
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 903/2015 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ) -
Η σύσταση του εμπράγματου τούτου δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας επί ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974 και 975 ΑΚ, ..
Απόφαση 903 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 903/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ε. Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014 με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Κ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ..., με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Δ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ..., με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αργαλαστής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 217/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/1/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 27/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ συνάγεται ότι μπορεί να αποκτηθεί επί ακινήτου εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να παρέχει ωφέλεια σε αυτόν, δηλαδή πραγματική δουλεία, τέτοια δε είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπράγματου τούτου δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας επί ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974 και 975 ΑΚ, συνάγεται περαιτέρω ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτου επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την με έκτακτη χρησικτησία κτήση κυριότητας μεν, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας, αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή περισσότερες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται με διάνοια δικαιούχου υπέρ δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο τούτου (οιονεί νομή). Από τις προμνησθείσες διατάξεις και ιδίως από τα άρθρα 1118, 1121 και 1045 ΑΚ συνάγεται ακόμη ότι η έκτακτη χρησικτησία προς κτήση πραγματικής δουλείας, ο χρόνος της οποίας είναι επίσης εικοσαετής, όπως προεκτέθηκε, προϋποθέτει ότι ο ασκών την οιονεί νομή δουλείας είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου και συνεπώς, αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου τούτου, η έναρξη της χρησικτησίας προς κτήση της πραγματικής δουλείας δεν μπορεί να γίνει προτού ο χρησιδεσπόζων καταστεί κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου, δηλαδή, αν αυτό πρόκειται να γίνει με έκτακτη χρησικτησία, προτού συμπληρωθεί εικοσαετής με διάνοια κυρίου νομή αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει του ...11-10-1970 προικοσυμβολαίου του Συμβολαιογράφου Νηλείας Αντωνίου Δημητριάδη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργαλαστής στον τόμο … και αριθμό…, η εφεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα ενός αγρού εμβαδού κατά τον τίτλο 2,5 στρεμ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 3.747,06 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ..., στη θέση "..." και συνορεύει κατά τον τίτλο βόρεια και δυτικά με υπόλοιπο τμήμα του δικαιοπαρόχου προικοδότη, ανατολικά με θάλασσα και νότια με ιδιοκτησία Θ. Χ. και Α. Α. βορειοανατολικά σε πλευρά Α1-Α3 μήκους 14.17 μέτρων και σε πλευρά Α2-Α3 10,86μ με τη γραμμή της παραλίας, νοτιοανατολικά σε πλευρά Α3-Α4 12,82μ, Α4-Α5 10,76μ, Α5-Α6 12,32μ, Α6-Α7 28,83μ, Α7-Α8 15,04μ, Α8-Α9 5,89μ, Α9-Α10 14,16μ, με ιδιοκτησία Γ.Μ., Α10-Α-11 8,83μ, Α11-Α12 15,09μ με ιδιοκτησία Χ., νοτιοδυτικά σε πλευρές Α12- Α13 21,04μ και σε πλευρά Α13-Α14 16,84μ με ιδιοκτησία της εκκαλούσας και βορειοδυτικά σε πλευρά Α14-Μ1 84,22μ και Μ1-Α1 65,27μ με ιδιοκτησία της εφεσίβλητης, όπως εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Ν., το οποίο έχει επισυναφθεί στην αγωγή. Επί του ακινήτου αυτού τόσο ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης όσο και η τελευταία από της περιελεύσεώς σ’ αυτήν (1970), με τον ανωτέρω νόμιμο τίτλο, ασκούσαν όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από κανέναν. Επομένως, η εφεσίβλητη έχει καταστεί κυρία, τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, του όλου ακινήτου, εμβαδού 3.747,06τ.μ. κατά νεότερη καταμέτρηση και όχι δύο τμημάτων, το μεν ένα εκτάσεως 2,5στρεμ. με παράγωγο τρόπο, το δε δεύτερο, εκτάσεως που ισούται με το υπόλοιπο εμβαδόν (3747,06-2,5), με πρωτότυπο τρόπο, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου προβληθέντος και ως πρόσθετου λόγου έφεσης (πρώτου) ισχυρισμού της εκκαλούσας. Επίσης, δυνάμει του με αριθμό ...12-5-1980 προικοσυμφώνου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργαλαστής Γ. Κωτσόβολου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και αριθμό…, η εκκαλούσα κατέστη κυρία ενός αγρού με συνεχόμενο ελαιοπερίβολο που βρίσκεται επίσης στη θέση "...", εμβαδού 12 στρεμ. ή όσης είναι εντός των ορίων της και συνορεύει ανατολικά με θάλασσα, δυτικά με ημιονικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Α. Π. και Ι. Π., Α. Δ. και δρόμο αμαξιτό, νότια με ιδιοκτησία Δ. Π., Θ. Χ.., Ε. Κ. και Σ. Π. και περιγράφεται με τα στοιχεία Α1 - Α31 - Α30 - Α28 - Α27 - Α26 - Α25 - Α24 - Α23 - Α22 - Α21 - Α20 - Α19 - Α18 - Α17 - Α16 - Α15 - Α14 - Μ1 - Α1 στο τοπογραφικό διάγραμμα της αγωγής. Στον δικαιοπάροχο πατέρα των διαδίκων Ι. Μ. το όλο ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά της αποβιωσάσης το έτος 1946 μητέρας του δυνάμει της ...1938 δημόσιας διαθήκης που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθ. … 18-2-1947 πρακτικά του Πρωτοδικείου Βόλου, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε με την υπ’ αριθ. ...1970 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Βόλου Γ. Γαλλέα που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...ς στον τόμο … και αριθμό ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη για τη μετάβαση της, είτε πεζή, είτε με μηχανοκίνητα μέσα, στο πιο πάνω περιγραφόμενο ακίνητο της, το οποίο είναι περίκλειστο, χρησιμοποιούσε ανελλιπώς την εδαφική λωρίδα, όπως αυτή αποτυπώνεται στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα, με τα στοιχεία Δ1 - Δ2 - Δ3 - Δ4 - Δ5 - Δ6 - Δ7 - Δ8 - Δ9 - Δ10 - Δ11 - Δ12 - Δ13 - Δ14 - Δ15 - Δ16 - Δ17 - Δ18 - Δ19 - Δ20 - Δ1, η οποία ξεκινά από τον αγροτικό δρόμο που βρίσκεται βορειοδυτικά του ακινήτου της εκκαλούσας, εισέρχεται στο ακίνητο της, με κατεύθυνση ανατολική και καταλήγει στο ακίνητο της εφεσίβλητης, συνορεύει δε βορειοδυτικά σε πλευρά Δ1-Δ2 3,22μ, που αποτελεί και την είσοδο της διόδου με τον αγροτικό δρόμο, ο οποίος συνδέει τις ιδιοκτησίες της ευρύτερης περιοχής με την δημόσια ασφαλτοστρωμένη οδό προς ... και ..., βόρεια, βορειοανατολικά και βορειοδυτικά σε πλευρές Δ1-Δ3 5,90, Δ3-Δ4 11,05, Δ4-Δ5 13,48, Δ5-Δ6 14,71, Δ6-Δ7 15,03, Δ7-Δ8 13,69, Δ8-Δ9 11,42, Δ9-Δ10 16,40, Δ10-Δ11 18,69μ. με την ιδιοκτησία της εκκαλούσας, βορειοανατολικά σε πλευρά Δ11-Δ12 3,18μ που αποτελούσε την είσοδο της διόδου στην ιδιοκτησία της εκκαλούσας, με την ιδιοκτησία της τελευταίας, νότια και νοτιοδυτικά σε πλευρές Δ12-Δ13 21,40, Δ13-14 17,67, Δ14-Δ15 11,54, Δ15-Δ16 15,81, Δ16-Δ17 16,19, Δ17-Δ18 13,06, Δ18-Δ19 11,92, Δ19-Δ20 12,05, Δ20-Δ1 8,68μ, με ιδιοκτησία της εκκαλούσας. Επί της εδαφικής αυτής λωρίδας έχει συσταθεί πραγματική δουλεία οδού με πρωτότυπο τρόπο, διότι από το έτος 1970, οπότε η εφεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου της, και για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών και συγκεκριμένα, έως το έτος 2007, οπότε η εκκαλούσα τοποθέτησε σίτα και σιδηροπασσάλους στη νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου, προσαρτώντας ταυτόχρονα και τμήμα του ακινήτου της αντιδίκου της, εμβαδού 1.050,15τμ, διέρχεται απ’ αυτήν για να εισέλθει στο ακίνητο της είτε πεζή είτε με μηχανοκίνητο όχημα. Τον δρόμο αυτόν υπέδειξε ο πατέρας της εφεσίβλητης στην ίδια, όταν έγινε η μεταβίβαση του κτήματος το έτος 1970, έκτοτε δε η τελευταία τον χρησιμοποιούσε, όπως προηγουμένως και ο δικαιοπάροχος της. Για τον τελευταίο όμως, δεν υπήρχε ανάγκη να συσταθεί τέτοια δουλεία, -ούτε η εφεσίβλητη με την αγωγή της ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου δεύτερου πρόσθετου λόγου της εφέσεως -, αφού ο ίδιος ήταν κύριος του όλου ακινήτου. Αυτή η κατάσταση είχε παγιωθεί το έτος 1980, οπότε ο δικαιοπάροχος πατέρας της εκκαλούσας της μεταβίβασε το πιο πάνω περιγραφόμενο ακίνητο και δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία αντέδρασε ή διαμαρτυρήθηκε για τη χρήση της διόδου, παρά μόνο το έτος 2007 τοποθέτησε σιδεροπασσάλους και σίτα στην πλευρά 75-76-77-78 και αφενός μεν κατέλαβε εδαφικό τμήμα από το ακίνητο της ενάγουσας, εμβαδού 1050,15τ.μ., αφετέρου δε της απέκλεισε την είσοδο και την έξοδο προς την δίοδο και τον Σεπτέμβρη του 2007 τοποθέτησε μεταλλική πόρτα επί της πλευράς Δ1-Δ2 του επιδίκου διαδρόμου, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η είσοδος και η προσπέλαση αυτής. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο και ιδίως από τη με αριθμό ...2-11-2007 ένορκη βεβαίωση της μητέρας των διαδίκων Ε. χήρας Ι. Μ. που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ευφροσύνης Πετσιάβα, η οποία με σαφήνεια κατέθεσε ότι όταν ο σύζυγος της έδειχνε στην θυγατέρα τους (εφεσίβλητη) και στο γαμβρό τους το κτήμα ήταν και η ίδια παρούσα, ότι τα σύνορα των δύο ακινήτων ήταν ξεκάθαρα και ότι η εφεσίβλητη πάντα πήγαινε στο κτήμα της διαμέσου του ακινήτου της εκκαλούσας και γνώριζε ότι ο σύζυγος της και πατέρας της τελευταίας της υπέδειξε τη δίοδο διέλευσης της εφεσίβλητης, από το υπόλοιπο ακίνητο, που ανήκε σ’ αυτόν μέχρι το έτος 1980, οπότε της το μεταβίβασε. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τα ακόλουθα έγγραφα: 1)Τη με αριθμό 6/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αργαλαστής, με την οποία η Μ. Π. αναγνωρίστηκε κυρία του τμήματος εμβαδού 1050,15τμ της βορειοδυτικής πλευρά του όλου ακινήτου της που βρίσκεται στη θέση "...", εμβαδού 3.747,06τμ και συνορεύει με ιδιοκτησίες Μ., Χ. και της Α. Λ. και διέταξε την αποβολή της τελευταίας από το τμήμα του πιο πάνω ακινήτου και την εγκατάσταση της πρώτης σ’ αυτό. 2)Τη με αριθμό 125/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση που άσκησε η Α. Λ. κατά της με αριθμό 6/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αργαλαστής. Επομένως, έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι η εφεσίβλητη είναι κυρία του τμήματος του όλου ακινήτου της, εμβαδού 1.050,15τμ. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η επίδικη λωρίδα δεν περιγράφεται σε καμία συμβολαιογραφική πράξη ούτε η εφεσίβλητη προέβη σε άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος διέλευσης, καθώς χρησιμοποιούσε τη δίοδο που υπάρχει και σήμερα μεταξύ του ακινήτου της και των όμορων ακινήτων του Γ. Μ. και Δ. Χ. και ότι το ακίνητο της, ως απεικονίζεται στο προσαγόμενο με επίκληση από Ιανουάριο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ., συνορεύει σε όλη την δυτική πλευρά αυτού (αριθμοί 63 έως 50 στο ως άνω τοπογραφικό) με αγροτικό δρόμο, που είναι ασφαλτοστρωμένος από το έτος 1975 και στην νότια πλευρά αυτού, όπου συνορεύει με ιδιοκτησίες Χ. και Μ. (50 έως 34 στο ως άνω τοπογραφικό) με δρόμο, και ως εκ τούτου, δεν υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί την ύπαρξη διόδου εντός του όλου ακινήτου (ελαιοπεριβόλου) του προκτήτορά τους και στη συνέχεια, στην δική της ιδιοκτησία. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι. Και τούτο διότι, το γεγονός ότι η επίδικη δίοδος δεν περιγράφεται σε καμία συμβολαιογραφική πράξη δεν αρκεί για να σχηματίσει το δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση περί της μη υπάρξεως δουλείας διόδου, αφού η κρίση αυτή δεν ενισχύεται, αλλά αναιρείται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως, την ένορκη κατάθεση της μητέρας των διαδίκων, όπως προεκτέθηκε, καθώς επίσης και από το γεγονός ότι η μόνη συμβολαιογραφική πράξη που καταρτίστηκε μετά το έτος 1970, οπότε ο πατέρας των διαδίκων μεταβίβασε τμήμα του όλου ακινήτου στην εφεσίβλητη, ήταν αυτή της μεταβίβασης του υπολοίπου ακινήτου στην εκκαλούσα, το έτος 1980. Και ναι μεν ήταν λογικό να περιγραφεί εκεί η εν λόγω δίοδος, πλην όμως, ενόψει του συγγενικού δεσμού που συνδέει τους διαδίκους, οι οποίες είναι αδερφές και απέκτησαν τα ανωτέρω ακίνητα από κοινό δικαιοπάροχο, τον πατέρα τους και του ότι δεν αποδεικνύεται ότι έως το έτος 2007 υπήρχαν εντάσεις ή προστριβές στις μεταξύ τους σχέσεις, είναι επίσης λογικό να μην υπάρχει ρητή και σαφής αναφορά στην ύπαρξη τέτοιας διόδου. Άλλωστε, το γεγονός ότι στο με αριθμό ...1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργαλαστής Γ. Κωτσόβολου, με το οποίο ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων μεταβιβάζει λόγω δωρεάς σε αυτές έναν αγρό, εκτάσεως 4 στρεμ., κείμενο στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας της ..., περιγράφεται ότι αυτός επικοινωνεί δια μέσου του ρέματος και όχι διαμέσου του προικώου ακινήτου του Γ. Α., εκτός της περιπτώσεως ανωτέρως βίας που θα καθίσταται αδύνατη η επικοινωνία δια μέσου του ρέματος, δεν άγει σε ασφαλή κρίση περί της βουλήσεως του δωρητή πατέρα των διαδίκων να περιγράψει με σαφήνεια τα όρια και τις διόδους των ακινήτων που μεταβίβασε στις θυγατέρες του, ώστε στην κρινόμενη υπόθεση να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι εφόσον δεν περιγράφεται τέτοια δίοδος δεν υπήρξε, και τούτο διότι η συγκεκριμένη περιγραφή ήταν αναγκαία λόγω της ιδιομορφίας της θέσεως του ακινήτου που συνορεύει με ρέμα και κυρίως επειδή για την εξασφάλιση διόδου σε περίπτωση ανάγκης, προβλεπόταν ότι θα χρησιμοποιούνταν ακίνητο ανήκον σε τρίτο πρόσωπο όμορο ιδιοκτήτη και όχι σε μία από τις δύο αδερφές. Περαιτέρω, στο με αριθμό ...1970 προικοσυμβόλαιο το ακίνητο της εφεσίβλητης περιγράφεται να συνορεύει ανατολικά προς την θάλασσα έχοντας πρόσοψη ακριβώς το ήμισυ της όλης προς τη θάλασσα προσόψεως και δυτικώς ομοίως και βάθος από της θαλάσσης μέχρι του σημείου όπου άρχεται η καλλιέργεια των φυτεμένων ελαιόδεντρων προ της συστάδος των αγρίων δέντρων. Στο σκεπτικό της με αριθμό 125/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου αναφέρεται ότι η συστάδα αγρίων δέντρων περιέχονταν στο ακίνητο της εφεσίβλητης και αποτελούσε το φυσικό σύνορο των δύο ακινήτων, καθώς επίσης και ότι το τμήμα, εμβαδού 1.050,15τμ αποτελούνταν από συστάδα αγρίων δέντρων. Με την από 29 Ιουνίου 1988 και με αριθμό πρωτ....29-6-1988 αίτηση τους προς το Δασαρχείο Βόλου οι διάδικοι ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι εκ της εκτάσεως 12στρεμ. και 2,5στρεμ. που ανήκουν αντίστοιχα στην εκκαλούσα και την εφεσίβλητη, ο αγρός καλύπτει έκταση 7.358,73τμ, εκ της οποίας 4.300τμ έχουν κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ’ αριθμ. 4417 από 10-11-1979 δασική απαγορευτική διάταξη και μόνο ένα στρέμμα περίπου αποτελεί συστάδα θαμνώδους μορφής (σχοίνα, μυρτιές και κουτσουπιές) και ζητούσαν να διενεργηθεί σχετική αυτοψία και κατόπιν να εκδοθεί απόφαση καθαρισμού του αγρού, προκειμένου να προβούν στη δεντροφύτευσή του με ελαιόδεντρα. Στην αίτηση αυτή δε ανέφεραν ότι ο εν λόγω αγρός δεν καλλιεργήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από το έτος 1940 έως το έτος 1944 και από το έτος 1946 έως το έτος 1949 λόγω πολέμου, έκτοτε δε όταν το έτος 1979 ο δικαιοπάροχος πατέρας τους επιχείρησε να προβεί στον καθαρισμό του εκδόθηκε η προαναφερόμενη δασική απαγορευτική διάταξη, ενώ το έτος 1980 η Β’ Οικονομική Εφορία Βόλου ενήργησε αυτοψία και εξέδωσε τη με αριθμό 2/432/1980 από 13-10-1981 πράξη της που χαρακτηρίζει την έκταση ως αγρό. Επίσης, υπέβαλαν και την από 29-6-1988 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία δήλωναν-βεβαίωναν ότι η έκταση αυτή καλλιεργούνταν γεωργικώς από το έτος 1895 έως το έτος 1940 και έκτοτε παρέμεινε ακαλλιέργητος. Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. 1095/1-6-1989 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η έκταση 6.700στρεμ. είναι αγροτική και απέβαλε τον αγροτικό της χαρακτήρα, επειδή παρέμεινε επί μακρό χρόνο ακαλλιέργητη και δασώθηκε και χαρακτηρίζεται ως δασική του άρθ.3 του ν.998/1979 αποτελούμενη από δασικά είδη της διάπλασης αειφ. πλατύφυλλων και αποδίδεται στη γεωργική εκμετάλλευση με άδεια της Διεύθυνσης Δασών. Ακολούθως, εκδόθηκε η με αριθμό 2437/4-12-1989 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας με την οποία εγκρίθηκε η εκχέρσωση του αναδασωθέντος ως άνω αγρού εμβαδού 6.700τμ με αποκλειστικό σκοπό την απόδοση της εκτάσεως στη γεωργική εκμετάλλευση. Απ’ όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι έως το έτος 1979 η εφεσίβλητη διερχόταν από την επίδικη δίοδο είτε πεζή είτε με μηχανοκίνητο όχημα, όχι για να καλλιεργήσει το κτήμα της, αλλά κυρίως για τη διενέργεια άλλων πράξεων νομής, όπως να το καθαρίζει, να το επιβλέπει, να το οριοθετεί και να ασκεί επί τόπου εποπτεία, και από τη δίοδο αυτή μετέφερε τα αναγκαία για τις εργασίες περιποίησης και καθαρισμού εργαλεία, όλες αυτές δε οι πράξεις συνεχίστηκαν και μετά το έτος 1980 και ιδίως το έτος 1989, όταν πλέον χορηγήθηκε η άδεια εκχέρσωσης, οπότε το κτήμα αυτό καλλιεργούνταν πλέον. Εξάλλου, η εδαφική λωρίδα που βρίσκεται μεταξύ των ιδιοκτησιών της εκκαλούσας και του Γ. Μ. και Δ. Χ. εξυπηρετεί τις εν λόγω ιδιοκτησίες προκειμένου να έχουν πρόσβαση στη θάλασσα όπου καταλήγει από την μία μεριά, από την άλλη δε πλευρά συνεχίζει μέχρι τον αγροτικό δρόμο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι τον Σεπτέμβριο του 2004 οι διάδικοι, μεταξύ και άλλων πολιτών, απευθύνθηκαν στο Δήμο Αργαλαστής και ζήτησαν να ληφθούν μέτρα αναφορικά με το δρόμο αυτό, τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι χρησιμοποιούσαν ακόμη και οι παππούδες τους για να κατεβαίνουν στην παραλία, για να ποτίζουν τα ζώα τους στη φυσική βρύση και για να πηγαίνουν στις βάρκες και τις καλύβες που είχαν στην παραλία. Με τη με αριθμό ...2004 απόφαση του το Δημοτικό Συμβούλιο Αργαλαστής αποφάσισε κατά πλειοψηφία να ελέγξει αν πρόκειται περί δουλείας οδού ή δημοτικής οδού και εφόσον αποδειχθεί να πράξει τα δέοντα. Επίσης, το Σεπτέμβριο του 2004 οι Δ. Χ. και Ε. Χ. άσκησαν κατά του Γ. Μ. αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργαλαστής, ζητώντας να αναγνωριστεί το δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διέλευσης από την εν λόγω οδό που καταλήγει στη θάλασσα και να υποχρεωθεί ο καθού να επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως η εφεσίβλητη παρενέβη προσθέτως υπέρ των αιτούντων με δήλωση της στο ακροατήριο, ισχυριζόμενη ότι το ακίνητο της εξυπηρετούνταν ανέκαθεν από τη δίοδο αυτή, που αποτελούσε τη μόνη δίοδο για κάθοδο στη θάλασσα είτε όταν βρισκόταν στο ακίνητο της ή σε άλλη ιδιοκτησία στα ... ... εδώ και σαράντα έτη, ζήτησε δε να εξεταστεί ως μάρτυρας η εκκαλούσα. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στη μετά διακοπή συνεδρίαση της 19-11-2004 οι διάδικοι συμβιβάστηκαν και ειδικότερα, ο καθού αναγνώρισε στους αιτούντες το δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διελεύσεως από δίοδο πλάτους 2,20μ στο δυτικό όριο της ιδιοκτησίας του, όπου αυτή συνορεύει με τις ιδιοκτησίες ... και ... και η οποία σε σταθερό πάντα πλάτος καταλήγει στο τέλος της ιδιοκτησίας του όπου αρχίζει η ακτή. Από τη δίοδο αυτή συμφώνησαν ότι θα δικαιούνται να διέρχονται πεζή οι αιτούντες καθώς και οι πελάτες του καταστήματος του Δ. Χ., ώστε να επισκέπτονται την ακτή ... και ότι το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζει και στην προσθέτως παρεμβαίνουσα. Απ’ όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ως άνω δίκη και ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε αφορά τη δίοδο προς τη θάλασσα που διέρχεται από το ακίνητου Γ. Μ., η οποία δε χρησιμοποιείται από την εφεσίβλητη για να εξέλθει και στον αγροτικό δρόμο. Οι περιεχόμενοι στην από 29-6-1988 αίτηση προς το δασαρχείο ισχυρισμοί και όσα υποστήριξε για να θεμελιώσει την πρόσθετη παρέμβαση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου δεν αποτελούν εξώδικες, κατά την έννοια του άρθρου 352 παρ.2 ΚΠολΔ, ομολογίες αναφορικά με το επίδικο ζήτημα, με το αν δηλαδή πράγματι η εφεσίβλητη ασκούσε πράξεις οιονεί νομής επί της εν λόγω εδαφικής λωρίδας, ανεξάρτητα του αν διερχόταν για να καλλιεργήσει το ακίνητο της ή για άλλο λόγο, αλλά αφορούν αφ’ ενός μεν στο χαρακτήρα του ακινήτου που τελικώς κρίθηκε ως έκταση υπαγόμενη στο άρθρο 3 του ν.998/1979, αφ’ ετέρου δε στην κτήση διόδου προς τη θάλασσα και όχι τον αγροτικό δρόμο. Σε κάθε δε περίπτωση, οι εξώδικες ομολογίες εκτιμώνται ελεύθερα. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Γ. Κ., ο οποίος είναι μακρινός συγγενής των διαδίκων και κατέθεσε ότι δεν έχει δει να καλλιεργείται το κτήμα και ότι δεν θυμάται να υπάρχει δρόμος παράλληλος στο κτήμα της εκκαλούσας, αλλά και ότι ο δρόμος που διέρχεται από την ιδιοκτησία Μ. είναι φραγμένος από τον ίδιο και δεν υπάρχει πλέον πρόσβαση, ότι ο δικαιοπάροχος των διαδίκων χρησιμοποιούσε και τις δύο εισόδους για να εισέλθει στο κτήμα και ότι όταν μεταβίβασε στην εφεσίβλητη το κτήμα, η τελευταία και ο σύζυγος της εισέρχονται από εκεί που εφάπτεται "με το δρόμο τον επάνω". Επομένως, η εφεσίβλητη χρησιμοποιούσε από το έτος 1970 την επίδικη δίοδο, έως τον Μάρτιο του 2007, οπότε η εκκαλούσα τοποθέτησε σιδηροπασσάλους και σίτα στην πλευρά 75-76-77-78 αποκλείοντας της την είσοδο και την έξοδο προς τη δίοδο και τον Σεπτέμβριο του 2007 τοποθέτησε μεταλλική πόρτα επί της πλευράς Δ1-Δ2 του επίδικου διαδρόμου, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η είσοδος και η προσπέλαση αυτής. Με την ως άνω συμπεριφορά της η εκκαλούσα παρεμποδίζει την επ’ ωφελεία του ακινήτου της εφεσίβλητης ελεύθερη χρήση εκμετάλλευση και απόλαυση του δικαιώματος πραγματικής δουλείας οδού, το οποίο πρέπει να αναγνωριστεί ότι έχει αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και να υποχρεωθεί η τελευταία να άρει την προσβολή της οιονεί νομής δικαιώματος δουλείας διόδου και να απαγορευθεί σ’ αυτήν κάθε μελλοντική προσβολή του δικαιώματος πραγματικής δουλείας οδού της εφεσίβλητης με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως.
Ακολούθως το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή προστασίας της δουλείας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου διότι νεμήθηκε την επίδικη εδαφική λωρίδα με διάνοια δικαιούχου, για είκοσι έτη.
Όμως, κατά το προικοσυμβόλαιο (τίτλο της), το ακίνητο της, έχει έκταση μόνο 2.500 τμ., ενώ. με την αγωγή της, ισχυρίστηκε ότι, με "νεότερη καταμέτρηση", το ακίνητο της εμφανίζεται μιάμιση φορά μεγαλύτερο (3.747,06 τμ). Έτσι, το ακίνητο της, εμφανίζεται να αποτελείται από δύο μέρη, το ένα (εμβαδού 2.500 τμ.), για το οποίο έχει νόμιμο τίτλο (προικοσυμβόλαιο), και το άλλο εμβαδού (3,747,06 - 2.550 =) 1.197,06 τ.μ., για το οποίο δεν έχει νόμιμο τίτλο, ούτε ισχυρίστηκε, ούτε απέδειξε κυριότητα, με νόμιμο τρόπο, παράγωγο ή πρωτότυπο. Έπρεπε, με ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, να δεχθεί την έφεση της αναιρεσείουσας και να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως αβάσιμη, κατά νόμο και κατ’ ουσία, δεχόμενη ότι, δεν υπάρχει έγκυρη έναρξη έκτακτης χρησικτησίας δουλείας διόδου, διότι αυτή προϋποθέτει ύπαρξη κυριότητος στο όλο δεσπόζον ακίνητο, αφού, κατά νόμο, η δουλεία διόδου είναι αδιαίρετο δικαίωμα υπέρ του όλου δεσπόζοντος ακινήτου, αλλά δεν προκύπτει - υπάρχει αμφιβολία - ποίο, από τα δύο, είναι το μέρος του ακινήτου της εφεσίβλητης ενάγουσας υπέρ του οποίου συστήθηκε η πραγματική δουλεία διόδου με έκτακτη χρησικτησία αν το τμήμα αυτό συνορεύει απευθείας με το τμήμα της αναιρεσείουσας, ώστε να υπάρχει σχέση δεσπόζοντος και δουλεύοντος ακινήτου.
Συνεπώς δεν υπάρχει έγκυρη, κατά νόμο, κτήση και άσκηση οιονεί νομής δουλείας διόδου προς απόκτηση πραγματικής δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της πριν την κτήση κυριότητας σε αυτό από εκείνη, ούτε επομένως, έγκυρη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι το δεσπόζον ακίνητο ήταν ενιαίο και αποκτήθηκε με βάση το προαναφερθέν προικοσυμβόλαιο.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 977, 1129 ΑΚ αφού το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο την επίδικη δουλεία διόδου πλην όμως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αν η οιονεί νομή που οδήγησε στην απόκτηση της επίδικης δουλείας διόδου είχε αποκτηθεί από την αναιρεσίβλητη κατά πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού είναι νομικά αδιάφορος ο τρόπος κτήσης της οιονεί νομής που άγει σε απόκτηση δουλείας, αρκεί αυτή να ασκείται συνεχώς επί εικοσαετία.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ψέγεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επειδή με το να δεχτεί α) ότι ολόκληρο το αρχικό ενιαίο ακίνητο του δικαιοπαρόχου τους είχε κηρυχθεί αναδασωτέο, με την υπ’ αριθμ. 4417 από 10-11-1979 δασική απαγορευτική διάταξη, εκτός από ένα στρέμμα, που κι αυτό αποτελούσε δάσος και δη συστάδα θαμνώδους μορφής (σχοίνα, μυρτιές και κουτσουπιές), και οι διάδικοι την 29.6.1988, υπέβαλαν κοινή αίτηση προς το Δασαρχείο Βόλου και ζητούσαν να διενεργηθεί αυτοψία και να εκδοθεί απόφαση καθαρισμού του "αγρού" για τη δεντροφύτευσή του, β) ότι, στην κοινή αίτηση τους, ανέφεραν ότι ο "αγρός" δεν καλλιεργήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από το έτος 1940 έως το έτος 1944 και από το έτος 1946 έως το έτος 1949 λόγω πολέμου, έκτοτε δε όταν το έτος 1979 ο δικαιοπάροχος πατέρας τους επιχείρησε να προβεί στον καθαρισμό του εκδόθηκε η προαναφερόμενη δασική απαγορευτική διάταξη, γ) Ότι, προς το Δασαρχείο Βόλου, υπέβαλαν και την από 29-6-1988 κοινή υπεύθυνη δήλωση, στην οποία δήλωναν - βεβαίωναν ότι η έκταση αυτή καλλιεργούταν γεωργικώς από το έτος 1895 έως το έτος 1940 και έκτοτε παρέμεινε ακαλλιέργητη, δ) Ότι, για την αίτησή τους, εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. 1095/1-6-1989 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η έκταση 6,700 στρεμ. είναι αγροτική και απέβαλε τον αγροτικό της χαρακτήρα, επειδή παρέμεινε επί μακρό χρόνο ακαλλιέργητη και δασώθηκε και χαρακτηρίζεται ως δασική του άρθ. 3 του ν. 998/1979 αποτελούμενη από δασικά είδη της διάπλασης αειφ. πλατύφυλλων και αποδίδεται στη γεωργική εκμετάλλευση με άδεια της Διεύθυνσης Δασών, και ε) Ότι, ακολούθως, εκδόθηκε η με αριθμό 2437/4-12-1989 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας με την οποία εγκρίθηκε η εκχέρσωση του αναδασωθέντος ως άνω αγρού εμβαδού 6.700 τμ με αποκλειστικό σκοπό την απόδοση της εκτάσεως στη γεωργική εκμετάλλευση.
Σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές της, πρόκειται για δασική έκταση, αναδασωτέα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, λόγω δε αυτής της ιδιότητας της, δεν ήταν επιτρεπτές, ούτε οι διακατοχικές πράξεις από την αναιρεσίβλητη (ιδιώτη), πριν την αναγνώριση της, ως αγροτικής (1.6.1989), ούτε η εκχέρσωση της, πριν την άδεια εκχέρσωσης (1.6.1989).
Παρόλο που και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κι αυτή ότι το όλο αρχικό μείζον ακίνητο είχε δασική μορφή, και μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος του είχε κηρυχθεί αναδασωτέο και είχε εκδοθεί απαγορευτική δασική διάταξη εκχέρσωσης, άρα ήταν ακίνητο εκτός συναλλαγής, κατά την έννοια του άρθρου 966 ΑΚ, εν τούτοις, στη συνέχεια, με εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, δέχθηκε σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου σε δασική έκταση, δεχόμενη ειδικότερα ότι η αναιρεσίβλητη "διερχόταν από την επίδικη δίοδο είτε πεζή είτε με μηχανοκίνητο όχημα, όχι για να καλλιεργήσει το κτήμα της, αλλά κυρίως για τη διενέργεια άλλων πράξεων νομής, όπως να το καθαρίζει, να το επιβλέπει, να το οριοθετεί και να ασκεί επί τόπου εποπτεία, και από τη δίοδο αυτή μετέφερε τα αναγκαία για τις εργασίες περιποίησης και καθαρισμού εργαλεία" και ότι οι πράξεις αυτές συνεχίστηκαν και μετά το έτος 1980 και ιδίως το έτος 1989, όταν πλέον χορηγήθηκε η άδεια εκχέρσωσης, οπότε το κτήμα αυτό καλλιεργούταν πλέον.
Με την έννοια αυτή, έσφαλε, κατά την εφαρμογή και την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ, που ρυθμίζει την κτήση κυριότητας με εικοσαετή έκτακτη χρησικτησία, αλλά εφαρμόζεται αναλόγως για την κτήση προσωπικής δουλείας διόδου με εικοσαετή χρησικτησία (άρθρο 1121 ΑΚ), με το να συνυπολογίσει στο χρόνο της δήθεν έκτακτης χρησικτησίας της προς κτήση προσωπικής δουλείας διόδου με εικοσαετή χρησικτησία, και το χρονικό διάστημα μέχρι την 1.6.1989, που η έκταση αυτή, ως δασική, εξαιρούταν της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ, το υπόλοιπο διάστημα (27 ημερών, 1 μηνός και 19 ετών) μέχρι την άσκηση της αγωγής της (29.7.2008) δεν επαρκεί προς συμπλήρωση της απαιτούμενης εικοσαετούς έκτακτης χρησικτησίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει παραδοχή ότι η δασική έκταση ήταν δημόσια ώστε να μη μπορεί η αναιρεσίβλητη να ασκεί στο δεσπόζον ακίνητο πράξεις οιονεί νομής, αντίθετα γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη εντός της δασικής έκτασης (δασωθέντος αγρού) που δεν έπαυσε να είναι ιδιωτική ασκούσε τις προσιδιάζουσες σ’ αυτήν πράξεις οιονεί νομής.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των άρθρων 974, 975, 1118, 1119, 1120, 1121 και 1045 ΑΚ διότι με όσα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας (αναγνώριση πραγματικής δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία), διότι, εφόσον, κατά τις παραδοχές της, πρόκειται για δασική έκταση, που αναγνωρίστηκε ως αγροτική την 1.6.1989, κατά το διάστημα αυτό :
α) δεν υπάρχει φυσική εξουσίαση της αναιρεσίβλητης στην επίδικη εδαφική λωρίδα, σαν οιονεί νομέα στο πράγμα, που, κατά νόμο, απαιτείται να υπάρχει, ως περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, εφόσον, αυτή, ως δασική έκταση, και μάλιστα αναδασωτέα, δεν ανήκε, κατά νόμο, στη φυσική εξουσίαση της, β) δεν υπάρχει από μέρους της θέληση, ως οιονεί νομέα να ασκεί φυσική εξουσίαση με διάνοια δικαιούχου, με τη θέληση, δηλαδή, να έχει την εξουσία αυτή ως ασκούσα ίδιο δίκαιο, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος και κατεύθυνση της θελήσεως αυτής σε ξένο πράγμα, αφού, η ίδια και η αναιρεσείουσα, το έτος 1989, υπέβαλαν κοινές αιτήσεις αναγνώρισης της όλης έκτασης από δασικής ως γεωργικής και χορήγησης άδειας εκχέρσωσης, ακριβώς και η ίδια γνώριζε ότι δεν ασκούσε στην επίδικη εδαφική λωρίδα φυσική εξουσίαση με διάνοια δικαιούχου, και γ) δεν υπάρχει θέληση της αναιρεσίβλητης προς εξουσία να κατευθύνεται σε αλλότριο πράγμα.
Για δε το επόμενο χρονικό διάστημα μετά την 1.6.1989 και μέχρι την άσκηση της αγωγής της (29.7.2008), δεν υπάρχει παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο και άσκησε την οιονεί νομή δουλείας διόδου στην επίδικη εδαφική λωρίδα με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου, κατά τον από το νόμο οριζόμενο χρόνο και έτσι με τις παραδοχές αυτές, δηλ. ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου, διότι δήθεν νεμήθηκε την επίδικη εδαφική λωρίδα με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου, από το έτος 1970 μέχρι την 29.7.2008, έσφαλε κατά την εφαρμογή των ως άνω περί κτήσεως δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου διατάξεων των άρθρων 974, 975, 1118, 1119, 1120, 1121 και 1045 ΑΚ, υποπίπτοντας σε ευθεία παράβαση τους, διότι προέβη σε εφαρμογή τους, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς, επίσης, προσέδωσε σε αυτές έννοια διαφορετική από την αληθή.
Ο λόγος αυτός που επικαλύπτεται από τις προηγούμενες αιτιάσεις είναι αβάσιμος αφού με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου τους οποίους και ορθά εφάρμοσε, και οι αιτιάσεις ως προς την ύπαρξη οιονεί νομής θίγουν την εκτίμηση των αποδείξεων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.1.2014 αίτηση της Α. Λ. για αναίρεση της 217/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου