Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

ΑΠ 692/2017 - Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Συνεπώς κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία είναι παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, έστω και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέσα στην προθεσμία προσθήκης και αντίκρουσης. Στην περίπτωση αυτή η εντός της προθεσμίας αντίκρουσης δοθείσα ένορκη βεβαίωση (ανεξάρτητα του αν και με ποιες προϋποθέσεις λαμβάνεται υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) επιτρεπτώς προσκομίζεται στο εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμενης απόφασης (A.Π. 1114/2011)

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. ...
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σ' αυτό αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Τα αποδεικτικά δε αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 315/2015). Περαιτέρω κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της εκτίμησης τέτοιων βεβαιώσεων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών αποτελεί η προηγούμενη, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του προκαλέσαντος την εξέταση διαδίκου.
Συνεπώς κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία είναι παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, έστω και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέσα στην προθεσμία προσθήκης και αντίκρουσης. Στην περίπτωση αυτή η εντός της προθεσμίας αντίκρουσης δοθείσα ένορκη βεβαίωση (ανεξάρτητα του αν και με ποιες προϋποθέσεις λαμβάνεται υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) επιτρεπτώς προσκομίζεται στο εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμενης απόφασης (A.Π. 1114/2011)


Απόφαση 692 / 2017    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 692/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Έ. Φ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Μ. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 61/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 30-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της 61/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών με την κάτω από αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (21-2-2017), η οποία κλήση υπογράφεται από το δικηγόρο Πατρών Γ. Β. στον οποίο η αναιρεσείουσα έχει χορηγήσει νομίμως τη σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα, και με τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Γ. Α. ότι αυτό επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 6-10-2016, προκύπτει ότι η συζήτηση επισπεύδεται με επιμέλεια της αναιρεσείουσας. Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως πρέπει αυτή να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή. Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α K.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη διότι δεν περιεχόταν σ' αυτήν αναφορά περί του συμφωνηθέντος μεταξύ των διαδίκων ή του νομίμου μισθού της ενάγουσας ούτε των προϋποθέσεων προσδιορισμού του, χωρίς να αρκεί το αναφερόμενο στο ιστορικό της συνολικό ποσό και κατώτερο ημερομίσθιο, καθώς και ότι το εφετείο, μη απορρίπτοντας την αγωγή ως αόριστη, υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια διότι "παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών". Ο λόγος αυτός, πέρα από την αοριστία του η οποία έγκειται στο ότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του σχετικού ισχυρισμού της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του εφετείου ούτε παραθέτει στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του ανωτέρω ισχυρισμού. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και από τις από 5-12-2013 έγγραφες προτάσεις της τότε εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι δεν είχε προταθεί ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ' έφεση.
Περαιτέρω με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 10 και 11, άλλως 14 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και επανεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, στα οποία (πρακτικά) έχουν καταχωρηθεί εσφαλμένα: α) τα στοιχεία του εξετασθέντος με επιμέλεια της εναγόμενης μάρτυρα ανταπόδειξης, ως Ε. Λ. του Σ., αντί εκείνων του συζύγου της που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και β) τα στοιχεία της εξετασθείσης με επιμέλεια της ενάγουσας μάρτυρος απόδειξης που φέρεται ότι είναι "ο άνευ μικρού ονόματος αναφερόμενος Μ. του Σ.", όμως φέρεται ότι καταθέτει "η ενάγουσα είναι ανιψιά του άνδρα μου...", το οποίο δεν αρμόζει σε πρόσωπο αρσενικού γένους. Ότι έτσι η κρίση της προσβαλλόμενης στηρίχθηκε σε καταθέσεις προσώπων που δεν ανταποκρίνεται στην ιδιότητα των εξετασθέντων και το εφετείο έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που κατατέθηκαν από ανύπαρκτα πρόσωπα. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του σχετικού ισχυρισμού της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του εφετείου ούτε παραθέτει στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του ανωτέρω ισχυρισμού. Σε κάθε δε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και από τις από 5-12-2013 έγγραφες προτάσεις της τότε εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι δεν είχε προταθεί ο σχετικός ισχυρισμός ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ' έφεση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σ' αυτό αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Τα αποδεικτικά δε αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 315/2015). Περαιτέρω κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της εκτίμησης τέτοιων βεβαιώσεων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών αποτελεί η προηγούμενη, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του προκαλέσαντος την εξέταση διαδίκου.
Συνεπώς κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία είναι παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, έστω και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέσα στην προθεσμία προσθήκης και αντίκρουσης. Στην περίπτωση αυτή η εντός της προθεσμίας αντίκρουσης δοθείσα ένορκη βεβαίωση (ανεξάρτητα του αν και με ποιες προϋποθέσεις λαμβάνεται υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) επιτρεπτώς προσκομίζεται στο εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμενης απόφασης (A.Π. 1114/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι την .../9-12-2011 ένορκη βεβαίωση των Η. Μ., Ν. Μ., Α. Μ. και Α. Ν. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Μ. Φ., η οποία λήφθηκε μεν με νομότυπη κλήτευση της ιδίας, πλην όμως προσκομίσθηκε με επίκληση από την ενάγουσα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την κατατεθείσα μέσα στη νόμιμη προθεσμία προσθήκη των προτάσεών της, και για την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί ότι απαραδέκτως είχε προσκομισθεί ενώπιόν του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης, η ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εντός της προθεσμίας αντίκρουσης προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση επιτρεπτώς προσκομίζεται στο εφετείο, κατά μείζονα δε λόγο διότι ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει δεσμευτικά γι' αυτό ο νόμος.
Συνεπώς στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία το δικαστήριο εκτιμά κατ' αρχήν ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα (άρθρα 340, 671 Κ.Πολ.Δ.) ο λόγος αυτός αφορά τη δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα, που έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη κατά τα άρθρα 352 παρ. 1 και 438 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα (Α.Π. 2103/2014). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π. 485/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες ότι, λαμβάνοντας υπόψη την αναφερθείσα στην προηγούμενη σκέψη .../9-12-2011 ένορκη βεβαίωση "που ο νόμος δεν επιτρέπει", παραβίασε τις διατάξεις σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο κατ' εκτίμηση επιχειρείται θεμελίωση λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 12 και αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, αν υποτεθεί ότι είναι αληθή τα περιστατικά τα οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή του, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Τούτο δε πέραν του ότι η προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση παραδεκτώς ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να παρατίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 16/2006, 20/2005). Δεν αρκεί δε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου διότι μόνο με παράθεση των πραγματικών κρίσιμων παραδοχών (όχι μεμονωμένων και κατ' επιλογή αποσπασματικών) μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1909/2007). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο λόγο αυτό: "...έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης... δεδομένου ότι από τα αναφερόμενα ως ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία και ιδία τα έχοντα την βαρύνουσα αποδεικτική αξία ως είναι η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, δεν προέκυψε η ακριβής ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης και του τρόπου αυτής, η μη καταβολή εκ μέρους μου του ακριβούς ποσού είτε κατά συμφωνία είτε κατά νόμο, η μη παραχώρηση κατά την αγωγή δύο ημερών ανάπαυσης την εβδομάδα και το χρονικό διάστημα αυτής, η αναφορά περί μη καταβολής δώρου Χριστουγέννων που δεν υφίσταται ως αίτημα, ότι η πηγή γνώσης ότι δεν πληρωνόταν η αντίδικος προερχόταν από την ίδια την ενάγουσα, η αναφορά ότι εργαζόταν η ενάγουσα Χριστούγεννα ενόσω δεν είχε ακόμα επέλθει η χρονική αυτή περίοδος αλλά και περαιτέρω η αποδοχή της ότι τα κομμωτήρια το Πάσχα δεν είναι ανοιχτά, καθιστούν το αποδεικτικό αυτό μέσο ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης δεδομένου ότι περιορίζεται σε γενικόλογη και επανάληψη αγωγικών ισχυρισμών χωρίς παράλληλα να γίνεται κάποια αναφορά στο περιεχόμενο της δήθεν καταρτισθείσης εργασιακής σύμβασης μαζί μου με αποτέλεσμα, τα αναφερθέντα και ληφθέντα υπόψη για σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, να μην συμπορεύονται με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και να υφίσταται παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας καθόσον τα αναφερόμενα διδάγματα δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων που είναι εντελώς διάφορα, κριθέντα ως αβάσιμα, παρεμπιπτόντως αναφερόμενο, από την πρωτόδικη απόφαση...". Ο λόγος αυτός, πέρα από τις περιεχόμενες σ' αυτόν απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο αυτά σκέλη του και ειδικότερα κατά μεν το πρώτο (από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει αυτή, κατά δε το δεύτερο (από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.) διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη αιτιάσεις για παραβίαση των διαταγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ο οποίος άλλωστε δεν αναφέρεται), δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων. Προσέτι δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά (παραδοχές) που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ώστε να μπορεί να κριθεί αν και με ποιο τρόπο αυτό υπέπεσε ή όχι στις ρηθείσες αναιρετικές πλημμέλειες. Τέλος ο ίδιος (πέμπτος) λόγος αναίρεσης κατά τα τρίτο και τέταρτο σκέλη του, με τα οποία επιγραμματικά και χωρίς παράθεση άλλων περιστατικών αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 13 και 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω πλήρους αοριστίας.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2015 αίτηση για αναίρεση της 61/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: