ΠΠρΑθ 4041/2013, Αναγκαστική ομοδικία στο άρθρο 939 Α.Κ. – Σώρευση αγωγής αναγνώρισης ως άκυρης λόγω εικονικότητας σύμβαση πώλησης με αγωγή διάρρηξης ως καταδολιευτικής της αυτής σύμβασης πώλησης


Νέος ΚΠολΔ: Παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα μπορεί να γίνει πλέον και με τις προτάσεις

ΠΠρΑθ 4041/2013, Αναγκαστική ομοδικία στο άρθρο 939 Α.Κ. – Σώρευση αγωγής αναγνώρισης ως άκυρης λόγω εικονικότητας σύμβαση πώλησης με αγωγή διάρρηξης ως καταδολιευτικής της αυτής σύμβασης πώλησης

Για να μην επιφέρει ο θάνατος..
ενός από τους αναγκαίους ομοδίκους την κατάργηση της δίκης ως προς όλους τους ομοδίκους, μπορεί να γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής,  πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης, από τον ενάγοντα, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον εναγόμενο, χωρίς να υπάρξουν έννομες συνέπειες ως προς τους λοιπούς. Συνέπεια της καταδολιευτικής είναι η διάρρηξη της δικαιοπραξίας, ενώ της εικονικής είναι η αναγνώριση της ακυρότητας λόγω εικονικότητας. Είναι δυνατή η επικουρική σώρευση διαπλαστικής και αναγνωριστικής αγωγής, σε κάθε νοητό μεταξύ τους συνδυασμό, αρκεί να μην υπάρχει αντιφατικότητα μεταξύ τους. Επομένως αφού το περιεχόμενο μιας εικονικής δικαιοπραξίας, έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της αγωγής διάρρηξης, η οποία προϋποθέτει έγκυρη έστω και υποκρυπτόμενη δικαιοπραξία, διατάσσεται ο χωρισμός των δυο αγωγών. Η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, διότι παρά το γεγονός πως είναι παράνομη συμπεριφορά, συνέπειά της είναι η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως και όχι η αποζημίωση. Δεν υποχρεούνται οι τρίτοι να επαναφέρουν τα πράγματα στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την καταδολιευτική απαλλοτρίωση, καθώς με τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, η απαλλοτρίωση θεωρείται σαν να μην είχε γίνει ποτέ, οπότε ο δανειστής μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη του απευθείας και δε χρειάζεται να γίνει μεταβίβαση από τον τρίτο στον οφειλέτη.



Αριθμός Αποφάσεως 4041/2013

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ







ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από χους Δικαστές Αναστάσιο Σάββα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κωνσταντίνο Σωτηρόπουλο Πρωτοδίκη. Νικόλαο Πολυζωγόπουλο, Πρωτοδίκη-Εισηγητή και τον Γραμματέα Ολύμπιο Τριαντάφυλλου.



ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του. στις 21-2-2013. για να • δικάσει την υπόθεση:



ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ- ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) … , κατοίκου Περιστερίου Αττικής και 2) …, κατοίκου ως άνω, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσια δικηγόρου τους Μαριέττας Γεωργούλη.



ΤΩΝ ΚΑΘ” ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: … και 5) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τη πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Καββαδά.



Οι καλούντες-ενάγοντες με την από 8-10-2010 κλήση τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 174537/3108/2010 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφθηκε στο πινάκιο, επαναφέρουν προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, την από 29-12-2008 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 7515/556/2009.



Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, παραστάθηκαν στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.





ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ





Με την από 8-10-2010 κλήση των εναγόντων, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 174537/3108/2010, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, κατόπιν ματαίωσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, η από 29-12-2008 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 7515/556/2009.



Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α και 287 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος όμως πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, όπως είναι και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος διαδίκου ή από τον πληρεξούσιο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντος, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, όχι όμως και με τις προτάσεις, αφού αυτές δεν επιδίδονται (ΑΠ 243/2010 δημ. στη ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 288, 329 και 920 ΚΠολΔ προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, στη περίπτωση που ασκείται η αγωγή του άρθρου 939 του ΑΚ για διάρρηξη της απαλλοτρίωσης που έγινε προς βλάβη του από τον οφειλέτη του, όταν ενάγεται ο τελευταίος και ο τρίτος στον οποίο διατέθηκε το περιουσιακό του στοιχείο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων απέναντι στους ομοδίκους αυτούς (ΑΠ 1230/2008 ΝοΒ 2009.132, ΑΠ 1145/2007 ΝοΒ 2007.1828, ΑΠ 554 2005 ΕλλΔνη 2007.477, contra (απλή ομοδικία) ΑΠ 1/2006 ΕλλΔνη 47.495 = ΕΕΝ 2007.72 = ΝοΒ2007.823). Συνεπώς, ο θάνατος ενός από τους ομοδίκους ή άλλο γεγονός του άρθρου 286 ΚΠολΔ που επέρχεται στο πρόσωπο ενός ομοδίκου, έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της δίκης ως προς όλους τους ομοδίκους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον εναγόμενο, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 76 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας οι πράξεις καθενός ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους λοιπούς, η διάταξη όμως αυτή δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στην παραίτηση από τη δίκη, συνεπώς κάθε αναγκαίος ομόδικος μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής και ο αντίδικος των αναγκαίων ομοδίκων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής ως προς ένα από αυτούς χωρίς να υπάρξουν έννομες συνέπειες ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1240/2011, δημ. στη ΤΝΠ Νόμος). Επί αναγκαστικής ομοδικίας, κατά τη κρατούσα άποψη, η παραίτηση έναντι ενός ομοδίκου είναι ανίσχυρη μόνο όταν λόγοι ουσιαστικού δικαίου επιβάλλουν την κοινή διάθεση του αντικειμένου (π.χ αδιαίρετα δικαιώματα) ή όταν η αναγκαία ομοδικία στηρίζεται στην κοινή νομιμοποίηση των ομοδίκων (βλ. ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, τ. I, σελ. 179, αντιθ. ΕφΘεσ 2697/1996 Αρμ. 97, 919, όπου υποστηρίζεται η άποψη ότι η παραίτηση έναντι ενός είναι ανίσχυρη). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και πριν το Δικαστήριο εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής τους ως προς τον εναγόμενο …, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή ως προς αυτόν θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα και η σχετική δίκη κατηργημένη, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται νόμιμη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής της δίκης (θανάτου του …), ώστε να είναι πράγματι απαράδεκτη η μετά από αυτήν παραίτηση των εναγόντων από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον αποβιώσαντα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη προηγούμενη σκέψη.





Η καταδολιευτική εκποίηση ενός περιουσιακού στοιχείου προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την εγκυρότητα της απαλλοτρίωσης με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη. Αντιθέτως, η εικονικότητα, στη περίπτωση που αυτή είναι απόλυτη, χωρίς να υποκρύπτει έγκυρη δικαιοπραξία άλλης μορφής, προϋποθέτει τη. συμφωνία όλων των συμβαλλομένων να μην παράγει έννομα αποτελέσματα η καταρτισθείσα σύμβαση. Συνεπώς, όταν η καταδολίευση είναι εικονική ο δανειστής δεν έχει ανάγκη προσφυγής σε διάρρηξη, αλλά μπορεί να εγείρει αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας λόγω εικονικότητας. Αν, όμως. υπάρχει άλλη δικαιοπραξία καλυπτόμενη από την εικονική, η οποία, είναι σύμφωνα με την αληθινή βούληση των μερών, έγκυρη (άρθρο 138 παρ.2 ΑΚ), η τελευταία υπόκειται σε διάρρηξη και η αγωγή διάρρηξης ενώνεται με την αγωγή αναγνώρισης της εικονικότητας στο ίδιο δικόγραφο (βλ. ΕρμΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, τ.iv, σελ. 852). Συνεπώς, στη περίπτωση της απόλυτης εικονικότητας, δεδομένου ότι υποκρύπτεται συμφωνία των συμβαλλομένων να μην παράγει η σύμβαση έννομες συνέπειες (ΑΠ 337/2007 δημ.σχη ΤΝΠ Νόμος), το περιεχόμενο της σχετικής αγωγής έρχεται σε αντίφαση με το περιεχόμενο της αγωγής διάρρηξης, η οποία προϋποθέτει έγκυρη, έστω και υποκρυπτόμενη. δικαιοπραξία. Επομένως, η αγωγή στην οποία σωρεύεται αγωγή αναγνώρισης ως άκυρης, λόγω εικονικότητας, της μεταξύ των εναγομένων καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης, παραδεκτώς σωρεύεται επικουρικά και μόνο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 219 § 1. 2 ΚΠολΔ, με το αναγνωριστικό κύριο αίτημα της διάρρηξης ως καταδολιευτικής της σύμβασης αυτής, που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και προϋποθέτει σπουδαία και όχι εικονική σύμβαση, δεδομένου ότι η επικουρική σώρευση διαπλαστικής και αναγνωριστικής αγωγής είναι δυνατή σε κάθε νοητό μεταξύ τους συνδυασμό (ΕφΑΘ 2439/2008ΕλλΔνη 2009/214). Περαιτέρω, με το άρθρο 218 ΚΠολΔ ορίζονται οι προϋποθέσεις της σώρευσης στο αυτό δικόγραφο διαφόρων αιτήσεων του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η έλλειψη αντιφατικότητας μεταξύ τους, πλην όμως, για την περίπτωση της παρά τον νόμο σώρευσης αγωγών που αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν προβλέπεται ως κύρωση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα του δικογράφου αλλά διατάσσεται ο χωρισμός (ΑΠ 448/2011. ΑΠ 27/2008 δημ. στη ΤΝΠ Νόμος). Σχετικά με το πρόβλημα των συνεπειών στην περίπτωση παραβίασης των απαγορεύσεων για τη σώρευση υποστηρίζεται η άποψη, που Βέβαια βρίσκεται σε συμφωνία με το γράμμα της διάταξης, ότι διατάσσεται απλώς ο χωρισμός των αγωγών που αντιφάσκουν, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στον ενάγοντα να επιλέξει ποια από τις πολλές αγωγές θα ασκήσει (ΑΠ 510/1982 ΝοΒ 31.352, ΕφΑθ 4329/1986 ΕλλΔνη 27.1332, Κεραμέας, Αστικό δικονομικό δίκαιο, Γενικό μέρος, έκδ. 1986, σελ. 211). Η επιεικής άποψη, ότι δηλαδή δεν διατάσσεται ο χωρισμός, αλλά εξετάζεται η προτασσόμενη αγωγή (ΕφΘεσ 496/1978 Αρμ 32.698), δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στο νόμο, ενώ αντίθετα μεταθέτει ανεπίτρεπτα το δικαίωμα και την ευθύνη της επιλογής από τον ενάγοντα στο δικαστήριο. Από μερίδα της νομολογίας υποστηρίζεται (ΕφΑθ 10570/1984 ΝοΒ 33.832, ΕφΠειρ 784/1979 ΕλλΔνη 21.149) ότι εξετάζεται η προτασσόμενη αγωγή, τόσο όταν η άλλη είναι νομικά αβάσιμη, οπότε και θα πρέπει να απορρίπτεται, χωρίς να διατάσσεται χωρισμός, αφού έτσι εξυπηρετείται η αρχή της οικονομίας της δίκης και το αληθινό συμφέρον των διαδίκων, ακόμη δε και η ταχύτερη επίλυση των διαφορών, όσο και όταν η άλλη υπάγεται σε διαφορετική διαδικασία, οπότε το δικαστήριο έχει την ευχέρεια, ενόψει της γενικότητας της παρ. 2 του άρθρου 218, η οποία δεν αρκείται μόνο στο χωρισμό, αλλά κάνει λόγο και για παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο, ασφαλώς για την αναρμοδίως εισαχθείσα αγωγή μετά το χωρισμό, να παραπέμψει αυτήν, που εκδικάζεται με διαφορετική διαδικασία, σε ιδιαίτερη συζήτηση κατ’ άρθρο 591 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 3815/1997 ΕΔΠολ 2000.158). Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο έλεγχος της αντιφατικότητας των αιτημάτων έπεται του ελέγχου του παραδεκτού και του νόμου βάσιμου των αγωγών (Βλ. ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα- Κονδύλη-Νίκα, σελ. 469). Περαιτέρω η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του. ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, διότι είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπεια της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως. Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 937 ΠΚ, εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη (ΟλΑΠ 12/2008ΕλλΔνη 49,721). Τέλος, το άρθρο 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί με αγωγή η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και συνεπάγεται ή ενέχει ως περιεχόμενο της σε σχέση με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μία υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλών πραγματικών γεγονότων ή προϋποθέσεων δικαιώματος ή αξιώσεως (ΑΠ 224/2007 ΧρΙΔ2007/622, ΑΠ 927/2002. ΕλλΔνη 2003/1273). Έτσι ο έχων έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσεως, δεν μπορεί να περιοριστεί στην υποβολή αιτήματος διαπιστώσεως απλών πραγματικών περιστατικών, χωρίς καθορισμό των προσαπτόμενων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή στην οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 662/2002 ΕλλΔνη 2003/704). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους, εκθέτουν ότι είναι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στη περιουσία του αποβιώσαντος πατρός τους, καθώς και σε ποσοστό 3/16 έκαστος, του παππού τους από τη πατρική γραμμή …, ο οποίος απεβίωσε το έτος 2007, καθόσον ο πατέρας τους … προαποβίωσε το έτος 2004. Οτι ο …  καχέλιπε την από 4-4-1005 δημόσια διαθήκη του δυνάμει της οποίας έλαβε έκαστος των εναγόντων το ποσό των 30.000 ευρώ, ενώ εγκατέστησε τον υιό του Στυλιανό κληρονόμο εκ διαθήκης στη λοιπή κινητή και ακίνητη περιουσία του. Ότι σε οικόπεδο κείμενο στη θέση «Μονολέξα» στη παραλία του τέως Δήμου Αυλίδας, στο οποίο προϋπήρχε κτίσμα εμβαδού 101,82 τ.μ., ο πατέρας των εναγόντων ανήγειρε κατά το χρονικό διάστημα 1996-2004, με δικές του δαπάνες που ανήλθαν στο ποσό των 114.557,53 ευρώ, όπως αυτές λεπτομερώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, κατοικία αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο, συνολικής επιφάνειας 93,28 τ.μ., καθώς και κλειστό χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου επιφάνειας 10,64 τ.μ. Ότι προέβη στην ανοικοδόμηση του ως άνω ακινήτου κατόπιν παραχώρησης από τον πατέρα του … του δικαιώματος ανέγερσης, λόγω γονικής παροχής που καταρτίσθηκε με ιδιωτικό συμφωνητικό, με την υπόσχεση ότι μετά την αποπεράτωση της, ο τελευταίος θα προέβαινε στην μεταβίβαση της. Ότι ο … στις 26-7-2006 μεταβίβασε εικονικά με το υπ’ αριθμόν …/26.7.2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …, στους τρίτο, τέταρτη και πέμπτο των εναγομένων το ως άνω οικόπεδο μετά των ευρισκομένων εντός αυτού κατοικιών έναντι τιμήματος ύψους 180.000 ευρώ, με σκοπό να υποστούν βλάβη οι ενάγοντες και να αποξενωθεί ο … από το μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο που διέθετε, εν γνώσει του τρίτου, τέταρτης και πέμπτου των εναγομένων. Ότι η πραγματική αξία του πωληθέντος ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 600.000 ευρώ, ενώ η αξία της οικοδομής που ανεγέρθηκε με δαπάνες του πατρός των εναγόντων, εκτιμάται στο ποσό των 300.000 ευρώ. Για τους λόγους αυτούς, ζητούν α) να αναγνωρισθεί ως άκυρη λόγω εικονικότητας η πώληση του επίδικου ακινήτου, β) να διαρρηχθεί ως καταδολιευτική η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στους 3°, 4ι και 5° των εναγομένων, καθώς και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να αποκαταστήσουν τα πράγματα στη πρότερα κατάσταση, γ) να αναγνωρισθεί ότι η πώληση του επίδικου ακινήτου έλαβε χώρα προς βλάβη των εναγόντων και με γνώση των εναγομένων της ανεπάρκειας της περιουσίας του μεταβιβάσαντος για την ικανοποίηση των αξιώσεων των εναγόντων, δ) να απαγγελθεί η προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους σε βάρος εκάστου των εναγομένων, ως μέσο για την ικανοποίηση των αξιώσεων τους λόγω του διαπραχθέντος αδικήματος, άλλως να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων, να καταβάλουν ευθυνόμενοι εις ολόκληρο, με βάση τη κληρονομική μερίδα των εναγόντων, το ποσοστό που τους αναλογεί επί της αξίας του ανεγερθείσας από το πατέρα τους οικοδομής και συγκεκριμένα σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 112.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, άλλως να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης και δεύτερου των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρο ευθυνόμενοι, στους ενάγοντες την αναλογία της κληρονομικής τους μερίδας επί του δαπανηθέντος από τον πατέρα τους ποσού για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 42.959.07 ευρώ για έκαστο εξ αυτών, ποσό κατά το οποίο κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότεροι. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ζητούν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρ. 1, 7. 9, 10, 12, 13. 18 παρ. 1. 22, 37, 76 του ΚΠολΔ) και κρίνεται νόμιμη ως προς το αίτημα της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίδικης πώλησης λόγω εικονικότητας, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 138, 180 και 513 ΑΚ. Περαιτέρω, η αγωγή κρίνεται νόμιμη, όσον αφορά το αίτημα αυτής περί απαγγελίας της διάρρηξης της δικαιοπραξίας στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 943, 361 ΑΚ και 76 παρ. 1, 176 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται προκαταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, αφού πρόκειται για διαπλαστική αγωγή, ούτε η εγγραφή της στα Βιβλία διεκδικήσεων, αφού δεν υπάγεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 220§1 ΚΠολΔ αγωγές και δεν υπόκειται σε τέτοια μεταγραφή. Αντιθέτως, τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο το υποβαλλόμενο αίτημα για κήρυξη της απόφασης αυτής προσωρινά εκτελεστής, αφού δεν νοείται εκτέλεση των διαπλαστικών αποφάσεων, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στην παραγωγή δεδικασμένου, καθώς επίσης και το αίτημα να υποχρεωθεί ο τρίτος, τέταρτη και πέμπτος των εναγομένων να επαναφέρουν τα πράγματα στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την απαλλοτρίωση, ενόψει της έννοιας της διάταξης του άρθρου 943 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 936 παρ. 1, 992 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο ο δανειστής μπορεί να κατάσχει στην περιουσία του οφειλέτη του, ως καθ’ ου, το αντικείμενο που ο τελευταίος είχε απαλλοτριώσει, σαν να μην είχε ποτέ εκφύγει από αυτήν και δεν χρειάζεται πλέον να γίνει μεταβίβαση από τον τρίτο στον οφειλέτη. Η αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 943 Α.Κ. υποχρέωση του τρίτου “να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν”, κατέστη πλέον χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, το νόημα δε που προσέλαβε με τις τροποποιήσεις στις παραπάνω διατάξεις του ΚΠολΔ συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματος του, όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη, με την απαγγελία δε της διάρρηξης δεν επέρχεται ακύρωση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας αλλά φορέας του δικαιώματος τυπικά παραμένει ο τρίτος. Περαιτέρω, το αίτημα της αγωγής που αφορά στην αναγνώριση ως άκυρης, λόγω εικονικότητας, της μεταξύ των εναγομένων καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης, σωρεύεται αντικειμενικώς κατ’ άρθρο 218 § Ια ΚΠολΔ με το αίτημα απαγγελίας της διάρρηξης της πώλησης. Ωστόσο, δεδομένου ότι η επικουρική σώρευση διαπλαστικής και αναγνωριστικής αγωγής είναι δυνατή σε κάθε νοητό μεταξύ τους συνδυασμό (Π. Αρβανιτάκης, Η επικουρικότητα στην πολιτική δίκη σελ. 176). μόνο η επικουρική σώρευση είναι δυνατή στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο του αναγνωριστικού αυτού αιτήματος με το κύριο αίτημα της αγωγής, δηλαδή της διάρρηξης ως καταδολιευτικής της σύμβασης πώλησης, που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και προϋποθέτει σπουδαία και όχι εικονική σύμβαση, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός των αγωγών, εφόσον για την επίκληση της εικονικότητας οι ενάγοντες δεν επικαλούνται πρόσθετα περιστατικά, πέραν των απαιτουμένων για τη διάρρηξη της ένδικης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής. ʼλλωστε, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, η καταδολιευτική δικαιοπραξία προϋποθέτει έγκυρη και ισχυρή πράξη και δεν είναι δυνατόν τα ίδια περιστατικά των οποίων γίνεται επίκληση για την διάρρηξη, ως καταδολιευτικής. μιας δικαιοπραξίας να θεμελιώσουν και αγωγή ακύρωση της, ως εικονικής, πράγμα που προϋποθέτει ότι η γενόμενη απαλλοτρίωση είναι άκυρη. Επίσης, η αγωγή κρίνεται νομικά αβάσιμη ως προς το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι η απαλλοτριωτική πράξη έλαβε χώρα προς βλάβη των εναγόντων και εν γνώσει των εναγομένων περί της ανεπάρκειας της περιουσίας του απαλλοτριώσαντος, διότι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, οι ενάγουσες ζητούν, τη διαπίστωση και αξιολογική εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Μη νόμιμο και κατά συνέπεια απορριπτέο είναι και το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης, δεδομένου ότι η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς Βλάβη τους, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ. δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, διότι είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπεια της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως. Μη νόμιμη κρίνεται και η αξίωση για την καταβολή του ποσού που αναλογεί στη κληρονομική μερίδα των εναγόντων επί της αξίωσης του πατέρα τους για το ήμισυ της αξίας του ανεγερθέντος ακινήτου (300.000 ευρώ), διότι κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα τους, δεν υφίστατο γεγενημένη κληρονομητή αξίωση ούτε σχετικό δικαίωμα προσδοκίας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, ο αποβιώσας … κατέλιπε δημόσια διαθήκη δυνάμει της οποίας εγκαταστάθηκε κληρονόμος στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ο υιός του …, ενώ εγκατέστησε τα εγγόνια του (ενάγοντες) σε δήλο πράγμα και συγκεκριμένα στο χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αιτούμενη έννομη προστασία δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ως αγωγή προστασίας της νόμιμης μοίρας, δεδομένου ότι στο αγωγικό δικόγραφο δεν εκτίθενται τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά όπως η αξία του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας. Η επικουρικά σωρευόμενη αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 219 ΚΠολΔ) αρμοδίως καθ’ύλην και κατά τόπον ‘ εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ως ιεραρχικά ανώτερου (ΕφΠειρ241/1991 ΠΝ 1991 356′ Βλ. Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα άρθρο 219 παρ. 10, Γέσιου - Φαλτσή Αρμ 1972 826) κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία και κρίνεται νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το καταβληθέν ποσό για τις δαπάνες ανέγερσης της οικοδομής, αναζητείται με τις διατάξεις αδικαιολογήτου πλουτισμού (για αιτία μη επακολουθήσασα) αφού δεν υφίσταται αξίωση από σύμβαση, η οποία, εξάλλου, δεν καταρτίσθηκε ή από αδικοπραξία. Περαιτέρω, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να υπάρξει απαίτηση προς ανάληψη της παροχής πού δόθηκε για αιτία πού δεν επακολούθησε (ΑΚ 904 παρ.1 εδ β’) και συγκεκριμένα έχει γίνει παροχή εκ μέρους του δίδοντος προς τον λαμβάνοντα με την καταβολή των δαπανών ανέγερσης σε αλλότριο οικόπεδο, η δε παροχή έγινε για ορισμένη μέλλουσα αιτία συμφωνηθείσα μεταξύ των μερών, δηλαδή της μελλοντικής μεταβίβασης της ανεγερθείσας οικοδομής στο πατέρα των εναγόντων, χωρίς, ωστόσο ν επακολουθήσει η αιτία για την οποία έγινε η παροχή (ΑΠ 1385/2005 δημ.στη ΤΝΠ Νόμος). Ωστόσο, δεδομένου ότι η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται επικουρικά έναντι των λοιπών βάσεων, το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει την ουσιαστική της βασιμότητα, διότι λόγω της δικονομικής επικουρικότητας, τελεί υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης των κυρίων βάσεων, αίρεση η οποία δεν έχει πληρωθεί στη προκείμενη περίπτωση, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, για τις Βάσεις αυτές διατάσσεται ο χωρισμός, χωρίς να διερευνηθεί, περαιτέρω, η ουσιαστική τους βασιμότητα. Εξάλλου, στη περίπτωση της επικουρικής διάταξης των αιτημάτων, το Δικαστήριο δεσμεύεται στη σειρά εξέτασης τους, ενώ δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως ισοδύναμη η ενέργεια των κυρίων και επικουρικών αιτημάτων,• προκειμένου να αποδεσμευθεί το Δικαστήριο και εξετάσει κατά προτεραιότητα την επικουρική Βάση, ενώ κρίνεται ανεφάρμοστη στη προκείμενη περίπτωση η αρχή της οικονομίας της δίκης και δικαστικής ενέργειας, η οποία δεν διατυπώνεται ρητά στον Κώδικα της Πολιτικής Δικονομίας, αλλά προκύπτει από πολλές διατάξεις του (74, 218, 246 κ.ά. ΚΠολΔ), δυνάμει της οποίας το δικαστήριο δύναται να επιληφθεί των επικουρικών βάσεων και αιτημάτων πριν από την πλήρωση της αίρεσης που τέθηκε για να προετοιμάσει την ουσιαστική τους έρευνα (ΑΠ 631/2006. ΧρΙΔ2006. 719), δεδομένου ότι το Δικαστήριο τούτο, μετά το χωρισμό των αιτήσεων, δεν δύναται να διακρατήσει κάποιο από τα σωρευθέντα αιτήματα προς εκδίκαση. Επομένως, πρέπει, να διαταχθεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο χωρισμός των αιτήσεων αυτών(ακύρωση λόγω εικονικότητας της πώλησης και διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης της πώλησης), ώστε-να δοθεί η δυνατότητα : στους ενάγοντες να εισάγουν προς συζήτηση όποια από τις δύο αυτές επιλέξουν, σωρεύοντας με οποιαδήποτε από αυτές και τα λοιπά αιτούμενα κονδύλια της ένδικης αγωγής. Τέλος και ενόψει του ότι η απόφαση αυτή είναι οριστική (ΑΠ 631/2006,ΧρΙΔ 2006.719, ΑΠ 510/1982, ΝοΒ 1983 [31].352, ΕφΑΘ 3815/1997, ΕΔΠ 2000.158, με παρατηρήσεις Χ. Παπαδάκη, αντιθ. ΕφΙωαν 42/2008, Αρμ 2009 [ΞΓ'].1001, ΕφΑΘ 8280/1990, ΕλλΔνη1992 [33].860. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας

[-Μακρίδου], ΚΠολΔ I, άρθρο 218, αριθ. 14, σελ. 470• Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ Α’ [1996], άρθρο 218, αριθ. 13, σελ. 1151, όπου και παράθεση των υποστηριζόμενων απόψεων), τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων πρέπει να επιβληθούν σε Βάρος των εναγόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176 ΚΠολΔ).





ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ





ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.



ΚΑΤΑΡΓΕΙ τη δίκη, που ανοίχθηκε με την άσκηση της ένδικης αγωγής ως προς το τρίτο εναγόμενο, ….



ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό των αιτήσεων [αγωγών] που αφορούν την αναγνώριση της εικονικότητας, καθώς και την απαγγελία της διάρρηξης της σύμβασης πώλησης, σωρεύοντας με οποιαδήποτε από αυτές και τα λοιπά αιτούμενα κονδύλια της ένδικης αγωγής.



ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων σε βάρος των εναγόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00).



Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25-6-2013.



Ο   ΠΡΟΕΔΡΟΣ         Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια