ΑΠ 538/2017 - Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 Α.Κ. προκύπτει ότι αν ο εργοδότης καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται, μέχρις ότου άρει την υπερημερία του, να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 Α.Κ. προκύπτει ότι αν ο εργοδότης καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται, μέχρις ότου άρει την υπερημερία του, να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας ...
στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον της υπηρεσίες του απολυθέντος. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον.
Συνεπώς με βάση τη διάταξη αυτή μπορούν να ζητηθούν από τον εργοδότη που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του μισθωτού αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή τους (Α.Π. 1698/2011, 641/2008).

Απόφαση 538 / 2017    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 538/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Ν. του Λ., κατοίκου ..., 2) Ι. Ν. του Μ., κατοίκου ... και 3) Μ.-Π. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Α. Ι., από τους οποίους ο πρώτος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου, ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νταλάκο και η τρίτη παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Πετρακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2007 αγωγή της αρχικά ενάγουσας Α. Ι., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2503/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 138/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2014 αίτησή τους, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 1-10-2015 κλήση τους μετά τη ματαίωση αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 22-9-2015.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 5-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος. Ο αυτοπροσώπως παριστάμενος πρώτος αναιρεσείων και πληρεξούσιος των λοιπών αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 Α.Κ. προκύπτει ότι αν ο εργοδότης καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται, μέχρις ότου άρει την υπερημερία του, να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον της υπηρεσίες του απολυθέντος. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον.
Συνεπώς με βάση τη διάταξη αυτή μπορούν να ζητηθούν από τον εργοδότη που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του μισθωτού αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή τους (Α.Π. 1698/2011, 641/2008). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 12/2000, 1/1999). 2. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 12-3-2007 αγωγή της η αρχικά ενάγουσα Α. Ι., της οποίας καθολικοί διάδοχοι είναι οι ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και άκυρη καταγγελία αυτής από το τελευταίο, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την άκυρη καταγγελία μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, και να αναγνωρισθεί ότι αυτό υποχρεούται να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα και για όσο χρόνο θα εξακολουθούσε να μην αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή, κρίθηκε άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της τότε ενάγουσας και της επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, χωρίς το δικαστήριο ν' αποφανθεί επί του αγωγικού αιτήματος για αναγνώριση της υποχρεώσεως του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα και για όσο χρόνο αυτό θα εξακολουθούσε να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση, παραπονούμενη μεταξύ άλλων και για τη σιωπηρή απόρριψη του ως άνω αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής της. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως είχε αποβιώσει η ενάγουσα και τη δίκη συνέχισαν οι νόμιμοι κληρονόμοι αυτής, ήδη αναιρεσείοντες. Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφενός μεν δέχθηκε ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν είχε προσβληθεί με έφεση κατά το μέρος της που είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και κατά το μέρος της που είχε επιδικάσει σ' αυτήν μισθούς υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και ότι συνακόλουθα κατά τα μέρη της αυτά είχε καταστεί τελεσίδικη, αφετέρου δε δέχθηκε ότι το πιο πάνω αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής ήταν αόριστο δεδομένου ότι "η ενάγουσα, για το πρόωρο του αιτήματός της, δεν επικαλέστηκε βάσιμο φόβο ότι το εναγόμενο θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής" και απέρριψε στο σύνολό της την έφεση. Έτσι που έκρινε το εφετείο αξίωσε περισσότερα από όσα απαιτούνται από το νόμο (άρθρο 69 παρ. 1 περ. α Κ.Πολ.Δ.) για το ορισμένο του ως άνω αγωγικού αιτήματος. Ειδικότερα έκρινε ότι η επικαλούμενη με την αγωγή έννομη σχέση ήταν μέλλουσα και ότι συνακόλουθα για το ορισμένο του συγκεκριμένου αιτήματος αυτής (αναγνωριστικού κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.) η ενάγουσα έπρεπε να επικαλείται ότι υπήρχε βάσιμος φόβος ότι το εναγόμενο θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 περ. στ Κ.Πολ.Δ. Αυτό όμως δεν ήταν αναγκαίο κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή (και τελεσιδίκως δεκτά γενόμενα με την πρωτόδικη απόφαση) επρόκειτο για υφιστάμενη και σε εξέλιξη έννομη σχέση, επί της οποίας ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. α Κ.Πολ.Δ., την εφαρμογή της οποίας ζήτησε η ενάγουσα, και όχι εκείνη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. στ Κ.Πολ.Δ. Τούτο διότι κατά τα επίσης αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη το εναγόμενο ήταν υποχρεωμένο μέχρις ότου άρει την υπερημερία του να καταβάλει αποδοχές υπερημερίας στην ενάγουσα, η οποία δεν ήταν υποχρεωμένη σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών της, αφού στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη της εμπεριεχόταν και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον της υπηρεσίες της.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το προαναφερθέν αγωγικό αίτημα ως αόριστο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου (άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.) και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. 3. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε απορριπτέο το προαναφερθέν αγωγικό αίτημα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται το ίδιο κεφάλαιό της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 138/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια