ΑΠ 107/2017 - Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά...
την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.


Απόφαση 107 / 2017    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 107/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δημοτικό Ωδείο …" ... που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .... με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Μ.-Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 689/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 162/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-7-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 27-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../29-12-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λαρίσης Γ. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 15-3-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-11-2016), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (15-11-2016), δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ’ αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει η αναιρεσίβλητη να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.Α.Π. 18/2006). Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/ 1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ. α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Εξ άλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ. α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ. Α.Π. 7/2011 και 8/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] παρείχε στο εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον]... τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια κυρίως, καθόσον από το σύνολο των προσκομιζομένων συμβάσεων, τιτλοφορουμένων ως συμβάσεων μισθώσεως έργου, καθορίζεται ότι η ενάγουσα ήταν επιφορτισμένη με την επιμέλεια και φροντίδα του βεστιαρίου, την καθαριότητα της αίθουσας συναυλιών κατά το διάστημα πραγματοποίησης προβών και συναυλίας της Συμφωνικής Ορχήστρας... Το εναγόμενο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Η ενάγουσα προσλήφθηκε για πρώτη φορά από το εναγόμενο την 1-1-2001. Ειδικότερα η ανωτέρω παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο από την 1-1-2001 έως τις 30-6-2001, 1-9-2001 έως τις 31-10-2001, 1-11-2001 έως τις 31-12-2001, 1-1-2002 έως τις 31-3-2001, 1-4-2002 έως τις 30-6-2002, 1-9-2002 έως τις 31-10-2002, 1-11-2002 έως τις 30-111-2002, 1-12-2002 έως τις 31-12-2002, 1-1-2003 έως τις 31-3-2003, 1-4-2003 έως τις 30-4-2003, 1-5-2003 έως τις 30-6-2003, 1-9-2003 έως τις 31-10-2003, 1-12-2003 έως τις 31-12-2003, 1-1-2004 έως τις 31-12-2004, 1-1-2005 έως τις 15-6-2005, 1-9-2005 έως τις 31-12-2005, 1-1-2006 έως τις 31-12-2006, 1-1-2007 έως τις 31-12-2007, 1-1-2008 έως τις 31-12-2008, 1-1-2009 έως τις 31-12-2009, 1-1-2010 έως τις 30-4-2010, 1-5-2010 έως τις 30-9-2010, οπότε το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας χωρίς να προβεί σε έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης στην ενάγουσα. Για την εκπλήρωση του έργου καθαριότητας του εναγομένου ήταν υποχρεωτική και απαραίτητη η ύπαρξη καθαρίστριας. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων έργου η ενάγουσα με την παροχή των υπηρεσιών της αυτών κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, χωρίς τις οποίες ήταν αδύνατη η λειτουργία του κατά το μέρος της καθαριότητας. Το εναγόμενο προς αντιμετώπιση των αναγκών καθαριότητας απασχολούσε την ενάγουσα από την αρχική πρόσληψη αυτής και καθ’ όλη τη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων, κατά την οποία η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στον τομέα της καθαριότητας του εναγομένου. Η ανωτέρω ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεων της ενάγουσας και ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων μίσθωσης έργου δεν εδικαιολογείτο από τη φύση, το είδος και το σκοπό των παρεχομένων απ’ αυτή ως άνω υπηρεσιών αλλ’ ούτε και από οποιοδήποτε άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι η παροδική αναπλήρωση άλλων συναδέλφων (της ενάγουσας), καθαριστών- καθαριστριών ή για την εκτέλεση σωρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας, αλλ’ αντιθέτως τέθηκε από το εναγόμενο σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων διατάξεων του ν. 2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των συμβάσεών της ως προς το χρονικό περιορισμό αυτών και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων να αποτελεί μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Δεδομένου όμως... ότι από την ως άνω αρχική, την 1-1-2001, πρόσληψη της ενάγουσας μέχρι τις 19-7-2004, οπότε άρχισε η ισχύς του π.δ. 164/2004 αλλά και νωρίτερα και πιο συγκεκριμένα έως τις 31-12-2003, η ενάγουσα είχε συμπληρώσει, με τις ως άνω συναφθείσες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, συνολικό χρόνο απασχόλησής της στο εναγόμενο που υπερέβαινε τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες και ότι η τελευταία πριν την έναρξη της ισχύος του άνω προεδρικού διατάγματος σύμβασή της, δηλαδή αυτή με ημερομηνία έναρξης 1-1-2004, εξακολουθούσε να ισχύει αφού ο χρόνος λήξης της είχε καθοριστεί στις 31-12-2004, άρα αυτή ήταν ενεργή κατά την έναρξη της ισχύος του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος και περαιτέρω συνέτρεχαν στο πρόσωπό της και οι λοιπές ως άνω αναφερόμενες και από το άρθρο 11 αυτού τασσόμενες προϋποθέσεις για την αναγνώριση των ως άνω αλλεπαλλήλων μετά του εναγομένου συμβάσεών της ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι προαναφερθείσες διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, που έγιναν με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920, αποτελούν εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν λήγει αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας σύμβασης, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την εν λόγω ημερομηνία. Η πρώτη σύμβαση της ενάγουσας καταρτίσθηκε πριν την 18-4-2001 (ισχύς αναθεωρημένου Συντάγματος) και όλες οι μεταγενέστερες και επίμαχες διαδοχικές σχέσεις έργου της ενάγουσας, ο χρόνος των οποίων καλύπτει όλο το επίδικο χρονικό διάστημα... μπορούσαν να προσλάβουν ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεων μίσθωσης έργου εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας της και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή". Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε αναγνωρισθεί ότι οι ένδικες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων είχαν το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Έτσι που έκρινε το εφετείο - και συγκεκριμένα ότι οι ανωτέρω (πλέον των είκοσι) διαδοχικές συμβάσεις, η πρώτη των οποίων καταρτίσθηκε πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004 και επανασυναφθείσες και συνεχισθείσες, όντας ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία και μετά ταύτα, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι ο καθορισμός αυτών ως συμβάσεων μισθώσεως έργου, με διαδοχική και εξακολουθητική κάθε φορά διάρκεια επί συνολικό χρονικό διάστημα σχεδόν δέκα ετών, δεν εδικαιολογείτο από τη φύση τους αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας, καθώς και ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου - ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, που ήταν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Και ναι μεν αναφέρθηκε και στις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του π.δ 164/2004 (με την εκδοχή ότι αυτές δεν απαγορεύουν την σε κάθε περίπτωση μετατροπή των αλλεπαλλήλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου) με την παραδοχή ότι "συνέτρεχαν στο πρόσωπο της ενάγουσας και... οι από το άρθρο 11 π.δ. 164/2004 τασσόμενες προϋποθέσεις για την αναγνώριση των ως άνω αλλεπαλλήλων μετά του εναγομένου συμβάσεών της, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου...". Όμως η τελευταία αυτή παραδοχή τέθηκε πλεοναστικώς, δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (που προστέθηκαν με το ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, των οποίων η ισχύς αρχίζει από 17-4-2001) δεν είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η σχέση εργασίας της αναιρεσίβλητης συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργή κατά την έναρξη ισχύος τους, είχε δε ήδη προσλάβει κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή και πριν την ισχύ της άνω Οδηγίας, των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 που εφάρμοσε, καθώς και εκείνες των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 5 και 11 π.δ. 164/2004 και 648, 669 Α.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξ άλλου ο προαναφερθείς (πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ίδια πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα το δικαστήριο της ουσίας έκρινε επί των προϋποθέσεων του άρθρου 11 παρ. 2 π.δ. 164/2004, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συνακόλουθα αβάσιμος. Τούτο διότι το εφετείο, πέραν όσων προεκτέθηκαν, οδηγήθηκε τελικώς στην κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας και του ρηθέντος προεδρικού διατάγματος, με το οποίο αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη. Σε κάθε δε περίπτωση η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 παρ. 2 π.δ. 164/2004 διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του Α.Σ.Ε.Π. για τη "μετατροπή" των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου, συντρεχουσών των καθοριζομένων στην πρώτη παράγραφο αυτού προϋποθέσεων, δεν αποκλείει ούτε είναι δυνατόν να αποκλείσει το δικαίωμα των εργαζομένων να προσφύγουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 26, 94 και 95 του Συντάγματος, στα πολιτικά δικαστήρια, επιδιώκοντας την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της συμβατικής εργασιακής σχέσης τους, ο ορθός χαρακτηρισμός της οποίας κατά τα προεκτεθέντα αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας (Α.Π. 465/2014). Περαιτέρω ο δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι το εφετείο, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της απασχόλησης της ενάγουσας υπό ενιαία σύμβαση που είχε το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία καλύπτονταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος καθ’ όλο το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα ρηθέντα πραγματικά περιστατικά που καταφάσκουν τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού και αιτιολογούν τη συνδρομή των απαιτούμενων κατά νόμο όρων και προϋποθέσεων. Με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το τρίτο σκέλος του λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο λόγο αυτό: "μη λαμβάνοντας υπόψιν αποδεικτικά μέσα που προσήγαμε και επικαλεσθήκαμε... δεν έκανε δεκτό τον ισχυρισμό μας ότι οι υπηρεσίες που παρείχε η αντίδικος δεν αφορούσαν σε δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονταν ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ΔΩΛ [αναιρεσείοντος], όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός σύμφωνα με το άρθρο 11 π.δ. 164/2004" και με ακόλουθη αναφορά και ανάλυση των διαλαμβανομένων στη διάταξη του άρθρου 5 του ίδιου προεδρικού διατάγματος. Με το ως άνω περιεχόμενο ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν καθορίζονται σαφώς σ’ αυτόν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο. Αλλά και αν ήθελε υποτεθεί ότι ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα εννοούνται τα μνημονευόμενα προηγουμένως: ΦΕΚ 377α/1930, 1052β/2007 και ΑΔΣ Δήμου … με αριθμό 98/2013, από τα οποία ως εκθέτει το αναιρεσείον προκύπτουν οι σκοποί του και ότι μέχρι τις 31-12-2003 υφίσταντο άλλου είδους συμβάσεις ("επιμέλειας και φροντίδας βεστιαρίου συμφωνικής ορχήστρας Δημοτικού ..."), ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ομοίως ως απαράδεκτος διότι δεν αφορά σε απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, αφού το εφετείο κατά τα προεκτεθέντα δεν δέχθηκε εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση των διατάξεων του π.δ. 164/2004. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και "...όλα ανεξαιρέτως τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα...", σε συνδυασμό προς τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες γίνεται αναφορά στο "σύνολο των προσκομιζομένων συμβάσεων" από τις οποίες "καθορίζεται ότι η ενάγουσα ήταν επιφορτισμένη με την επιμέλεια και φροντίδα του βεστιαρίου, την καθαριότητα της αίθουσας συναυλιών...", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το εφετείο συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό. Με τις λοιπές αναφερόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις και υπό την επίφαση των ρηθεισών αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Συνακόλουθα πρέπει ν’ απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, να μην καταδικασθεί όμως η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της νικώσας αναιρεσίβλητης, αφού η τελευταία ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 162/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια