Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 646/2016 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ) - Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την ...

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 646/2016 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ) -
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την ...



Απόφαση 646 / 2016    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 646/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Β., του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο .. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Μ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο .., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...υ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:47/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 29/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 17-1-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 10-11-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη, Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 29/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της 47/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...υ. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 4-6-1993 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του ακινήτου, που περιγράφεται και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του το αποδώσει. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει την κυριότητα. Εξάλλου για την έναρξη της κτητικής παραγραφής είναι αδιάφορο το επιλήψιμο ή ανεπίληπτο της νομής, δεν ενδιαφέρει επίσης ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, αν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κατά τις διατάξεις των άρθρων 975 και 976 ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο δια της καταλήψεως του ακινήτου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε όρος. Δεν είναι αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, όπως όταν ο νομέας είναι συγχρόνως και κάτοχος, αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ). Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η φύλαξη, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με την έννοια αυτή σε περίπτωση διεκδικητικής αγωγής κυριότητας, στην οποία ο ενάγων θεμελιώνει την απόκτηση της κυριότητάς του στο ακίνητο σε παράγωγο τρόπο, ζητήματα αποτελούν τα περιστατικά τα αναγκαία προς θεμελίωση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, εφ' όσον το δικαίωμα τούτο αμφισβήτησε ο εναγόμενος. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της νήσου ... και αποτελείται από οικόπεδο εκτάσεως 88,550 τ.μ. επί του οποίου υφίστατο ερειπωμένη οικία εμβαδού 68,190 τ.μ Μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα λόγω δωρεάς από την μητέρα του Ά. χήρα Ι. Α., με το .../1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Χ. Γ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα Το ακίνητο αυτό και η επί αυτού ερειπωμένη οικία ανήκε από του έτος 1883 στην γιαγιά του ενάγοντος, Α. σύζυγο Ι. Π., στην οποία περιήλθε, λόγω προίκας από την μητέρα της Χ. σύζυγο Γ. Π., με το 97/12-1-1883 προικοσύμφωνο, το οποίο επικυρώθηκε, κατά τα τότε ισχύοντα, από τον Αρχιερατικό Επίτροπο … Ακολούθως με το 39/12-12-1919 προικοσύμφωνο, το οποίο επίσης επικυρώθηκε από τον Αρχιερατικό Επίτροπο ..., κατά τα τότε ισχύοντα, περιήλθε λόγω προίκας στην μητέρα και δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ά. χήρα Ι. Α.. Από το έτος εκείνο η δικαιοπάροχος του ενάγοντος κατοικούσε στο επίδικο με την οικογένεια της και μεταγενέστερα μόνη της, όταν αποβίωσε ο ναυτικός σύζυγος της. Ειδικότερα από το έτος 1932 και εντεύθεν, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, οι πριν την 1-1-1932 πράξεις νομής στερούνται έννομης επιρροής, ως μη δυνάμενες να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, η δικαιοπάροχος του ενάγοντος ενέμετο το επίδικο συνεχώς, δημόσια ειρηνικά και αναμφισβήτητα, ενώ από 22-4-1942 έως το έτος 1978 ενέμετο αυτό με διάνοια κυρίας, ήτοι ασκούσε πάνω σ' αυτό εξουσία που ανταποκρίνεται στην ενάσκηση της κυριότητας. Συγκεκριμένα διέμενε αρχικά στην οικία με την οικογένεια της, όπου γεννήθηκαν οι δύο πρώτες κόρες της, χρησιμοποιούσε το ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου για να καλλιεργεί φυτά και λουλούδια και το επέβλεπε και το προστάτευε από διεκδικήσεις τρίτων. Όταν η ανωτέρω έφυγε από τη ... και εγκαταστάθηκε στη ..., ανέθεσε την επίβλεψη και την προστασία του ακινήτου στην Σ. σύζυγο Φ. Μ.. Έτσι με τη συνεχή νομή της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος με διάνοια κυρίας, με τις προαναφερθείσες διακρίσεις, καθ' όλο το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Συνεπώς ο ενάγων, με την προαναφερθείσα, λόγω δωρεάς, μεταβίβαση σ' αυτόν του επιδίκου, δυνάμει του προαναφερθέντος .../1978 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Χ. Γ., νομίμως μεταγραφέντος, κατέστη κύριος αυτού, αφού απέκτησε το επίδικο παρά κυρίου. Μετά την απόκτηση του ακινήτου συνέχισε τις ως άνω πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, και επειδή τόσον αυτός όσο και η δικαιοπάροχος μητέρα του διέμεναν στο ... της Αυστραλίας, ανέθεσε την επίβλεψη του ακινήτου στην ίδια Σ. σύζυγο Φ. Μ.. Έτσι, με τον συνυπολογισμό και της νομής της δικαιοπαρόχου του, έγινε κύριος και με έκτακτη χρησικτησία. Ο εναγόμενος το έτος 1989 έλαβε την …/1989 άδεια οικοδομής της Νομαρχίας Δωδεκανήσου, προκειμένου να αναγείρει στο επίδικο διώροφη οικοδομή-επιπλωμένα διαμερίσματα. Οι εργασίες καθαρισμού του επιδίκου ακινήτου άρχισαν από τον εναγόμενο το έτος 1988, ενώ το έτος 1990 ο τελευταίος ανήγειρε διώροφη οικοδομή, η οποία είναι ημιτελής, καθόσον έχει αποπερατωθεί ο σκελετός της και η τοιχοποιία από τούβλα. Απέβαλε έτσι τον ενάγοντα από την νομή του επιδίκου ακινήτου, την οποία απέκτησε παράνομα και χωρίς την θέληση του και αρνείται να το αποδώσει, ισχυριζόμενος ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του. Ειδικότερα ο εναγόμενος προέβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου, ισχυρισθείς ότι η δικαιοπάροχος μητέρα του Π. χήρα Μ. Β., που του μεταβίβασε το επίδικο με το προαναφερθέν συμβόλαιο, είχε καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού το ενέμετο από το έτος 1922, όταν της το μεταβίβασε ο πατέρας της Κ. Κ. με άτυπη δωρεά, μέχρι την μεταβίβαση σ' αυτόν το έτος 1986. Ωστόσο από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε η νομή της δικαιοπαρόχου του εναγομένου επί του επιδίκου. Περί αυτών ουδέν κατατέθηκε και ουδένα αποδεικτικό προσκομίστηκε. Η μάρτυρας ανταπόδειξης ουδέν περιστατικό κατέθεσε, σχετικό με την άσκηση επί του επιδίκου πράξεων νομής, από την δικαιοπάροχο του εναγομένου, ή από τον τελευταίο. Αντίθετα οι μοναδικές πράξεις νομής που άσκησε ο εναγόμενος στο επίδικο ήταν οι προαναφερεθείσες (έκδοση άδειας οικοδομής, καθαρισμός και ανέγερση οικοδομής) που έλαβαν χώρα από το έτος 1989 και εντεύθεν, στα πλαίσια της επιλήψιμης νομής του. Η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση και εξειδικεύοντας τους λόγους για την κακή εκτίμηση των αποδείξεων επαναφέρει τον ισχυρισμό ότι ήταν αδύνατο να κατοικεί στο επίδικο η δικαιοπάροχος του ενάγοντος μετά το έτος 1943, επειδή, ως ισχυρίζεται, το επίδικο καταστράφηκε από τον βομβαρδισμό που υπέστη η ... το έτος εκείνο. Προσκόμισε δε φωτογραφίες από τις οποίες, ως ισχυρίζεται, προκύπτει ότι κατά το έτος 1970 η αναφερόμενη οικία δεν υπήρχε στο επίδικο, για να ενισχύσει την θέση της για την κατάρρευση της στον βομβαρδισμό του 1943. Από το προαναφερθέν όμως αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι η οικία επλήγη από τον βομβαρδισμό. Η κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου, περί του ότι το επίδικο ήταν βομβόπληκτο, προέρχεται από εκτιμήσεις, ενώ οι μάρτυρες του ενάγοντος καταθέτουν από δική τους γνώση ότι το επίδικο δεν επλήγη από τον βομβαρδισμό, όπως δεν επλήγη γύρω περιοχή και ότι η κατάρρευση του οφείλεται στην εγκατάλειψη και στην πάροδο του χρόνου. Επίσης από τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες δεν προκύπτει με βεβαιότητα η κατάσταση του επιδίκου κατά τον επικαλούμενο χρόνο. Η ύπαρξη και μόνο φραγκοσυκιάς μεγάλων διαστάσεων, που καταλάμβανε μεγάλο μέρος του επιδίκου, η οποία εκριζώθηκε από τον εναγόμενο κατά τον χρόνο καθαρισμού του, δεν αποδεικνύει την από το έτος 1943 εγκατάλειψη του από πλευράς της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Ούτε αποδείχθηκε ότι επί του επιδίκου η δικαιοπάροχος του εναγομένου ασκούσε πράξεις νομής και δη ότι συνέλεγε φραγκόσυκα και φρόντιζε για την περίφραξη του, αφού. Η εξετασθείσα από την πλευρά του εναγομένου μάρτυρας ουδέν κατέθεσε". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, θεμελιούμενη τόσον στον παράγωγο τρόπο όσον και στον πρωτότυπο [έκτακτη χρησικτησία] και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του αρχικού εναγομένου περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, τις οποίες είχε προβάλλει αμυνόμενος κατά της αγωγής και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο τόσον σε σχέση με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο, που θεμελιώνει την κύρια βάση της αγωγής, όσον και στον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας που θεμελιώνει την επικουρική βάση αυτής δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, τα οποία πληρούν το πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους ως προς του ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα και τη δικαιοπάροχο του σε σχέση με τον παράγωγο τρόπο ενόψει της ρητής αμφισβήτησης της κυριότητας αυτής από τον αρχικό εναγόμενο. Ειδικότερα με σαφείς παραδοχές δέχθηκε ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου παραγώγως με ειδική διαδοχή με βάση δηλαδή συμβολαιογραφικώς καταρτισθείσα δωρεά και τη μεταγραφή του σχετικού εγγράφου από την προηγούμενη αληθή κυρία αυτού, δωρήτρια μητέρα του, η οποία κατά το χρόνο της σχετικής μεταβίβασης είχε καταστεί κυρία του επιδίκου παραγώγως και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα τούτο από το 1919 με διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής της να το εξουσιάζει όπως και ο κύριος, είτε αυτοπροσώπως είτε δια του αντιπροσώπου της μέχρι το 1978 που μεταβίβασε τούτο στον ενάγοντα και ότι ο τελευταίος από το χρόνο που περιήλθε στη νομή του το επίδικο ακίνητο νεμήθηκε τούτο όπως και η δικαιοπάροχος του πλέον της εικοσαετίας μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής και έτσι κατέστη κύριος αυτού και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στη νομή του προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής της τελευταίας. Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η περαιτέρω εξειδίκευση του χρόνου έναρξης της νομής της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος δι' αντιπροσώπου, αφού με την παραδοχή ότι επί χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας νεμήθηκε τούτο είτε αυτοπροσώπως είτε δια του αντιπροσώπου της εκτίθενται σαφώς και με επάρκεια τα στοιχεία που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας της στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος και τον ίδιο είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αξιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς στήριξη των απόψεών της ότι ουδέποτε νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο η δικαιοπάροχος του ενάγοντος και ο ίδιος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα λόγω της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔικ. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ότι, δηλαδή, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτόν έγγραφα του αναιρεσιβλήτου, των οποίων όμως δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις που κατέθεσε ο ίδιος ως εφεσίβλητος. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός για τη μη σύννομη λήψη των αποδεικτικών αυτών εγγράφων που στηρίζει τον αναιρετικό λόγο, προτάθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως είχε υποχρέωση κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔικ., αλλά και από την επισκόπηση των προτάσεών της που κατέθεσε στο Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε.
Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπό όψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ένστασης, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπό όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ2/2001). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθεμένων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας εννόμου συνέπειας. Περαιτέρω αν στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχουν δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, που τίθενται κυρίως ή επικουρικώς, καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και με την αναίρεση δεν πλήττεται μια από αυτές ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ότι, δηλαδή, το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της διενέργειας διακατοχικών πράξεων στο επίδικο από τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, που συναρτάται με την κτήση της κυριότητας του τελευταίου παραγώγως, ενόψει της ρητής αμφισβήτησης του δικαιώματος αυτού από τον εναγόμενο, αλλά και της διενέργεια διακατοχικών πράξεων από τον ίδιο, που στηρίζει την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα και με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης σε σχέση με τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, είναι αβάσιμος καθ' όσον η προτεινόμενη πλημμέλεια αναφέρεται αποκλειστικά σε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν αποτελούν διάφορα ή εκτός της αγωγής γεγονότα, τα οποία με αυτές τις παραδοχές προσδιορίζονται ακριβέστερα, χωρίς αυτό να επάγεται τη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, αλλά είναι περιστατικά, που προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από τις αποδείξεις. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αφορά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης για τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων από τον ενάγοντα, με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία αυτής που αφορά την κτήση της κυριότητας του τελευταίου και με έκτακτη χρησικτησία είναι αλυσιτελής, αφού η κύρια αιτιολογία αυτής περί κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος με παραγωγό τρόπο, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-1-2007 αίτηση για αναίρεση της 29/2006 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: