Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

ΑΠ 53/2017 - Με την παράγραφο 3 του ν. 4305/31-10-2014, μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" προστέθηκε άρθρο 6Α ως εξής: "Αρθρο 6Α. 1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".ΕΠΕΙΔΗ, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου", καθιερώνει όχι μόνον την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Με την παράγραφο 3 του ν. 4305/31-10-2014, μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" προστέθηκε άρθρο 6Α ως εξής: "Αρθρο 6Α. 1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε...
πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".ΕΠΕΙΔΗ, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου", καθιερώνει όχι μόνον την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.


Απόφαση 53 / 2017    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 53/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μυρτώ Γερμάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Β. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 894/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 14/2/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 26/2/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την παράγραφο 3 του ν. 4305/31-10-2014, μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" προστέθηκε άρθρο 6Α ως εξής: "Αρθρο 6Α. 1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 4469/30-12-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Κ. Κ., προκύπτει ότι με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου αυτήν της 8-3-2016, καθώς και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο αυτή, στον δικηγόρο Ιωαννίνων Ανδρέα Λώλο, ο οποίος, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη 65/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων είχε εκπροσωπήσει την αναιρεσίβλητη κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε αιτήσει της αναιρεσίβλητης δια του εμφανισθέντος ως πληρεξουσίου δικηγόρου της Σωτηρίου Σδούκα, λόγω της αποχής των δικηγόρων, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης ήτοι αυτήν της 8-11-2016 που ορίστηκε με σχετική επισημείωση στο πινάκιο κατά το άρθρο 575 Κ.Πολ.Δ. Η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως την τελευταία αυτή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος, ο οποίος εκπροσώπησε την αναιρεσίβλητη κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, είναι αντίκλητός της για την επίδοση στην παρούσα δίκη. Άρα η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την ως άνω μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο, δεδομένου ότι κλήση για τη μετ' αναβολή δικάσιμο της αναιρεσίβλητης δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, που εν προκειμένω έλαβε χώρα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατά τα άρθρα 575 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτου πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου", καθιερώνει όχι μόνον την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποίαν συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, ή των νόμων ή της δι` αυτών χορηγούμενης εξουσιοδοτήσεως προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξεως, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ` αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξεως και για τον χρόνο εκδόσεως αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη, από το Δικαστή, κρίση της Διοικήσεως. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξεως, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοικήσεως να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Νόμου 2738/1999 (Κεφάλαιο Α`) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για την σύναψη Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Νόμου αυτού, η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για την ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδία ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προωθήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στην συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του Νόμου 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως και του, κατά περίπτωση, αρμοδίου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Νόμου 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγουμένης παραγράφου είναι δυνατό να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) και λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που δεν συμμετείχαν στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Νόμου 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του χρηματικού ποσού των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνον η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες, από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού με κοινές Υπουργικές Αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό χρηματικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για την χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετωπίσεως της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους.... 5. 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως και ο, κατά περίπτωση, αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως της Χώρας κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που δεν συμμετείχαν στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επεκτάσεως των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ` εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής καταστάσεως της Χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ. Δηλαδή, προϋπόθεση για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ` εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002 και του σκοπού της ρυθμίσεως, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στην Εισηγητική Έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μην λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις άνω Υπουργικές Αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω χρηματικό ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη, από τις διατάξεις αυτές, κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση Υπουργικής Αποφάσεως για την επέκταση της χορηγήσεως της ένδικης παροχής και, πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ (Ολ. Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν, κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Νόμου 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, για την χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοικήσεως και δεν μπορεί να μεταβάλει την φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων. Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοικήσεως θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σε αυτήν, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνον προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για την χορήγησή της. Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Νόμου 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχως της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", "το άρθρο 14 του Νόμου 3016/2002 (Φ.Ε.Κ. Α` 110) και όλες οι κοινές Υπουργικές Αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότησή του". Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ιδίου Νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτόν, δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως και του, κατά περίπτωση, αρμοδίου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου αποδόσεως του άρθρου 12 του ιδίου Νόμου. Οι ανωτέρω κοινές Υπουργικές Αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή, που συμψηφίζονταν μ` αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002 και τις, κατ` εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσες κοινές Υπουργικές Αποφάσεις....". Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002 καθώς και των, κατ` εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθεισών κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, για να μην χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξη (176) ΕΥΡΩ, με βάση κοινές Υπουργικές Αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη των 176 ΕΥΡΩ, η οποία συμψηφίζονταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορηγήσεως οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αυξήσεως του κινήτρου αποδόσεως. Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (Κ.Υ.Α.), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ΕΥΡΩ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ΕΥΡΩ από 1-7- 2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Νόμου 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και λοιπά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (Ολ. Α.Π. 16/2005, Ολ. Α.Π. 17/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων που δίκασε την από 3- 4-2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 33/2011 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ` αριθμ. 894/2007 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στο Υπουργείο Παιδείας ως αναπληρώτρια δασκάλα με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στην ΠΕ Α' β/θμια εκπαίδευση Ιωαννίνων από 15-9-1006 έως 31-12-2006, ενώ και το προηγούμενα έτη από 21-10-2003 και εντεύθεν απασχολήθηκε με διαδοχικές όμοιες συμβάσεις ως αναπληρώτρια δασκάλα σε διάφορες περιφέρειες του κράτους και συγκεκριμένα: Από 21-10-2003 μέχρι 21-6-2004 στην ΠΕ Α' Β/θμια εκπαίδευση Λέσβου, από 17-9-2004 μέχρι 21-6-2005 στην ΠΕ Α'Β/θμια εκπαίδευση Πρέβεζας και από 20-9-2005 μέχρι 21-6-2006 στην Α' Β/βάθμια εκπαίδευση Άρτας. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οφείλει και η αναιρεσίβλητη δικαιούται το αιτούμενο, από την ίδια, επίδομα των διατάξεων των άρθρων 14 του Νόμου 3016/2002. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002 δέχθηκε ότι η επίδικη παροχή των 176 ΕΥΡΩ, που έχει χορηγηθεί, με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών Υπουργικών Αποφάσεων σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που συνδέονται με αυτά με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του Νόμου 2470/1997 και στην συνέχεια του Νόμου 2305/2003, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας τους, αποτελεί στην πραγματικότητα, γενική αύξηση των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.Π.Δ.Δ., αφού εξέλιπε ο αρχικός δικαιολογητικός λόγος της ενισχύσεως των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, η, δε κατ` εξαίρεση, μη χορήγηση της παροχής αυτής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, αν και συνέτρεχε η μοναδική προϋπόθεση χορηγήσεώς της (υπαγωγή στο μισθολόγιο του Νόμου 2470/1997 και 2305/2003) οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει την επίδικη παροχή των 176 ΕΥΡΩ του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002, που χορηγήθηκε με τις αναφερόμενες, στην προσβαλλομένη απόφαση, κοινές Υπουργικές Αποφάσεις σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους, καθώς και στους υπαλλήλους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., καθώς και των Ν.Π.Δ.Δ. που τελούσαν υπό όμοιες πραγματικές συνθήκες εργασίας. Κατέληξε δε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων στην κρίση ότι η μη χορήγηση στην ενάγουσα της παροχής του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002, η οποία πληρούσε την ως άνω προϋπόθεση της υπαγωγής στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοικήσεως, για την χορήγησή της, συνιστά ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος), επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή, ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και είχε υποχρεώσει το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη την επίδικη παροχή.
Όμως, με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε την έφεση κατά της υπ` αριθμ. 894/2007 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Νόμου 3016/2002 και 24 παρ. 2 του Νόμου 3205/2003, καθόσον η παροχή του άρθρου 14 δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων (των με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοικήσεως, αλλά παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μη εξομοιούμενη με μισθό, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην συνταγματική αρχή της ισότητας δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοικήσεως για την επέκταση μη νόμιμης δράσεως της Διοικήσεως. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον, κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων δεν είναι νόμιμη και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης. Επομένως θα πρέπει ο Άρειος Πάγος, να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει την αγωγή και να την απορρίψει ως μη νόμιμη. Τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα θα πρέπει να συμψηφισθούν κατά το άρθρο 179 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ..


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθμ. 65/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.
ΔΙΚΑΖΕΙ την από 18-12-2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1490/20-12006 αγωγή της Β. Μ..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: