ΤρΠλημΛαρ 627/2012 [Τρόποι τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών


Νέος ΚΠολΔ: Παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα μπορεί να γίνει πλέον και με τις προτάσεις

ΤρΠλημΛαρ 627/2012 [Τρόποι τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών] (παρατ. Γ. Μπουρμάς)
(Περίληψη) Κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών. Συγκεκριμένα, μολονότι οι προσημειώσεις στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος, που συνιστούν..
επιβάρυνση της περιουσίας του, έγιναν προκειμένου να εξασφαλιστούν πραγματικά και όχι εικονικά ή ψεύτικα δάνεια, το προϊόν των δανείων, συνολικού ποσού 88.000 ευρώ, απεκρύβη από αυτόν και η εν λόγω απόκρυψη συνιστά τον τρόπο τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, κατ’ επιτρεπτή βελτίωση της κατηγορίας. Δηλαδή ο κατηγορούμενος μέσω του μηχανισμού της προσημείωσης «εγχρημάτισε» τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του, αυτό δε το έπραξε χωρίς να υφίσταται κάποια συγκεκριμένη και μάλιστα τέτοιας έκτασης οικονομική ανάγκη. Με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση των δανειστών του, αφού οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν αναγκαστικά απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, καθώς τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία του κατηγορουμένου ήταν το προϊόν των δύο δανείων που απεκρύβη, καθόσον τα δύο ακίνητα είχαν επιβαρυνθεί με τρεις προσημειώσεις.

(…) Κατά το άρθρο 397 του ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών είναι υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι τελέσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος μπορούν να εναλλαχθούν. Εξάλλου, μεταβολή της κατηγορίας, που συνεπάγεται, κατά το άρθρο 171 παρ. 1β΄ ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνεπεία της μη τήρησης των διατάξεων των άρθρων 27 και 43 ΚΠΔ, οι οποίες καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, και παραπέμφθηκε αυτός σε δίκη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις που θεμελιώνουν το έγκλημα, για το οποίο η κατηγορία, και όχι όταν, κατ’ άρθρο 371 παρ. 3 ΚΠΔ, προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία ή υπό τα αυτά περιστατικά δίδεται ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της ιδίας πράξης (ΑΠ 1710/2008).

Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τη χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:

Στη Λάρισα, κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο κατηγορούμενος Α.Μ., ιατρός στο επάγγελμα, οφειλέτης δε τυγχάνων με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση δανειστών του αποκρύπτοντας περιουσιακά στοιχεία του. Ειδικότερα, αυτός, οφειλέτης τυγχάνων των εγκαλούντων 1) Ε. χήρας Γ.Γ., 2) Ε.Γ., 3) Δ.Γ., 4) Δ.Γ., 5) Ε. συζ. Δ.Γ., 6) Α.Γ., 7) Α.Γ. και  Ρ.Τ., δυνάμει της υπ’ αριθμ. 275/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία επιδίκασε σ’ αυτούς το συνολικό ποσό των 342.327,00 ευρώ, πλέον τόκων 100.000 ευρώ (και συνολικά το ποσό των 442.327,00 ευρώ), θέλοντας να ματαιώσει την ικανοποίηση των ανωτέρω δανειστών του και να μην καταβάλει τις οφειλές του απέκρυψε περιουσιακά στοιχεία και συγκεκριμένα: 1) στον ως άνω τόπο την 2.6.2005, ο κατηγορούμενος, προέβη σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας για το ποσό των 54.000 ευρώ, μετά την κατάρτιση της από 5.5.2005 και με αρ. … σύμβασης στεγαστικού δανείου μεταξύ αυτού και της ως άνω τράπεζας, ποσού 45.000 ευρώ, που έλαβε σε μετρητά από την τράπεζα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1906/2.6.2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, στο υπό στοιχεία Β4 γραφείο-οριζόντια ιδιοκτησία του, του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου πολυώροφης οικοδομής κείμενης στη Λάρισα επί της οδού … αρ. … και στο υπό στοιχεία Β5 γραφείο-οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου της ίδια πολυώροφης οικοδομής και 2) στον ως άνω τόπο στις 24.9.2007, ο κατηγορούμενος, προέβη σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας για το ποσό των 51.600 ευρώ, μετά την κατάρτιση της από 11.9.2007 και με αρ. … σύμβασης CASH 4U δανείου μεταξύ αυτού και της ως άνω τράπεζας, ποσού 43.000 ευρώ, που έλαβε σε μετρητά από την τράπεζα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4267/24.9.2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, στο υπό στοιχεία Β4 γραφείο-οριζόντια ιδιοκτησία του, του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου πολυώροφης οικοδομής κείμενης στη Λάρισα επί της οδού … αρ. … και στο υπό στοιχεία Β5 γραφείο-οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου της ίδιας πολυώροφης οικοδομής.

Μολονότι οι ανωτέρω προσημειώσεις, που συνιστούν επιβάρυνση της περιουσίας του κατηγορουμένου, έγιναν προκειμένου να εξασφαλιστούν πραγματικά και όχι εικονικά ή ψεύτικα δάνεια, το προϊόν των δανείων, συνολικού ποσού 88.000 ευρώ, απεκρύβη από τον παραπάνω και η απόκρυψη αυτή συνιστά τον τρόπο τέλεσης υπαλλακτικώς μικτού αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, κατ’ επιτρεπτή βελτίωση της κατηγορίας (βλ. για τον τρόπο αυτό Μ. Μαργαρίτη, ΕρμΠΚ 397 αρ. 6 με παραπομπή στην ΑιτΕκΠΚ σελ. 604 και Μπουρόπουλο, άρθ. 397 σελ. 115). Δηλαδή ο κατηγορούμενος μέσω του μηχανισμού της προσημείωσης «εγχρημάτισε» τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του, που περιγράφηκαν πιο πάνω, αυτό δε το έπραξε χωρίς να υφίσταται κάποια συγκεκριμένη και μάλιστα τέτοιας έκτασης οικονομική ανάγκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ έγινε επίκληση σημαντικών ιατρικών δαπανών για λογαριασμό της συντρόφου του κατηγορουμένου καθώς και καταβολή υπέρογκων αμοιβών δικηγόρου ύψους 48.000 ευρώ στην Αθήνα την επίμαχη περίοδο των αξιόποινων πράξεων του κατηγορουμένου, περιστατικά που κατέθεσε και η μάρτυρας-σύντροφος του κατηγορουμένου, εντούτοις ουδέν παραστατικό στοιχείο προσκομίστηκε που να αποδεικνύει ότι καταβλήθηκαν τόσο μεγάλα ποσά σε ιατρικές και νομικές υπηρεσίες. Συνάγεται, επομένως, με ασφάλεια ότι τα χρήματα αυτά απλώς «διασφαλίστηκαν» με σκοπό πάση θυσία να μη διοχετευθούν προς πληρωμή του ποσού της δικαστικής απόφασης αλλά να παραμείνουν στην κατοχή του κατηγορουμένου και να διατεθούν κατ’ αρέσκειά του. Ο ισχυρισμός, ότι τα ακίνητα αυτά εκπλειστηριάστηκαν, λόγω οικονομικής αδυναμίας του κατηγορουμένου, ουδόλως αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε οικονομική αδυναμία εκείνη την περίοδο, καθόσον σύμφωνα με τη σχετική περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και την κατάθεση της συντρόφου του, υπερθεματιστές στον γενόμενο πλειστηριασμό αναδείχθηκαν οι Α.Σ. και Α.Σ., αδέλφια και τέκνα της συντρόφου του κατηγορουμένου, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς τους (που δεν αποδεικνύονται) εκμισθώνουν σήμερα τα ακίνητα στον κατηγορούμενο. Εξάλλου, τα δύο τέκνα της μάρτυρα είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν τα ακίνητα στην τιμή των 111.000 ευρώ, χωρίς να αποδεικνύεται ποια ήταν η πηγή των χρημάτων, ενώ τα χρήματα αυτά, αν και υπήρχαν το έτος 2008, οι ως άνω δύο υπερθεματιστές απέφυγαν να τα διαθέσουν στη μητέρα τους για να καλύψει τις ιατρικές δαπάνες της, αν και το έπραξαν αυτό για να αγοράσουν τα ακίνητα του κατηγορουμένου. Δέχεται, δηλαδή, το δικαστήριο άλλο τρόπο από τους υπαλλακτικώς οριζομένους στο άρθρο 397 ΠΚ και δη εκείνο της απόκρυψης, χωρίς από την κατά τρόπο αυτό πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος να επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας, υπό την έννοια ότι ο κατηγορούμενος δικάστηκε για άλλη πράξη από εκείνη για την οποία ασκήθηκε κατ’ αυτού ποινική δίωξη. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος ματαίωσε την ικανοποίηση των ως άνω εγκαλούντων-δανειστών του, αφού οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν αναγκαστικά την υπ’ αριθμ. 275/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, καθώς τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία του κατηγορουμένου ήταν το προϊόν των δύο δανείων που απεκρύβη (88.000 ευρώ), αφού τα δύο ακίνητα είχαν επιβαρυνθεί με τις ως άνω προσημειώσεις καθώς και με μία τρίτη προσημείωση υπέρ της ίδιας ως άνω τράπεζας, ποσού 38.750.000 δραχμών, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 946/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Για τους λόγους αυτούς

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: [...]

[Η απόφαση δημοσιεύθηκε ολόκληρη στο τεύχος 1/2013, σελ. 6]

Παρατηρήσεις

Με την πιο πάνω απόφαση εκφράσθηκαν ορισμένες ενδιαφέρουσες σκέψεις για το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών (άρθρο 397 ΠΚ) ιδιαίτερα ως προς το νομοτυπικό στοιχείο της απόκρυψης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, η ορθότητα ακριβώς των οποίων θα ερευνηθεί παρακάτω. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω καταδικαστική απόφαση έγινε δεκτό ότι, μολονότι οι προσημειώσεις στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος, που συνιστούν επιβάρυνση της περιουσίας του, έγιναν προκειμένου να εξασφαλιστούν πραγματικά και εικονικά ή ψεύτικα δάνεια, το προϊόν των δανείων, συνολικού ποσού 88.000 ευρώ, απεκρύβη από αυτόν και η εν λόγω απόκρυψη συνιστά τον τρόπο τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, κατ’ επιτρεπτή βελτίωση της κατηγορίας. Δηλαδή ο κατηγορούμενος, μέσω του μηχανισμού της προσημείωσης, «εγχρημάτισε» τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του, αυτό δε το έπραξε χωρίς να υφίσταται κάποια συγκεκριμένη και μάλιστα τέτοιας έκτασης οικονομική ανάγκη. Με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση των δανειστών του, αφού οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν αναγκαστικά απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, καθώς τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία του κατηγορουμένου ήταν το προϊόν των δύο δανείων που απεκρύβη, καθόσον τα δύο ακίνητα είχαν επιβαρυνθεί με τρεις προσημειώσεις.

Όπως είναι γνωστά κατά την απολύτως κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη, η αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος περιλαμβάνει αφενός ένα βλαπτικό αποτέλεσμα (τη ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή) και αφετέρου μία αξιόποινη συμπεριφορά (δηλ. τη βλάβη, καταστροφή ή την απώλεια της αξίας ενός πράγματος του οφειλέτη, την απόκρυψη ή απαλλοτρίωση οποιουδήποτε περιουσιακού του στοιχείου, την κατασκευή ψεύτικων χρεών ή ψεύτικων δικαιοπραξιών). Μεταξύ των δύο πιο πάνω νομοτυπικών στοιχείων πρέπει να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος με την έννοια της conditio sine qua non, δηλ. το παραπάνω εγκληματικό αποτέλεσμα να προκληθεί (όχι με οποιονδήποτε τρόπο αλλά) αποκλειστικά με έναν από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο νόμο τρόπους, οι οποίοι πάντως μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους (υπαλλακτικά μικτό έγκλημα) (βλ. Μυλωνόπουλο, Ειδ. Μ., 2001, σελ. 653). Η εκάστοτε πραγματωθείσα καταδολιευτική πράξη πρέπει να είναι πρόσφορη να προκαλέσει τη ματαίωση της ικανοποίησης, έχοντας ως αντικείμενο περιουσιακά στοιχεία υποκείμενα σε κατάσχεση. Η έννοια της περιουσίας είναι επομένως εδώ στενότερη σε σχέση με τα λοιπά περιουσιακά εγκλήματα (βλ. Μυλωνόπουλο, Ειδ. Μ., 2001, σελ. 652 και σημ. 17).

Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν στοιχειοθετείται καταδολίευση, αν ο οφειλέτης κατά τον χρόνο της ενέργειάς του έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία επαρκούν για την πλήρη ικανοποίηση του δανειστή του (ΑΠ 630/1995 ΠοινΧρ ΜΕ΄, 1950, ΑΠ 1362/1995 ΠοινΧρ ΜΣΤ΄, 548). Εννοείται, όμως, ότι δεν αρκεί η ύπαρξη των εν λόγω στοιχείων, αλλά προσαπαιτείται και η πραγματική δυνατότητα του δανειστή να επιληφθεί αυτών, επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση. Πρέπει δηλ. ο δανειστής, όχι μόνο να γνωρίζει ότι αυτά υπάρχουν και πού ευρίσκονται, αλλά να μπορεί πράγματι να επιτύχει χωρίς δυσανάλογες δαπάνες την ικανοποίησή του. Ομοίως, δεν μπορεί να αξιωθεί από τον δανειστή να ελέγξει όλα τα υποθηκοφυλακεία της χώρας, προκειμένου να διαπιστώσει αν ο οφειλέτης του διαθέτει ακίνητη περιουσία (βλ. Μυλωνόπουλο, ό.π., σελ. 653). [...]

Γεώργιος Μπουρμάς,
Δικηγόρος, ΔΝ

Πηγή: ΠοινΔικ 7/2013, 581

Σχόλια