
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνον η κτήση της κυριότητας από τρίτο σε βάρος του κληρονόμου ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αλλά και η λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής άρνηση αποδόσεως του τμήματος του κλήρου, αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ..
Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνον η κτήση της κυριότητας από τρίτο σε βάρος του κληρονόμου ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αλλά και η λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής άρνηση αποδόσεως του τμήματος του κλήρου, αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ..
Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 96/2015 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε, κατά ένα μέρος την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος [ενάγοντος] και απέρριψε την αγωγή του κατά το μέρος που σε αυτή αναφέρεται. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και των άρθρων 26, 74, 130 και 230 του ίδιου ως άνω Κώδικα, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 431/1968, κατά την οποία από την έναρξη της ισχύος αυτού, ήτοι από 23.05.1968 επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία γενικά κληρούχους, η, με δικαιοπραξία εν ζωή, εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε φύσεως κλήρων τους, υπό τον περιορισμό μόνον της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής, προκύπτει, ότι ο κληρούχος που αποκαθίσταται κατά τον αγροτικό νόμο, από την παραχώρηση σε αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 431/1968 και αν ακόμη δεν είχε επιληφθεί της κατοχής αυτού, θεωρείται μοναδικός καλής πίστεως νομέας αυτού και, άρα, ο κλήρος, που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον. Μόνο μετά την έναρξη της ισχύος του προαναφερθέντος νόμου, ο κληρούχος και οι κληρονόμοι του, οι οποίοι είχαν κατ' επέκταση την ίδια πιο πάνω πλασματική νομή στον κλήρο, διότι ο νομοθέτης θέλησε να υπάρχει προστασία και των κληρονόμων για το κληρονομικό μερίδιο, που λαμβάνει ο καθένας από αυτούς στον κλήρο δεν θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου, αν δεν κατέχει πραγματικά αυτόν και είναι συνεπώς κατά νόμο δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κλήρου, η οποία μπορεί, αν συντρέχουν και οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για κάθε μία από αυτές χρόνος από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω αναγκαστικού νόμου. Η απαγόρευση της κατάτμησης δεν αναφέρεται μόνο στον κατά νομή τεμαχισμό αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως με την απόκτηση μιας φοράς της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων. Ο τρίτος που επιλήφθηκε της νομής τμήματος του κληροτεμαχίου δεν προστατεύεται ούτε κατά του νομέα του όλου, ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου που νεμόταν, αφού διαφορετικά θα είχε διαρκή προστασία που θα επέφερε κατάτμηση.
Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνον η κτήση της κυριότητας από τρίτο σε βάρος του κληρονόμου ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αλλά και η λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής άρνηση αποδόσεως του τμήματος του κλήρου, αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από το νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 15 του Ν.Δ/τος 3958/1959, που διατηρήθηκαν διαδοχικά έκτοτε σε ισχύ με τα άρθρα 3 του Α.Ν. 431/1968, 2 του Ν.666/1977, 11 του Ν.944/1979 και 18 παρ. 1 του Ν. 1664/1986, την 131875/21-11-1988 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 882/Β78-12-1988), τον Ν.3174/2003, τον Ν.3399/2005 προκύπτει ότι οι μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, που πραγματοποιήθηκαν με πράξεις εν ζωή κατά παράβαση διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας για τους περιορισμούς μεταβιβάσεως των κλήρων αυτών, επικυρώνονται αφενός από τη δημοσίευση του προαναφερόμενου νομοθετικού διατάγματος, (3458/1959), εφόσον έγιναν με δημόσιο έγγραφο και αφετέρου από τη δημοσίευση της επικυρωτικής απόφασης του κατά τόπον αρμοδίου Ειρηνοδίκη, η οποία μετά την τελεσιδικία της, αποτελεί τίτλο κυριότητας υποκείμενο σε μεταγραφή, εφόσον έγιναν με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βέβαιη χρονολογία. Η επικύρωση ανατρέχει στο χρόνο καταρτίσεως των αναφερομένων (ανώμαλων) δικαιοπραξιών, η νομή του κλήρου ανήκει έκτοτε στον αποκτώντα, ο δε κληρούχος δεν μπορεί να επικαλεσθεί υπέρ αυτού την από το άρθρο 79 παράγραφο 2 του Αγροτικού Κώδικα αναγνωριζόμενη καλόπιστη νομή επί του κλήρου και θεραπεύει μόνο τις απαγορεύσεις των μεταβιβάσεων αυτών, και όχι τις από τον Αστικό Κώδικα ακυρότητες ή άλλες
Απόφαση 181 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 181/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο .....
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Θ. Ν. του Ι., 2)Ι. Ν. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν ο 1ος δια, ο 2ος μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου ...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 96/2015 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-10-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 21-3-2016 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτου Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 96/2015 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε, κατά ένα μέρος την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος [ενάγοντος] και απέρριψε την αγωγή του κατά το μέρος που σε αυτή αναφέρεται. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και των άρθρων 26, 74, 130 και 230 του ίδιου ως άνω Κώδικα, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 431/1968, κατά την οποία από την έναρξη της ισχύος αυτού, ήτοι από 23.05.1968 επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία γενικά κληρούχους, η, με δικαιοπραξία εν ζωή, εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε φύσεως κλήρων τους, υπό τον περιορισμό μόνον της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής, προκύπτει, ότι ο κληρούχος που αποκαθίσταται κατά τον αγροτικό νόμο, από την παραχώρηση σε αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 431/1968 και αν ακόμη δεν είχε επιληφθεί της κατοχής αυτού, θεωρείται μοναδικός καλής πίστεως νομέας αυτού και, άρα, ο κλήρος, που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον. Μόνο μετά την έναρξη της ισχύος του προαναφερθέντος νόμου, ο κληρούχος και οι κληρονόμοι του, οι οποίοι είχαν κατ' επέκταση την ίδια πιο πάνω πλασματική νομή στον κλήρο, διότι ο νομοθέτης θέλησε να υπάρχει προστασία και των κληρονόμων για το κληρονομικό μερίδιο, που λαμβάνει ο καθένας από αυτούς στον κλήρο δεν θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου, αν δεν κατέχει πραγματικά αυτόν και είναι συνεπώς κατά νόμο δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κλήρου, η οποία μπορεί, αν συντρέχουν και οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για κάθε μία από αυτές χρόνος από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω αναγκαστικού νόμου. Η απαγόρευση της κατάτμησης δεν αναφέρεται μόνο στον κατά νομή τεμαχισμό αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως με την απόκτηση μιας φοράς της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων. Ο τρίτος που επιλήφθηκε της νομής τμήματος του κληροτεμαχίου δεν προστατεύεται ούτε κατά του νομέα του όλου, ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου που νεμόταν, αφού διαφορετικά θα είχε διαρκή προστασία που θα επέφερε κατάτμηση.
Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνον η κτήση της κυριότητας από τρίτο σε βάρος του κληρονόμου ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αλλά και η λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής άρνηση αποδόσεως του τμήματος του κλήρου, αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από το νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 15 του Ν.Δ/τος 3958/1959, που διατηρήθηκαν διαδοχικά έκτοτε σε ισχύ με τα άρθρα 3 του Α.Ν. 431/1968, 2 του Ν.666/1977, 11 του Ν.944/1979 και 18 παρ. 1 του Ν. 1664/1986, την 131875/21-11-1988 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 882/Β78-12-1988), τον Ν.3174/2003, τον Ν.3399/2005 προκύπτει ότι οι μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, που πραγματοποιήθηκαν με πράξεις εν ζωή κατά παράβαση διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας για τους περιορισμούς μεταβιβάσεως των κλήρων αυτών, επικυρώνονται αφενός από τη δημοσίευση του προαναφερόμενου νομοθετικού διατάγματος, (3458/1959), εφόσον έγιναν με δημόσιο έγγραφο και αφετέρου από τη δημοσίευση της επικυρωτικής απόφασης του κατά τόπον αρμοδίου Ειρηνοδίκη, η οποία μετά την τελεσιδικία της, αποτελεί τίτλο κυριότητας υποκείμενο σε μεταγραφή, εφόσον έγιναν με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βέβαιη χρονολογία. Η επικύρωση ανατρέχει στο χρόνο καταρτίσεως των αναφερομένων (ανώμαλων) δικαιοπραξιών, η νομή του κλήρου ανήκει έκτοτε στον αποκτώντα, ο δε κληρούχος δεν μπορεί να επικαλεσθεί υπέρ αυτού την από το άρθρο 79 παράγραφο 2 του Αγροτικού Κώδικα αναγνωριζόμενη καλόπιστη νομή επί του κλήρου και θεραπεύει μόνο τις απαγορεύσεις των μεταβιβάσεων αυτών, και όχι τις από τον Αστικό Κώδικα ακυρότητες ή άλλες.
Συνεπώς, προκειμένου περί μεταβιβάσεως της κυριότητας αγροτικού κλήρου, η οποία έγινε κατά παράβαση το μεν των ανωτέρω διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα, το δε των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 369 και 1192 επ. Α.Κ., δηλαδή με ιδιωτικό έγγραφο και όχι με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, η απόφαση του Ειρηνοδίκη, με την οποία επικυρώνεται η εν λόγω μεταβίβαση, θεραπεύει μόνο τις θεσπιζόμενες από τον Αγροτικό Κώδικα όχι, όμως και τις πέραν τούτων λοιπές ακυρότητες, όπως την ακυρότητα από την έλλειψη της κυριότητας του πωλητή επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου ή από την έλλειψη αφενός μεν του νομίμου τίτλου (συμβολαιογραφικού εγγράφου), αφετέρου δε της μεταγραφής του και ως εκ τούτου η επικύρωση δεν συνεπάγεται τη μεταβίβαση έκτοτε κατά τρόπο παράγωγο της κυριότητας του γεωργικού κλήρου και δεν καθιστά το ιδιωτικό αυτό έγγραφο νόμιμο τίτλο για την αφετηρίαση της χρησικτησίας, αλλά προσδίδει όμως στην άσκηση νομής με βάση αυτό στον κλήρο από τον αγοραστή το χαρακτήρα της καλόπιστα ασκούμενης νομής. Μεταξύ των ακυροτήτων που επικυρώνονται περιλαμβάνονται και εκείνες που προέρχονται από τον περιορισμό της μη κατάτμησης ακεραίων τεμαχίων της οριστικής διανομής. Επομένως μια τέτοια συμβολαιογραφική πράξη που έγινε κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 431/1968 και οδηγεί σε κατάτμηση του κληροτεμαχίου είναι έγκυρη κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, για την κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο, μπορεί δε να αποτελέσει και νομιζόμενο τίτλο για την απόκτηση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, εφ' όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ακόμα και αν οδηγεί σε κατάτμηση του κληροτεμαχίου. Περαιτέρω στο άρθρο 31 του Ν.4061/2012 ορίζεται ότι "οι διατάξεις του άρθρου 15 του Ν.Δ/τος 3958/1959 εφαρμόζονται σε μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων ή οικοπέδων που έγιναν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου". Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1192, 1198 ΑΚ προκύπτει ότι η κυριότητα αποκτάται με παράγωγο τρόπο δηλαδή με σύμβαση, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγράφει. Για τη μεταβίβαση με παράγωγο τρόπο της κυριότητας του ακινήτου αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου εξέθετε, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, που αποτελεί τμήμα κληροτεμαχίου, παραγώγως με αιτία την αγορά, επικαλούμενος σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο του έτους 2005 και τη μεταγραφή του, από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού, πωλητή, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο χρόνο της νομής του και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του. Με τον πρόσθετο δε ισχυρισμό ότι το επίδικο χωρίς δικαίωμα κατέλαβαν οι εναγόμενοι, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του το αποδώσουν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμες τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, τις θεμελιούμενες στον πρωτότυπο τρόπο απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα και ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής, που στηρίζει στον παράγωγο τρόπο την αγωγική αξίωση. Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου άσκησε έφεση ο αναιρεσείων και το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, του απέρριψε κατ' ουσία την έφεση ως προς την κρίση της για την απόρριψη των επικουρικών αγωγικών βάσεων επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση και περαιτέρω απέρριψε ως μη νόμιμη και την κύρια βάση της αγωγής και ως προς αυτήν δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ως προς την επικουρική βάση της αγωγής ότι είναι μη νόμιμη καθ' όσον "η νομή τμήματος κληροτεμαχίου, όπως εν προκειμένω το ακίνητο του ενάγοντος, κατά την αγωγή, δεν ήταν δυνατόν, ακόμη και αν συνέτρεχε, να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας (του τμήματος) με έκτακτη χρησικτησία, υπό δε την αγωγική παραδοχή ότι το αναφερόμενο συμβόλαιο υπ' αριθ. .../3-11-2005 είχε τα στοιχεία νομιζομένου τίτλου, δεν συμπληρώνεται η δεκαετής, δυνάμει αυτού, νομή, ενόψει του χρόνου καταρτίσεως του (3-11-2005) και του χρόνου καταθέσεως της αγωγής (30-5-2013), ώστε να αποκτηθεί κυριότητα με τακτική χρησικτησία". Περαιτέρω το Εφετείο, ως προς την κύρια βάση της αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "μη νόμιμη είναι και η κύρια βάση της αγωγής, περί κτήσεως παραγώγως της κυριότητας του ακινήτου, το οποίο φέρεται να μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα από τον Σ. Ν., δυνάμει του υπ αριθ. .../3.11.2005 συμβολαίου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, το μη νόμιμο δε της αγωγικής αυτής βάσεως, προκύπτει από αυτό τούτο το περιεχόμενο της αγωγής. Συγκεκριμένα, ο ενάγων εκθέτει ότι το ακίνητο που του μεταβίβασε ο Σ. Ν. με το υπ' αριθ. .../3.11.2005 συμβόλαιο της συμβ/φου αποτελεί διαιρετό τμήμα του υπ' αριθ. (7…) κληροτεμαχίου. Συγκεκριμένα, ρητά αναφέρεται στην αγωγή ότι "το ως άνω ακίνητο εκ 4.024,14 τ.μ. αποτελεί διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμόν 7… κληροτεμαχίου συνολικού εμβαδού 6.750 τ.μ. της διανομής 19… του Δημοτικού διαμερίσματος ..., δυνάμει του υπ' αριθ. …/1929 τίτλου κυριότητος του Υπουργείου Γεωργίας που έχει μεταγράφει νόμιμα, το οποίο είχε δοθεί στον εκ πατρός πάππον, του δικαιοπαρόχου (του ενάγοντος) Δ. Ν. ως αρχικού κληρούχου". Στη συνέχεια ιστορείται στην αγωγή, κατ' ακριβή μεταφορά, ότι "Στον δικαιοπάροχο πωλητή μου Σ. Ν., είχε παραδοθεί η νομή ατύπως, λόγω άτυπης δωρεάς το ως άνω διακεκριμένο τμήμα του αγροτικού ακινήτου επιφάνειας 4.024,14 τ.μ. το έτος 1968 από τον πατέρα του Ε. Ν. και από τότε μέχρι και της κατά τα άνω μεταβιβάσεως του σε μένα ασκούσε συνεχώς αδιάλειπτα και ανεπίληπτα με καλή πίστη και διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε αυτό, επίβλεψη, οριοθέτηση, καλλιέργεια κλπ., καταστάς ούτω κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Στον πατέρα του ως άνω δικαιοπαρόχου μου Ε. Ν. είχε παραδοθεί η νομή ατύπως, λόγω άτυπης δωρεάς προς αυτόν από τον πατέρα του Δ. Ν. το έτος 1940, και μέχρι και την κατά τα άνω παράδοση της νομής στον δικαιοπάροχο μου υιό του (1968) το ενέμετο και το κατείχε συνεχώς, αδιάλειπτα και ανεπίληπτα με καλή πίστη και διάνοια κυρίου ασκώντας όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε αυτό, επίβλεψη, οριοθέτηση, καλλιέργεια, συλλογή καρπών, προστασία από προσβολή τρίτων κλπ, καταστάς ούτω κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Στον εκ πατρός πάππον του άμεσου ως άνω δικαιοπαρόχου μου (πωλητή μου), Δ. Ν. του Μ., το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει ως τμήμα μείζονος εκτάσεως και δη κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, ως αρχικού κληρούχου του υπ' αριθ. 7… κληροτεμαχίου το οποίο προήλθε από την διανομή 1929 του Δημοτικού διαμερίσματος ... δυνάμει του υπ' αριθ. .../1929 τίτλου κυριότητος του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο … και αύξοντα αριθμό … και το οποίο έκτοτε (1929) το ενέμετο και το κατείχε ως τμήμα του παραπάνω κληροτεμαχίου ασκώντας εφ' ολοκλήρου του ως άνω κληροτεμαχίου συνεχώς, αδιάλειπτα και ανεπίληπτα με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε αυτό, επίβλεψη, οριοθέτηση, καλλιέργεια, συλλογή καρπών, προστασία από προσβολή τρίτων κλπ. μέχρι της κατά της ως άνω παραδόσεως της νομής (1940) του παραπάνω ακινήτου στον απώτερο δικαιοπάροχο μου, υιόν του Ε. Ν.". Επικαλούμενος περαιτέρω ο ενάγων, ότι κατέστη κύριος του εν λόγω ακινήτου εκτάσεως 4.024,14τ.μ., με το προμνησθέν συμβόλαιο (.../3-11-2005), που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από το δικαιοπάροχο πωλητή του Σ. Ν., ότι η όποια ακυρότητα του εν λόγω συμβολαίου λόγω ανεπίτρεπτου κατατμήσεως κληροτεμαχίου, θεραπεύτηκε κατ' εφαρμογή της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθ. 31 του Ν. 4061/2012, ζητεί να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου τμήματος. Ωστόσο, οι ως άνω άμεσος και απώτερος δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, Σ. και Ε. Ν., ουδέποτε απέκτησαν αποκλειστική κυριότητα στο ως άνω διαιρετό τμήμα του κληροτεμαχίου, διότι τούτο θα προσέκρουε στην απαγόρευση της φυσικής κατάτμησης των κληροτεμαχίων βάσει της οποίας είναι ανεπίτρεπτη η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε διαιρετό τμήμα αυτού, ώστε αυτοί δεν κατέστησαν κύριοι με χρησικτησία. Πλην του αρχικού κληρούχου, Δ. Ν., στο όνομα του οποίου είχε εκδοθεί ο υπ' αριθ. .../1929 παραχωρητήριος τίτλος κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας, ουδείς μπορούσε να νέμεται το επίδικο νόμιμα, ήτοι με τα προσόντα και τις προϋποθέσεις της νομής που οδηγεί στην με χρησικτησία κτήση κυριότητας επ' αυτού. Ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Σ. Ν., ο οποίος κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, απέκτησε το επίδικο με παραχώρηση λόγω άτυπης δωρεάς της νομής του το έτος 1968 από το δικό του πατέρα Ε. Ν., ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επ' αυτού, αφού αυτό ήταν τμήμα του αρχικού κληροτεμαχίου με αριθμό 7… της Διανομής του έτους 1929 του Αγροκτήματος ..., το οποίο δεν μπορούσε, όπως προαναφέρθηκε, να αποτελέσει αυτοτελές ακίνητο, ούτε κατά νομή, και ούτε να μεταβιβαστεί η νομή του (ως διαιρετού τμήματος) του όλου αρχικού υπ' αριθ. 7… κληροτεμαχίου, έως την ισχύ του Ν. 4061/2012, άλλως έως την κατάρτιση του υπ αριθ. .../2005 συμβολαίου. Επομένως η ως άνω, ιστορούμενη στην αγωγή, άτυπη διανομή του ενιαίου υπ' αριθ. 7… κληροτεμαχίου των 6.750 τ.μ. από τον αρχικό κληρούχο Δ. Ν. και η περιέλευση τμήματος αυτού έκτασης 4.024,14 τ.μ. στον Ε. Ν. και στη συνέχεια στον Σ. Ν., δεν προσπόρισε κυριότητα επί του διαιρετού αυτού τμήματος του κληροτεμαχίου, στα ως άνω πρόσωπα. Σύμφωνα δε, με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, με βάση τις διατάξεις του ν.δ. 3958/1959 του οποίο ισχύς παρατάθηκε δυνάμει του άρθρου 31 του ν. 4061/2012 θεραπεύονται οι προς μεταβίβαση απαγορεύσεις γεωργικών κλήρων, μεταξύ των οποίων και η άρση του περιορισμού της μη κατατμήσεως ακέραιων τεμαχίων της οριστικής διανομής, αλλά όχι άλλες ακυρότητες και ελλείψεις, όπως η έλλειψη κυριότητας του πωλητή επί του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε. Επομένως, ούτε ο ενάγων απέκτησε αποκλειστική κυριότητα επί του διαιρετού τμήματος του κληροτεμαχίου που του μεταβιβάστηκε δυνάμει της προαναφερόμενης συμβολαιογραφικής πράξης, αφού ο μεταβιβάζων, άμεσος δικαιοπάροχος του Σ. Ν., δεν ήταν κύριος κατά το χρόνο της μεταγραφής και, ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνεται δικαίωμα του ενάγοντος να αναγνωριστεί αποκλειστικός κύριος του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου, ούτε άλλωστε του επιδίκου μέρους αυτού, το οποίο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, έχουν αυθαίρετα καταλάβει οι εναγόμενοι. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε καθ' όσον, υπό τα εκτιθέμενα και συγκροτούντα την ιστορική βάση αυτής πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεση της 96/2015 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου