
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, από τον τρόπο και τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητά του, για ..
την αποκατάσταση της οποίας η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λαμβανομένων υπόψη του είδους της προσβολής και των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ποσό των..Απόφαση 102 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 102/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "... Επιχειρήσεις Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γούναρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 141/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 4-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων αναίρεσης, την απόρριψη δε των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της και συνεπώς τούτο (το κύρος αυτής) δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ. Εξ άλλου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ. Τέλος δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του, εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης (Α.Π. 251/2016, Α.Π. 904/2012). Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους - αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως - όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 Α.Κ. από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος. Ειδικότερα το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (Α.Π. 904/2012). Συνακόλουθα η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική και στην περίπτωση κατά την οποία, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας των λόγων που την υπαγόρευσαν, δεν ήταν, με καθαρώς αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αρχές τις καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, το επιβαλλόμενο μέτρο για την προστασία του καλώς εννοουμένου οικονομικού συμφέροντος του εργοδότη γιατί αυτό θα μπορούσε να προστατευθεί με άλλα ηπιότερα μέτρα (Α.Π. 496/1987).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξης οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 Α.Κ., 323 αριθ. 5, 897 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. και αναφέρεται στην αποτροπή επελεύσεως έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη (Ολ. Α.Π. 4/2012). Εξ άλλου η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο αυτό και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η αντίστοιχη πρόταση (Α.Π. 97/2016). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του αξιούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η δε ποσοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 αντίστοιχα αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ’ αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (Α.Π. 205/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 5-6-2009 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε τα εξής: Ότι την 1-12-1995 προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Επιχειρήσεις Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως μπάρμαν στο .... Ότι με την από 29-10-1994 σύμβαση εργασίας η εναγομένη κοινοπραξία, μέλος της οποίας ήταν η ανωτέρω εργοδότριά του εταιρεία, υπεισήλθε στην εργασιακή σχέση ως καθολική διάδοχος της εργοδότριας, αναδεχθείσα όλες τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη σύμβαση αυτή. Ότι κατά το έτος 2008 μετά από ευδόκιμη υπηρεσία δώδεκα και πλέον ετών και μετά από δοκιμαστική περίοδο έξι μηνών η εναγομένη τον προήγαγε στη θέση του βοηθού επικεφαλής μπάρμαν. Ότι καθ’ όλο το διάστημα της εργασιακής του σχέσης με την εναγομένη εξεπλήρωνε με απόλυτη συνέπεια τα καθήκοντά του. Ότι ουδέποτε είχε εμπλακεί σε διενέξεις με πελάτες, συναδέλφους του ή προϊσταμένους του και ουδέποτε είχε δεχθεί επίπληξη, αναφορά ή κλήση σε εξηγήσεις για τη συμπεριφορά ή την απόδοσή του. Ότι παρά ταύτα στις 18-3-2009 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική: Α) Διότι για τη λήψη της σχετικής απόφασης δεν εκτιμήθηκε ο επαγγελματισμός, η επιδεξιότητα, και η εργατικότητα που επέδειξε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, η έλλειψη επιβολής οποιασδήποτε προηγούμενης επίπληξης ή σύστασης καθώς και απόδοσης συγκεκριμένων λαθών ή πταισμάτων αλλά αντίθετα προτάχθηκε ως βαρύνον στοιχείο που προκάλεσε την απόφαση της εναγομένης και λειτούργησε ως το τελικό παραγωγικό αίτιο της απόλυσής του, η άδικη απόδοση στο πρόσωπό του ευθύνης για ανάρμοστη συμπεριφορά σε συνάδελφο, η οποία στηρίχθηκε σε παραποιημένη απόδοση των συνθηκών ενός πραγματικού περιστατικού που έλαβε χώρα λίγες ημέρες πριν την απόλυση, το οποίο εξιστορεί στη συνέχεια. Διότι ενώ ανέμενε την κλήση του σε απολογία με βάση τον εσωτερικό κανονισμό και το πειθαρχικό δίκαιο που αυτός προβλέπει, του επιδόθηκε η ρηθείσα καταγγελία. Διότι υπό τα εκτεθέντα περιστατικά η απόλυσή του δεν υπαγορεύθηκε από την απόδοση και συμπεριφορά του, οπότε θα ήταν εύλογη και αποδεκτή, αλλά αντίθετα ο επαγγελματισμός του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του αποδείχθηκε ανεπαρκής για τη διασφάλιση της εργασίας του, αφού κατ’ ουσίαν η απόλυσή του αποφασίσθηκε με βάση στιγμιαία εκδήλωση αυθορμητισμού, δικαιολογημένου αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα και το χαλαρό κλίμα συζήτησης που εξελισσόταν εκείνη τη στιγμή, δηλαδή αξιολογήθηκε ως ουσιώδης λόγος καταγγελίας η στιγμιαία εξωτερίκευση της εσωτερικής ψυχικής διάθεσης του, παρότι αυτή δεν ήταν προσβλητική για τη συνάδελφό του. Διότι υπ’ αυτά τα δεδομένα η καταγγελία είναι καταχρηστική, ως ασκηθείσα καθ’ υπέρβαση του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του διευθυντικού δικαιώματος αφού "το κινήσαν αίτιο" δεν άπτεται της εργασιακής απόδοσης και συμπεριφοράς του αλλά ανάγεται σε μεμονωμένη, στιγμιαία κατά κυριολεξία εκδήλωση της ψυχικής διάθεσης, σε κάθε δε περίπτωση δεν συνιστά επαρκή λόγο καταγγελίας, διότι η έκφραση του συναισθηματισμού εκ μέρους του εργαζόμενου ή η εξωτερίκευση της εσωτερικής διάθεσης ευθυμίας και αυθορμητισμού, εφόσον δεν συνοδεύεται από προσβολή της τιμής και υπόληψης του εργοδότη ή των εκπροσώπων του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλύει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Β) Διότι σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλαδή και αν η στιγμιαία αντίδρασή του κατά το συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό είναι αποδοκιμαστέα ως "υπερβαίνουσα το αναγκαίο μέτρο" ενέργεια, η εναγομένη, συμμορφουμένη με την αρχή της αναλογικότητας η οποία διέπει το πειθαρχικό δίκαιο στις ιδιωτικές εκμεταλλεύσεις και επιχειρήσεις, θα μπορούσε να του επιβάλει οποιαδήποτε από τις πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται από τις διατάξεις πειθαρχικού δικαίου του εσωτερικού κανονισμού εργασίας που ισχύει στην επιχείρησή της, αναλογικά επαχθούς σε σχέση με τη σπουδαιότητα του συγκεκριμένου περιστατικού, δηλαδή την παρατήρηση ή την προφορική επίπληξη, την έγγραφη επίπληξη, πρόστιμο, ή προσωρινή υποχρεωτική αργία άνευ αποδοχών. Διότι ενόψει των ανωτέρω η καταγγελία είναι καταχρηστική ως αντικειμένη στην αρχή της ultima ratio, αφού η καταγγελία πρέπει να επιλέγεται ως έσχατο μέσο για την εξυπηρέτηση των αληθών συμφερόντων του εργοδότη. Διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση με την καταγγελία της ατομικής του σύμβασης εργασίας δεν εξυπηρετήθηκε οποιοδήποτε αληθές και εύλογο συμφέρον της εργοδότριας ενόψει της επάρκειας και της αναγνωρισμένης συνέπειας που είχε επιδείξει καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης και κατά συνέπεια και υπ’ αυτό το κριτήριο η απόλυση του είναι καταχρηστική και άκυρη. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, να υποχρεωθεί η εναγομένη, ως εκ της υπερημερίας στην οποία περιήλθε περί την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών του, να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται την εργασία του στην ίδια θέση, ειδικότητα και με τις ίδιες αποδοχές, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση, επί πλέον δε να επιδικασθεί σ’ αυτόν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εναγομένη, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, προέβαλε γενικώς την αοριστία της αγωγής, την οποία με τις έγγραφες προτάσεις της εξειδίκευσε ότι αφορά την "παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας" και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη αναγράφεται στις προτάσεις (σελίδα 12 αυτών) "...ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον ο ενάγων δεν εκθέτει στο δικόγραφο της αγωγής, αν οι επαπειλούμενες από τον κανονισμό ποινές, τις οποίες επικαλείται και ισχυρίζεται ότι θα μπορούσαν να επιβληθούν, ήταν και πρόσφορες για την τιμωρία του και την αποκατάσταση και εξασφάλιση της τάξης στο τμήμα και την εκμετάλλευση, είναι και πρόσφορες για την τιμωρία...". Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε μερικώς δεκτή κατά την επικουρική βάση της, κατά δε της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση της εναγομένης και αντέφεση του ενάγοντος. Με την έφεσή της και συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο αυτής η εναγομένη προέβαλε αοριστία της αγωγής κατά τη θεμελιουμένη στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας επικουρική βάση της, τον ίδιο δε ισχυρισμό επανέλαβε με τις έγγραφες ενώπιον του εφετείου προτάσεις της (σελίδα 8 αυτών). Με βάση τα ανωτέρω ο πρώτος κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 (αληθώς δε μόνο αριθ. 14) Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή για καταχρηστικότητα της καταγγελίας κατά την κύρια (υπό το στοιχείο Α) βάση της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Τούτο διότι ενώπιον του εφετείου, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται, δεν προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα και μάλιστα παραδεκτά ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής κατά τη βάση της αυτή. Ούτε συνιστά παραδεκτή πρόταση τέτοιου ισχυρισμού η παράθεση στις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας αποσπασμάτων δικαστικών αποφάσεων (νομολογίας), στα οποία αναφέρονται τα αναγκαία για τη θεμελίωση της καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας στοιχεία. Ο ίδιος (πρώτος κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ίδιες αναιρετικές πλημμέλειες, ήτοι αυτές του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 (αληθώς δε μόνο αριθ. 14) Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή κατά την επικουρική (υπό το στοιχείο Β) βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι σ’ αυτό διαλαμβάνονται ως πραγματικοί ισχυρισμοί όλα τα περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για το ορισμένο της βάσης αυτής, όπως αυτά αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, καθόσον αφορά τους λοιπούς ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Ο ενάγων την 1-12-1995 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη στο … νομού Κορινθίας από το νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Επιχειρήσεις Α.Ε." προκειμένου να απασχοληθεί ως μπάρμαν στο χώρο του μπαρ στο … που διατηρεί αυτή στο … νομού Κορινθίας. Κατά το έτος 2004 στην ως άνω εργασιακή σύμβαση υπεισήλθε η εναγομένη κοινοπραξία ως εργοδότρια, ενώ ο ενάγων μετά από εξάμηνη δοκιμαστική περίοδο, ήτοι από αρχές Ιουνίου έως 2 Δεκεμβρίου του έτους 2008, προήχθη σε θέση του βοηθού επικεφαλής μπάρμαν (captain), ήτοι σε θέση προϊσταμένου. Έκτοτε ο εν λόγω εργαζομενος προσέφερε σε αυτήν (εναγομένη) προσηκόντως τις υπηρεσίες του από την ως άνω θέση έως τις 18-3-2009, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντας σε αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση, επικαλούμενη την ανάρμοστη συμπεριφορά του προς συνάδελφο, μετά από έγγραφη καταγγελία εκ μέρους της συναδέλφου, κατά την άσκηση της υπηρεσίας του... Αφορμή για την καταγγελία δόθηκε από ένα περιστατικό που έλαβε χώρα μεταξύ του ενάγοντος και της ετέρας εργαζομένης στην κοινοπραξία Ε. Δ. στις 28-2-2009 εντός του εργασιακού χώρου της επιχείρησης, σύμφωνα με το οποίο η εν λόγω εργαζόμενη προσβλήθηκε από τη συμπεριφορά του ενάγοντος. Συγκεκριμένα στην από 13-3-2009 έγγραφη αναφορά από τον αρμόδιο διευθυντή Κ. Κ. προς τη Διεύθυνση Οργάνωσης και Διαχείρισης Ανθρωπίνου Δυναμικού της επιχείρησης για το επίδικο συμβάν, σύμφωνα με την από 28-2-2009 καταγγελία της άνω εργαζόμενης, περιγράφονται επί λέξει τα εξής: "Στις 26-2-2009 η κα Δ. εργαζόταν στη βάρδια 14.00-22.00. Στις 19.45 μετέφερε υλικό στο casino, το οποίο είχε ζητήσει ο κ. Τ. Π. (vip captain). Στο γραφείο εκείνη τη στιγμή βρισκόταν ο κ. Τ.. Η κ. Δ. άφησε το υλικό και περίμενε τον κ. Τ.. Καθώς συνομιλούσε με τον κ. Τ., εμφανίστηκε ο κ. Λ. Θ. (ενάγων), ο οποίος πήγε να τους μιλήσει. Η κ. Δ. βρισκόταν καθιστή δίπλα στον κ. Τ. και ο κ. Λ. όρθιος στη δεξιά της πλευρά. Ο κ. Τ. ζήτησε από τον κ. Λ. να ετοιμάσει κάτι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και πλησίασε πιο κοντά στην κ. Δ.. Ο κ. Λ. έβαλε το χέρι του στο κεφάλι της κ. Δ. και με παλμικές κινήσεις το έβαλε μπροστά στα γεννητικά του όργανα. Αμέσως η κ. Δ. σηκώθηκε όρθια και του είπε ότι αυτό που έκανε ήταν πολύ χυδαίο και έφυγε για να μην τον χτυπήσει. Η αισχρή αυτή χειρονομία την προσέβαλε τόσο πολύ σαν συνάδελφο, σαν γυναίκα και σαν μητέρα. Η καταγγέλουσα δήλωσε ότι "με την αξιοπρέπεια και την τιμή κάθε ανθρώπου δεν μπορεί να παίξει και να τα προσβάλλει κανένας. Με την πράξη του αυτή την έκανε να νοιώσει πόσο φτηνή μπορεί να γίνει η ψυχή ενός ανθρώπου και ο χαρακτήρας του". Ακολούθως η κα Δ. ενημέρωσε για το περιστατικό τους κ. Π. και κ. Τ. (Assistant F & B Managers) και την κ. Κ. (chief steward). Να σημειωθεί ότι είναι η δεύτερη φορά που προσβάλλεται από τον κ. Λ.. Την πρώτη φορά παρών ήταν ο κ. Δ. Λ. (captain)". Ακολούθως του συμβάντος στις 28-2-2009 οι τελευταίοι, Π. και Τ., προκάλεσαν συνάντηση μεταξύ των εμπλεκομένων παρουσία τους, κατά την οποία ο ενάγων απλά παραδέχθηκε ότι προέβη σε μια χειρονομία και συγκεκριμένα σε μία πράξη αβροφροσύνης με την πρόταση του χεριού του προς το οπίσθιο μέρος της κεφαλής της κ. Δ., η οποία έγινε μέσα σε κλίμα ευθυμίας και οικειότητας που είχε αμέσως δημιουργηθεί, και στο οποίο συμμετείχε και αυτή. Αντιλαμβανόμενος δε ο ενάγων ότι η συνάδελφός του ενοχλήθηκε, ζήτησε αμέσως συγγνώμη, ισχυριζόμενος ότι δεν ήθελε να την προσβάλλει. Λίγο αργότερα την ξανασυνάντησε και ζήτησε εκ νέου την κατανόησή της, πλην όμως εκείνη απήντησε ότι δεν είναι θεός για να συγχωρεί. Μερικές ημέρες αργότερα ο ενάγων, αφού κλήθηκε στο γραφείο του διευθυντή κ. Κ., ο τελευταίος του ανέφερε ότι έχει προσβληθεί από τη συμπεριφορά του, την οποία χαρακτήρισε απαράδεκτη και τον ενημέρωσε ότι θα κινούσε τις διαδικασίες πειθαρχικού ελέγχου του ενάγοντος. Πλην όμως και ενώ ο τελευταίος ανέμενε την κλήση του σε απολογία, με βάση τον εσωτερικό κανονισμό και το πειθαρχικό δίκαιο που αυτός προβλέπει, η εναγομένη στις 18-3-2009 επέδωσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, χωρίς να κληθεί ο ενάγων για παροχή εξηγήσεων, περιοριζόμενος στην προσωπική ακρόαση και χωρίς ν’ ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία. Μεταξύ άλλων η καταγγέλλουσα συναδελφός του γενικά και αόριστα ανέφερε ότι ο ενάγων την είχε ξαναπροσβάλει και μάλιστα ενώπιον τρίτου προσώπου, κάτι που δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν αποδείχθηκε το εν λόγω περιστατικό όπως το εξιστόρησε η κ. Δ.. Αντίθετα οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι το περιστατικό παρουσιάσθηκε παραποιημένο από την καταγγέλλουσα, μη ανταποκρινόμενο στην αλήθεια των γεγονότων, αποδείχθηκαν ουσία βάσιμοι. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη σε πράξη αστεϊσμού με το χέρι του προς την κεφαλή της ως ένδειξη αβροφροσύνης στο κλίμα της μεταξύ τους οικειότητας. Θα ήταν εξάλλου κραυγαλέο να έχει προβεί ο ενάγων στον τρόπο αυτό σεξουαλικής παρενόχλησης της κ. Δ. και ειδικότερα του εξαναγκασμού πραγματοποίησης παλμικών κινήσεων της κεφαλής της προς τα γεννητικά όργανα του ενάγοντος, παρουσία μάλιστα και τρίτου προσώπου, του κ. Τ.... Ενόψει δε των παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παρασύρθηκε στην ανωτέρω συμπεριφορά λόγω ακραίας εξωτερίκευσης των συναισθημάτων του και της διάθεσής του για ευθυμία, και δεν προέβη στην αναφερόμενη από την τελευταία ανάρμοστη συμπεριφορά απέναντι στη συνάδελφό του, η οποία θα μπορούσε μάλιστα να κλονίσει έστω και έμμεσα το πνεύμα της ομαλής συνεργασίας που καλλιεργείται στην επιχείρηση και το οποίο εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία και την πειθαρχική τάξη, ώστε να καθίσταται επιτακτική η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Σε καμία δε περίπτωση από το συγκεκριμένο αυτό περιστατικό δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο ενάγων με τη συνολική συμπεριφορά του παραβίασε τις εργασιακές του υποχρεώσεις, κυρίως την υποχρέωση καλόπιστης συμπεριφοράς απέναντι στην εκκαλούσα-εναγομένη και κλόνισε σε σημαντικό βαθμό τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα σ’ αυτή και τη διοίκηση της εργοδότριάς του, καθιστώντας ιδιαίτερα προβληματική τη συνέχιση της συνεργασίας τους. Εξ άλλου δεν προέκυψαν άλλες πράξεις ή παραλείψεις του ενάγοντος, εξαιτίας των οποίων να συνάγεται ότι από κακοβουλία του εξετέθη σε κίνδυνο η ομαλή παραγωγική και λειτουργική εν γένει δραστηριότητα της επιχείρησης της εναγομένης, αφού το επίδικο περιστατικό ήταν μεμονωμένο στη δεκαπενταετή θητεία του ενάγοντος και η εναγομένη δεν είχε διατυπώσει σε βάρος του διαμαρτυρία σχετικά με τον τρόπο που εκτελούσε τα καθήκοντά του ως εργαζόμενος μέχρι τότε. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν υπερβολική αντίδραση της εναγομένης, η οποία εξάντλησε την αυστηρότητά της για ένα περιστατικό ανθρώπινης στιγμιαίας αντίδρασης εργαζομένου απέναντι σε συνάδελφό του, χωρίς να σταθμίσει και εκτιμήσει το χαρακτήρα του ενάγοντος και τα λοιπά προσόντα του, την αποδοτικότητά του κατά την ενάσκηση της εργασίας του και την όλη του συμπεριφορά όλα τα χρόνια της συνεργασίας τους προς την επιχείρηση και τους συναδέλφους του, κάτι εξ άλλου που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη. Παρέβλεψε δε τελείως τον ανθρώπινο παράγοντα σφάλματος και δεν έδωσε καμία ευκαιρία για επίδειξη μεταμέλειας, αποβάλλοντάς τον από την επιχείρηση, καίτοι η απόλυση του τελευταίου δεν εξυπηρετούσε το καλώς εννούμενο συμφέρον της επιχείρησης. Θα μπορούσε να επιλέξει ηπιότερο από την καταγγελία μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων της, αναλογικά επαχθούς σε σχέση με τη σπουδαιότητα του συγκεκριμένου περιστατικού, όπως παρατήρηση, προφορική ή γραπτή επίπληξη, πρόστιμο ή προσωρινή υποχρεωτική αργία άνευ αποδοχών ή έστω και το επαχθέστερο από αυτά που προβλέπονται στον κανονισμό της, το οποίο θα ήταν πρόσφορο να εξομαλύνει τις σοβαρά διαταραγμένες σχέσεις των διαδίκων. Λαμβανομένης δε υπόψη και της προηγηθείσας πολυετούς συνεργασίας των από την ίδια εργασιακή θέση ευθύνης, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, θα μπορούσε ν’ αξιωθεί από την εργοδότρια η συνέχιση της παροχής της εργασίας του ενάγοντος, έστω και υπό διαφοροποιημένους, αλλ’ εντός της μεταξύ τους υφισταμένης συμβάσεως εργασίας όρους, δοθέντος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αποτελεί... το πιο επαχθές από τα μέτρα που δύναται να λάβει ο εργοδότης κατά του εργαζομένου. Όπως αποδείχθηκε η καταγγελία, η οποία έλαβε χώρα κατά τα προδιαληφθέντα μετά το ως άνω επεισόδιο, δεν ήταν επιβεβλημένη για την προστασία του καλώς νοουμένου συμφέροντος της εναγομένης, η δε άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της τελευταίας υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και ο οικονομικός του σκοπός και τυγχάνει άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική λόγω παράβασης της αρχής της αναλογικότητας...". Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και κατά ένα μέρος αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας ή μη της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας λόγω παράβασης της αρχής της αναλογικότητας, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας διατάξεις. Και τούτο διότι, ενόψει της θεμελιούμενης στην παράβαση της αρχής της αναλογικότητας επικουρικής βάσης της αγωγής, κατά την οποία "ακόμη και αν η... αντίδραση του κατά το συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό είναι αποδοκιμαστέα ως "υπερβαίνουσα το αναγκαίο μέτρο" ενέργεια", η εναγομένη, συμμορφούμενη με την ως άνω αρχή, θα μπορούσε να του επιβάλει οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή αντί της απόλυσης, ελλείπει η σαφής παραδοχή, ως αποδεδειγμένων, συγκεκριμένων περιστατικών αποτελούντων αγωγικούς ισχυρισμούς, εξαιτίας των οποίων να καθίσταται καταχρηστική για την προεκτεθείσα αιτία η εκ μέρους της εναγομένης απόλυση του ενάγοντος και δη τέτοιων, ο έλεγχος της βαρύτητας των οποίων να οδηγήσει σε κατάφαση της καταχρηστικότητας της εν λόγω απόλυσης, ως αντικειμένης στην αρχή της αναλογικότητας, ενόψει και της παραδοχής της προσβαλλόμενης περί ουσιαστικής αβασιμότητας του περιστατικού της 26-2-2009 και ότι αν ήταν αληθές αυτό "θα μπορούσε... να κλονίσει... το πνεύμα της ομαλής συνεργασίας που καλλιεργείται στην επιχείρηση και το οποίο εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία και την πειθαρχική τάξη, ώστε να καθίσταται επιτακτική η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του". Επί πλέον δεν καθίσταται σαφής η συνδρομή ή μη αντικειμενικών λόγων που να έχουν σχέση με το πρόσωπο και τη συμπεριφορά του ενάγοντος, προς αντιμετώπιση των οποίων και σε ικανοποίηση των δικαιολογημένων εξαιτίας αυτών συμφερόντων της εργοδότριας, να μπορεί - με προσφυγή σε ηπιότερα μέτρα - να αποτραπεί η απόλυση, ενόψει και της παραδοχής ότι ο ενάγων "δεν προέβη στην αναφερόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά", ενώ, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ελλείπουν σε κάθε περίπτωση περιστατικά θεμελιωτικά "αποχρώντος" λόγου απολύσεως. Εκ τούτου δε διαλαμβάνονται ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα εάν πράγματι η καταγγελία αποτελούσε ή όχι αναγκαία συνέπεια της επιχειρηματικής απόφασης που έλαβε η εναγομένη. Αντιφατικές αιτιολογίες εντοπίζονται επί πλέον με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές, καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής ή μη ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος εκ μέρους της εργοδότριας. Και τούτο διότι το μεν διαλαμβάνονται παραδοχές περί "πράξεως αστεϊσμού", "ένδειξης αβροφροσύνης στο κλίμα της μεταξύ τους οικειότητας", "παραποιημένου περιστατικού", "ελλείψεως ανάρμοστης συμπεριφοράς εκ μέρους του ενάγοντος σε βάρος της συναδέλφου του", "ελλείψεως παραβιάσεως των εργασιακών του υποχρεώσεων" και εκ τούτων "ελλείψεως κλονισμού έστω και έμμεσα του πνεύματος ομαλής συνεργασίας, εύρυθμης λειτουργίας και τάξης" με την εναγομένη, και εξ ετέρου περί "συγγνώμης" εκ μέρους του ενάγοντος, ως και περί ανάγκης επιλογής εκ μέρους της τελευταίας ηπιότερου μέτρου "το οποίο θα ήταν πρόσφορο να εξομαλύνει τις σοβαρά διαταραγμένες σχέσεις των διαδίκων", ως και ότι η καταγγελία ήταν υπερβολική διότι η εναγομένη "παρέβλεψε τελείως τον ανθρώπινο παράγοντα σφάλματος και δεν έδωσε καμία ευκαιρία για επίδειξη μεταμελείας" στον ενάγοντα. Συνακόλουθα οι πρώτος κατά το τρίτο σκέλος του και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος αυτών με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης.
Εξ άλλου το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, από τον τρόπο και τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητά του, για την αποκατάσταση της οποίας η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λαμβανομένων υπόψη του είδους της προσβολής και των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ποσό των 1.000 ευρώ". Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της εκ μέρους της εναγομένης παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος με την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης. Τούτο διότι δεν εξέθεσε σαφώς πραγματικά περιστατικά δηλωτικά αδικοπρακτικών ενεργειών της εναγομένης κατά τη συντέλεση της καταγγελίας, εξαιτίας των οποίων επήλθε η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. τρίτος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ο ίδιος λόγος (τρίτος) κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του, με τα οποία αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι δεν απέρριψε και το εν λόγω αγωγικό κεφάλαιο ως αόριστο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ο ισχυρισμός περί αοριστίας του αγωγικού αυτού κεφαλαίου.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ανωτέρω (πρώτος κατά το τρίτο σκέλος του, δεύτερος και τρίτος κατά το τρίτο σκέλος του) αναιρετικοί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί ολικά μεταξύ των διαδίκων η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη (άρθρο 179 εδαφ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 183 του ίδιου κώδικα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 141/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου