Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

ΑΠ 46/2017 - Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του π.δ. 410/1995 (ΑΠ 1047/2012) οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής και κατά τη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου,......

Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του π.δ. 410/1995 (ΑΠ 1047/2012) οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής και κατά τη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου,......
πολιτικών ή στρατιωτικών κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της". Κατά δε την παρ. 6 του ίδιου άρθρου "χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, που έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή για την οποία έχει εκδοθεί τίτλος πληρωμής, υπόκειται σε παραγραφή πέντε ετών, που αρχίζει από την αναγνώριση ή την τελεσιδικία ή την έκδοση του τίτλου πληρωμής, αντίστοιχα. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως (παρ. 6), έναρξη νέας παραγραφής από την τελεσιδικία δικαστικής αποφάσεως, που αναγνωρίζει χρηματική αξίωση κατά του Δημοσίου, επέρχεται μόνον ως προς την συγκεκριμένη χρηματική αξίωση, στην οποία αφορά η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, και όχι και ως προς άλλες χρηματικές αξιώσεις, περί των οποίων δεν έκρινε η απόφαση αυτή, έστω και αν είναι παρόμοιες με την κριθείσα ή αν έχουν γεννηθεί εκ της αυτής αιτίας (ΣτΕ 4024/2010). Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Απόφαση 46 / 2017    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 46/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΔΗΜΟΥ ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του ..., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Τ. του Ε., κατοίκου ... και 2)Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1037/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 497/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/6/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 12/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του π.δ. 410/1995 (ΑΠ 1047/2012) οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής και κατά τη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της". Κατά δε την παρ. 6 του ίδιου άρθρου "χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, που έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή για την οποία έχει εκδοθεί τίτλος πληρωμής, υπόκειται σε παραγραφή πέντε ετών, που αρχίζει από την αναγνώριση ή την τελεσιδικία ή την έκδοση του τίτλου πληρωμής, αντίστοιχα. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως (παρ. 6), έναρξη νέας παραγραφής από την τελεσιδικία δικαστικής αποφάσεως, που αναγνωρίζει χρηματική αξίωση κατά του Δημοσίου, επέρχεται μόνον ως προς την συγκεκριμένη χρηματική αξίωση, στην οποία αφορά η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, και όχι και ως προς άλλες χρηματικές αξιώσεις, περί των οποίων δεν έκρινε η απόφαση αυτή, έστω και αν είναι παρόμοιες με την κριθείσα ή αν έχουν γεννηθεί εκ της αυτής αιτίας (ΣτΕ 4024/2010). Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ολΑΠ 36/88, ΑΠ 2039/2014, 183/2011). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) [ΑΠ 2039/2014, 183/2011]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, στην ένδικη αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι αναιρεσίβλητες ιστορούσαν, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι με διαδοχικά ανανεούμενες έγγραφες συμβάσεις, που χαρακτηρίστηκαν προσχηματικά, ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο αναιρεσείον, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ειδικότερα απασχολήθηκαν στους αναφερόμενους στην αγωγή Παιδικούς Σταθμούς του τελευταίου, κατά το χρονικό διάστημα από 12.10.1999 έως 31.7.2003, η μεν πρώτη ως βοηθός βρεφονηπιοκόμου, η δε δεύτερη αυτών ως βοηθός βρεφοκόμου και βοηθός νηπιαγωγού. Ότι από την έναρξη της εργασιακής τους σχέσης και σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, παρείχαν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους, ικανοποιώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου. Ότι οι παραπάνω συμβάσεις εργασίας τους, οι οποίες ανανεώθηκαν διαδοχικά, κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου, αν και είχαν συναφθεί για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος και αποσκοπούσαν στην καταστρατήγηση εκ μέρους του των προστατευτικών διατάξεων του εργατικού δικαίου και είναι συνεπώς ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2003, το αναιρεσείον τους ανακοίνωσε ότι δεν θα αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας έτσι τις συμβάσεις τους. Ότι, κατόπιν ασκήσεως της από 29.10.2003, προγενέστερης αγωγής τους, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2176/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα και με ισχύ δεδικασμένου, εφόσον η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 6792/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ότι η συνδέουσα τις ενάγουσες με το εναγόμενο έννομη σχέση ήταν από την 12.10.1999 εκείνη της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι ήταν άκυρη η από 1.8.2003 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, περαιτέρω δε υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, να καταβάλει σε εκάστη αυτών, το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων διακοσίων εξήντα ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (13.260,22), ως δεδουλευμένα και αποδοχές υπερημερίας από της καταγγελίας μέχρι της 30.4.2004. Ιστορούσαν ακολούθως οι αναιρεσίβλητες ότι εξακολούθησε να υφίσταται υπερημερία του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, μέχρι 31.12.2006 και ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να καταδικασθεί το αναιρεσείον να τους καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από 1.5.2004 έως 31.12.2006, έξοδα κίνησης, αξία των ατομικών ειδών προστασίας - ένδυσης, αντίτιμο γάλακτος για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 31.12.2006 και επίδομα του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 27.3.2008, το συνολικό ποσό των 53.074,57 ευρώ στην πρώτη και των 45.665,95 ευρώ στην δεύτερη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε την ένσταση διετούς παραγραφής που υπέβαλε παραδεκτά, το αναιρεσείον, έκανε δεκτή την αγωγή κατά τα ανωτέρω κονδύλιά της με την 1037/2010 απόφασή του. Ύστερα από έφεση που άσκησε κατά της πρωτοβάθμιας αυτής απόφασης το αναιρεσείον, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι παράγεται δεδικασμένο, από την προαναφερομένη 6792/2006 απόφασή του περί του χαρακτηρισμού της συμβάσεως που συνέδεε τις αναιρεσίβλητες με το αναιρεσείον, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και περί ακυρότητος της καταγγελίας αυτής, περαιτέρω δέχθηκε ότι, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο εξακολούθησε να βρίσκεται σε υπερημερία, ως προς την αποδοχή των εκ μέρους των εναγουσών προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών τους, για το επίδικο από 1.5.2004 έως 31.12.2006 χρονικό διάστημα, ότι οι αναιρεσίβλητες κατείχαν κατά το διάστημα αυτό το 15° μισθολογικό κλιμάκιο και ανήκαν στην κατηγορία Δ.Ε. και ως εκ τούτου με βάση τον Ν. 3205/2003, στου οποίου την έκταση εφαρμογής ανήκουν και οι εργαζόμενοι στα ν.π.δ.δ., ο μηνιαίος μισθός της πρώτης αυτών ανερχόταν στο ποσό των εννιακοσίων ογδόντα δύο (982,00) ευρώ και αναλυόταν σε επτακόσια σαράντα εννέα (749,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στον βασικό μισθό, σε ενενήντα έξι (96,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στο κίνητρο απόδοσης, σε ογδόντα τέσσερα (84,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στο ειδικό επίδομα Ο.Τ.Α., σε τριάντα πέντε (35,00) ευρώ , που αντιστοιχεί στο επίδομα γάμου και σε δέκα οκτώ (18,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στο επίδομα τέκνων, ενώ ο μηνιαίος μισθός της δευτέρας αυτών ανερχόταν στο ποσό των εννιακοσίων εξήντα τεσσάρων (964,00) ευρώ και αναλυόταν σε επτακόσια σαράντα εννέα (749,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στον βασικό μισθό, σε ενενήντα έξι (96,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στο κίνητρο απόδοσης, σε ογδόντα τέσσερα (84,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στο ειδικό επίδομα Ο.Τ.Α. και σε τριάντα πέντε (35,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στο επίδομα γάμου και ότι επομένως, οι αναιρεσίβλητες δικαιούντο, μεταξύ άλλων: α) η πρώτη εξ αυτών για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.5.2004 έως 31.12.2004 (ήτοι 8 μήνες Χ 982,00 ευρώ) επτά χιλιάδες οκτακόσια πενήντα έξι (7.856,00) ευρώ, για επίδομα αδείας του έτους 2004 το ποσό των (749,00 ευρώ : 2) τριακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα λεπτών (374,5) και για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2004, το ποσό των επτακοσίων σαράντα εννέα (749,00) ευρώ, ήτοι συνολικά για το διάστημα αυτό, το ποσό των οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και πενήντα λεπτών (8.979,50 ευρώ) και β) η δεύτερη εξ αυτών για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.5.2004 έως 13. 9.2004 (ήτοι 4 1/2 μήνες Χ 964,00 ευρώ) τέσσερις χιλιάδες τριακόσια τριάντα οκτώ (4.338,00) ευρώ , για επίδομα αδείας του έτους 2004 το ποσό των (749,00 ευρώ : 2) τριακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα λεπτών (374,5) και για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2004 , το ποσό των επτακοσίων σαράντα εννέα ( 749,00 ) ευρώ, ήτοι συνολικά για το έτος 2004, το ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα ενός ευρώ και πενήντα λεπτών (5.461,50 ευρώ). Ακολούθως δέχθηκε ότι οι αξιώσεις αυτές είχαν βεβαιωθεί εμμέσως με την τελεσίδικη υπ' αριθ. 6792/2006 προγενέστερη απόφασή του και η παραγραφή τους ήταν πενταετής και απέρριψε τον λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος με τον οποίο παραπονείτο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης για την απόρριψη της ενστάσεώς του περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων αυτών και αφού, δεχόμενο άλλο λόγο εφέσεως, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη, για το ενιαίο της εκτελέσεως, εξετάζοντας την αγωγή την δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά τα κονδύλια αυτά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να κρίνει δηλαδή ότι οι εν λόγω αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή και όχι διετή παραγραφή, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 και 6 του ν. 2362/1995, που ήταν πράγματι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση και όχι τις διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 3 και 6 του ν.δ. 496/1974 που εσφαλμένα διαλαμβάνονται ως εφαρμοζόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση και το αναιρετήριο. Επομένως ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβιάσεως των περί παραγραφής διατάξεων για τις εν λόγω απαιτήσεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Mετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει στο σύνολό του τo προσβαλλόμενo με αυτόν ως άνω κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται, προεχόντως, αλυσιτελής η εξέταση των στον ίδιο λόγο περαιτέρω αιτιάσεων, για εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων περί παραγραφής διατάξεων με την αντιφατική αιτιολογία αφενός μεν ότι οι αξιώσεις αυτές δεν έχουν βεβαιωθεί με την 6792/2006 απόφαση του Εφετείου, αφετέρου δε ότι αυτές υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατ' εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001.2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (ολ ΑΠ 16/2015, ολ.ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων. Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της (ολ ΑΠ 16/2015). Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1.1.2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του". Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31.12.2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...". Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1.1.2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31.12.2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1.1.2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1.1.2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σε συνέχεια των στην προηγούμενη σκέψη παραδοχών του, επικυρώνοντας, με την απόρριψη του σχετικού λόγου εφέσεως, την πρωτοβάθμια απόφαση που έκρινε ότι η παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 έχει ήδη χορηγηθεί σε ευρείες ετερόκλητες κατηγορίες των μισθωτών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του Ν. 3205/2003, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους και συνακόλουθα καθίσταται σαφές ότι η με γενικότητα χορήγηση της εν λόγω παροχής σε ευρύτερο κύκλο απασχολουμένων στο Δημόσιο, ΟΤΑ και σε ΝΠΔΔ και ανεξάρτητα από την οργανική ή υπηρεσιακή τους κατάσταση, αποτελεί στην πραγματικότητα μια γενική αύξηση, που αποβλέπει στη βελτίωση της μισθολογικής καταστάσεως των υπαλλήλων αυτών και κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού και κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος), έκρινε ακολούθως, ότι οι αναιρεσίβλητες, δικαιούνται να λάβουν την επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και επιδίκασε, μεταξύ άλλων για την αιτία αυτή σε κάθε αναιρεσίβλητη για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 μέχρι 31.12.2006 το συνολικό ποσό των 4.224 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 27.3.2007 μέχρι 27.3.2008 το ποσό των 2.112 ευρώ .Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος,14 του Ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, καθόσον η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται, εάν η Διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να εκδώσει κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ. Στην προκείμενη όμως περίπτωση, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της Διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της παροχής αυτής στις αναιρεσίβλητες, ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων αυτών, που δεν ήταν εφαρμοστέες ευθέως , αφού δεν είχε εκδοθεί σχετική υπουργική απόφαση για το προσωπικό των ΟΤΑ και των λοιπών ν.π.δ.δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Mετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει στο σύνολό του τo προσβαλλόμενo με αυτόν ως άνω κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται, προεχόντως, αλυσιτελής η εξέταση του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ίδιες ως άνω διατάξεις με το να επιδικάσει στις αναιρεσίβλητες την εν λόγω παροχή για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, χωρίς αυτές να την δικαιούνται, διότι λάμβαναν ως έξοδα κίνησης κάθε μήνα 235 ευρώ για το έτος 2005, 270 ευρώ για το διάστημα από 1.1.2006 έως 30.9.2006 και 325 ευρώ για το μετέπειτα χρονικό διάστημα και ως επίδομα ειδικής απασχόλησης ΟΤΑ 84 ευρώ κάθε μήνα μέχρι την 31.12.2006 και 110 ευρώ για το επόμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή παροχές που υπερκάλυπταν το ειδικό επίδομα του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαιά που ανωτέρω αναφέρονται, τα οποία αφορούν οι λόγοι αναιρέσεως που έγιναν δεκτοί, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, ως ηττώμενες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 497/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: