα και έξοδα
εκτέλεσης και β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλλει στην
οφειλέτιδα του ενάγοντος Χ1. ως δικαιούχο από την ασφαλιστική σύμβαση το
ποσό των 480 ευρώ μηνιαίως, όπως αυτό επιδικάσθηκε τελεσιδίκως στον
ενάγοντα – παθόντα που αφορά σε αναλυόμενα λεπτομερώς στις προτάσεις
του κονδύλια.
Η αγωγή, παραδεκτά και αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο φέρεται να
δικαστεί ενώπιον αυτού του ∆ικαστηρίου με την προκείμενη ειδική διαδικασία
των άρθρων 666, 667 και 670-676 ΚΠολ∆, (άρθρα 16 αριθμ. 12 σε συνδ. Προς
14 παρ. 2, 22, 37 παρ. 1 και 681 Α΄ ΚΠολ∆) και είναι ορισμένη ως προς όλα τα
κονδύλιά της και ειδικότερα ως προς την αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ,
εφόσον εκτίθενται λεπτομερώς τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της
αναπηρίας του ενάγοντος και του τρόπου με τον οποίο η αναπηρία αυτή
αποκλείει την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του παθόντος,
καθώς και ποία και πόση ζημία παθαίνει αυτός εξ αιτίας της αναπηρίας του,
απορριπτόμενου του αντίθετου ισχυρισμού της εναγόμενης. Είναι δε και
νόμιμη, πλην του αιτήματος καταβολής των εξόδων εκτέλεσης κατά της
ασφαλιζόμενης τα οποία δεν αποτελούν δικαστική δαπάνη. Στηρίζεται στις
διατάξεις των άρθρων 72 ΚΠολ∆ 297, 299, 330, 346, 481 επ., 914, 931 ΑΚ, 2,
4, 9, 10 ν. ΓπΝ/1911, 2,10 παρ. 1ν. 489/1976, 176, 907, 908 παρ. 1 εδ.δ΄
ΚΠολ∆. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική
της βασιμότητα, δεδομένου ότι δεδομένου ότι ο ενάγων κατέβαλε το ανάλογο
τέλος δικαστικού ενσήμου, με τα’ αντιστοιχούντα σ’ αυτό ποσοστά υπέρ
τρίτων, (βλ. με αριθμ. _________ διπλότυπο της ∆.Ο.Υ. Ηρακλείου, το με
αριθμ. __________ Γραμμάτιο είσπραξης της ΕΤΕ και το με αρ. 1309
Γραμμάτιο είσπραξης του Λ.Ε.Α.∆.Η) και αντίγραφό της έχει επιδοθεί στην
αρμόδια ∆.Ο.Υ. Π. Φαλήρου Αττικής, στην οποία υπάγεται ο ενάγων, κατ’
άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 10 εδάφιο η΄
του ν. 2741/1999, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 2.784β΄/18.5.2009
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας ___,
που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, εφόσον αιτείται και αποζημίωση για
διαφυγόντα κέρδη.
Συνθήκες Ατυχήματος - Υπαιτιτότητα
Από την ένορκη εξέταση της μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο αυτού
του ∆ικαστηρίου που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά,
από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν και από τα
διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το
Page 9
∆ικαστήριο (άρθρα 336 παρ. 4 ΚΠολ∆), αποδείχτηκαν τα εξής: Στις 10.8.2000
η Χ1, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που είχε
εκμισθώσει από τον Χ2., ιδιοκτήτη επιχείρησης ενοικιάσεως αυτοκινήτων, και
με συνεπιβάτες στο κάθισμα του συνοδηγού τον ενάγοντα και την Ψ2. στα
πίσω καθίσματα ξεκίνησε από το Ρέθυμνο με κατεύθυνση το Σπήλι της
Επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Στο 10
ο
χιλιόμετρο η οδός αυτή, εμφανίζει απότομη
στροφή με κατωφέρεια. Η Χ1. οδηγούσε χωρίς να έχει συνεχώς στραμμένη την
προσοχή της προς τα εμπρός, έτσι ώστε να μπορεί να ενεργεί του
κατάλληλους ελιγμούς προς αποφυγή ατυχήματος. Όταν λοιπόν έφθασε στο
σημείο εκείνο, δεν αντιλήφθηκε την επικινδυνότητα της οδού, την οποία
μπορούσε εγκαίρως να αντιληφθεί αν είχε στραμμένη την προσοχή της προς
τα εμπρός, όπως και κάθε άλλος, ευρισκόμενος στη θέση της μέσος συνετός
οδηγός. Αποτέλεσμα των παραλείψεων της αυτών ήταν να παρεκκλίνει της
πορείας της, να εξέλθει του οδοστρώματος, να εκτιναχθεί στο κενό, σε
απόσταση 9 μέτρων και να καταλήξει σε βάθος 10 μέτρων, όπου
ακινητοποιήθηκε με την οροφή στο έδαφος. Εξάλλου, αυτή βαρύνεται ακόμη
και με το ότι έβαινε με ταχύτητα μεγαλύτερη των 70 χ/ω, που είναι
ενεπίτρεπτη, όχι μόνο με το όριο των 50 χ/ω όπως προβλέπεται με ενδεικτική
πινακίδα σήμανσης, αλλά και με τις ως άνω ειδικές συνθήκες του
οδοστρώματος. Το ότι η ταχύτητα του οχήματος είναι μεγαλύτερη των 70 χ/ω
συνάγεται εμμέσως, πλην σαφώς από την εκτίναξη του αυτοκινήτου στο κενό,
σε απόσταση 9 μέτρων.
Ζώνη Ασφαλείας
Συνεπεία του ατυχήματος τραυματίστηκαν ελαφρά η οδηγός και η άλλη
συνεπιβάτης του οχήματος, ενώ ο ενάγων συνοδηγός τραυματίσθηκε σοβαρά.
Ειδικότερα υπέστη κατάγματα των Θ4,Θ5,Θ6 και Θ8 των σπονδύλων, με
αποτέλεσμα την πλήρη αισθητικοκινητική παραπληγία του. Στην πρόκληση του
σοβαρότατου τραυματισμού του συνυπαίτιος κατά ποσοστό 20% είναι και ο
ίδιος ο ενάγων, ο οποίος δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Τούτο συνάγεται τόσο
από τη προανακριτική κατάθεση της συνεπιβάτιδας, Ψ2, αλλά και από το ότι το
σώμα του, από τη μέση και πάνω βρέθηκε εκτός αυτοκινήτου, που δεν θα
συνέβαινε αν έφερε τη ζώνη ασφαλείας, αφού αυτή θα εμπόδιζε την βίαιη
μετατόπιση και πρόσκρουση του σώματός του εξαιτίας των οποίων
προκλήθηκαν οι βλάβες αυτές, οι οποίες άλλως θα είχαν περιοριστεί
σημαντικά. Ο ενάγων άσκησε την από 27.4.2001 αγωγή του κατά της οδηγού
του ζημιογόνου αυτοκινήτου, Χ1, του κατόχου αυτού Χ2 και της εναγόμενης
ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή τελεσίδικα με την με
αριθμ. 333/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία δέχτηκε τα ίδια ως
άνω προαναφερόμενα περιστατικά ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και
την (συν) υπαιτιότητα, πλην όμως δεν αποτελεί δεδικασμένο για τα πραγματικά
περιστατικά αυτά μεταξύ των νυν διαδίκων, καθώς αυτοί εν προκειμένω
παρίστανται με διαφορετική ιδιότητα (ο ενάγων εδώ ασκεί την αγωγή του
πλαγιαστικά, ως μη δικαιούχος διάδικος).
Αποζημίωση επί Σωματικής Βλάβης
Για την αποκατάσταση της υγείας του, ο ενάγων μετέβη την 4-10-2000 στην
Φρανκφούρτη της Γερμανίας στο ειδικό κέντρο αποκατάστασης «ΒΕΡΝΕΡ
Page 10
ΒΙΚΕΡ», όπου παρέμεινε μέχρι 29-8-2001. Κατά το διάστημα της παραμονής
του στο Νοσοκομείο αυτό ήταν αναγκαία η παρουσία της μητέρας του. Για τη
διαμονή της ξενώνα του νοσοκομείου, την διατροφή της και τις μετακινήσεις τη,
ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των 40.000 δραχμών την ημέρα και συνολικά για
το χρονικό διάστημα από 1-6-2001 έως 29-8-2001 ήτοι 90 ημέρες κατέβαλε το
ποσό των (40.000 δρχ. Χ 90 ημέρες =) 3.600.000 δραχμές. Το ανωτέρω ποσό
το κατέβαλε ο ενάγων ιδίοις δαπάνες και πρέπει να απορριφθούν οι
υποβαλλόμενοι από την εναγόμενη ισχυρισμοί περί έμμεσης ζημίας επειδή
έγιναν από τρίτο πρόσωπο και δη τη μητέρα του, ως αναπόδεκτοι. Μετά την
επιστροφή του στην Ελλάδα, η Α/βάθμια υγειονομική επιτροπή του ΙΚΑ
αποφάνθηκε με τις ____ και ____ αποφάσεις της ότι ο ενάγων πάσχει από
βαριά σπαστική παραπληγία, αναισθησία κάτω άκρων και κορμού μέχρι του
επιπέδου Θ5 και εμφανίζει ποσοστό αναπηρίας 80% για το χρονικό διάστημα
από 12-10-2000 έως 31-10-2006. Περαιτέρω διεγνώσθη ότι πάσχει από
συνοδό νευρογενή ουροδόχο κύστη και υποτροπιάζοντα στενώματα ουρήθρας
για τα οποία υπεβλήθη σε οπτική ουρηθροτομή και υποβάλλεται σε
διαλείποντες αυτοκαθετηριασμούς κύστεως πέντε (5) φορές το 24ωρο, η
βλάβη δε αυτή είναι μη αναστρέψιμη. Για τις μετακινήσεις του είναι απαραίτητη
η χρήση αναπηρικού αμαξιδίου. Για την αποκατάσταση της υγείας του και την
αγορά ιατρικών μηχανημάτων και ορθοπεδικών ειδών δαπάνησε τα εξής ποσά:
1) για συμμετοχή του σε μικροβιολογικές εξετάσεις την 3-12-2001 κατέβαλε
600 δρχ. και την 15-2-2002 κατέβαλε 17 ευρώ όπως προκύπτει από τις υπ’
αριθμ. _____ και _____ αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της Ιατρού
μικροβιολόγου ____., 2) για κυστεομετομετρία πλήρωσης κατέβαλε 117.39 Ε
όπως προκύπτει από την 9382/5-4-2002 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του
νοσοκομείου «Ερρίκος Ντυνάν» 3) για την αγορά ενός μαξιλαριού κατακλίσεων
με κυψέλες αέρος κατέβαλε 831,12 Ε όπως προκύπτει από την 7.336 (19-2-
2002 απόδειξη λιανικής πώλησης της ___), 4) για την αγορά ενός ορθοστάτη
ανακλινώμενου 0-90 με τραχήλατη βάση και ποδόφρενα ηλκτροκίνητο
μηχανισμό ανάκλισης με χειριστήριο κατέβαλε 2.932,20 Ε όπως προκύπτει
από την υπ’ αριθμ. 7.337/19-2-2002 απόδειξη λιανικής πώλησης της ___, 5)
για την αγορά ενός ειδικού ηλεκτροκίνητου ποδηλάτου παθητικής
κινησιοθεραπείας κάτω άκρων, κατέβαλε 2.916 Ε όπως προκύπτει από την υπ’
αριθμ. 7.338/19-2-2002 απόδειξη λιανικής πώλησης της ___., 6) για την αγορά
αναπηρικού αμαξιδίου ελεφρού τύπου, αλουμινίου, πολλαπλών εφαρμογών
κατέβαλε το ποσό το ποσό των 3.100 € όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ.
8.252/19-7-2002 απόδειξη λαινικής πώλησης της ___. Περαιτέρω, για την
αποκατάσταση της υγείας του υπεβλήθη σε κατά το χρονικό διάστημα από
Μάρτιο του έτους 2002 έως Ιούλιο του έτους 2002 σε φυσικοθεραπείες για τις
οποίες δαπάνησε το συνολικό ποσό των 1.312,58 € όπως προκύπτει από τις
υπ’ αριθμ., 2184.29-3-2002, 2220/30-4-2002, 2259/31-5-2002, 2260/31-5-
2002, 2295/5-7-2002, 2296/10-7-2002, 2297/10-7-2002 και 2315/31-7-2002
αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του φυσικοθεραπευτή Κ.Κ. Η συνολική του
ζημία από τις παραπάνω αιτίες ανέρχεται σε 21.792,98 €. Ο ενάγων έχει
ανάγκη της συμπαράστασης άλλου προσώπου για τουλάχιστον οκτώ ώρες (8)
ημερησίως προκειμένου να επιμελείται της ενδύσεώς του, της υγιεινής του
σώματός του. Για την απασχόληση του προσώπου αυτού θα απαιτηθεί το
Page 11
ποσό των 600 € μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 16-8-2005 έως 15-2-
2038.
Κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο ενάγων εργαζόταν ως αρχισυντάκτης στο
διμηνιαίο έντυπο «…..» ιδιοκτησίας ___ Περαιτέρω, ο ενάγων και ο ___ είχαν
προβεί στην σύσταση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……..» και
τον διακριτικό τίτλο «….» με έδρα μισθωμένο κατάστημα στην οδό αγίου
Ιωάννου 24 στην Αγία Παρασκευή Αττικής. Το κεφάλαιο της εταιρίας ορίσθηκε
στο ποσό των 300.000 δραχμών, το οποίο κατεβλήθη εξ ημίσειας από τους
εταίρους ενώ κατά το ίδιο ποσοστό συμμετείχαν στα κέρδη και στις ζημίες,
σκοπός δε της εταιρείας ορίσθηκε η έκδοση εφημερίδων και η εμπορία αυτών,
καταχωρήσεις διαφημίσεων, δημιουργία διαφημίσεων και μακετών και η
εμπορία software. Η ανωτέρω εταιρία εμφάνισε κέρδη κατά την χρήση 1-1-
2000 έως 31-12-2000 ανερχόμενα σε 344.000 δραχμές και ελύθη την 6-12-
2002. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η λύση της
εταιρείας οφείλεται στον τραυματισμό του ενάγοντος κατά το ένδικο ατύχημα
και στην αδυναμία του να προσφέρει την προσωπική του εργασία ως εταιρική
εισφορά. Και τούτο διότι κατά το καταστατικό της, οι εταίροι δεν είχαν
υποχρέωση να εισφέρουν σ’ αυτήν την προσωπική τους εργασία προς
ευόδωση των σκοπών της. Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η λύση της
ως άνω εταιρείας οφείλεται στον τραυματισμό του ενάγοντος, ελλείπει ο
αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αδικοπραξίας των εναγομένων και της ζημίας
του ενάγοντος από την απώλεια των κερδών της εταιρείας και το σχετικό
κονδύλιο της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Αποζημίωση επί Μονίμου Αναπηρίας – ΑΚ 931
Τέλος αποδείχθηκε ότι ο ως άνω ενάγων, λόγω της σοβαρότητας του
τραυματισμού του και της εφόρου ζωής αναπηρίας του με ποσοστό 80%,
μειονεκτεί ως άτομο και η προαναφερθείσα αναπηρία του, που επιδρά στη
μείωση της προσωπικότητάς του, αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην άσκηση του
επαγγέλματος του γραφίστα που ασκούσε πριν τον ένδικο τραυματισμό του,
καθόσον περιορίζεται και αρκετά η επιλογή του επαγγέλματος, θα επιδράσει δε
δυσμενώς στις μελλοντικές και λοιπές συναναστροφές του και στην εν γένει
κοινωνική και επαγγελματική του εξέλιξη. Για την αντιμετώπιση λοιπόν όλων
των ως άνω δυσμενών επιπτώσεων, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα
αποζημίωση για την παραπάνω αιτία το ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο είναι
αυτοτελές και ανεξάρτητο από άλλη αξίωση αποζημιώσεως στηριζόμενο στο
άρθρο 931 ΑΚ. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πρέπει να
υποβάλλεται σε φυσικοθεραπείες και εργασιοθεραπείες τρεις φορές την
εβδομάδα, μέχρι την συμπλήρωση του 65
ου
έτους της ηλικίας του, αφού δεν
προσκομίζεται σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, από το οποίο να προκύπτει η
αναγκαιότητα της δαπάνης αυτής και επομένως το σχετικό κονδύλιο της
αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, παρέλκει δε η εξέταση
των ισχυρισμών της εναγομένης περί μη νομιμοποίησης του ενάγοντος να
ζητήσει το κονδύλιο αυτό διότι νομιμοποιείται ενεργητικά αντ’ αυτού ο
ασφαλιστικός του φορέας. Από τα ανωτέρω επιδικαζόμενα ποσά πρέπει να
αφαιρεθεί το ποσό, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας του
ενάγοντος στην πρόκληση των σωματικών του βλαβών (20%) το οποίο ο
Page 12
ενάγων, έχοντας περιορίσει το ποσό της απαίτησής του στην προκείμενη
αγωγή, προφανώς αναγνωρίζει, χωρίς να χρειάζεται η υποβολή σχετικής
ένστασης της εναγόμενης. Συνεπώς, η οδηγός του ζημιογόνου οχήματος Χ1
οφείλει στον ενάγοντα από την ανωτέρω αιτία τα εξής ποσά: 1) το ποσό των
57.434,38 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 5-8-2005 αγωγής του
ενάγοντος και επίσης πρέπει 2) να αναγνωριστεί ότι αυτή είναι υποχρεωμένη
να του καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 480 € για το χρονικό διάστημα από
16-8-2005 έως 15-2-2038. Τα ανωτέρω εξάλλου, δέχθηκε και το παρόν
∆ικαστήριο με την με αριθμ. 68/2006 απόφασή του επί της από 5-8-2005
αγωγής μεταξύ του ενάγοντος και της Χ1 (η αγωγή αυτή είχε στραφεί και κατά
της ασφαλιστικής εταιρείας νυν εναγομένης, πλην όμως είχε απορριφθεί), η
οποία έγινε τελεσιδίκως δεκτή μετά την έκδοση της με αριθμ. 149/2008
απόφασης του Εφετείου Κρήτης που απέρριψε τις ασκηθείσες κατά της
πρωτόδικης απόφασης έφεση και αντέφεση. Αν και ο ενάγων επέδωσε
αντίγραφο εξ’ απογράφου μετ’ επιταγής, και καλούσε αυτήν να του καταβάλει
τα επιδικασθέντα με την προαναφερόμενη απόφαση ποσά, η τελευταία ουδέν
του κατέβαλε μέχρι σήμερα, αδρανεί δε να ασκήσει με αγωγή την αξίωση που
έχει κατά της νυν εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία συνδεόταν
με ενεργή ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον κατά το χρόνο του ατυχήματος, το
ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο σ’ αυτήν. Επομένως, πρέπει να γίνει εν
μέρει δεκτή η κρινομένη αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει
στην Χ1 για την ανωτέρω αιτία 1) το ποσό των 57.434,38 €, με το νόμιμο τόκο
από την επίδοση της από 4-8-2005 αγωγής του ενάγοντος κατά της Χ1. 2) για
δικαστική δαπάνη που επιδικάσθηκε στον ενάγοντα σε βάρος της Χ1, το ποσό
των 7.700 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινομένης αγωγής και
επίσης πρέπει 3) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία είναι
υποχρεωμένη να της καταβάλει μηνιαίως (στην Χ1) το ποσό των 480 € για το
χρονικό διάστημα από 16-8-2005 έως 15-2-2038.
Το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει εξαιρετικός λόγος που δικαιολογεί την
κήρυξη εν μέρει της απόφασης προσωρινά εκτελεστής αναφορικά με την
καταψηφιστική της διάταξη, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, γιατί η
καθυστέρηση της εκτέλεσής της θα προκαλέσει σημαντική ζημιά. Τα δικαστικά
έξοδα του ενάγοντος, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της
εναγομένης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178
ΚΠολ∆).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
∆ΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι έκρινε απορριπτέο.
∆ΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλλει στην Χ1, κάτοικο Ελβετίας για
την ανωτέρω αιτία 1) το ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα
τεσσάρων ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (57.434,38 €), με το νόμιμο τόκο από
την επίδοση της από 4-8-2005 αγωγής του ενάγοντος κατά της Χ1 και 2) το
ποσό των επτά χιλιάδων επτακοσίων (7.700) ευρώ νομιμοτόκως από την
επίδοση της κρινομένης αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Page 13
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως
ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, κατά το ποσό των τριάντα χιλιάδων
(30.000) ευρώ.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στηνΧ1,
κάτοικο Ελβετίας μηνιαίως το ποσό των τετρακοσίων ογδόντα ευρώ (480 €) για
το χρονικό διάστημα από 6-8-2005 έως 15-2-2038.
ΕΠΙΒΑΛΕΙ σε βάρος της εναγόμενης μέρος της δικαστικής δαπάνης του
ενάγοντος την οποία καθορίζει σε πέντε χιλιάδες διακόσια (5.200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ
-------------------------------------



Σχόλια