Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

ΑΠ 332/2014 (ΠΟΙΝ) : Ενσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, λόγω προηγηθέντος συμβιβασμού, και λόγω παραγραφής εν επιδικία της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση ένεκα ηθικής βλάβης. Η παραγραφή εν επιδικία δεν έχει εφαρμογή επί αποσβεστικών προθεσμιών, όπως αυτή της εγέρσεως αγωγής κακοδικίας.


ΝΕΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Ν 4335/2015  - Εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο: Το νέο άρθρο 340 του Κώδικα Πολ.Δικονομίας

332/2014 ΑΠ (ΠΟΙΝ) ( 639735)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Καταδίκη για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας άνω των 73.000 € από εντολοδόχο κατ΄ εξακολούθηση και για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ποινική Δικονομία. ..

Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Απόλυτη ακυρότητα. Ενσταση 
αποβολής της πολιτικής αγωγής, λόγω προηγηθέντος συμβιβασμού  των μερών, ο οποίος είχε ως 
αποτέλεσμα την απόσβεση της αξιώσεως, και λόγω παραγραφής εν επιδικία της αξιώσεως για 
χρηματική ικανοποίηση ένεκα ηθικής βλάβης. Συμβιβασμός. Αναγνώριση της οφειλής από το ένα 
μέρος και παραίτηση από την απαίτηση αποζημιώσεως για περιουσιακή βλάβη από το άλλο μέρος. 
Ωστόσο ο εγκαλών δεν παραιτήθηκε και από την απαίτησή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω 
ηθικής βλάβης. Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου και προθεσμία αυτής (εξάμηνη). Αντικείμενο της 
αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου δύναται να είναι και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, 
λόγω ηθικής βλάβης, η οποία δύναται και να επιδιωχθεί δια παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά 
την ποινική διαδικασία. Παραγραφή εν επιδικία. Η παραγραφή εν επιδικία δεν έχει εφαρμογή επί 
αποσβεστικών προθεσμιών, όπως αυτή της εγέρσεως αγωγής κακοδικίας. Απορριπτέος και αυτός ο 
λόγος αναιρέσεως. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση.
Αριθμός 332/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη 
Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - 
Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

 Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία 
του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας 
του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του 
αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Α. Φ. του Φ., κατοίκου ....... , που εκπροσωπήθηκε από τον 
πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Κάσση, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 242/2013 αποφάσεως του 
Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Μ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν 
παρέστη στο ακροατήριο.

 Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς 
αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους 
λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο 
οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1324/2013.

 Αφού άκουσε

 Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά 
πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη 
αίτηση αναίρεσης.

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Κατά το άρθρο 384 του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 6, του Ν. 
3904/21-12-2010: "1. Το αξιόποινο των εγκλημάτων των άρθρων 372-374, 375-377, 381 και 382 
εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την 
πράξη του από τις αρχές αποδώσει χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου το πράγμα ή ικανοποιήσει 
εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το 
αντίστοιχο μόνο μέρος. 2. Εάν ο υπαίτιος των πράξεων της παρ. 1 μέχρι την άσκηση της ποινικής 
δίωξης, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου αποδώσει το πράγμα και δηλώσει ο παθών ή οι κληρονόμοι 
του ότι δεν έχουν άλλη αξίωση από την πράξη ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, 
καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο 
και τους τόκους υπερημερίας, δεν κινείται ποινική δίωξη και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με 
αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ... ....". Η ικανοποίηση του ζημιωθέντος 
(εντελής ή μερική) μπορεί να γίνει και με την κατάρτιση συμβάσεως μεταξύ των ενδιαφερομένων 
(ζημιωθέντος και υπαιτίου ή τρίτου), με την οποία καταργείται η εκ του αδικήματος αξίωση και 
αντικαθίσταται με νέα (ανανέωση). Σύμφωνα με το άρθρο 871 του ΑΚ, με τη σύμβαση του 
συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους, ή μια 
αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. 
Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ 
των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση (όπως π.χ. 
αναγνώριση απαιτήσεως, άφεση χρέους, παραίτηση, δωρεά κ.λ.π.). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι 
υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους.

 Συνεπώς δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε 
με το συμβιβασμό και αν τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική 
ένσταση της συνάψεως του συμβιβασμού. Μετά το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά ή διαφορά 
και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με το συμβιβασμό. 
Είναι δε έγκυρος ο συμβιβασμός που αφορά τις χρηματικές συνέπειες τελεσθέντος αδικήματος, με 
τον οποίο παραιτείται ο παθών από τις αστικές απαιτήσεις του κατά του δράστη. Η ιδία η σύμβαση 
δεν ενέχει καθ` εαυτήν ανανεωτικό χαρακτήρα, εκτός αν από το περιεχόμενό της συνάγεται σαφώς 
σκοπός ανανεώσεως, ήτοι αντικαταστάσεως της υφισταμένης ενοχής, καταργουμένης, δια της 
συστάσεως νέας. Τέλος οι δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών αποτελούν πραγματικά 
περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται από το δικαστήριο, όπως και το αν τα 
συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίσθηκε σύμβαση συμβιβασμού 
(ΟλΑΠ 578/1980). Εξ άλλου η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του 
ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 
παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, 
όταν περιέχονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά 
που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου 
για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις 
που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην 
ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής 
ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` 
του ΚΠοινΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά 
περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή 
παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που 
περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και 
την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται 
ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση 
στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων 
πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο 
δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον 
κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή 
της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως 
ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα 
δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη 
θεμελίωση τους. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το 
περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που 
διαλαμβάνει την άδικη ή άδικες πράξεις. ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την 
αποδεικτική διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλομένη υπ` αριθ. 
242/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιά, ο αναιρεσείων 
κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για (κακουργηματική) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως 
μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ από δράστη που είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου κατ` 
εξακολούθηση (άρθρ. 375 παρ. 2 ΠΚ) και έκδοση ακάλυπτης επιταγής και του επιβλήθηκε 
συνολική ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και έξι (6) μηνών. Ο κατηγορούμενος στο δευτεροβάθμιο 
δικαστήριο, δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου, ισχυρίσθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο 
της υποβολής της μηνύσεως για την κακουργηματική υπεξαίρεση για την οποία κηρύχθηκε ένοχος 
καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος ....... .... ...... σύμβαση συμβιβασμού, με την 
οποία ο αναιρεσείων αναγνώρισε την οφειλή του από την υπεξαίρεση, καθορίζοντας 
χρονοδιάγραμμα εξοφλήσεως και ότι ο εγκαλών στα πλαίσια του συμβιβασμού παραιτήθηκε και 
από την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα της 
υπεξαιρέσεως και ζήτησε την, κατ` εφαρμογή του άρθρου 384 ΠΚ, παύση της ποινικής διώξεως για 
την κατ` εξακολούθηση κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου και την 
αποβολή της πολιτικής αγωγής.

 Το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους άνω ισχυρισμούς και αίτημα με την εξής αιτιολογία "Εν 
προκειμένω ο κατηγορούμενος, δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου, υποστηρίζει ότι, σε 
χρόνο προγενέστερο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής στην προδικασία, καταρτίστηκε 
μεταξύ αυτού (κατηγορουμένου) και του εγκαλούντος ..... ................. σύμβαση εξώδικου 
συμβιβασμού, με την οποία ο εγκαλών παραιτήθηκε σιωπηρά από την αξίωσή του για χρηματική 
ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το υπό εκδίκαση αδίκημα της υπεξαίρεσης, καθώς κανένα 
σχετικό κονδύλιο δεν περιλαμβάνεται στον συνημμένο, στην από 23.10.2008 δήλωση, πίνακα 
οφειλών και ότι ο συμβιβασμός αυτός έχει, κατά τη βούληση των μερών, ανανεωτικό χαρακτήρα, 
με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο εγκαλών να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική 
ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την υπεξαίρεση συνεπεία της παραιτήσεώς του με τον 
συμβιβασμό από την απαίτησή του αυτή, το δε να έχει εξαλειφθεί, κατ` άρθρο 384 ΠΚ, το αξιόποινο 
της υπεξαίρεσης με την εντελή ικανοποίηση του εγκαλούντος που έγινε με την ανανέωση. Ο 
ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι μεν κατ` αρχήν νόμιμος, ... ελέγχεται όμως κατ` 
αμφότερα τα σκέλη του απορριπτέος, ως κατ` ουσίαν αβάσιμος. Ειδικότερα, με την επικαλούμενη 
από 23.10.2008 δήλωσή του προς τον εγκαλούντα Χ. Μ., ο κατηγορούμενος αναγνώρισε οφειλή 
του προς τον τελευταίο ύψους 144.326 ευρώ, όπως αυτή αναλύεται στον επισυναπτόμενο στη 
δήλωση αυτή πίνακα, που τιτλοφορείται "απαιτήσεις από εισπραχθέντα από ασφαλιστική Α. Φ. 
(κατηγορούμενο) μη αποδοθέντα", επίσης υπογράφεται από τον κατηγορούμενο, υπό τη δήλωση 
αυτού "αναγνωρίζω το τελικό ποσό (144.326 ευρώ)" και περιλαμβάνει επί μέρους χρηματικά ποσά 
που εισέπραξε ο κατηγορούμενος κατ` εντολή και για λογαριασμό του εγκαλούντος και δεν 
απέδωσε σ` αυτόν (για τα οποία ασκήθηκε μετέπειτα η προκειμένη ποινική δίωξη κατά του 
κατηγορουμένου για κακουργηματική υπεξαίρεση, καθώς και τους αναλογούντες, επί των ποσών 
αυτών, τόκους υπερημερίας, υπόσχεται δε, με την ίδια δήλωση ο κατηγορούμενος ότι θα 
καταβάλει το συνολικό ποσό της οφειλής του (144.326 ευρώ) τμηματικώς σε τρεις δόσεις. Από τον 
τίτλο και το περιεχόμενο του συνημμένου στην ως άνω δήλωση (από 23.10.2008) πίνακα, στον 
οποίο και παραπέμπει η δήλωση αυτή, προκύπτει ότι αυτό δεν αφορά στο σύνολο των απαιτήσεων 
του εγκαλούντος από το αδίκημα, αλλά ειδικώς και μόνον την απαίτηση αποζημιώσεως για 
περιουσιακή βλάβη και κατά συνέπεια το ότι δεν περιελήφθη στον πίνακα οποιοδήποτε ποσό για 
χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν σημαίνει ότι ο εγκαλών παραιτήθηκε από την 
ανεξάρτητη από την ως άνω αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη απαίτησή του αυτή, ήτοι εκείνη 
για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Υπό τα ως άνω δεδομένα ο κατηγορούμενος 
αναγνώρισε το εις τον πίνακα αναφερόμενο χρέος του προς τον εγκαλούντα και ο εγκαλών 
συμφώνησε την τμηματική εξόφληση του χρέους αυτού. Ούτε δήλωση του εγκαλούντος ότι 
ικανοποιήθηκαν πλήρως οι από το αδίκημα αξιώσεις του υπήρξε, ούτε τα μέρη θέλησαν την 
κατάργηση της εκ του αδικήματος ενοχής και τη σύσταση νέας". Με αυτά που δέχθηκε το 
δικαστήριο της ουσίας και απέρριψε τους άνω ισχυρισμούς διέλαβε την κατά τις άνω διατάξεις 
απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ` αυτή με πληρότητα και 
σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν, 
συναφώς, από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά 
αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις 
ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 421, 436, 437, 871 ΑΚ και 384 ΠΚ που εφήρμοσε, 
χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να 
στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Η αιτίαση στον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι η 
παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι "..Ούτε δήλωση του εγκαλούντος ότι ικανοποιήθηκαν 
πλήρως οι από το αδίκημα αξιώσεις του υπήρξε ..." σημαίνει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απήτησε 
ρητές και πανηγυρικές δηλώσεις των συμβαλλομένων, δηλαδή περισσότερα όσων απαιτεί ο νόμος 
για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 871 του ΑΚ, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, 
διότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος απερρίφθησαν από το Εφετείο κατ` ουσίαν με την 
παραδοχή ότι η συμφωνία των μερών περιορίσθηκε μόνον στην δια δόσεων τμηματική εξόφληση 
του χρέους και δεν περιέλαβε την αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης, το δε 
διατακτικό της απορριπτικής διατάξεως στηρίζεται στην παραδοχή ότι "ούτε τα μέρη θέλησαν την 
κατάργηση της εκ του αδικήματος ενοχής και τη σύσταση νέας" ενώ η διαληφθείσα έλλειψη 
δηλώσεως του εγκαλούντος "ότι ικανοποιήθηκαν πλήρως οι από το αδίκημα αξιώσεις του" έχει την 
έννοια της αιτιολογήσεως της ανυπαρξίας δηλώσεως ικανοποιήσεως του παθόντος της παρ. 2 του 
άνω άρθρου 384 του ΠΚ. Κατ` άρθρ. 261 εδ. α` ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της 
αγωγής. Αντικείμενο της αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου δύναται να είναι και η επιδίκαση 
χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης (άρθρ. 932 ΑΚ), η οποία δύναται να επιδιωχθεί, με 
δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις 
των άρθρων 63, 64, 66, 68 και 82 του ΚΠοινΔ και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Η δήλωση 
αυτή πρέπει να γίνει μέσα στην εξάμηνη προθεσμία που ορίζει η διάταξη του άρθρου 73 παρ. 5 
ΕισΝ ΚΠολΔ και αρχίζει από την γνώση εκ μέρους του παθόντος της τελέσεως της παράνομης 
πράξεως ή παραλείψεως. Η παρέλευση της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας επιφέρει απόσβεση του 
δικαιώματος του ζημιωθέντος με περαιτέρω αποτέλεσμα ο ζημιωθείς να μη νομιμοποιείται πλέον 
ενεργητικώς και η σχετική δήλωσή του να μην του προσδίδει την ιδιότητα του πολιτικώς 
ενάγοντος. Τέλος στις αποσβεστικές προθεσμίες δεν έχει εφαρμογή το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 
261 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει και 
πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου" Συμπλήρωση όμως 
της ως άνω προθεσμίας μετά την νόμιμη διακοπή της σε επιδικία δεν νοείται, διότι η διάταξη του 
άρθρου 261 ΑΚ, κατά το μέρος που ορίζει ότι η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερσή της 
αγωγής αρχίζει πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, δεν 
έχει ανάλογη εφαρμογή επί των αποσβεστικών προθεσμιών. Στην προκειμένη περίπτωση ο 
κατηγορούμενος, δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου, ζήτησε από το Πενταμελές Εφετείο 
την αποβολή της πολιτικής αγωγής για τον λόγο ότι η ασκουμένη από τον εγκαλούντα αξίωση για 
χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το εκδικαζόμενο έγκλημα της υπεξαιρέσεως έχει 
υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία, καθόσον από την κατά την 3.10.2008, γνώση εκ μέρους του 
εγκαλούντος της σε βάρος του εκδικαζομένης αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως και από την 
30.1.2009, ημερομηνία, κατά την οποία ο εγκαλών δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής στην 
προδικασία μέχρι και την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, παρήλθε 
χρονικό διάστημα μακρότερο αυτού των έξι (6) μηνών και ο πολιτικώς ενάγων "έκτοτε δεν 
προέβη σε κάποια διαδικαστική πράξη για την εκ νέου διακοπή της ανωτέρω αποσβεστικής 
προθεσμίας". Ο άνω ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος και συνεπώς το δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να 
απαντήσει. Παρά ταύτα το Πενταμελές Εφετείο, απέρριψε την ένσταση αποβολής της πολιτικής 
αγωγής με την εξής, ως εκ περισσού, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία: "Στην προκειμένη 
περίπτωση ο κατηγορούμενος, δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου, ζητεί την αποβολή 
της πολιτικής αγωγής για τον λόγο ότι η ασκουμένη από τον εγκαλούντα αξίωση για χρηματική 
ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το εκδικαζόμενο έγκλημα της υπεξαίρεσης έχει υποπέσει σε 
παραγραφή εν επιδικία, καθόσον από την κατά την 3.10.2008, γνώση εκ μέρους του εγκαλούντος 
της σε βάρος του εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως και από την 30.1.2009, 
ημερομηνία, κατά την οποία ο εγκαλών δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής στην προδικασία 
μέχρι και την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, παρήλθε χρονικό 
διάστημα μακρότερο αυτού των έξι (6) μηνών που ορίζει το άρθρο 73 παρ. 5 ΕισΝ ΚΠολΔ. Εν όψει 
των προεκτεθέντων η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη". Με αυτά που δέχθηκε το 
δικαστήριο της ουσίας και απέρριψε την άνω ένσταση διέλαβε την κατά τις άνω διατάξεις 
απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ` αυτή με πληρότητα και 
σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν 
από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά 
καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις 
ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α` ΑΚ, ΑΚ και 73 παρ. 5 ΕισΝ ΚΠολΔ που εφήρμοσε, 
χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να 
στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμοι οι πρώτος, 
δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση 
για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες 
(πρώτος και δεύτερος λόγοι εκ του άρθρου 510 παρ 1 στοιχ. Ε` και Δ` του ΚΠοινΔ) και απόλυτη 
ακυρότητα της διαδικασίας εκ της μη αποβολής της πολιτικής αγωγής (τρίτος λόγος εκ του 
άρθρου 510 παρ 1 στοιχ. Α` του ΚΠοινΔ), καθόσον το δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη 
αιτιολογία απέρριψε 1) την ένσταση του για αποβολή του πολιτικώς ενάγοντα, .......... α) 
λόγω προηγηθέντος της ποινικής διώξεως συμβιβασμού, μεταξύ των, που είχε ως αποτέλεσμα την 
απόσβεση της αξιώσεως αποκαταστάσεως της οικονομικής ζημίας του ανωτέρω, β) λόγω 
αποσβέσεως της αξιώσεως του για χρηματική ικανοποίηση λόγω συμπληρώσεως της αποσβεστικής 
προθεσμίας του άρθρου 73 ΕισΝ ΚΠολΔ καθώς και 2) τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί εξαλείψεως 
του αξιοποίνου για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Συνακολούθως ουδεμία 
ακυρότητα επήλθε εκ της μη αποβολής της πολιτικής αγωγής (τρίτος λόγος εκ του άρθρου 510 
παρ 1 στοιχ. Α` του ΚΠοινΔ), διότι το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος, ως 
προς τις πράξεις της υπεξαιρέσεως και της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής κρίνεται από το 
περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει τις 
άδικες πράξεις, ενώ το εάν επήλθε απόσβεση της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Τέλος. 
η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή 
το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς 
ενάγων, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν 
ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το 
νομότυπο δε της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος 
προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που 
αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν 
επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο 
πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 
κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.

 Στην προκειμένη περίπτωση ο ................. , ενώ με την έγκληση του εκθέτοντας τα 
πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως δήλωσε νομότυπα παράσταση πολιτικής αγωγής για 
χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τις καταγγελλόμενες πράξεις της 
υπεξαιρέσεως και της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, που, κατά τους ισχυρισμούς του, τελέστηκαν 
από τον κατηγορούμενο, (για τις οποίες ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος) εντούτοις, τόσο στο 
πρωτόδικο δικαστήριο όσο και στο εφετείο, φέρεται να δηλώνει ότι: "... είναι πολιτικώς ενάγων 
στη δίκη αυτή κατά του παραπάνω κατηγορουμένου για ηθική βλάβη που έπαθε από το αδίκημα 
...". Από την ως άνω δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος, στο πρωτοβάθμιο, αλλά και στο 
δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν δημιουργείται καμία αοριστία ή ασάφεια αναφορικά, με το ότι ο 
ανωτέρω αξίωσε το χρηματικό ποσό των 44 ευρώ, για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη 
από όλα τα αδικήματα, διότι είναι πρόδηλο, ότι η μη αναφορά των λέξεων "αδικημάτων" στα 
πρακτικά οφείλεται στην από παραδρομή μη διόρθωση των σε ενικό αριθμό των αντίστοιχων 
εντύπων λέξεων του κειμένου, που αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον. Κατά συνέπεια είναι 
αβάσιμος και ο (εκ του άρθρου 510 παρ 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ) τέταρτος λόγος με τον οποίο ο 
αναιρεσείων αιτιάται ότι: "... η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της νόμιμης αιτιολογίας ως προς 
την ειδικότερη αιτία για την οποία δέχτηκε και επομένως επιδίκασε στον εγκαλούντα τη χρηματική 
ικανοποίηση των 44 ευρώ, καθώς γίνεται αόριστη αναφορά σε αδίκημα, ενώ οι πράξεις για τις 
οποίες δικάστηκα είναι δύο (κακουργηματική υπεξαίρεση και έκδοση ακάλυπτης επιταγής) ...".

 Κατ` ακολουθία τούτων πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν 
δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 31-10-2013 (υπ` αριθ. 7980/31-10-2013) Δήλωση - αίτηση, αναιρέσεως του Α. 
Φ. του Φ., κατοίκου ..., κατά της υπ` αριθ. 242/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου 
(Κακουργημάτων) Πειραιά.

 Επιβάλλει τα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω 
αναιρεσείοντος.

 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2014.

 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2014.

 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                 

Δεν υπάρχουν σχόλια: