
1691/2014 ΑΠ ( 639709)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Χρηματική κατάθεση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Νομική φύση των έννομων σχέσεων που
θεμελιώνονται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Μετά τη κατάθεση αποκόπτεται κάθε δεσμός
μεταξύ καταθέτη και καταθέσεως, δικαιούχος της οποίας είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε η
κατάθεση, η δε τράπεζα, από τότε που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων, έχει ευθεία
υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο, όταν της ζητηθεί, ενώ τρίτος καθίσταται ο κύριος
των κατατεθέντων χρημάτων, αμέσως μετά την κατάθεσή τους και δεν επηρεάζεται από τον
μεταγενέστερο θάνατο του καταθέτη. Θάνατος ενός εκ των καταθετών. Ο επιζών καταθέτης, ως
εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της
καταθέσεως, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το
τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις
των καταθετών, εκτός και αν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, οπότε οι
κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις
εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ’ εκείνον. Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο
όρος αυτός, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση
στην έναντι της τράπεζας θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού
από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του
αποθανόντος γίνεται έναντι της τράπεζας ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου.
Σύμβαση εντολής. Λύση αυτής. Επί ατομικού προθεσμιακού λογαριασμού, στον οποίο περιέχεται
όρος, όπως το προϊόν του λογαριασμού περιέλθει κατά τη λήξη της προθεσμίας σε άλλο
λογαριασμό του ίδιου διαθέτη ή σε κοινό λογαριασμό του διαθέτη με τρίτο, που τηρούνται στην
ίδια ή άλλη τράπεζα, ή κατατεθεί το προϊόν αυτού σε λογαριασμό τρίτου ιδίως αν αυτό γίνεται σε
εκπλήρωση υποχρεώσεως του καταθέτη προς τον τρίτο, τότε, σε περίπτωση θανάτου του
καταθέτη πριν τη λήξη της προθεσμίας, η εντολή αυτή δεν λύεται. Σφάλμα του Εφετείου. Αναιρεί
την υπ’αριθμ. 285/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Παραπέμπει.
Αριθμός 1691/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου,
Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη,
Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία
και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Γ. Χ., το γένος Κ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την
πληρεξούσια δικηγόρο Θεώνη Σγουράκη- Παπασπυροπούλου, που ανεκάλεσε την από δήλωση του
άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "..... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε
στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και
285/2012 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με
την από 21-9-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι
παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης,
ανέγνωσε την από 8-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί και οι δύο
λόγοι της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της
αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική
δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 285/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η
οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 10-3-
2011 έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους της αναιρεσείουσας κατά της 6/2011 αποφάσεως
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει μερικώς δεκτή, και
συγκεκριμένα για το ποσόν των 25,96 ευρώ, η από 22-12-2009 αγωγή της, με την οποία ζητούσε,
μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικού σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η
εναγομένη -αναιρεσίβλητη υποχρεούται να της καταβάλει το ποσόν των 209.935,20 ευρώ ως
υπόλοιπο κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου, συνδικαιούχος του οποίου ήταν η αναιρεσείουσα. Η
αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί
περαιτέρω. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του
ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την
εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν
εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή
εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Περαιτέρω με το άρθρο
1 §§ 1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και
διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α` ν.δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1.
Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ` ονόματι δύο ή πλειοτέρων από
κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη έννοια του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον
ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των
λοιπών, είτε είς, είτε τινές και πάντες κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 § 1). "Η χρηματική
κατάθεσις περί ής η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν
λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 § 2). Από τις διατάξεις
αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 § 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και
493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό στο
όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως
αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε
μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της
τράπεζας (δέκτη της καταθέσεως) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη
ολόκληρου του ποσού της καταθέσεως ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού να
γίνεται στο όνομα του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των
χρημάτων της καταθέσεως σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως
έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη
αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος για την καταβολή είτε ολοκλήρου
του ποσού της καταθέσεως, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.
Εξάλλου, εκείνος από τους δικαιούχους, που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως,
καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος του άλλου δικαιούχου, γιατί τα
χρήματα δεν είναι ξένα σε σχέση προς αυτόν που τα απέσυρε. Ο άλλος δικαιούχος ενοχική μόνον
έχει αξίωση κατ` αυτού που ανέλαβε τα χρήματα, για την επιστροφή τους, ανάλογα με τη
συμφωνία που έχουν κάνει μεταξύ τους οι καταθέτες, σε περίπτωση δε ελλείψεως μιας τέτοιας
συμφωνίας, του ημίσεως των χρημάτων (ΑΠ 380/2006). Τέλος, με τη σύμβαση καταθέσεως
χρημάτων σε Τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό,
συνάπτεται μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων στην Τράπεζα (re) και χορηγείται
συγχρόνως πληρεξουσιότητα προς αυτήν να αποδώσει τα κατατεθέντα στον δικαιούχο. Συνέπεια
τούτων είναι, ότι μετά την κατάθεση αποκόπτεται κάθε δεσμός μεταξύ καταθέτη και καταθέσεως,
δικαιούχος της οποίας είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε, η δε τράπεζα, από τότε που με την
παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων, έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο,
όταν της ζητηθεί, ο δε τρίτος καθίσταται κύριος των κατατεθέντων αμέσως μετά την κατάθεση
των χρημάτων και δεν επηρεάζεται από τον μεταγενέστερο θάνατο του καταθέτη (ΑΠ 432/1990,
467/1990).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν
σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α` ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι "επί των
καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των
δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς
επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις
αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν
επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου." και ότι "Διάθεσις της
καταθέσεως δια πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του
τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων
τοιούτων ... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από
τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών, ενώ η
δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των
περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προηγούμενες, προκύπτει ότι σε περίπτωση
θανάτου ενός από τους καταθέτες δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους
του έναντι της Τράπεζας, κατά της οποίας δεν μπορούν να στραφούν αυτοί επικαλούμενοι το
κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς
τη συγκατάθεση της Τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της
Τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της καταθέσεως, οπότε οι κληρονόμοι του
αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί
στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικέ ς σχέσεις των καταθετών. Εάν όμως έχει τεθεί ο
όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες,
περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους
επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να
στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που
αναλογούσε σ` εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του
οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια. Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι
κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της
Τράπεζας θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον
επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του
αποθανόντος γίνεται έναντι της Τράπεζας ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου
(ΑΠ 380/2006). Ωστόσο και παράλληλα προς τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η σύμβαση
καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό από έναν ή περισσότερους συνδικαιούχους στο όνομα αυτών και
άλλων με την Τράπεζα αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου, και μάλιστα γνήσια. Από
τη σύμβαση δε αυτή τρίτος, μη συμβαλλόμενος, αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της
υποσχέσεως (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης (δέκτης της
υποσχέσεως) έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υποσχέσεως - Τράπεζα για
τον εαυτό του. Δημιουργείται, δηλαδή, ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και
γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μια sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την
ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βουλήσεως, κυρίως όμως με βάση το
άρθρο 1 παρ. 1 ν. 5638/1932. Η ιδιομορφία της τραπεζικής αυτής συμβάσεως έγκειται στο γεγονός
ότι επιτρέπει στον καταθέτη και δέκτη της υποσχέσεως να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής
όχι μόνο στον τρίτο αλλά και στον εαυτό του, σε αντίθεση με τη σύμβαση υπέρ τρίτου (410 ΑΚ),
όπου ο δέκτης της υποσχέσεως μπορεί να απαιτήσει μόνο την στον τρίτο εκπλήρωση της παροχής,
ενώ διαφέρει και από την καθαρή μορφή της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (489 ΑΚ), γιατί ο
τρίτος καθίσταται δανειστής, όχι επειδή προβαίνει στην κατάρτιση της συμβάσεως καταθέσεως σε
κοινό λογαριασμό, αλλά επειδή το όνομα του τέθηκε σε αυτά των συνδικαιούχων του κοινού
λογαριασμού (....................... "Ο κοινός λογαριασμός στο ελληνικό δίκαιο", σελ. 54 επ. και
παραπομπές εκεί υπέρ και κατά της γνώμης αυτής). Εννομη συνέπεια της πολυδιάστατης νομικής
φύσεως της συμβάσεως αυτής είναι η συνδυασμένη εφαρμογή διατάξεων κατ` αρχήν αυτών του ν.
5638/1932 και συμπληρωματικά διατάξεων της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (489 επ ΑΚ)
καθώς και διατάξεων της γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου (411 ΑΚ), υπό την προϋπόθεση ότι
συνάδουν με τη φύση της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό και το ν. 5638/1932. Συνακόλουθα
τούτων, από τις διατάξεις της συμβάσεως υπέρ τρίτου εφαρμοστέες είναι εκείνες των άρθρων 411
και 413 ΑΚ.
Συνεπώς, στη σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό ο τρίτος, που δεν συμβλήθηκε με την
Τράπεζα, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από αυτόν που υποσχέθηκε
(τράπεζα), τόσο επειδή αυτή είναι η θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί (καταθέτη και
τράπεζας), όσο και επειδή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της καταθέσεως σε κοινό
λογαριασμό, αφού προϋπόθεση του ν. 5638/1932 είναι το δικαίωμα για ατομική χρήση της
καταθέσεως και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων. Παρέχεται, φυσικά , το δικαίωμα
στον τρίτο, αφότου λάβει γνώση της υπέρ αυτού καταθέσεως, να αποποιηθεί το δικαίωμα του για
χρήση της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, οπότε θεωρείται ότι το δικαίωμα του αυτό δεν
αποκτήθηκε. Εξάλλου, διατάξεις από τη σύμβαση υπέρ τρίτου, που δεν μπορούν να εφαρμοσθούν,
γιατί έρχονται σε αντίθεση με τη φύση και το σκοπό της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό του ν.
5638/1932, είναι εκείνες των άρθρων 414 ΑΚ, με το οποίο καθιερώνεται το απρόβλητο των
ενστάσεων από τον οφειλέτη στον τρίτο, καθώς και του άρθρου 412 ΑΚ, με βάση την οποία
παρέχεται η εξουσία στον δέκτη της υποσχέσεως - συμβαλλόμενο καταθέτη να ανακαλέσει την
υπέρ τρίτου κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Η δήλωση του συμβαλλόμενου καταθέτη πρέπει να
είναι ανέκκλητη για την ασφάλεια των συναλλαγών, ενόψει και του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, που
απαγορεύει κάθε διάθεση της καταθέσεως.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 726 ΑΚ η εντολή λύεται, αν δεν ορίστηκε το αντίθετο, με τον
θάνατο του εντολέα ή του εντολοδόχου. Κατά συνέπεια, αν στη σύμβαση εντολής ορίστηκε ρητά
το αντίθετο ή συνάγεται τούτο σιωπηρά ή προκύπτει από τη φύση της σχέσεως, (όπως όταν η
εντολή αφορά το συμφέρον και του εντολοδόχου ή τρίτου ή όταν η εκτέλεση της εντολής
ανάγεται σε χρόνο μετά το θάνατο του εντολέα), τότε η εντολή δεν λύεται, αλλά συνεχίζεται
κανονικά με μεταβολή μόνο των υποκειμένων της σχέσεως, οπότε στη θέση του εντολέα
υπεισέρχεται ο κληρονόμος του (ΑΠ 947/2006), ο οποίος έχει τις υποχρεώσεις -και την υποχρέωση
αναγγελίας του θανάτου του πρώτου -και τα δικαιώματα του εντολέα -και το δικαίωμα
ανακλήσεως της εντολής κατ` άρθρον 724 ΑΚ, -όχι όμως και επί mandatum post mortem (Καράσης
στην ερμηνεία ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου τ. ΙΙΙ, υπό τα άρθρα 726-727, αρ. 2, σελ. 759, 760).
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση ατομικού προθεσμιακού λογαριασμού, στον οποίο περιέχεται
όρος, όπως το προϊόν του λογαριασμού περιέλθει κατά τη λήξη της προθεσμίας σε άλλο
λογαριασμό του ίδιου διαθέτη ή σε κοινό λογαριασμό του διαθέτη με τρίτο, που τηρούνται στην
ίδια ή άλλη Τράπεζα, ή κατατεθεί το προϊόν αυτού σε λογαριασμό τρίτου ιδίως αν αυτό γίνεται σε
εκπλήρωση υποχρεώσεως του καταθέτη προς τον τρίτο, τότε, σε περίπτωση θανάτου του
καταθέτη πριν τη λήξη της προθεσμίας, η εντολή αυτή δεν λύεται. Ο δε κληρονόμος που καταθέτει
δεν δικαιούται να ανακαλέσει την εντολή και η εντολοδόχος τράπεζα από την πλευρά της
υποχρεούται να την εκτελέσει. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την
προσβαλλόμενη απόφαση του τα ακόλουθα: "Ο Ν. Ζ. του Κ., αδελφός της ενάγουσας, διατηρούσε
με την τελευταία, από τις 17-7- 2007, στο κατάστημα της εναγομένης ... της ............. , τον με
αριθμό ...... κοινό διαζευκτικό λογαριασμό ταμιευτηρίου. Επίσης, ο αδελφός της ενάγουσας
διατηρούσε στο ίδιο κατάστημα της εναγομένης τον με αριθμό ... ατομικό προθεσμιακό
λογαριασμό καταθέσεων, ποσού 205.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως την 19η Ιανουαρίου 2009.
Οπως δε συνομολογούν τα ... διάδικα μέρη, είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Ν. Ζ. και της εναγομένης,
το ως άνω ποσό του ατομικού προθεσμιακού λογαριασμού, μαζί με την απόδοση του, κατ` εντολή
του ως άνω δικαιούχου να πιστωθεί κατά την ως άνω ημερομηνία λήξεως του στις 19.1.2009 στον
παραπάνω κοινό διαζευκτικό λογαριασμό ταμιευτηρίου αυτού και της ενάγουσας. Σημειωτέον, ότι
στον ως άνω ατομικό λογαριασμό ο παραπάνω καταθέτης δεν όρισε κανένα συνδικαιούχο, αλλά
με το άνοιγμα της εν λόγω προθεσμιακής κατάθεσης στο Κατάστημα της ....... της εναγομένης
εξαρχής όριζε ως μοναδικό δικαιούχο τον εαυτό του. Στις 25.8.2008, ήτοι πριν από τη λήξη του
ατομικού προθεσμιακού λογαριασμού, ο Ν. Ζ. απεβίωσε στη Δράμα σε ηλικία 74 ετών και κατέλειπε
κατά το χρόνο του θανάτου του μοναδικό πλησιέστερο συγγενή του τον υιό του, Ζ. Κ., μοναδικό
τέκνο του από το νόμιμο γάμο του με την Ε. Ζ., ο οποίος έχει ήδη λυθεί αμετάκλητα. Στις
24.11.2008 η ενάγουσα επέδωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης του Καταστήματος
............ την από 21-11-2008 εξώδικη δήλωση της με την οποία ανήγγειλε στην εναγομένη το
γεγονός του θανάτου του ως άνω δικαιούχου του ατομικού προθεσμιακού λογαριασμού και την
κατ` αυτήν απαίτηση της επί του χρηματικού ποσού της προθεσμιακής κατάθεσης, καλώντας την
τράπεζα να δεσμεύσει την ανωτέρω προθεσμιακή κατάθεση μέχρι του χρόνου λήξεως αυτής, ήτοι
την 19.1.2009, οπότε θα πιστωνόταν το ποσό αυτής μαζί με την απόδοση του σε τόκους,
σύμφωνα με την προρρηθείσα εντολή του ως άνω δικαιούχου στον κοινό τραπεζικό τους
λογαριασμό ... Στις 19.1.2009, που έληξε ο ατομικός προθεσμιακός λογαριασμός του ανωτέρω
δικαιούχου η εναγόμενη, σύμφωνα με την εντολή του ανωτέρω δικαιούχου της ατομικής
προθεσμιακής κατάθεσης, πίστωσε τον κοινό λογαριασμό του τελευταίου και της ενάγουσας με το
ποσό αυτής, ήτοι 205.000 ευρώ, πλέον του ποσού των 4.909,24 ευρώ, που ήταν η έως τότε
απόδοση του σε τόκους, ήτοι πίστωσε τον κοινό λογαριασμό με το συνολικό ποσό των
209.909,24 ευρώ. Ετσι ο παραπάνω κοινός λογαριασμός στις 19.1.2009 ανήλθε μαζί με τα ποσά
που προϋπήρχαν σ` αυτόν, στο ποσό των 209.935.20 ευρώ. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 20-1-
2009 προσήλθε η ενάγουσα στο ως άνω υποκατάστημα της εναγόμενης ζητώντας απ` αυτήν να
της αποδώσει το ως άνω ποσό, πλην, όμως, η εναγόμενη, αρνείται να της καταβάλει έως και
σήμερα το εν λόγω ποσό, ισχυριζόμενη, τόσο στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες απ αυτήν
επιστολές που της απέστειλε σε απάντηση σχετικών εγγράφων αιτήσεων της, όσο και με τις
νομότυπα κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις της ότι με το θάνατο του ως άνω δικαιούχου της
προθεσμιακής κατάθεσης, αφού δεν ορίσθηκε διαφορετικά, λύθηκε, κατ άρθρο 726 ΑΚ, η
συναφθείσα με αυτόν σύμβαση εντολής και ως εκ τούτου δε δικαιούται η ενάγουσα το ως άνω
ποσό, παρά ο νόμιμος κληρονόμος του ως άνω αποβιώσαντα. Και ναι μεν η εν λόγω εντολή δεν
λύθηκε με το θάνατο του εντολέα Ν. Ζ., ως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη, αφού αυτή από τη
φύση της ... έπρεπε να εκτελεσθεί στις 19.1.2009, δηλαδή μετά τον προσυμβάντα θάνατο του
εντολέα. Ετσι υπεισήλθε στη θέση του εντολέα ο ως άνω νόμιμος κληρονόμος του, ο οποίος δεν
ανακάλεσε την εντολή. Από μόνη, όμως, την εντολή αυτή να καταβληθεί το προϊόν του ατομικού
προθεσμιακού λογαριασμού του θανόντος μετά της αποδόσεως αυτού σε τόκους, συνολικού
ύψους 209.909,24 ευρώ, κατά τη λήξη του, με πίστωση του ως άνω κοινού λογαριασμού δεν
συνάγεται κατάρτιση σύμβασης γνήσιας υπέρ της ενάγουσας, συνδικαιούχου του κοινού
λογαριασμού, για να δικαιούται αυτή, βάσει αυτής, το εν λόγω ποσό, ως αβασίμως ισχυρίζεται η
ενάγουσα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Τέτοια δε θέληση του ως άνω
αποβιώσαντος δεν προκύπτει από την επίδικη σύμβαση ατομικής προθεσμιακής κατάθεσης, που
συνήψε αυτός με την εναγόμενη, αφού, δεν ορίζεται η ενάγουσα ως συνδικαιούχος της
προθεσμιακής κατάθεσης. Ερμηνευόμενη δε η αληθής βούληση του Ν. Ζ., κατά τις αρχές της καλής
πίστης και των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τις αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν
μπορεί να εξαχθεί θέληση των μερών να καταστήσει αυτός συνδικαιούχο της προθεσμιακής
κατάθεσης του την ενάγουσα, αφού σε καταφατική περίπτωση δεν είχε παρά να την κατονομάσει
ως τέτοια (ήτοι ως συνδικαιούχο) στην οικεία θέση του εντύπου της σύμβασης της προθεσμιακής
κατάθεσης, που προορίζεται για την αναγραφή τυχόν συνδικαιούχων, πράγμα, που, εν
προκειμένω, ... δεν συνέβη. Ούτε άλλωστε, από τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως αυτής
δικαιολογείται τέτοια αναγνώριση δικαιώματος στην ενάγουσα, δηλαδή περιουσιακής επίδοσης
προς αυτήν με την συγκεκριμένη σύμβαση του εν λόγω ποσού, αφού ο ως άνω αποβιώσας
ορίσθηκε στην προθεσμιακή κατάθεση ως ο μόνος δικαιούχος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, ως
προς τα ως άνω αποδειχθέντα, δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, ...
διότι, ... αν πράγματι ήταν αυτή η επιθυμία του αποβιώσαντος, τότε θα έπρεπε να καταστήσει αυτή
συνδικαιούχο του εν λόγω ατομικού λογαριασμού του, πράγμα που, ... αυτός δεν έπραξε. Σε κάθε
δε περίπτωση η ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, που δημιουργείται με την κατάθεση σε κοινό
λογαριασμό δεν συμβιβάζεται, με τη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, δηλαδή στην κρινόμενη
περίπτωση εάν ο Ν. Ζ. δεν είχε αποβιώσει , θα μπορούσε μετά την 19-1-2009 να αναλάβει το
επίδικο ποσό των 209.909,24 ευρώ και να το επαναεπενδύσει κατά το δοκούν, ενώ αν ήταν
γνήσια σύμβαση υπέρ της ενάγουσας, μόνο αυτή θα εδικαιούτο το ως άνω ποσό των 209.909,24
ευρώ. Ούτε, τέλος, μπορεί να αποτελέσει ο ως άνω επίδικος προθεσμιακός λογαριασμός εν τοις
πράγμασι σύμβαση κατάθεσης "υπό προθεσμία" σε κοινό λογαριασμό, καθόσον από τον παραπάνω
κοινό διαζευκτικό κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου ελλείπει παντελώς το στοιχείο της προθεσμίας.
Το στοιχείο αυτό [δηλαδή της προθεσμίας] υπάρχει μόνο στην επίδικη ατομική προθεσμιακή
κατάθεση του Ν. Ζ.. Αν ήθελε ο τελευταίος να προβεί σε χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό
προθεσμίας, τα χρήματα του θα τα κατέθετε απ` ευθείας στον κοινό λογαριασμό, ορίζοντας
παράλληλα κάποια προθεσμία ανάληψης των χρημάτων και δεν θα επέλεγε να ανοίξει ατομικό
προθεσμιακό λογαριασμό μόνο στο όνομα του και να αποκομίσει μόνον ο ίδιος τα οφέλη αυτής
(τόκους) [όπως και έπραξε], ενώ ο ως άνω επίδικος οίνος λογαριασμός, αναφέρθηκε στην ένδικη
προθεσμιακή κατάθεση, κατ` εντολή του, απλά να είναι ο αποδέκτης μιας υστερόχρονης
μεταφοράς χρημάτων κατά τον χρόνο λήξεως της προθεσμίας από τον έναν λογαριασμό
(προθεσμιακό) στον άλλο (ήτοι τον κοινό λογαριασμό)". Με βάση τα περιστατικά αυτά το
δικαστήριο έκρινε στη συνέχεια ότι η ενάγουσα δεν είναι δικαιούχος του προθεσμιακού
λογαριασμού του αποβιώσαντος αδελφού της, με το αιτιολογικό ότι ο τελευταίος απεβίωσε πριν τη
λήξη της ατομικής προθεσμιακής του κατάθεσης, με συνέπεια, η αξίωσή του από αυτήν, δηλαδή η
υποχρέωση της εναγομένης να αποδώσει στις 19-1-2009 το ποσό αυτής και την απόδοση των
τόκων του κατά το χρόνο λήξεως της, μεταβιβάστηκε στον νόμιμο κληρονόμο του, ως έννομη
σχέση του ενοχικού δικαίου, και κατόπιν αυτού έκρινε ότι δικαιούται αυτή να αναλάβει μόνο τις
καταθέσεις, που υπήρχαν στον κοινό λογαριασμό κατά το χρόνο θανάτου του παραπάνω
συνδικαιούχου, βάσει του οικείου συμβατικού της δικαιώματος με την αντισυμβαλλόμενη Τράπεζα,
δηλαδή το ποσόν των 25,96 ευρώ, για το λόγο ότι το ποσό του προθεσμιακού του λογαριασμού
μετά της αποδόσεως του, με το οποίο έπρεπε να πιστωθεί ο κοινός λογαριασμός κατά την ως άνω
εντολή του (αποβιώσαντος) καταθέτη, ήταν ατομική του απαίτηση, η οποία, ως περιουσιακό του
στοιχείο, κληρονομήθηκε. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο αναγνώρισε, ότι η εναγομένη υποχρεούται
να καταβάλει στην ενάγουσα μόνο το ποσόν των 25,96 ευρώ με το νόμιμο τόκο ταμιευτηρίου
μέχρι την επίδοση της αγωγής και με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για τον μετά την επίδοση της
αγωγής χρόνο και μέχρι την εξόφληση, και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε
αποφανθεί ομοίως, απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Έτσι
που αποφάνθηκε το Εφετείο και με βάση το προεκτεθέντα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε
τον νόμο, και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 1 §§ 1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως ισχύει
σήμερα, 2 § 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων
713 επ., 726 ΑΚ, τις οποίες και δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η υπό προθεσμία κατάθεση του Ν. Ζ. στον κοινό λογαριασμό
ταμιευτηρίου με συνδικαιούχο και την αναιρεσείουσα συνιστά εντολή υστερόχρονης μεταφοράς
χρημάτων από τον προθεσμιακό λογαριασμό στον κοινό λογαριασμό, το δε προϊόν αυτής της
καταθέσεως αποτελεί ατομική απαίτηση του νόμιμου κληρονόμου του. Σύμφωνα όμως με τα όσα
εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η εντολή του καταθέτη Ν. Ζ. να πιστωθεί το ποσόν του
προθεσμιακού του λογαριασμού μαζί με την απόδοσή του κατά τη λήξη του στον κοινό
λογαριασμό που διατηρούσε αυτός στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης στη Δράμα με
συνδικαιούχο την αναιρεσείουσα αδελφή του, συνιστούσε ιδιόμορφη γνήσια σύμβαση υπέρ αυτής,
στην οποία εφαρμογή έχουν προεχόντως οι διατάξεις του ν. 5638/1932 και συμπληρωματικά οι
διατάξεις των άρθρων περί ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (489 επ. ΑΚ) και περί συμβάσεως
υπέρ τρίτου (411 επ. ΑΚ), και κατά συνέπεια η αναιρεσίβλητη όφειλε να της αποδώσει μετά την
παρέλευση της προθεσμίας το σύνολο της καταθέσεως μαζί με τους τόκους της, ως συνδικαιούχο
του ποσού τούτου, έχοντας αυτή απευθείας αξίωση προς απόδοση του με βάση τις διατάξεις του ν.
5638/1932. Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο παραβίασε και τις περί εντολής διατάξεις, εφόσον η
εντολή αυτή από τη φύση της δεν λύθηκε με τον θάνατο του καταθέτη, χωρίς μάλιστα ο
κληρονόμος του να δικαιούται να ανακαλέσει την εντολή αυτή, ενώ και η εντολοδόχος Τράπεζα
από την πλευρά της είχε υποχρέωση να εκτελέσει την εκτελέσει. την εντολή του και να πιστώσει με
το προϊόν της ατομικής προθεσμιακής καταθέσεως τον κοινό λογαριασμό τούτου με την
αναιρεσείουσα. Το Εφετείο μάλιστα παραβίασε τις ως άνω διατάξεις περί εντολής, έστω και αν ήθελε
γίνει δεκτή η παραδοχή ότι η υπό προθεσμία κατάθεση του Ν. Ζ. στον κοινό λογαριασμό
ταμιευτηρίου με συνδικαιούχο και την αναιρεσείουσα συνιστούσε εντολή υστερόχρονης μεταφοράς
χρημάτων από τον προθεσμιακό λογαριασμό στον κοινό λογαριασμό. Ειδικότερα, εφόσον μέχρι
την 19-1-2009, οπότε έληγε η προθεσμιακή κατάθεση του Ν. Ζ., η εντολή για πίστωση του
σχετικού ποσού μετά τη λήξη της στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε αυτός με την
αναιρεσείουσα δεν είχε ανακληθεί ούτε από τον ίδιο, ούτε από τον νόμιμο κληρονόμο του, ο
οποίος με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπεισήλθε στη θέση του καταθέτη,
δεν ετίθετο πλέον θέμα ανάκλησης της εντολής αυτής, αφού με την πίστωση του σχετικού ποσού
στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο Ν. Ζ. με την αναιρεσείουσα κατέστη αυτή συνδικαιούχος
του ποσού και εδικαιούτο να ζητήσει από την αναιρεσίβλητη ευθέως την απόδοση του στην ίδια.
Κατόπιν αυτού ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος τόσον ως προς το κύριο όσο και ως προς
το επικουρικό σκέλος αυτού.
Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα
εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους
δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, παρέλκει δε
κατόπιν τούτου η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου. Η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της
πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως
ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 285/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο
ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου