Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

ΑΠ 400/2017 - Aπό τα άρθρα 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της και συνεπώς τούτο (το κύρος αυτής) δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή

Aπό τα άρθρα 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της και συνεπώς τούτο (το κύρος αυτής) δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα...
του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ. Εξ άλλου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ. (Α.Π. 251/2016, Α.Π. 904/2012).


Απόφαση 400 / 2017    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 400/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ.-Ε. Β. του Α., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ... που ανακάλεσε την δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1185/2009 του ίδιου δικαστηρίου και 695/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-6-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 23-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../13-10-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12-1-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 10-5-2016 και κατ' αυτήν για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-12-2016), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (20-12-2016) δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει η αναιρεσίβλητη να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) Από τα άρθρα 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της και συνεπώς τούτο (το κύρος αυτής) δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ. Εξ άλλου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ. (Α.Π. 251/2016, Α.Π. 904/2012). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 παρ 2 Α.Κ., 1, 2 και 5 ν. 3198/1955, 1 και 3 ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με το σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι νόμω επιτρεπτή και επιφέρει τη λύση της εργασιακής συμβάσεως. Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από τους λόγους ότι έγινε κατά το χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή κατά το χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στη λύση της εργασιακής συμβάσεως και άρση της υπερημερίας του (Α.Π. 150/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα]... προσλήφθηκε την 1-10-1994 από την εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη]... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί με νυκτερινό ωράριο εργασίας ως φωτοσυνθέτρια στην πληκτρολόγηση κειμένων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή για την παραγωγή της εφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ"... Στις 15-7-2001... η εναγομένη... μετέβαλε το ωράριο εργασίας της από νυκτερινό σε απογευματινό, για τη μεταβολή δε των όρων εργασίας της, η οποία ήταν βλαπτική γι' αυτή, η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη... και στη συνέχεια στις 9-8-2001 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας... Λόγω αποτυχίας της εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, η ενάγουσα άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 10-11-2001... αγωγή της... Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1048/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η ενάγουσα υπέστη μονομερή βλαπτική μεταβολή... Μετά την άσκηση της άνω αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης επ' αυτής, η εναγομένη είχε ήδη καταγγείλει στις 12-12-2001 τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας. Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-2-2002... αγωγή της, με την οποία, αφού επικαλέστηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης, επειδή είχε προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας και είχε εγείρει την... από 10-11-2001 αγωγή, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη i) να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία της, ii) να της καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 1.644.948 δραχμών... iii) να της καταβάλει το ποσό 2.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και iv) σε κάθε περίπτωση να της καταβάλει το υπολειπόμενο μέρος της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 1.975,28 ευρώ... Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2146/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα, επί της οποίας (έφεσης) εκδόθηκε η 6626/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη, διότι έγινε για λόγους εκδικητικούς, και επιδικάστηκαν στην ενάγουσα μισθοί υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 12-12-2001 έως 12-3-2002 συνολικού ποσού 4.827,43 ευρώ... καθώς και ποσό 500 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στις 17-1-2005 η εναγομένη... κατέβαλε στην ενάγουσα τα ως άνω επιδικασθέντα ποσά, ωστόσο, ουδέποτε αποδέχθηκε την προσηκόντως από την ενάγουσα προσφερθείσα εργασία... με συνέπεια να εξακολουθεί η εναγομένη να βρίσκεται σε υπερημερία. Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-2-2005... αγωγή της, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 74.730,98 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 13-3-2002 έως τέλος Φεβρουαρίου 2005, καθώς και την από 23-5-2005 αίτηση περί προσωρινής επιδίκασης μισθών υπερημερίας. Μετά την άσκηση από την ενάγουσα των ως άνω αγωγής και αίτησης και πριν την έκδοση αποφάσεων επ' αυτών, η εναγομένη άσκησε την από 29-6-2005 αίτηση αναίρεσης κατά της... 6626/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια στις 30-8-2005 εκδόθηκε επί της ως άνω από 23-5-2005 αίτησης η 6636/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης επείγουσας περίπτωσης για τις απαιτήσεις μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 13-3-2002 έως το Φεβρουάριο 2005 και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα προσωρινά από 1-3-2005 και έπειτα το ποσό των 2.020,40 ευρώ κατά μήνα για μισθούς υπερημερίας. Στις 14-10-2005 η εναγομένη... κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 11.430,22 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του επιδικασθέντος με την 6636/2005 απόφαση ποσού για το χρονικό διάστημα από 1-3-2005 έως την 14-10-2005... επιφυλαχθείσας της εναγομένης... κάθε νομίμου δικαιώματός της για αναζήτηση των καταβληθέντων... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την καταβολή των ως άνω ποσών στις 21-10-2005 η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 21-10-2005 εξώδικη δήλωση-καταγγελία... με την οποία κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας. Συγκεκριμένα... η εναγομένη... δήλωσε στην ενάγουσα τα εξής: "1. Όπως γνωρίζετε στις 26-9-1994 προσληφθήκατε από την εταιρεία μας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως φωτοσυνθέτρια και η μεταξύ μας εργασιακή σχέση διήρκεσε έως τις 12-12-2001, οπότε και η εταιρεία σας απέλυσε καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση εκ δρχ. 1.885.732 ή 5.534,06 ευρώ. 2. Η ανωτέρω απόλυσή σας εκρίθη άκυρος βάσει της... 6626/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ήδη η εταιρεία έχει ασκήσει αναίρεση. 3. Μετά ταύτα με την παρούσα και με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός μας από την ευδοκίμηση της από 29-6-2005 αναίρεσης... σας δηλώνουμε πως καταγγέλλουμε εκ νέου την ως άνω σύμβαση εργασίας σας και σας προσφέρουμε ταυτόχρονα τη νόμιμη αποζημίωσή σας ποσού 16.499,91 ευρώ και μετ' αφαίρεση ποσού ευρώ 5.534,06 που ήδη σας έχει καταβληθεί ως αποζημίωση απόλυσης με την προηγούμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας σας και το οποίο συμψηφίζουμε προς την οφειλόμενη αποζημίωση, ποσό 10.965,85 ευρώ...". Από όσα παραπάνω γίνονται δεκτά δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη από 21-10-2005 καταγγελία υποκινήθηκε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο της ενάγουσας εξαιτίας της προηγούμενης δικαστικής διεκδίκησης των δικαιωμάτων της, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, ούτε άλλωστε προέκυψαν άλλα συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει εκδίκηση, ώστε αυτά σε συνδυασμό με τα άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα να καθιστούν την καταγγελία καταχρηστική... Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η γενόμενη στις 21-10-2005 νέα (δεύτερη) καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε από την εναγομένη... με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός της από την τυχόν ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης κατά της 6626/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την αναγνώριση ως έγκυρης της πρώτης καταγγελίας (η 6626/2004 απόφαση αναιρέθηκε με την 2084/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου μόνο κατά το μέρος που αφορά τους μισθούς υπερημερίας) και με σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας και η οποία (υπερημερία) είχε αρχίσει από τις 12-12-2001 και συνεχιζόταν έως τις 21-10-2005, δηλαδή τέσσερα περίπου έτη. Ακολούθως η δεύτερη αυτή καταγγελία, που έγινε με σκοπό την άρση της υπερημερίας της εναγομένης... είναι έγκυρη και δεν απαιτούνταν για το κύρος της να έχει προηγηθεί πραγματική απασχόληση της ενάγουσας στην εναγομένη... Πέραν, ωστόσο, του σκοπού της εναγομένης... να άρει την υπερημερία της, η επίδικη καταγγελία υπαγορεύτηκε από οικονομοτεχνικούς λόγους. Ειδικότερα προέκυψε ότι οι δημοσιογράφοι οι οποίοι έστελναν τα κείμενα τους χειρόγραφα προκειμένου να πληκτρολογηθούν από τα άτομα με την ειδικότητα του φωτοσυνθέτη, όπως ήταν η ενάγουσα, στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, άρχισαν να πληκτρολογούν οι ίδιοι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τα κείμενά τους. Συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν η σταδιακή μείωση του όγκου εργασίας της πληκτρολόγησης από τους φωτοσυνθέτες και έτσι από τα 15-20 άτομα- φωτοσυνθέτες που απασχολούνταν... έως το έτος 2001, να απασχολούνται πλέον κατά το έτος 2005 μόνο 3 άτομα. Εξ άλλου και το προσωπικό της εναγομένης... μειώθηκε, από τα 173 άτομα που απασχολούνταν το έτος 2000, σε 124 άτομα κατά το έτος 2005... Μετά τα παραπάνω η επίδικη καταγγελία... είναι έγκυρη και επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας, η δε εναγομένη..., ως μη υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, δεν οφείλει πλέον σε αυτή μισθούς υπερημερίας για το μετέπειτα της καταγγελίας χρονικό διάστημα, ήτοι από 21-10-2005 έως 21-1-2006". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 669 παρ. 2, 281 ΑΚ, 1 επ. ν. 2112/1920, 1 επ. ν. 3198/1955 που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας της δεύτερης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Και τούτο διότι διέλαβε όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα προς τούτο στοιχεία που καταφάσκουν την εγκυρότητα αυτής (χωρίς να προσαπαιτείται παράθεση των λόγων της καταγγελίας, λόγω του αναιτιώδους αυτής, ούτε πραγματική απασχόληση της ενάγουσας κατά τα προεκτεθέντα) και επιφέρουν την κατά νόμο επιτρεπτή λύση της εργασιακής σύμβασης και την εντεύθεν άρση της υπερημερίας της εναγομένης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας και με επάλληλη προς τούτο αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. Α.Π. 14/2011, 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης περί συνδρομής οικονομοτεχνικών λόγων για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δεν προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως εκ της εφαρμοζόμενης ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών που απαιτεί καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και ότι συνακόλουθα το εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, υπέπεσε στη ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (σελ. 4 αυτών) προκύπτει σαφώς η καταχώρηση του άνω ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης σ' αυτά. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, να μην καταδικασθεί όμως η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης αφού η τελευταία ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2015 αίτηση για αναίρεση της 695/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: