
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 781/2016 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ) -
1 του Ν.3208/2003 αλλά και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) του περιγραφομένου κατά θέση και όρια ακινήτου, επιφάνειας 1127 τμ και μετά την περίφραξή του 1129,28 τμ, το οποίο προήλθε από τη συνένωση δύο συνεχομένων αγροτεμαχίων, επιφάνειας 575,25 και 544,48 τμ τα οποία περιγράφονται κατά ...
Απόφαση 781 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 781/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. συζύγου Ι. Σ., το γένος Γ. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:703/2011 εν μέρει οριστική, 1046/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 3141/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-12-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 10-2-2016 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον το δικαστήριο παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, κατά την οποία (διάταξη) η αγωγή εκτός των άλλων αναγκαίων για το ορισμένο αυτής στοιχείων, πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του. Περαιτέρω από το άρθρο 1094ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, μεταξύ άλλων, η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατά θέση, έκταση και όρια, καθώς και κατά ιδιότητα ως οικοπέδου, αγρού κλπ, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση εκτός από την έκταση του επιδίκου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε ο εναγόμενος να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, το δε δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής να είναι δυνατή η εκτέλεση. Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις, ούτε ο καθ’ όρια προσανατολισμός του, ούτε επίσης να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων, εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του επιδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το επίδικο ακίνητο περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να μην γεννώνται αμφιβολίες για την ταυτότητά του και προσδιορίζεται η θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου αποτελεί τμήμα. Ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή ότι η ενάγουσα έγινε κυρία με παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθή κύριο) και κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν.3208/2003 αλλά και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) του περιγραφομένου κατά θέση και όρια ακινήτου, επιφάνειας 1127 τμ και μετά την περίφραξή του 1129,28 τμ, το οποίο προήλθε από τη συνένωση δύο συνεχομένων αγροτεμαχίων, επιφάνειας 575,25 και 544,48 τμ τα οποία περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια και έχουν προέλθει από κατάτμηση σε οικόπεδα μείζονος έκτασης που ανήκε σε απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Οικοδομικό Συνεταιρισμό, που ήταν κάτοχος οικείων αδειών κατατμήσεως και πωλήσεως του Υπουργείου Γεωργίας. Επιπλέον αναφέρονται στην αγωγή τα μη ενσωματωμένα σ’ αυτήν τοπογραφικά διαγράμματα, στα οποία αποτυπώνεται τόσο το επίδικο ακίνητο, όσο και εκείνα από τη συνένωση των οποίων προήλθε. Ενόψει τούτων η αγωγή, ως προς την περιγραφή του επιδίκου, είναι επαρκώς ορισμένη και καμιά αμφιβολία δεν γεννιέται για την ταυτότητά του. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη κηρύξεως του δικογράφου της αγωγής ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας, όπως είχε ζητηθεί με τον πρώτο λόγο της εφέσεως, αλλά και πρωτοδίκως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ η από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου αιτίαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 216 ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτη καθόσον αναφέρεται σε παραβίαση κανόνα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. ‘ Ετσι στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελής, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως (που στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες ), (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνωρίσεως ανυπαρξίας δικαιώματος του εναγομένου - αναιρεσείοντος και της υποβληθείσας από το τελευταίο ενστάσεως ιδίας κυριότητας για τους επικληθέντες από αυτό λόγους και ιδιαίτερα του αποτελούντος αντικείμενο της αναιρέσεως καταλυτικού ισχυρισμού της διαδοχής του αναιρεσείοντος στην κυριότητα του ενδίκου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι"πολέμου "Δυνάμει του με αριθμό .../04-11-1992 συμβολαίου αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου ........, το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί ...... η ενάγουσα απέκτησε λόγω αγοράς από την Ε. Δ. Ν., ένα αγροτεμάχιο κείμενο στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας και ήδη Δήμου Ραφήνας Αττικής , εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου , μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, εκτάσεως 575,25 τετραγωνικών μέτρων , όπως αυτό εμφαίνεται υπό τον αριθμό … και τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... στο από Δεκεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Λ. Μ.. Το ως άνω ακίνητο συνορεύει............Στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας, το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από την Δ. χήρα Π. Κ., δυνάμει του υπ. αριθμ. .../21-12-1990 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου συμβολαιογράφου.............., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί ............ Η Δ. χήρα Π. Κ., είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο από κληρονομιά του θανόντος στην Αθήνα, την 25-03-1987 συζύγου της, δυνάμει των από 15-02-1986 και 24-02-1987 ιδιόγραφων διαθηκών αυτού, οι οποίες δημοσιεύθηκαν νομίμως στο Πρωτοδικείο Αθηνών, την οποία κληρονομιά αυτή αποδέχθηκε με την πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ............, η οποία μεταγράφηκε νομίμως. Ο δε Π. Κ. είχε αποκτήσει το αγροτεμάχιο με το με αριθμό .../07-08-1952 παραχωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..........., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, από τον συνεταιρισμό με την επωνυμία "Συνεταιρισμός ...". Με το με αριθμό .../04-11-1992 συμβόλαιο αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου ...., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί, η ενάγουσα απέκτησε λόγω αγοράς από την Φ. χήρα Κ. Δ. Α., αγροτεμάχιο κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας και ήδη Δήμου Ραφήνας Αττικής, εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, το οποίο έχει έκταση 544,48 τετραγωνικά μέτρα και εμφαίνεται υπό τον αριθμό … και με κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... στο από Δεκεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Λ. Μ.. Το ως άνω ακίνητο συνορεύει .......... Στην άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμό .../09-07-1952 παραχωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ............ , που έχει νόμιμα μεταγραφεί ............., επίσης από τον συνεταιρισμό. Τα ως άνω δύο συνεχόμενα και εφαπτόμενα αγροτεμάχια η ενάγουσα-εφεσίβλητος συνένωσε σε ένα ενιαίο ακίνητο έκτασης 1.127,00 τετραγωνικών μέτρων, επί του οποίου ανήγειρε αυθαίρετη κεραμοσκεπή οικία εμβαδού 180,61 τετραγωνικών μέτρων , που διαθέτει παροχή ρεύματος και ύδατος και την οποία έχει υπαγάγει στις διατάξεις του Ν. 4014/2011 περί τακτοποίησης αυθαιρέτων κτισμάτων. Στον συνεταιρισμό αυτό τα δύο ένδικα ακίνητα περιήλθαν, ως τμήματα μείζονος έκτασης 60.082 τετραγωνικών μέτρων , εξ αγοράς από την Ε. Γ. Μ., με το προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. .../... συμβολαιο αγοραπωλησίας ακινήτου κτήματος του συμβολαιογράφου ............, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί. Στην δε Ε. Γ. Μ., το ως άνω μείζον ακίνητο είχε περιέλθει ως μέρος ακόμα ευρύτερης έκτασης αγροδασοκτήματος 1.400 στρεμμάτων, δυνάμει του με αριθμό .../16-07-1949 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου ............... που έχει νομίμως μεταγραφεί. Με το συγκεκριμένο συμβόλαιο διανομής η Ε. Γ. Μ., έλαβε την προαναφερόμενη έκταση ως τμήμα ακόμα ευρύτερης έκτασης αγροδασοκτήματος περίπου 3.315 στρεμμάτων, το οποίο ανήκε στον θανόντα την 27-11-1946 χωρίς να αφήσει διαθήκη πατέρα της Δ. Κ. του Α., και ως αντιστοιχούσα στο μερίδιο της επί της κληρονομιάς αυτού, την οποία αποδέχθηκε , δυνάμει της με αριθμό ......... πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ............ που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Η μερικότερη δε έκταση των 60.082 τετραγωνικών μέτρων προήλθε εκ μείζονος έκτασης 73 στρεμμάτων ιδιοκτησίας της Ε. συζ. Γ. Μ., η οποία χαρακτηρισθείσα ως δασική, αδειοδοτήθηκε προς πώληση στον ως άνω συνεταιρισμό παραθεριστών για να χρησιμοποιηθεί ενιαίως ως θέρετρο, με βάση την με αριθμό .../01-04-1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και σύμφωνα με το από Σεπτεμβρίου 1951 τοπογραφικό διάγραμμα κατάτμησης της σε επιμέρους οικόπεδα του μηχανικού Ν. Κ., η δε τελική έκταση των 60.082 τ.μ προέκυψε, ως καθαρή έκταση οικοπέδων, εκ της χάραξης δρόμων στην αρχική έκταση των 73 στρεμμάτων , τα δε επίδικα ακίνητα εμφαίνονται υπό τους αριθμούς ... στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα. Επίσης ολόκληρη η προαναφερόμενη ευρύτερη έκταση των 3.315 στρεμμάτων περιήλθε στον Δ. Κ. του Α. εξ αγοράς από τον Γ. Σ. του Α. δυνάμει του με αριθμό .../19-03-1930 πωλητηρίου συμβολαίου ακινήτου του συμβολαιογράφου ..............., το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί. Στον δε Γ. Σ. του Α., η εν λόγω έκταση είχε περιέλθει ως τμήμα ευρύτερου αγροδασοκτήματος έκτασης περίπου 50.000 στρεμμάτων και γνωστού τότε με την ονομασία "..." εκ δωρεάς εν ζωή της μητέρας του Ι. Α. Γ.Σ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../10-08-1913 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου......, νομίμως μεταγεγραμμένου. Στην δε ως άνω δωρήτρια το ακίνητο είχε περιέλθει κατά ένα τμήμα εξ αγοράς από τον Γ. Π. Σ. δυνάμει του με αριθμό .../24-08-1879 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ............, νομίμως μεταγεγραμμένου και κατά το έτερο τμήμα εκ πλειστηριασμού, με βάση την υπ. αριθμ .../10-04-1894 κατακυρωτική έκθεση του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ν.Τσόκα, που έχει νομίμως μεταγραφεί ............. Αμφότερα τα επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στους τίτλους κτήσης που επικαλείται η ενάγουσα, ως τμήματα μέρους του αγροδασοκτήματος "..." ιδιοκτησίας Ι. Α. Γ. Σ., που περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δ. Κ. και, μέσω της κληρονόμου του Ε. Μ. Κ., στον συνεταιρισμό "...", ο οποίος και το κατέτμησε. Ακολούθως, ως προς το δασικό ή μη χαρακτήρα των επιδίκων πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τμήματα του αρχικού αγροδασοκτήματος "...ς" το οποίο στους αρχικούς τίτλους κτήσης που προαναφέρονται, των ετών 1879, 1913 και 1930, περιγράφεται ως αποτελούμενο από δάση, βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις, ελαιώνες και αμπελώνες, εντέλει δε αυτά (επίδικα) εντάχθηκαν στην μερικότερη έκταση των 3.315 στρεμμάτων που κατά τα προαναφερόμενα περιήλθε στην ιδιοκτησία Δ. Κ. του Α.. Από τα όσα διαλαμβάνει η διορισθείσα πραγματογνώμων στις σελίδες 16 και 17 της από Δεκεμβρίου 2011 έκθεσής της, προκύπτει ότι η πρώτη διανομή γης από το Υπουργείο Γεωργίας για κατοικία και γεωργική εκμετάλλευση σε ακτήμονες του οικισμού της Ραφήνας, ο οποίος δημιουργήθηκε το 1924 με την μόνιμη εγκατάσταση προσφύγων από την Τριγλία Βιθυνίας, έγινε κατά την περίοδο 1930-1934. Σύμφωνα δε με τον χάρτη της διανομής αυτής κλίμακας 1:5.000 και τα πινάκια που τον συνοδεύουν, το κτήμα Κ., στο οποίο ενσωματώνονταν τα επίδικα κατά τα ανωτέρω, μνημονεύονται υπό τον αριθμό "..." με έκταση 3.298,17 στρέμματα, χαρακτηρίσθηκε τότε από την επιτροπή Απαλλοτριώσεων και Διανομής ως δάσος και εξαιρέθηκε της διανομής. Στην συνέχεια έκταση 73 στρεμμάτων του κτήματος Κ. περιήλθε στην κληρονόμο-θυγατέρα του Δ. Κ., Ε. Γ. Μ., και αδειοδοτήθηκε η πώληση του προς τον συνεταιρισμό με την με αριθμό .../01-04-1952 απόφαση του τότε Υπουργού Γεωργίας. Με την ως άνω απόφαση, η ως άνω έκταση χαρακτηρίσθηκε ως δασική. Η έγκριση της περαιτέρω κατάτμησης της σε οικόπεδα δεν αποδείχθηκε .........Από τα παραπάνω συνεπώς προκύπτει πως δεν είναι δυνατή καταρχάς η διαπίστωση της συνδρομής της ιδιότητας του δάσους στα επίδικα εξελικτικά κατά την περίοδο των ετών από το έτος 1879 , οπότε εντοπίζεται χρονικά ο πρώτος τίτλος του απώτατου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Γ. Π. Σ. μέχρι και σήμερα, κυρίως λόγω της αδυναμίας επακριβούς χαρακτηρισμού της φύσης της ευρύτερης έκτασης όπου αυτά εντοπίζονται. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα υπαγωγής, σύμφωνα και με τον αγωγικό ισχυρισμό, των επίδικων γεωτεμαχίων στην διάταξη της παρ 1 του άρθρου 12 του Ν. 3208/2003, προκειμένου να κριθεί η εγκυρότητα των επικαλουμένων από την ενάγουσα-εφεσίβλητο σχετικά με αυτά τίτλων κτήσης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου σε συνάρτηση με την φύση τους ως δασικών εκτάσεων ή μη. Σχετικώς επισημαίνονται τα εξής: 1) Οι τίτλοι κτήσεως που επικαλείται η ενάγουσα ανάγονται πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και συγκεκριμένα από του έτους 1879 και στον απώτατο δικαιοπάροχο της Γ. Π. Σ. και είναι όλοι μεταγεγραμμένοι στα βιβλία μεταγραφών των κατά τόπους αρμοδίων Υποθηκοφυλακείων.
Εν προκειμένω, η ενάγουσα επικαλείται ως τίτλους κτήσης την πώληση, την κληρονομιά τη διανομή και τη δωρεά κατά τα ανωτέρω , οι οποίοι ανάγονται προ της 23-02-1946 οπότε εισήχθη ο Αστικός Κωδικός, και θεωρούνταν από το τότε ισχύον Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο ως νόμιμες αιτίες θεμελίωσης ιδιοκτησίας. Οποιοσδήποτε δε τίτλος του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου κτηθείς προ της ως άνω ημεροχρονολογίας εδύνατο να θεμελιώσει δικαίωμα ιδιοκτησίας θεμελιούμενος στο νόμο, σε δικαστική απόφαση ή δικαιοπραξία [όπως πώληση, προίκιση, δωρεά, ανταλλαγή, συμβιβασμός, διανομή, κληρονομιά) καλύπτει την σχετική προϋπόθεση του αρ 12 του Ν. 2308/2003 και είναι νομικά αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο βεβαιώνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας η απόκτηση κυριότητας, δηλαδή, αν αυτή αποκτήθηκε παραγώγως ή πρωτοτύπως δια χρησικτησίας. 2) Στην συγκεκριμένη περίπτωση στις αεροφωτογραφίες των ετών 1938 και 1945 τα επίδικα ακίνητα αποτυπώνονται ως αγροί καλλιεργούμενοι. Το συμπέρασμα αυτό υιοθετούν , τόσο η πραγματογνώμονας Μ. Α. όσο και ο τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας. Συγκεκριμένα στην αεροφωτογραφία του έτους 1938 η πραγματογνώμων διαπίστωσε βαθμό συγκομώσεως 22%, ενώ ο τεχνικός σύμβουλος δια της στερεοσκοπικής μεθόδου βαθμό συγκομώσεως από 2,5 έως 3%, μεγέθη που σε κάθε περίπτωση αμφότερα είναι κατώτερα του βαθμού συγκομώσεως του 25%, που απαιτείται κατά το άρθρο 3 του Ν. 998/1979, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, προκειμένου μία έκταση να χαρακτηρισθεί ως δάσος. Κατόπιν τούτων εξάγεται ότι κατά το έτος 1945 και πρωτύτερα τα επίδικα ήταν γεωργικώς καλλιεργούμενοι αγροί. Στην αεροφωτογραφία του έτους 1960 η πραγματογνώμων διαπιστώνει ότι η καλλιέργεια επί των επιδίκων γεωτεμαχίων έχει εγκαταλειφθεί και ότι αυτά, ως αποτέλεσμα, έχουν χερσωθεί και δασωθεί, έχοντα βαθμό συγκομώσεως εγγίζοντα το 64%, την δε διαπίστωση αυτή δεν αποκρούει ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας. Κατόπιν τούτων αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι αμφότερα τα επίδικα γεωτεμάχια εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 12 παρ 1 του Ν. 3208/2003, αφού αποτελούν εκτάσεις που εμφανίζονται σε αεροφωτογραφία του έτους 1945 σε αγροτική μορφή, χωρίς να ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή το ότι αυτά άλλαξαν μορφή και εμφαίνονται σε αεροφωτογραφία του 1960 δασωμένες, και η ενάγουσα επικαλείται και αποδεικνύει την ύπαρξη νομίμων τίτλων κτήσης κυριότητας, νομίμως μεταγεγραμμένων, αναγομένων σε ημερομηνία προ της 23ης Φεβρουαρίου 1946. Οι δε μεταβιβάσεις που συντελέσθηκαν με τους συγκεκριμένους τίτλους θεωρούνται έγκυρες έναντι του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, με αυτόθροο αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσα αναφέρθησαν στην μείζονα σκέψη, η ενάγουσα εφεσίβλητος να έχει θεμελιώσει αντιτάξιμο σε αυτό δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων γεωτεμαχίων κατά παράγωγο τρόπο. Επί του δικαιώματος κυριότητας αυτού της ενάγουσας δεν ασκεί έννομη επιρροή η χέρσωση και δάσωση των επιδίκων αγροτεμαχίων μετά το έτος 1945 και δεν δύνανται εκ του λόγου αυτού να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 67 Ν.998/1979, καθώς η εφαρμογή αυτού δεν κατατείνει σε αναίρεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αγρών που άλλαξαν μορφή μετά το έτος 1940, αποβάλλοντας τον αγροτικό τους χαρακτήρα, επειδή παρέμειναν ακαλλιέργητοι ή δασώθηκαν τεχνητά, αλλά σε υποβολή της διαχείρισης τους και μόνο στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τόσο οι Ε. συζ. Δ. Ν. και Φ. χήρα Κ. Δ. Α., όσο και οι υπόλοιποι προαναφερόμενοι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, κατείχαν και νέμονταν συνεχώς τα επίδικα ακίνητα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, αλλά και με βάση τους ως άνω νόμιμους τίτλους, από του έτους 1879 μέχρι την άσκηση της αγωγής έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-02-1946), ότι νεμόμενοι τα γεωτεμάχια δεν προσέβαλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλων, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, που ποτέ δεν τους ενόχλησε ως προς αυτά, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαρειά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στα επίδικα. Η μεγαλύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, περιελάμβανε αγρούς, οπωροφόρα δέντρα, ελαιώνες, αμπελώνες, βοσκήσιμες αλλά και δασικές εκτάσεις. Την έκταση αυτή οι προαναφερόμενοι νομείς της, ως κύριοι έχοντας την σχετική διάνοια, χρησιμοποιούσαν για καλλιέργεια και βοσκή, την επιτηρούσαν και προστάτευαν από κάθε προσβολή -και το τμήμα της που είχε δασική κάλυψη- και ανέθεταν την σύνταξη τοπογραφικών σε μηχανικούς. Ακόμη, κατά το χρονικό διάστημα από 1879 μέχρι το έτος 1915, και στην συνέχεια μέχρι το έτος 1945, τα επίδικα γεωτεμάχια καλλιεργούνταν συστηματικά. Μετά δε την δημιουργία στην ευρύτερη των επιδίκων, οικιστικού ιστού, με πολεοδομική ρυμοτόμηση, ασφαλτοστρωμένους δρόμους και σύνδεση στα δίκτυα ηλεκτρικού, υδρεύσεως και τηλεφωνίας, οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και στην συνέχεια και η ίδια, ασκούσαν πράξεις νομής που προσιδίαζαν σε αστικής φύσης ακίνητα και ειδικότερα σε οριοθέτηση, επίβλεψη και επισκέψεις σε αυτά. Η δε ενάγουσα μετά την αγορά των επιδίκων το έτος 1992, τα συνένωσε σε ένα ενιαίο ακίνητο, ανεγείροντας σε αυτό κεραμοσκεπή οικία εμβαδού 180,61 τ.μ και τα δήλωσε στο κτηματολόγιο ως ιδιοκτησίες της. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, εφόσον από το έτος 1879 μέχρι την 11-09-1915, δηλαδή συνεχώς για χρονικό διάστημα τριάντα και πλέον ετών, νεμήθηκαν τα επίδικα με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, αλλά και με βάση τους προαναφερόμενους τίτλους έγιναν κύριοι των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία. Η κυριότητα αυτή των επιδίκων μεταβιβάσθηκε στην συνέχεια νομότυπα στους λοιπούς δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και τελικά στην ίδια, βάσει των ως άνω τίτλων και λοιπών νομίμων προσόντων, δηλαδή νομή επ’ αυτών, διάνοια κυρίου και καλή πίστη, οπότε αυτή κατέστη κυρία και κατά πρωτότυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία. Επιπλέον και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, εφόσον η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα κατά τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31-03-1833, με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών, κρίνεται απορριπτέος κατ’ ουσία ο ισχυρισμός του εναγόμενου- εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, περί ιδίας κυριότητας του επί των επιδίκων ακινήτων ως διαδόχου του Τουρκικού δημοσίου "δικαιώματι πολέμου". Επίσης από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η έκταση στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα ακίνητα έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος ή ότι το Δημόσιο άσκησε οποτεδήποτε νομή επ’ αυτών ή τα κατέλαβε ως αδέσποτα ή εγκαταλελειμμένα .............
Συνεπώς εξάγεται ότι το εναγόμενο ουδέποτε από τη σύσταση του ως ανεξάρτητου κράτους απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεως έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου, που προκλήθηκε από την συνένωση δύο επί μέρους ακινήτων, με παράγωγο τρόπο και δη με αγορά από αληθείς κυρίους, των οποίων, όπως και των απώτερων και απωτάτων δικαιοπαρόχων τους οι κτητικοί τίτλοι εξικνούνται μέχρι το 1879, άλλως γιατί συντρέχουν στο πρόσωπο της ενάγουσας οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν 3208/2003, καθόσον το επίδικο εμφανίζεται σε αεροφωτογραφία του 1945 με δασική μορφή και οι σχετικοί με το επίδικο, νόμιμα μεταγεγραμμένοι τίτλοι των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, ανάγονται και σε ημερομηνία πριν από τις 23.2.1946 με επακόλουθο η τελευταία να έχει αποκτήσει παραγώγως αντιτάξιμο στο Δημόσιο δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, άλλως ότι η ενάγουσα απέκτησε κυριότητα και πρωτοτύπως καιδη η ίδια με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΑΚ και οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί της τόσο κατά τις διατάξεις του ΑΚ, όσο και κατά εκείνες του προϊσχύσαντος ΒΡΔ, υπό την ισχύ του οποίου είχαν συμπληρώσει 30ετή καλόπιστη νομή στις 11.9.1915. Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες α) με τον δεύτερο λόγο η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 3208/2003, β) με τον τρίτο λόγο η πλημμέλεια του αρ. 19 του ίδιου άρθρου για έλλειψη νομίμου βάσεως, με την οποία πλήττονται για ανεπαρκείς αιτιολογίες οι παραδοχές της αποφάσεως αναφορικά με την απόκτηση κυριότητας επί του επιδίκου από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του Βυζαντινιορωμαϊκού δικαίου, οι προϋποθέσεις της οποίας είχαν συμπληρωθεί στις 11.9.1915, γ) με τον πέμπτο λόγο η ίδια αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 19, που αναφέρεται στα επιχειρήματα της απόφασης ως προς τον χαρακτηρισμό του ενδίκου ακινήτου ως δασικού ή αγροτικού και τη δυνατότητα ασκήσεως επ’ αυτού νομής και πλήττει (έστω και απαραδέκτως) τις από έκτακτη χρησικτησία παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι λόγοι αυτοί (δεύτερος, τρίτος και πέμπτος) πρέπει κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, αφού το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε τρεις επάλληλες αιτιολογίες (απόκτηση κυριότητας παραγώγως με ειδική διαδοχή και κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν.3208/2003 και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία),με δε την αναίρεση δεν πλήττεται η πρώτη από αυτές με επακόλουθο, οι ερευνώμενοι λόγοι που πλήττουν τις δύο άλλες επάλληλες αιιτολογίες, να καθίστανται αλυσιτελείς, αφού τυχόν αποδοχή τους δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς, στη μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας της αναιρεσίβλητης.
Επειδή από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο της 21.1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" ( ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κων/λεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κρήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα) Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από ‘ Ελληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο. Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/6.7.1832 Συνθήκη της Κων/λεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ εξάλλου κατά τη διάρκεια της τρίτης Τούρκικης κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και ‘ Ελληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά σε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κων/λεως. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 10/2011). Κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενό της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των αναφερομένων στη νομική σκέψη Πρωτοκόλλων και Συνθήκης. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως κατά τις οποίες η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα κατά τον απελευθερωτικό αγώνα, ώστε να συντρέξουν οι προϋποθέσεις της διαδοχής του Τουρκικού Κράτους από το Ελληνικό "δικαιώματι πολέμου" αλλά παραχωρήθηκε στο τελευταίο με την επίμαχη Συνθήκη στις 31.3.1833 και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών (που περιλαμβάνονται στα Πρωτόκολλα), το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένες παραδοχές τις περιεχόμενες στα εν λόγω Πρωτόκολλα και Συνθήκη διατάξεις κανόνων δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού, ενώ προσέτι η απόφαση περιέχει σαφείς αιτιολογίες ως προς το ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις των επίμαχων διατάξεων που αφορούν στην παραχώρηση της Αττικής και όχι εκείνες που αφορούν στην "δικαιώματι πολέμου διαδοχή". Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (τέταρτος) καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 22 αρ. 18 του ΕισΝΚολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.12.2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Χ. συζύγου Ι. Σ., το γένος Γ. Λ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ 3141/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου