
Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε ...
εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ. Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (Α.Π. 80/2016).
Απόφαση 534 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 534/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη και Θεόδωρο Ζευκιλή, που ανακάλεσε την από 14-9-2016 δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. (M.) Τ. (T.) του Γ. (G.), χήρας I. (Ι.) S. (Σ.), κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της S. (Σ.) S. (Σ.) του I. (Ι.) και S. (Σ.) S. (Σ.) του I. (Ι.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Παπαθανασίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1356/2010 του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο να δικάσει τη διαφορά και την παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως αρμόδιο, 787/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5768/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-2-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 9-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ. Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (Α.Π. 80/2016). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό τις διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. β Α.Κ. (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της παραλειφθείσης πράξεως από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου) από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση που επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλουμένου κινδύνου. Περαιτέρω από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 16 ν. 551/1915, 914 και 932 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τη θανάτωση προσώπου σε εργατικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου οι ενάγοντες, μέλη της οικογενείας του, υπέστησαν ψυχικό πόνο και στενοχώρια, πρέπει να εκτίθεται σ’ αυτή (αγωγή) ο βαθμός συγγένειας των εναγόντων με το θανατωθέντα εργαζόμενο, η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ αυτού και του υπόχρεου, η βλάβη του σώματος ή της υγείας και ο συνεπεία αυτών θάνατος του εργαζόμενου, η επέλευση του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα, ήτοι οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του και, στην περίπτωση της ειδικής αμέλειας, η μη τήρηση των ειδικών διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων, καθώς και ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της. Ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου, η ηλικία του θανόντος και των συγγενών του θανόντος εργαζόμενου κ.λπ. δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής ούτε περί αυτών διατάσσεται απόδειξη αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 981/2015, 212/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-7-2007 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι στις 24-6-2005 απεβίωσε συνεπεία εργατικού ατυχήματος ο l. S., σύζυγος αυτής και πατέρας των εκπροσωπουμένων από αυτήν ανηλίκων θυγατέρων της, ο οποίος απασχολείτο από τον πέμπτο εναγόμενο [εδώ μη διάδικο] Γ. Κ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στην Αθήνα, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται ειδικότερα, κατά τη διάρκεια εργασιών τοποθέτησης ανελκυστήρα σε νεοανεγειρόμενη οικοδομή κυριότητας των δύο πρώτων εναγομένων [εδώ μη διαδίκων] Χ. Ζ. και Σ. Ζ., τις οποίες εργασίες είχε αναλάβει ο πέμπτος εναγόμενος εργοδότης του θανόντος. Ότι το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού θάνατος του ανωτέρω εργαζομένου οφείλεται σε αμέλεια των εναγομένων, οι οποίοι, υπό την ιδιότητά του ο καθένας, και συγκεκριμένα οι δύο πρώτες ως συνιδιοκτήτριες της υπό ανέγερση οικοδομής, ο τρίτος Α. Ζ. [εδώ μη διάδικος] ως εργολάβος και κατασκευαστής αυτής, ο τέταρτος Θ. Τ. [ήδη αναιρεσείων] ως αρχιτέκτων μηχανικός που είχε αναλάβει την επίβλεψη της οικοδομής και ο πέμπτος ως εργοδότης του θανόντος και κατασκευαστής του ανελκυστήρα, δεν έλαβαν τα κατάλληλα και επιβαλλόμενα μέτρα προστασίας που περιγράφει στην αγωγή. Ότι από το θάνατο του ανωτέρω συζύγου της και πατέρα των εκπροσωπούμενων από την ίδια ανηλίκων θυγατέρων της υπέστησαν αυτές ψυχική οδύνη. Ζήτησε δε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, πλην άλλων που απορρίφθηκαν και δεν προσβάλλονται με λόγο αναιρέσεως, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι της οφείλουν εις ολόκληρον για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 250.000 ευρώ για την ίδια ατομικά και το ποσό των 200.000 ευρώ για καθεμία από τις ανήλικες θυγατέρες της, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχονται σ’ αυτήν τα αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία και ειδικότερα: α) η ζημιογόνος συμπεριφορά του αναιρεσείοντος επιβλέποντος μηχανικού (παράλειψη), β) ο παράνομος χαρακτήρας της παραλείψεως, γ) η υπαιτιότητα αυτού (αμέλεια) και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτελέσματος. Δεν είναι δε αόριστη η αγωγή για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της: α) το στάδιο κατασκευής, δηλαδή η ακριβής κατάσταση της οικοδομής αμέσως πριν από ατύχημα, β) το γεγονός ότι κατά την ημέρα που συνέβη αυτό είχε κηρυχθεί γενική απεργία των εργαζομένων, γ) αν ειδοποιήθηκε ή όχι ο μη διάδικος Σ. Β., μηχανολόγος-μηχανικός που είχε την ευθύνη επίβλεψης των μηχανολογικών εγκαταστάσεων, δ) αν αυτός (ο αναιρεσείων) είχε ειδοποιηθεί για τη διενέργεια οικοδομικών εργασιών παρά την απεργία και ε) αν ο ίδιος είχε ειδοποιηθεί ότι άρχισαν οι εργασίες εγκαταστάσεως του ανελκυστήρα. Τούτο διότι τα παραπάνω περιστατικά συνιστούν τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, που μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις και κατά τα προεκτεθέντα δεν απαιτείται να εκτίθενται για το ορισμένο της αγωγής, ενώ αντίθετα εκτίθενται ορισμένως όλα τα υπόλοιπα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωσή της. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 14 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
2. Aπό τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του κ.ν. 551/1915 προκύπτει ότι πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (Α.Π. 80/2016). Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού" και του ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα". Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 2 ν. 1396/1983: "Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται: 1... 2... 3... 4... 5... 6... 7. Επιβλέπων: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης". Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 4 του ίδιου πιο πάνω νόμου (1396/1983): "1. Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ’ έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. 2. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη τη διάρκεια της διακοπής. 3. Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο", κατά δε το άρθρο 7 αυτού (ν. 1396/1983): "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών, ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2... 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του π.δ. 778/1980: "Επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου π.δ. (778/1980): "Μετά την εκτέλεσιν των εις το άρθρον 1 του παρόντος αναφερομένων εργασιών δέον όπως χρησιμοποιούνται ικριώματα ή φορηταί κλίμακες υπό τους κάτωθι όρους και περιορισμούς, αναλόγως του ύψους αυτών από της στάθμης του εδάφους ή του κατά περίπτωσιν δαπέδου ορόφους της οικοδομής. α)... β)... γ) Εις τας εσωτερικάς εργασίας άνω των 3,50 του μέτρου χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Εις τας ως άνω εργασίας δύναται να χρησιμοποιώνται και κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων, εφ’ όσον το ύψος αυτών δεν υπερβαίνει τα 12,00 μέτρα", κατά δε το άρθρο 21 του ίδιου π.δ. (778/1980): "1. Αι εγκαταστάσεις ή διατάξεις ασφαλείας πρέπει να κατασκευάζωνται ούτως ώστε να αντιστοιχούν εις την προς εκτέλεσιν εργασίαν και να διασφαλίζουν τον εργαζόμενον εκ των κινδύνων τους οποίους διατρέχει κατά την εκτέλεσίν της. 2. Δέον να είναι μελετημέναι, ώστε να έχουν σταθερότητα και αντοχήν εις όλα τα τμήματά των επαρκή, διά τας δυσμενεστέρας δυνατάς συνθήκας φορτίσεως. 3. Άπαντα τα ικριώματα επιθεωρούνται υπό του επιβλέποντος μηχανικού α) προ της εγκαταστάσεως εκάστου συνεργείου β) άπαξ της εβδομάδος...". Τέλος με το άρθρο 34 του π.δ. 1073/1981 ρυθμίζονται λεπτομερώς οι διαστάσεις των ικριωμάτων αναλόγως του φορτίου και του είδους των εργασιών για τις οποίες χρησιμοποιούνται, ενώ με το άρθρο 111 του ίδιου π.δ. (1073/1981) ορίζονται τα εξής: "Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ’ όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων. Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρήται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ’ όσον έχει ειδικάς γνώσεις ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας". Εξ άλλου η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής αδείας και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου στο οποίο αφορά αυτή, φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως έργου (Α.Π. 676/2015), σύμφωνα με την οποία αυτός αναλαμβάνει την επίβλεψη του έργου όπως αυτή περιγράφεται αναλυτικά στις διατάξεις του ν.δ. της 17-7/16-8-1923 (άρθρα 53-55) σε συνδυασμό με το β.δ. της 15-12-1923/21-1-1924 περί εκτελέσεως του παραπάνω νομοθετικού διατάγματος, οι οποίες περιγράφουν την ανάληψη ευθύνης από τη μελέτη και την υπηρεσία της επίβλεψης-εποπτείας τεχνικών έργων για την κατασκευή των οποίων απαιτείται άδεια από δημόσια αρχή. Εφόσον λοιπόν από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο επιβλέπων μηχανικός, που από πλευράς πολεοδομίας ελέγχει τον εκτελούντα το έργο ιδιοκτήτη, δεν μπορεί ταυτόχρονα με την ίδια συμφωνία για έκδοση οικοδομικής άδειας, να είναι και εκπρόσωπος του ιδιοκτήτη, διότι τίθεται θέμα ασυμβιβάστου, επειδή ο ελέγχων είναι και ελεγχόμενος.
3. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι δύο πρώτες εναγόμενες Χ. Ζ. και Σ. Ζ. τυγχάνουν συγκύριες ενός ακινήτου που βρίσκεται στην Αθήνα επί της συμβολής των οδών ..., επί του οποίου αποφάσισαν να ανεγείρουν νέα εξαώροφη οικοδομή, δύο υπόγεια και δώμα. Προς τούτο εξέδωσαν την... ...2004 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου … και με σύμβαση που κατήρτισαν με τον τέταρτο εναγόμενο Θ. Τ., αρχιτέκτονα - μηχανικό, ανέθεσαν σ’ αυτόν την σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις γενική επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης του ως άνω οικοδομικού έργου. Την κατασκευή της οικοδομής οι δύο πρώτες εναγόμενες δεν ανέθεσαν σε γενικό εργολάβο, αλλά τις επί μέρους εργασίες ανέθεταν αυτές σε διάφορους, κατά είδος εργασιών, εργολάβους με σχετικές συμβάσεις έργου που κατήρτιζαν οι ίδιες με τους τελευταίους. Στις 17-6-2005 οι δύο πρώτες εναγόμενες με σύμβαση που κατήρτισαν με τον πέμπτο εναγόμενο Γ. Κ., ο οποίος διατηρεί τεχνικό γραφείο ανελκυστήρων επί της οδού ... στην Αθήνα, αποδεχόμενες την από 21-4-2005 έγγραφη προσφορά του ανωτέρω, ανέθεσαν σ’ αυτόν, έναντι αμοιβής, την προμήθεια και εγκατάσταση, με δικά του μέσα και προσωπικό, υδραυλικού ανελκυστήρα στην ως άνω εξαώροφη οικοδομή τους. Ο πέμπτος εναγόμενος εξάλλου προσέλαβε στις 17-6-2005, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τον αλβανικής υπηκοότητας και κάτοχο νόμιμης άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα l. S., σύζυγο της ενάγουσας και πατέρα των εκπροσωπουμένων απ’ αυτή ανηλίκων θυγατέρων της S. και S., των οποίων ασκεί τη γονική μέριμνα, προκειμένου να τον απασχολήσει ως ανειδίκευτο εργάτη. Σε εκτέλεση του έργου που του ανατέθηκε από τις κυρίες αυτού δύο πρώτες εναγόμενες ο πέμπτος εναγόμενος προσήλθε στις 24-6-2005 και περί ώρα 09.00’ στην ανωτέρω οικοδομή, μαζί με τον προαναφερόμενο εργάτη και τον τεχνίτη τοποθέτησης ανελκυστήρων Χ. Τ., τον οποίο επίσης απασχολούσε στην επιχείρησή του, προκειμένου να μεταφέρουν εργαλεία και υλικά και να εκτελέσουν κάποιες εργασίες προπαρασκευαστικές της τοποθέτησης του ανελκυστήρα. Ακολούθως, αφού ολοκληρώθηκε η αποφόρτωση των εργαλείων και υλικών και η μεταφορά τους στην οικοδομή, ο πέμπτος εναγόμενος ανέθεσε στους προαναφερόμενους εργάτες του να προβούν στην εκτέλεση προπαρασκευαστικών εργασιών εντός του κενού φρεατίου που είχε κατασκευασθεί στην οικοδομή για την εγκατάσταση του ανελκυστήρα και αποχώρησε από το εργοτάξιο. Την ημέρα εκείνη (24-6-2005) απουσίαζε από την οικοδομή ο τέταρτος εναγόμενος επιβλέπων μηχανικός του έργου, ενώ λόγω της γενικής απεργίας που είχε εξαγγείλει και πραγματοποιούσε η ΓΣΕΕ, στην οικοδομή εργάζονταν, πέραν των ως άνω εργατών του εργολάβου τοποθέτησης του ανελκυστήρα, ο Χ. Δ., που εκτελούσε ηλεκτρολογικές εργασίες σε κατάστημα του ισογείου αυτής και ο T. S., φύλακας του χώρου. Μετά την αποχώρηση του πέμπτου εναγομένου οι ως άνω εργάτες του συνεργείου του ξεκίνησαν την εκτέλεση των εργασιών που τους ανέθεσε εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα, αφού πρώτα τούτοι ξεκλείδωσαν με το κλειδί που είχαν τις μεταλλικές πόρτες που είχαν τοποθετηθεί στους ορόφους μπροστά από το άνοιγμα του φρεατίου του ανελκυστήρα και συνέχισαν εργαζόμενοι, χρησιμοποιώντας τρυπάνι. Περί ώρα 12.00’ αποχώρησε από την οικοδομή ο τεχνίτης Χ. Τ. και έμεινε να εργάζεται μόνος στο φρεάτιο του ανελκυστήρα ο l.S.. Περίπου μισή ώρα αργότερα, δηλαδή περί τις 12.30’ και ενώ τούτος εκτελούσε εντός του φρεατίου εργασίες τοποθέτησης μεταλλικών πλαϊνών στηριγμάτων μεταξύ πέμπτου και έκτου ορόφου της οικοδομής, όντας ανεβασμένος σε κινητή αλουμινένια διπλή σκάλα, που στηριζόταν από τη μία άκρη της στο δάπεδο (πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος) έξω από την πόρτα του φρεατίου του πέμπτου ορόφου και από την άλλη στο έναντι της πόρτας τοιχίο του φρεατίου, κατέπεσε μαζί με τη σκάλα στη βάση του φρεατίου στο υπόγειο του κτιρίου, από ύψος μεγαλύτερο των 15 μέτρων, με συνέπεια να υποστεί από την πτώση κακώσεις της κεφαλής, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Το παραπάνω ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα υπήρχε σταθερό ικρίωμα με καθολικό δάπεδο εργασίας (χωρίς κενά), επαρκούς αντοχής για τη συγκεκριμένη εργασία, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 γ’ , 4 επ. του π.δ. 778/1980 και 34 του π.δ. 1073/1981 για τις εσωτερικές εργασίες που εκτελούνται σε οικοδομικά έργα και σε ύψος άνω των 3,5 μέτρων, όπως εν προκειμένω, πλην όμως τέτοιο σταθερό ικρίωμα δεν είχε κατασκευασθεί και δεν υπήρχε εντός του φρεατίου πριν αναλάβει την εκτέλεση της προαναφερθείσας εργασίας ο θανών εργαζόμενος. Η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του l.S. οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων, επιβλέποντος μηχανικού του οικοδομικού έργου και εργολάβου τοποθέτησης του ανελκυστήρα και εργοδότη του θανόντος, αντίστοιχα, οι οποίοι υπό τις παραπάνω ιδιότητές τους δεν επέδειξαν την προσοχή που όφειλαν ως μέσοι συνετοί άνθρωποι βάσει των νομικών κανόνων, της κοινής πείρας και λογικής και μπορούσαν βάσει των προσωπικών τους περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας του επαγγέλματός τους να καταβάλουν, ώστε να προβλέψουν και να αποφύγουν το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, που από έλλειψη προσοχής δεν προέβλεψαν. Ειδικότερα... ο τέταρτος εναγόμενος, ως έχων αναλάβει με σύμβαση με τις κυρίες του εν λόγω οικοδομικού έργου τη γενική επίβλεψη αυτού, αν και όφειλε και μπορούσε να παρίσταται, ως εκπρόσωπος των κυριών του έργου, ανελλιπώς στην οικοδομή, προκειμένου να επιβλέπει τις εργασίες της, να υποδεικνύει στον εργολάβο τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν, εν προκειμένω την κατασκευή σταθερών ικριωμάτων, να δίνει οδηγίες για τη σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης εκτέλεση των σχετικών εργασιών σταθερών ικριωμάτων, που είναι της δικής του αρμοδιότητας (7 παρ. 1 π.δ. 778/1980) και όχι του μηχανολόγου-μηχανικού και να μεριμνά και ο ίδιος για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας, επιβλέποντας την τήρηση των οδηγιών του, εντούτοις, από έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής, παρέλειψε να ασκήσει την οφειλόμενη επίβλεψη στο έργο, από το χώρο του οποίου απουσίαζε την ημέρα κατά την οποία συνέβη το ατύχημα. Αν παρευρισκόταν, όπως όφειλε στις 24-6-2005 στο εργοτάξιο της οικοδομής, το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, διότι θα είχε υποδείξει τούτος στον εργολάβο του ανελκυστήρα τη λήψη των προαναφερομένων μέτρων ασφαλείας (κατασκευή σταθερού ικριώματος) και δεν θα επέτρεπε την εκτέλεση εργασιών εντός του φρεατίου πριν ληφθούν τα εν λόγω μέτρα (άρθρα 3 παρ. 1 γ, 4 επ. του π.δ. 778/1980, 34 και 111 του π.δ. 1073/1981, 7 παρ. 1 και 3 του ν. 1396/1983). Η υποχρέωσή του για παρουσία στο εργοτάξιο της οικοδομής κατά τις εργάσιμες ημέρες, ενόψει του ότι το έργο δεν είχε αποπερατωθεί ούτε είχε λάβει χώρα διακοπή των εργασιών, δεν εξαρτάται από προηγούμενη ειδοποίησή του από τον εργολάβο ή τον κύριο του έργου για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών και επομένως, το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ενημερώθηκε ο τέταρτος εναγόμενος για την έναρξη των εργασιών τοποθέτησης του ανελκυστήρα, δεν αναιρεί την υπαιτιότητά του (αμέλεια), αφού από καμία διάταξη προκύπτει υποχρέωση ειδοποίησης του επιβλέποντος μηχανικού πριν από την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας. Αντίθετα, όπως έχει ήδη εκτεθεί, αυτός υποχρεούται όχι μόνο να υποδεικνύει αλλά και να μεριμνά για τη λήψη τους και την τήρηση των οδηγιών του, επισκεπτόμενος το έργο. Η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του π.δ. 788/1980, κατά την οποία ο επιβλέπων μηχανικός έχει υποχρέωση να επιθεωρεί όλα τα ικριώματα πριν από την εγκατάσταση κάθε συνεργείου και εν συνεχεία μια φορά την εβδομάδα, αναφέρεται στην ειδικότερη υποχρέωση επιθεώρησης των ήδη τοποθετηθέντων στην οικοδομή ικριωμάτων και όχι στη γενική υποχρέωση επίβλεψης του έργου, που είναι διαρκής εφόσον οι εργασίες δεν έχουν διακοπεί αρμοδίως. Εξάλλου το γεγονός ότι κατά την ημέρα που συνέβη του ατύχημα πραγματοποιείτο η εξαγγελθείσα πανελλαδική απεργία της ΓΣΕΕ δεν ασκεί καμία επιρροή στο ζήτημα της υπαιτιότητας του τετάρτου εναγομένου, επιβλέποντος μηχανικού, αφού η πραγματοποίηση απεργίας δεν συνεπάγεται την απαγόρευση εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών και δεν δικαιολογεί τη βεβαιότητα του επιβλέποντος το έργο περί καθολικής συμμετοχής σ’ αυτήν των εργαζομένων στο εργοτάξιο. Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε, παρά την απεργία προσήλθαν και εργάζονταν στην οικοδομή τόσο ο θανών και ο έτερος τεχνίτης του συνεργείου του πέμπτου εναγομένου, όσο και ο εκτελών ηλεκτρολογικές εργασίες Χ. Δ.". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του τετάρτου εναγομένου και δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί μερικώς την αγωγή ως προς τον τέταρτο εναγόμενο και είχε αναγνωρίσει ότι αυτός οφείλει (εις ολόκληρον με τον εδώ μη διάδικο πέμπτο εναγόμενο) να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 120.000 ευρώ για την ίδια ατομικά και των 90.000 ευρώ για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της. Στη συνέχεια δε, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς τον τέταρτο εναγόμενο, αναγνώρισε δε ότι αυτός οφείλει (εις ολόκληρον με τον πέμπτο εναγόμενο) να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 125.000 ευρώ για την ίδια ατομικά και των 95.000 ευρώ για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της.
4. Με την κρίση αυτή το εφετείο αφ’ ενός μεν εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στον αριθμό 2 της παρούσας και αφ’ ετέρου τις παραβίασε εκ πλαγίου, διότι α) θεμελίωσε την υπαιτιότητα του τέταρτου εναγομένου στο ότι αυτός είχε αναλάβει με σύμβαση με τις κυρίες του εν λόγω οικοδομικού έργου τη γενική επίβλεψη αυτού, και όφειλε να παρίσταται, ως εκπρόσωπος των κυριών του έργου-εργοδοτών, ανελλιπώς στην οικοδομή, προκειμένου να επιβλέπει τις εργασίες της, να υποδεικνύει στον εργολάβο τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν, εν προκειμένω την κατασκευή σταθερών ικριωμάτων, να δίνει οδηγίες για τη σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης εκτέλεση των σχετικών εργασιών σταθερών ικριωμάτων, που είναι της δικής του αρμοδιότητας και να μεριμνά και ο ίδιος για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας, επιβλέποντας την τήρηση των οδηγιών του, ενώ κατά παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι κυρίες του έργου-εργοδότριες "εξέδωσαν την υπ’ αριθμ. ...2004 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων και με σύμβαση που κατήρτισαν με τον τέταρτο εναγόμενο, Θ. Τ., αρχιτέκτονα - μηχανικό, ανέθεσαν σ’ αυτόν την σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις γενική επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης του ως άνω οικοδομικού έργου. Την κατασκευή της οικοδομής οι δύο πρώτες εναγόμενες δεν ανέθεσαν σε γενικό εργολάβο, αλλά τις επί μέρους εργασίες ανέθεταν αυτές σε διάφορους, κατά είδος εργασιών, εργολάβους με σχετικές συμβάσεις έργου που κατήρτιζαν οι ίδιες με τους τελευταίους" Από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εκτός από επιβλέπων μηχανικός, ήταν και εκπρόσωπος των εργοδοτών και τούτο διότι, στην περίπτωση που ο κύριος οικοπέδου, στο οποίο προτίθεται ν’ ανεγείρει οικοδομή, αναθέτει σε μηχανικό την εκπόνηση της μελέτης που απαιτείται για την έκδοση της σχετικής άδειας, καθώς επίσης και την επίβλεψη του έργου που πρόκειται να εκτελεσθεί, δεν τον καθιστά εργολάβο για την εκτέλεση του έργου υπό την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 681 επ. ΑΚ, ούτε και εκπρόσωπο του, συνεπώς ευθύνεται ο ίδιος (εργοδότης) για τη ζημία που θα προξενηθεί σε τρίτο κατά την εκτέλεση του έργου, αν παραλείψει να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, ανεξάρτητα από την παράλληλη ευθύνη του επιβλέποντος το έργο για τη ζημία που προκαλείται σε τρίτο κατά την εκτέλεσή του, αν και αυτός παραλείψει να υποδείξει στους εργοδότες ή στον εργολάβο τη λήψη των ίδιων ως άνω μέτρων ασφαλείας και την επίβλεψη της λήψεώς τους, που προβλέπονται στην περίπτωση του επιβλέποντος το έργο από τις διατάξεις των άρθρων άρθρα 2 παρ. 4, 3, 5 και 7 του ν. 1396/1983 (Α.Π. 2096/2014, 114/2012).
Συνεπώς ούτος είχε τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού και όχι των κυριών του έργου ως εκπρόσωπος τους. Επομένως εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 111 του π.δ. 1073/1981 (που αφορά τους εργοδότες και τον εκπρόσωπο τους) ως προς τον αναιρεσείοντα, καθώς και το 4 του ν. 1396/1983, δεχόμενο ότι ο επιβλέπων μηχανικός, είναι και εκπρόσωπος των κυρίων του έργου, χωρίς ειδική προς τούτο συμφωνία, β) Όσον δε αφορά την ευθύνη του αναιρεσείοντος, ως επιβλέποντος το έργο περιέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ευθύνη αυτού για τη ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα. Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι η ημέρα του ατυχήματος ήταν ημέρα γενικής απεργίας που είχε εξαγγείλει και πραγματοποιούσε η ΓΣΕΕ και στην οικοδομή εργάζονταν μόνον ο θανών και άλλοι δύο εργάτες στην τοποθέτηση ανελκυστήρα, δέχεται ακολούθως αντιφατικά, ότι δεν συνέτρεχε λόγος, ούτε υπήρχε υποχρέωση να ειδοποιηθεί ο επιβλέπων μηχανικός ότι θα εκτελούνταν εργασίες στην οικοδομή (οι οποίες λόγω απεργίας είχαν διακοπεί) και δη στο φρεάτιο του ασανσέρ που ήταν κλειδωμένο, (προφανώς για λόγους ασφαλείας) δεδομένης της πραγματοποιήσεως της απεργίας, προκειμένου να ασκήσει επίβλεψη στο έργο και να υποδείξει στις κυρίες του έργου-εργοδότριες, που όφειλαν να είναι παρούσες, καθώς και στον εργολάβο (του ανελκυστήρος) τα μέτρα ασφαλείας, αφού τούτο (οικοδομικό έργο) κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης εκτελείτο με αυτεπιστασία των ιδίων. Έτσι ενώ κατά τις παραδοχές τις προσβαλομένης αποφάσεως, ήταν πράγματι ημέρα γενικής απεργίας της ΓΣΕΕ και δεν εκτελούντο άλλες οικοδομικές εργασίες στην οικοδομή, δέχθηκε ότι παρά το ότι δεν ενημερώθηκε ο αναιρεσείων για την εκτέλεση εργασιών στο φρεάτιο του ανελκυστήρα, όφειλε να παρίσταται κατά τις εργασίες τοποθέτησης του ανελκυστήρα. Πλην όμως λόγω των ειδικών συνθηκών (απεργίας) και της παραδοχής ότι δεν ενημερώθηκε ο αναιρεσείων για τη συνέχιση των εργασιών, δεν μπορούσε να ασκήσει τις από το άρθρο 7 ν. 1396/83 υποχρεώσεις του, με συνέπεια να αίρεται η υπαιτιότητά του, αφού ο πέμπτος εναγόμενος (που ανέλαβε την εγκατάσταση ανελκυστήρα) ενήργησε αυτοβούλως και ελλείπει πλέον ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της φερόμενης παραλείψεως του επιβλέποντος και του ζημιογόνου αποτελέσματος, εν όψει και του ότι, όπως προκύπτει από την περιλαμβανόμενη στα αποδεικτικά μέσα με αριθμό 3537/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είχε κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του σε βάρος του παθόντος. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι παραβάσεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του. Ειδικότερα το εφετείο ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 111 π.δ. 1073/1981, κατά την οποία "Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας" ως προς τον τέταρτο εναγόμενο και εδώ αναιρεσείοντα επιβλέποντα μηχανικό. Τούτο διότι η ανωτέρω διάταξη ήταν εφαρμοστέα και ως προς αυτόν αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, η σύμβαση μεταξύ του κυρίου του έργου και του επιβλέποντος μηχανικού έχει το χαρακτήρα της συμβάσεως έργου και συνακόλουθα ο τελευταίος έχει την ιδιότητα του εργολάβου και τις υποχρεώσεις που ορίζει το άρθρο αυτό για τους εργολάβους. Επίσης ορθώς εφάρμοσε ως προς τον τέταρτο εναγόμενο το άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1396/1983, με το οποίο ορίζεται, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού να δίνει οδηγίες κατασκευής σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για την εκτέλεση εργασιών ικριωμάτων και να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών. Επί πλέον, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης του τετάρτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης στην ενάγουσα και τα εκπροσωπούμενα από αυτήν ανήλικα τέκνα της για το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου και πατέρα αυτών. Συγκεκριμένα αναφέρονται: α) η ζημιογόνος συμπεριφορά του τετάρτου εναγομένου (παράλειψη να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας αν και είχε νομική υποχρέωση προς τούτο), β) ο παράνομος χαρακτήρας της παραλείψεώς του αυτής, γ) η υπαιτιότητα (αμέλεια) αυτού και δ) ο πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτελέσματος. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης να διαλαμβάνεται σ’ αυτές ότι είχε ειδοποιηθεί ο τέταρτος εναγόμενος για την επανέναρξη των εργασιών στην οικοδομή, αφού μόνο το γεγονός της απεργίας κατά την ημέρα του ατυχήματος δεν συνιστούσε διακοπή των εργασιών κατά την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 2 και 3 ν. 1396/1983, ώστε να τίθεται θέμα ειδοποιήσεως αυτού για την επανέναρξη. Τα πιο πάνω δεν αναιρούνται: α) από την εσφαλμένη αναγραφή στην προσβαλλομένη ότι η υποχρέωση του τετάρτου εναγομένου να υποδεικνύει στον εργολάβο την κατασκευή σταθερών ικριωμάτων και να δίνει οδηγίες για τη σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης εκτέλεση των σχετικών εργασιών είναι της δικής του αρμοδιότητος με βάση το άρθρο 7 παρ. 1 π.δ. 778/1980 αντί του ορθού άρθρου 7 παρ. 1 ν. 1396/1983, το οποίο αναφέρεται σε άλλα σημεία της και β) από την αναφορά στην προσβαλλομένη ότι ο τέταρτος εναγόμενος είχε την ιδιότητα του εκπροσώπου των κυριών του ακινήτου, αφού και μόνη η ιδιότητά του ως επιβλέποντος μηχανικού ο οποίος δεν τήρησε τις ανωτέρω διατάξεις που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, ήταν ικανή κατά τ’ ανωτέρω να θεμελιώσει την ευθύνη του.
6. Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος (τρίτου) λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5768/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση 534 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 534/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη και Θεόδωρο Ζευκιλή, που ανακάλεσε την από 14-9-2016 δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. (M.) Τ. (T.) του Γ. (G.), χήρας I. (Ι.) S. (Σ.), κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της S. (Σ.) S. (Σ.) του I. (Ι.) και S. (Σ.) S. (Σ.) του I. (Ι.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Παπαθανασίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1356/2010 του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο να δικάσει τη διαφορά και την παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως αρμόδιο, 787/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5768/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-2-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 9-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ. Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (Α.Π. 80/2016). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό τις διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. β Α.Κ. (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της παραλειφθείσης πράξεως από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου) από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση που επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλουμένου κινδύνου. Περαιτέρω από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 16 ν. 551/1915, 914 και 932 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τη θανάτωση προσώπου σε εργατικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου οι ενάγοντες, μέλη της οικογενείας του, υπέστησαν ψυχικό πόνο και στενοχώρια, πρέπει να εκτίθεται σ’ αυτή (αγωγή) ο βαθμός συγγένειας των εναγόντων με το θανατωθέντα εργαζόμενο, η ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ αυτού και του υπόχρεου, η βλάβη του σώματος ή της υγείας και ο συνεπεία αυτών θάνατος του εργαζόμενου, η επέλευση του ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η απόδοση του ατυχήματος σε πταίσμα, ήτοι οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του και, στην περίπτωση της ειδικής αμέλειας, η μη τήρηση των ειδικών διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων, καθώς και ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της. Ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου, η ηλικία του θανόντος και των συγγενών του θανόντος εργαζόμενου κ.λπ. δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής ούτε περί αυτών διατάσσεται απόδειξη αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 981/2015, 212/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-7-2007 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι στις 24-6-2005 απεβίωσε συνεπεία εργατικού ατυχήματος ο l. S., σύζυγος αυτής και πατέρας των εκπροσωπουμένων από αυτήν ανηλίκων θυγατέρων της, ο οποίος απασχολείτο από τον πέμπτο εναγόμενο [εδώ μη διάδικο] Γ. Κ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στην Αθήνα, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται ειδικότερα, κατά τη διάρκεια εργασιών τοποθέτησης ανελκυστήρα σε νεοανεγειρόμενη οικοδομή κυριότητας των δύο πρώτων εναγομένων [εδώ μη διαδίκων] Χ. Ζ. και Σ. Ζ., τις οποίες εργασίες είχε αναλάβει ο πέμπτος εναγόμενος εργοδότης του θανόντος. Ότι το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού θάνατος του ανωτέρω εργαζομένου οφείλεται σε αμέλεια των εναγομένων, οι οποίοι, υπό την ιδιότητά του ο καθένας, και συγκεκριμένα οι δύο πρώτες ως συνιδιοκτήτριες της υπό ανέγερση οικοδομής, ο τρίτος Α. Ζ. [εδώ μη διάδικος] ως εργολάβος και κατασκευαστής αυτής, ο τέταρτος Θ. Τ. [ήδη αναιρεσείων] ως αρχιτέκτων μηχανικός που είχε αναλάβει την επίβλεψη της οικοδομής και ο πέμπτος ως εργοδότης του θανόντος και κατασκευαστής του ανελκυστήρα, δεν έλαβαν τα κατάλληλα και επιβαλλόμενα μέτρα προστασίας που περιγράφει στην αγωγή. Ότι από το θάνατο του ανωτέρω συζύγου της και πατέρα των εκπροσωπούμενων από την ίδια ανηλίκων θυγατέρων της υπέστησαν αυτές ψυχική οδύνη. Ζήτησε δε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, πλην άλλων που απορρίφθηκαν και δεν προσβάλλονται με λόγο αναιρέσεως, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι της οφείλουν εις ολόκληρον για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 250.000 ευρώ για την ίδια ατομικά και το ποσό των 200.000 ευρώ για καθεμία από τις ανήλικες θυγατέρες της, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχονται σ’ αυτήν τα αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία και ειδικότερα: α) η ζημιογόνος συμπεριφορά του αναιρεσείοντος επιβλέποντος μηχανικού (παράλειψη), β) ο παράνομος χαρακτήρας της παραλείψεως, γ) η υπαιτιότητα αυτού (αμέλεια) και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτελέσματος. Δεν είναι δε αόριστη η αγωγή για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της: α) το στάδιο κατασκευής, δηλαδή η ακριβής κατάσταση της οικοδομής αμέσως πριν από ατύχημα, β) το γεγονός ότι κατά την ημέρα που συνέβη αυτό είχε κηρυχθεί γενική απεργία των εργαζομένων, γ) αν ειδοποιήθηκε ή όχι ο μη διάδικος Σ. Β., μηχανολόγος-μηχανικός που είχε την ευθύνη επίβλεψης των μηχανολογικών εγκαταστάσεων, δ) αν αυτός (ο αναιρεσείων) είχε ειδοποιηθεί για τη διενέργεια οικοδομικών εργασιών παρά την απεργία και ε) αν ο ίδιος είχε ειδοποιηθεί ότι άρχισαν οι εργασίες εγκαταστάσεως του ανελκυστήρα. Τούτο διότι τα παραπάνω περιστατικά συνιστούν τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, που μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις και κατά τα προεκτεθέντα δεν απαιτείται να εκτίθενται για το ορισμένο της αγωγής, ενώ αντίθετα εκτίθενται ορισμένως όλα τα υπόλοιπα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωσή της. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 14 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
2. Aπό τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του κ.ν. 551/1915 προκύπτει ότι πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (Α.Π. 80/2016). Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού" και του ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα". Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 2 ν. 1396/1983: "Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται: 1... 2... 3... 4... 5... 6... 7. Επιβλέπων: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης". Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 4 του ίδιου πιο πάνω νόμου (1396/1983): "1. Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ’ έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. 2. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη τη διάρκεια της διακοπής. 3. Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο", κατά δε το άρθρο 7 αυτού (ν. 1396/1983): "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών, ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2... 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του π.δ. 778/1980: "Επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου π.δ. (778/1980): "Μετά την εκτέλεσιν των εις το άρθρον 1 του παρόντος αναφερομένων εργασιών δέον όπως χρησιμοποιούνται ικριώματα ή φορηταί κλίμακες υπό τους κάτωθι όρους και περιορισμούς, αναλόγως του ύψους αυτών από της στάθμης του εδάφους ή του κατά περίπτωσιν δαπέδου ορόφους της οικοδομής. α)... β)... γ) Εις τας εσωτερικάς εργασίας άνω των 3,50 του μέτρου χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Εις τας ως άνω εργασίας δύναται να χρησιμοποιώνται και κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων, εφ’ όσον το ύψος αυτών δεν υπερβαίνει τα 12,00 μέτρα", κατά δε το άρθρο 21 του ίδιου π.δ. (778/1980): "1. Αι εγκαταστάσεις ή διατάξεις ασφαλείας πρέπει να κατασκευάζωνται ούτως ώστε να αντιστοιχούν εις την προς εκτέλεσιν εργασίαν και να διασφαλίζουν τον εργαζόμενον εκ των κινδύνων τους οποίους διατρέχει κατά την εκτέλεσίν της. 2. Δέον να είναι μελετημέναι, ώστε να έχουν σταθερότητα και αντοχήν εις όλα τα τμήματά των επαρκή, διά τας δυσμενεστέρας δυνατάς συνθήκας φορτίσεως. 3. Άπαντα τα ικριώματα επιθεωρούνται υπό του επιβλέποντος μηχανικού α) προ της εγκαταστάσεως εκάστου συνεργείου β) άπαξ της εβδομάδος...". Τέλος με το άρθρο 34 του π.δ. 1073/1981 ρυθμίζονται λεπτομερώς οι διαστάσεις των ικριωμάτων αναλόγως του φορτίου και του είδους των εργασιών για τις οποίες χρησιμοποιούνται, ενώ με το άρθρο 111 του ίδιου π.δ. (1073/1981) ορίζονται τα εξής: "Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ’ όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων. Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρήται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ’ όσον έχει ειδικάς γνώσεις ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας". Εξ άλλου η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής αδείας και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου στο οποίο αφορά αυτή, φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως έργου (Α.Π. 676/2015), σύμφωνα με την οποία αυτός αναλαμβάνει την επίβλεψη του έργου όπως αυτή περιγράφεται αναλυτικά στις διατάξεις του ν.δ. της 17-7/16-8-1923 (άρθρα 53-55) σε συνδυασμό με το β.δ. της 15-12-1923/21-1-1924 περί εκτελέσεως του παραπάνω νομοθετικού διατάγματος, οι οποίες περιγράφουν την ανάληψη ευθύνης από τη μελέτη και την υπηρεσία της επίβλεψης-εποπτείας τεχνικών έργων για την κατασκευή των οποίων απαιτείται άδεια από δημόσια αρχή. Εφόσον λοιπόν από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο επιβλέπων μηχανικός, που από πλευράς πολεοδομίας ελέγχει τον εκτελούντα το έργο ιδιοκτήτη, δεν μπορεί ταυτόχρονα με την ίδια συμφωνία για έκδοση οικοδομικής άδειας, να είναι και εκπρόσωπος του ιδιοκτήτη, διότι τίθεται θέμα ασυμβιβάστου, επειδή ο ελέγχων είναι και ελεγχόμενος.
3. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι δύο πρώτες εναγόμενες Χ. Ζ. και Σ. Ζ. τυγχάνουν συγκύριες ενός ακινήτου που βρίσκεται στην Αθήνα επί της συμβολής των οδών ..., επί του οποίου αποφάσισαν να ανεγείρουν νέα εξαώροφη οικοδομή, δύο υπόγεια και δώμα. Προς τούτο εξέδωσαν την... ...2004 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου … και με σύμβαση που κατήρτισαν με τον τέταρτο εναγόμενο Θ. Τ., αρχιτέκτονα - μηχανικό, ανέθεσαν σ’ αυτόν την σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις γενική επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης του ως άνω οικοδομικού έργου. Την κατασκευή της οικοδομής οι δύο πρώτες εναγόμενες δεν ανέθεσαν σε γενικό εργολάβο, αλλά τις επί μέρους εργασίες ανέθεταν αυτές σε διάφορους, κατά είδος εργασιών, εργολάβους με σχετικές συμβάσεις έργου που κατήρτιζαν οι ίδιες με τους τελευταίους. Στις 17-6-2005 οι δύο πρώτες εναγόμενες με σύμβαση που κατήρτισαν με τον πέμπτο εναγόμενο Γ. Κ., ο οποίος διατηρεί τεχνικό γραφείο ανελκυστήρων επί της οδού ... στην Αθήνα, αποδεχόμενες την από 21-4-2005 έγγραφη προσφορά του ανωτέρω, ανέθεσαν σ’ αυτόν, έναντι αμοιβής, την προμήθεια και εγκατάσταση, με δικά του μέσα και προσωπικό, υδραυλικού ανελκυστήρα στην ως άνω εξαώροφη οικοδομή τους. Ο πέμπτος εναγόμενος εξάλλου προσέλαβε στις 17-6-2005, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τον αλβανικής υπηκοότητας και κάτοχο νόμιμης άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα l. S., σύζυγο της ενάγουσας και πατέρα των εκπροσωπουμένων απ’ αυτή ανηλίκων θυγατέρων της S. και S., των οποίων ασκεί τη γονική μέριμνα, προκειμένου να τον απασχολήσει ως ανειδίκευτο εργάτη. Σε εκτέλεση του έργου που του ανατέθηκε από τις κυρίες αυτού δύο πρώτες εναγόμενες ο πέμπτος εναγόμενος προσήλθε στις 24-6-2005 και περί ώρα 09.00’ στην ανωτέρω οικοδομή, μαζί με τον προαναφερόμενο εργάτη και τον τεχνίτη τοποθέτησης ανελκυστήρων Χ. Τ., τον οποίο επίσης απασχολούσε στην επιχείρησή του, προκειμένου να μεταφέρουν εργαλεία και υλικά και να εκτελέσουν κάποιες εργασίες προπαρασκευαστικές της τοποθέτησης του ανελκυστήρα. Ακολούθως, αφού ολοκληρώθηκε η αποφόρτωση των εργαλείων και υλικών και η μεταφορά τους στην οικοδομή, ο πέμπτος εναγόμενος ανέθεσε στους προαναφερόμενους εργάτες του να προβούν στην εκτέλεση προπαρασκευαστικών εργασιών εντός του κενού φρεατίου που είχε κατασκευασθεί στην οικοδομή για την εγκατάσταση του ανελκυστήρα και αποχώρησε από το εργοτάξιο. Την ημέρα εκείνη (24-6-2005) απουσίαζε από την οικοδομή ο τέταρτος εναγόμενος επιβλέπων μηχανικός του έργου, ενώ λόγω της γενικής απεργίας που είχε εξαγγείλει και πραγματοποιούσε η ΓΣΕΕ, στην οικοδομή εργάζονταν, πέραν των ως άνω εργατών του εργολάβου τοποθέτησης του ανελκυστήρα, ο Χ. Δ., που εκτελούσε ηλεκτρολογικές εργασίες σε κατάστημα του ισογείου αυτής και ο T. S., φύλακας του χώρου. Μετά την αποχώρηση του πέμπτου εναγομένου οι ως άνω εργάτες του συνεργείου του ξεκίνησαν την εκτέλεση των εργασιών που τους ανέθεσε εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα, αφού πρώτα τούτοι ξεκλείδωσαν με το κλειδί που είχαν τις μεταλλικές πόρτες που είχαν τοποθετηθεί στους ορόφους μπροστά από το άνοιγμα του φρεατίου του ανελκυστήρα και συνέχισαν εργαζόμενοι, χρησιμοποιώντας τρυπάνι. Περί ώρα 12.00’ αποχώρησε από την οικοδομή ο τεχνίτης Χ. Τ. και έμεινε να εργάζεται μόνος στο φρεάτιο του ανελκυστήρα ο l.S.. Περίπου μισή ώρα αργότερα, δηλαδή περί τις 12.30’ και ενώ τούτος εκτελούσε εντός του φρεατίου εργασίες τοποθέτησης μεταλλικών πλαϊνών στηριγμάτων μεταξύ πέμπτου και έκτου ορόφου της οικοδομής, όντας ανεβασμένος σε κινητή αλουμινένια διπλή σκάλα, που στηριζόταν από τη μία άκρη της στο δάπεδο (πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος) έξω από την πόρτα του φρεατίου του πέμπτου ορόφου και από την άλλη στο έναντι της πόρτας τοιχίο του φρεατίου, κατέπεσε μαζί με τη σκάλα στη βάση του φρεατίου στο υπόγειο του κτιρίου, από ύψος μεγαλύτερο των 15 μέτρων, με συνέπεια να υποστεί από την πτώση κακώσεις της κεφαλής, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Το παραπάνω ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα υπήρχε σταθερό ικρίωμα με καθολικό δάπεδο εργασίας (χωρίς κενά), επαρκούς αντοχής για τη συγκεκριμένη εργασία, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 γ’ , 4 επ. του π.δ. 778/1980 και 34 του π.δ. 1073/1981 για τις εσωτερικές εργασίες που εκτελούνται σε οικοδομικά έργα και σε ύψος άνω των 3,5 μέτρων, όπως εν προκειμένω, πλην όμως τέτοιο σταθερό ικρίωμα δεν είχε κατασκευασθεί και δεν υπήρχε εντός του φρεατίου πριν αναλάβει την εκτέλεση της προαναφερθείσας εργασίας ο θανών εργαζόμενος. Η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του l.S. οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων, επιβλέποντος μηχανικού του οικοδομικού έργου και εργολάβου τοποθέτησης του ανελκυστήρα και εργοδότη του θανόντος, αντίστοιχα, οι οποίοι υπό τις παραπάνω ιδιότητές τους δεν επέδειξαν την προσοχή που όφειλαν ως μέσοι συνετοί άνθρωποι βάσει των νομικών κανόνων, της κοινής πείρας και λογικής και μπορούσαν βάσει των προσωπικών τους περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας του επαγγέλματός τους να καταβάλουν, ώστε να προβλέψουν και να αποφύγουν το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, που από έλλειψη προσοχής δεν προέβλεψαν. Ειδικότερα... ο τέταρτος εναγόμενος, ως έχων αναλάβει με σύμβαση με τις κυρίες του εν λόγω οικοδομικού έργου τη γενική επίβλεψη αυτού, αν και όφειλε και μπορούσε να παρίσταται, ως εκπρόσωπος των κυριών του έργου, ανελλιπώς στην οικοδομή, προκειμένου να επιβλέπει τις εργασίες της, να υποδεικνύει στον εργολάβο τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν, εν προκειμένω την κατασκευή σταθερών ικριωμάτων, να δίνει οδηγίες για τη σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης εκτέλεση των σχετικών εργασιών σταθερών ικριωμάτων, που είναι της δικής του αρμοδιότητας (7 παρ. 1 π.δ. 778/1980) και όχι του μηχανολόγου-μηχανικού και να μεριμνά και ο ίδιος για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας, επιβλέποντας την τήρηση των οδηγιών του, εντούτοις, από έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής, παρέλειψε να ασκήσει την οφειλόμενη επίβλεψη στο έργο, από το χώρο του οποίου απουσίαζε την ημέρα κατά την οποία συνέβη το ατύχημα. Αν παρευρισκόταν, όπως όφειλε στις 24-6-2005 στο εργοτάξιο της οικοδομής, το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, διότι θα είχε υποδείξει τούτος στον εργολάβο του ανελκυστήρα τη λήψη των προαναφερομένων μέτρων ασφαλείας (κατασκευή σταθερού ικριώματος) και δεν θα επέτρεπε την εκτέλεση εργασιών εντός του φρεατίου πριν ληφθούν τα εν λόγω μέτρα (άρθρα 3 παρ. 1 γ, 4 επ. του π.δ. 778/1980, 34 και 111 του π.δ. 1073/1981, 7 παρ. 1 και 3 του ν. 1396/1983). Η υποχρέωσή του για παρουσία στο εργοτάξιο της οικοδομής κατά τις εργάσιμες ημέρες, ενόψει του ότι το έργο δεν είχε αποπερατωθεί ούτε είχε λάβει χώρα διακοπή των εργασιών, δεν εξαρτάται από προηγούμενη ειδοποίησή του από τον εργολάβο ή τον κύριο του έργου για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών και επομένως, το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ενημερώθηκε ο τέταρτος εναγόμενος για την έναρξη των εργασιών τοποθέτησης του ανελκυστήρα, δεν αναιρεί την υπαιτιότητά του (αμέλεια), αφού από καμία διάταξη προκύπτει υποχρέωση ειδοποίησης του επιβλέποντος μηχανικού πριν από την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας. Αντίθετα, όπως έχει ήδη εκτεθεί, αυτός υποχρεούται όχι μόνο να υποδεικνύει αλλά και να μεριμνά για τη λήψη τους και την τήρηση των οδηγιών του, επισκεπτόμενος το έργο. Η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του π.δ. 788/1980, κατά την οποία ο επιβλέπων μηχανικός έχει υποχρέωση να επιθεωρεί όλα τα ικριώματα πριν από την εγκατάσταση κάθε συνεργείου και εν συνεχεία μια φορά την εβδομάδα, αναφέρεται στην ειδικότερη υποχρέωση επιθεώρησης των ήδη τοποθετηθέντων στην οικοδομή ικριωμάτων και όχι στη γενική υποχρέωση επίβλεψης του έργου, που είναι διαρκής εφόσον οι εργασίες δεν έχουν διακοπεί αρμοδίως. Εξάλλου το γεγονός ότι κατά την ημέρα που συνέβη του ατύχημα πραγματοποιείτο η εξαγγελθείσα πανελλαδική απεργία της ΓΣΕΕ δεν ασκεί καμία επιρροή στο ζήτημα της υπαιτιότητας του τετάρτου εναγομένου, επιβλέποντος μηχανικού, αφού η πραγματοποίηση απεργίας δεν συνεπάγεται την απαγόρευση εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών και δεν δικαιολογεί τη βεβαιότητα του επιβλέποντος το έργο περί καθολικής συμμετοχής σ’ αυτήν των εργαζομένων στο εργοτάξιο. Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε, παρά την απεργία προσήλθαν και εργάζονταν στην οικοδομή τόσο ο θανών και ο έτερος τεχνίτης του συνεργείου του πέμπτου εναγομένου, όσο και ο εκτελών ηλεκτρολογικές εργασίες Χ. Δ.". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του τετάρτου εναγομένου και δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί μερικώς την αγωγή ως προς τον τέταρτο εναγόμενο και είχε αναγνωρίσει ότι αυτός οφείλει (εις ολόκληρον με τον εδώ μη διάδικο πέμπτο εναγόμενο) να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 120.000 ευρώ για την ίδια ατομικά και των 90.000 ευρώ για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της. Στη συνέχεια δε, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς τον τέταρτο εναγόμενο, αναγνώρισε δε ότι αυτός οφείλει (εις ολόκληρον με τον πέμπτο εναγόμενο) να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 125.000 ευρώ για την ίδια ατομικά και των 95.000 ευρώ για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της.
4. Με την κρίση αυτή το εφετείο αφ’ ενός μεν εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στον αριθμό 2 της παρούσας και αφ’ ετέρου τις παραβίασε εκ πλαγίου, διότι α) θεμελίωσε την υπαιτιότητα του τέταρτου εναγομένου στο ότι αυτός είχε αναλάβει με σύμβαση με τις κυρίες του εν λόγω οικοδομικού έργου τη γενική επίβλεψη αυτού, και όφειλε να παρίσταται, ως εκπρόσωπος των κυριών του έργου-εργοδοτών, ανελλιπώς στην οικοδομή, προκειμένου να επιβλέπει τις εργασίες της, να υποδεικνύει στον εργολάβο τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν, εν προκειμένω την κατασκευή σταθερών ικριωμάτων, να δίνει οδηγίες για τη σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης εκτέλεση των σχετικών εργασιών σταθερών ικριωμάτων, που είναι της δικής του αρμοδιότητας και να μεριμνά και ο ίδιος για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας, επιβλέποντας την τήρηση των οδηγιών του, ενώ κατά παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι κυρίες του έργου-εργοδότριες "εξέδωσαν την υπ’ αριθμ. ...2004 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων και με σύμβαση που κατήρτισαν με τον τέταρτο εναγόμενο, Θ. Τ., αρχιτέκτονα - μηχανικό, ανέθεσαν σ’ αυτόν την σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις γενική επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης του ως άνω οικοδομικού έργου. Την κατασκευή της οικοδομής οι δύο πρώτες εναγόμενες δεν ανέθεσαν σε γενικό εργολάβο, αλλά τις επί μέρους εργασίες ανέθεταν αυτές σε διάφορους, κατά είδος εργασιών, εργολάβους με σχετικές συμβάσεις έργου που κατήρτιζαν οι ίδιες με τους τελευταίους" Από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εκτός από επιβλέπων μηχανικός, ήταν και εκπρόσωπος των εργοδοτών και τούτο διότι, στην περίπτωση που ο κύριος οικοπέδου, στο οποίο προτίθεται ν’ ανεγείρει οικοδομή, αναθέτει σε μηχανικό την εκπόνηση της μελέτης που απαιτείται για την έκδοση της σχετικής άδειας, καθώς επίσης και την επίβλεψη του έργου που πρόκειται να εκτελεσθεί, δεν τον καθιστά εργολάβο για την εκτέλεση του έργου υπό την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 681 επ. ΑΚ, ούτε και εκπρόσωπο του, συνεπώς ευθύνεται ο ίδιος (εργοδότης) για τη ζημία που θα προξενηθεί σε τρίτο κατά την εκτέλεση του έργου, αν παραλείψει να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, ανεξάρτητα από την παράλληλη ευθύνη του επιβλέποντος το έργο για τη ζημία που προκαλείται σε τρίτο κατά την εκτέλεσή του, αν και αυτός παραλείψει να υποδείξει στους εργοδότες ή στον εργολάβο τη λήψη των ίδιων ως άνω μέτρων ασφαλείας και την επίβλεψη της λήψεώς τους, που προβλέπονται στην περίπτωση του επιβλέποντος το έργο από τις διατάξεις των άρθρων άρθρα 2 παρ. 4, 3, 5 και 7 του ν. 1396/1983 (Α.Π. 2096/2014, 114/2012).
Συνεπώς ούτος είχε τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού και όχι των κυριών του έργου ως εκπρόσωπος τους. Επομένως εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 111 του π.δ. 1073/1981 (που αφορά τους εργοδότες και τον εκπρόσωπο τους) ως προς τον αναιρεσείοντα, καθώς και το 4 του ν. 1396/1983, δεχόμενο ότι ο επιβλέπων μηχανικός, είναι και εκπρόσωπος των κυρίων του έργου, χωρίς ειδική προς τούτο συμφωνία, β) Όσον δε αφορά την ευθύνη του αναιρεσείοντος, ως επιβλέποντος το έργο περιέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ευθύνη αυτού για τη ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα. Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι η ημέρα του ατυχήματος ήταν ημέρα γενικής απεργίας που είχε εξαγγείλει και πραγματοποιούσε η ΓΣΕΕ και στην οικοδομή εργάζονταν μόνον ο θανών και άλλοι δύο εργάτες στην τοποθέτηση ανελκυστήρα, δέχεται ακολούθως αντιφατικά, ότι δεν συνέτρεχε λόγος, ούτε υπήρχε υποχρέωση να ειδοποιηθεί ο επιβλέπων μηχανικός ότι θα εκτελούνταν εργασίες στην οικοδομή (οι οποίες λόγω απεργίας είχαν διακοπεί) και δη στο φρεάτιο του ασανσέρ που ήταν κλειδωμένο, (προφανώς για λόγους ασφαλείας) δεδομένης της πραγματοποιήσεως της απεργίας, προκειμένου να ασκήσει επίβλεψη στο έργο και να υποδείξει στις κυρίες του έργου-εργοδότριες, που όφειλαν να είναι παρούσες, καθώς και στον εργολάβο (του ανελκυστήρος) τα μέτρα ασφαλείας, αφού τούτο (οικοδομικό έργο) κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης εκτελείτο με αυτεπιστασία των ιδίων. Έτσι ενώ κατά τις παραδοχές τις προσβαλομένης αποφάσεως, ήταν πράγματι ημέρα γενικής απεργίας της ΓΣΕΕ και δεν εκτελούντο άλλες οικοδομικές εργασίες στην οικοδομή, δέχθηκε ότι παρά το ότι δεν ενημερώθηκε ο αναιρεσείων για την εκτέλεση εργασιών στο φρεάτιο του ανελκυστήρα, όφειλε να παρίσταται κατά τις εργασίες τοποθέτησης του ανελκυστήρα. Πλην όμως λόγω των ειδικών συνθηκών (απεργίας) και της παραδοχής ότι δεν ενημερώθηκε ο αναιρεσείων για τη συνέχιση των εργασιών, δεν μπορούσε να ασκήσει τις από το άρθρο 7 ν. 1396/83 υποχρεώσεις του, με συνέπεια να αίρεται η υπαιτιότητά του, αφού ο πέμπτος εναγόμενος (που ανέλαβε την εγκατάσταση ανελκυστήρα) ενήργησε αυτοβούλως και ελλείπει πλέον ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της φερόμενης παραλείψεως του επιβλέποντος και του ζημιογόνου αποτελέσματος, εν όψει και του ότι, όπως προκύπτει από την περιλαμβανόμενη στα αποδεικτικά μέσα με αριθμό 3537/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είχε κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του σε βάρος του παθόντος. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι παραβάσεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του. Ειδικότερα το εφετείο ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 111 π.δ. 1073/1981, κατά την οποία "Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας" ως προς τον τέταρτο εναγόμενο και εδώ αναιρεσείοντα επιβλέποντα μηχανικό. Τούτο διότι η ανωτέρω διάταξη ήταν εφαρμοστέα και ως προς αυτόν αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, η σύμβαση μεταξύ του κυρίου του έργου και του επιβλέποντος μηχανικού έχει το χαρακτήρα της συμβάσεως έργου και συνακόλουθα ο τελευταίος έχει την ιδιότητα του εργολάβου και τις υποχρεώσεις που ορίζει το άρθρο αυτό για τους εργολάβους. Επίσης ορθώς εφάρμοσε ως προς τον τέταρτο εναγόμενο το άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1396/1983, με το οποίο ορίζεται, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού να δίνει οδηγίες κατασκευής σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για την εκτέλεση εργασιών ικριωμάτων και να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών. Επί πλέον, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης του τετάρτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης στην ενάγουσα και τα εκπροσωπούμενα από αυτήν ανήλικα τέκνα της για το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου και πατέρα αυτών. Συγκεκριμένα αναφέρονται: α) η ζημιογόνος συμπεριφορά του τετάρτου εναγομένου (παράλειψη να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας αν και είχε νομική υποχρέωση προς τούτο), β) ο παράνομος χαρακτήρας της παραλείψεώς του αυτής, γ) η υπαιτιότητα (αμέλεια) αυτού και δ) ο πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτελέσματος. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης να διαλαμβάνεται σ’ αυτές ότι είχε ειδοποιηθεί ο τέταρτος εναγόμενος για την επανέναρξη των εργασιών στην οικοδομή, αφού μόνο το γεγονός της απεργίας κατά την ημέρα του ατυχήματος δεν συνιστούσε διακοπή των εργασιών κατά την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 2 και 3 ν. 1396/1983, ώστε να τίθεται θέμα ειδοποιήσεως αυτού για την επανέναρξη. Τα πιο πάνω δεν αναιρούνται: α) από την εσφαλμένη αναγραφή στην προσβαλλομένη ότι η υποχρέωση του τετάρτου εναγομένου να υποδεικνύει στον εργολάβο την κατασκευή σταθερών ικριωμάτων και να δίνει οδηγίες για τη σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης εκτέλεση των σχετικών εργασιών είναι της δικής του αρμοδιότητος με βάση το άρθρο 7 παρ. 1 π.δ. 778/1980 αντί του ορθού άρθρου 7 παρ. 1 ν. 1396/1983, το οποίο αναφέρεται σε άλλα σημεία της και β) από την αναφορά στην προσβαλλομένη ότι ο τέταρτος εναγόμενος είχε την ιδιότητα του εκπροσώπου των κυριών του ακινήτου, αφού και μόνη η ιδιότητά του ως επιβλέποντος μηχανικού ο οποίος δεν τήρησε τις ανωτέρω διατάξεις που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, ήταν ικανή κατά τ’ ανωτέρω να θεμελιώσει την ευθύνη του.
6. Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος (τρίτου) λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5768/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΣΧΕΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΥΠ ΑΡΙΘ 534/2017
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου