Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ (ν. 4335/2015) Εισήγηση σε ημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Κατερίνης/16 Ιανουαρίου 2016


 ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ - ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΕΚΝΩΝ - Αριθμός απόφασης 438/2009 - ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΙΛΚΙΣ

      Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ (ν. 4335/2015)
  Εισήγηση σε ημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Κατερίνης/16 Ιανουαρίου 2016 

                                 ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ
     Ι. Βιβλίο πρώτο: Γενικές διατάξεις [άρθρ. 47, 79 (89, 91), 94§2, 115§§2&3, 128§1, 143§1] 
     ΙΙ. Βιβλίο δεύτερο: Διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια [άρθρ. 208 -214, 214 Α-Γ (233§§ 2-4), 215§2, 223, 228 (231), 237-238, 244, 254, 260§2, (269, 270), 271, 271, 283§2, 287§1, 294§1, 302§1, 340§1, 393§1, 421-424,       ..

     ΙΙΙ. Βιβλίο τρίτο: Ένδικα μέσα [άρθρ. 496§3, 498§2, 518§2, 524§2, 527, 544 αριθ. 6, 560 αριθ. 5&6, 562§4, 565§1, 571, 581§2, 585].  
     ΙV. Βιβλίο τέταρτο: Ειδικές διαδικασίες [άρθρ. 591].
     V. Βιβλίο πέμπτο: Ασφαλιστικά μέτρα [άρθρ. 682§1, 686§§1,5&6, 689, 691§3, 691 Α, 693, 697, 724, 729§5, 734§5].

Ι. Βιβλίο πρώτο: Γενικές διατάξεις.
Άρθρ. 47: Δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο (κίνδυνος καταστρατήγησης ή υπερβολικής επιβάρυνσης του ανώτερου δικαστηρίου· κατά τα λοιπά η νέα ρύθμιση αντινομεί προς τις διατάξεις των άρθρ. 513§1(α) και 553§1(α), κατά τις οποίες εξακολουθεί να επιτρέπεται έφεση και αναίρεση κατά των αποφάσεων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας ).
‘Αρθρ. 79: Κύρια παρέμβαση μόνο στον πρώτο βαθμό (στόχος η επιτάχυνση της δίκης, αμφίβολο όμως αν εξυπηρετείται και η οικονομία ευρύτερα της δίκης, αφού αντί για κύρια παρέμβαση στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης θα ξεκινήσει νέα δίκη).
Άρθρ. 94§2: Παράσταση χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο στις μικροδιαφορές και προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου (υποθέσεις άρα ειρηνοδικείου που υπερβαίνουν το όριο των 5.000 ευρώ, οπότε και δεν είναι μικροδιαφορές, απαιτούν πλέον δικηγόρο, ενώ προηγουμένως δεν ήταν αναγκαίος για υποθέσεις αξίας μέχρι τις 12.000 ευρώ· εξ άλλου προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου στοχεύουν, κατά κανόνα, οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και συνεπώς χωρίς δικηγόρο είναι δυνατή η παράσταση και στις υποθέσεις αυτές, στις οποίες γινόταν προηγουμένως ρητή αναφορά· συνακόλουθα ως περιττά καταργούνται τα άρθρ. 251 και 311 που αφορούν υποδείξεις του ειρηνοδίκη σε διάδικο που παρίσταται χωρίς δικηγόρο).
Άρθρ. 115§§2&3: Υποχρεωτική η προφορική συζήτηση στον πρώτο βαθμό και στην εκούσια δικαιοδοσία με την επιφύλαξη των άρθρ. 237 και 238 (δηλαδή αίρεται “εν μέρει” η υποχρεωτικότητα της προφορικής συζήτησης στην τακτική διαδικασία με την έννοια ότι δεν εξετάζονται, κατ’ αρχήν, μάρτυρες, αλλά η διαδικασία είναι κυρίως έγγραφη). Ωστόσο δεν μπορεί με μόνη την ως άνω επιφύλαξη να θεωρηθεί ότι καταργείται πλήρως η προφορικότητα της συζήτησης στην τακτική διαδικασία στον πρώτο βαθμό, ώστε να επιτρέπεται κατά το άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ η παράσταση στο ακροατήριο με απλή δήλωση (στο δεύτερο βαθμό η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική κατά το άρθρ. 524§2  μόνο στην περίπτωση του άρθρ. 528). Η κατάθεση προτάσεων είναι γενικώς υποχρεωτική με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών (στις οποίες όμως δεν ορίζεται ο χρόνος κατάθεσής τους· αναγκαία έτσι η συμπλήρωση στο άρθρ. 468§1 ότι κατατίθενται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο)
Άρθρ. 128§1: Οι επιδόσεις γίνονται σε ενήλικο σύνοικο, χωρίς άλλες  διακρίσεις.
Άρθρ. 143§1: Ο δικαστικός πληρεξούσιος είναι και αντίκλητος όχι μόνο μέχρι την επίδοση της οριστικής απόφασης, αλλά μέχρι και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (η διάταξη εγκυμονεί κινδύνους υφαρπαγής τελεσίδικων ή αμετάκλητων αποφάσεων).
ΙΙ. Βιβλίο δεύτερο: Διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια
Άρθρ. 208 – 214, 214 Α-Γ: Κατάργηση της απόπειρας συμβιβασμού από τον ειρηνοδίκη (επίσης καταργούνται οι παρ. 2-4 του άρθρ. 233, μάλλον ως πλεοναστικές εν όψει της ρύθμισης του άρθρ. 214 Α), διατηρείται όμως η συμβιβαστική επέμβαση του ειρηνοδίκη, ύστερα από αίτηση όποιου ενδιαφέρεται να ασκήσει αγωγή (προτιμότερο να καταργηθούν οι σχετικές ρυθμίσεις εν όψει του άρθρ. 214 Β· το άρθρο αυτό, καθώς και το άρθρ. 214 Γ πρέπει να αναμορφωθούν, ενώ το άρθρ. 214 Α πρέπει να ενσωματωθεί στο 293).
Άρθρ. 215§2: Επίδοση της αγωγής μέσα σε 30 ημέρες από την κατάθεση στην περίπτωση του άρθρ. 237, δηλαδή στην τακτική διαδικασία (άρα όχι στις ειδικές διαδικασίες), αλλιώς θεωρείται μη ασκηθείσα (απόρροια της ρύθμισης είναι η κατάργηση του 229· η ρύθμιση φαίνεται να επικυρώνει την άποψη ότι η παράλειψη επίδοσης της αγωγής και μάλιστα εμπρόθεσμα καθιστά ανυπόστατη την αγωγή[1], έτσι ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η συζήτηση ανεπίδοτης αγωγής ακόμη και αν δεν αντιλέγει ο παριστάμενος εναγόμενος· στην περίπτωση, όμως, αυτή μάλλον δεν εξυπηρετείται η ταχεία απονομή δικαιοσύνης, αφού το πιθανότερο είναι ο ενάγων να επανέλθει με νέα αγωγή· εξ άλλου και πρακτικά προβλήματα συνέχονται με τη νέα ρύθμιση, αφού ως προς τις ανεπίδοτες αγωγές θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα σχετική σημείωση στο πινάκιο του δικαστηρίου, ώστε κατά την ορισμένη γι’ αυτές δικάσιμο να μην εκφωνούνται· σε μια τέτοια, πάντως, περίπτωση δεν μπορεί να αποκλεισθεί η υποβολή αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε αγωγή που επιδόθηκε μεν, αλλά εκπρόθεσμα, να θεωρηθεί τελικά εμπρόθεσμη· αυτονόητο είναι ότι στην περίπτωση αυτή η αγωγή θα εκφωνηθεί από το πινάκιο και θα συζητηθεί για να μπορεί να εκδοθεί απόφαση ως προς αυτή, αν τελικώς γίνει δεκτή η αίτηση επαναφοράς.   
 Άρθρ. 223: Περιορισμός του αιτήματος της αγωγής όχι μόνον με τις προτάσεις, αλλά και με δήλωση στα πρακτικά. Το ίδιο ισχύει και όταν ζητούνται τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της αγωγής ή στην περίπτωση που ζητείται αντί γι’ αυτό που αρχικά ζητήθηκε άλλο ή το διαφέρον εξ αιτίας μεταβολής που επήλθε.
Άρθρ. 228: Περιορισμός της προθεσμίας κλήτευσης των διαδίκων σε 30 ή 60 ημέρες αντί 60 και 90 ημερών κατά την προηγούμενη ρύθμιση [έτσι και επί ενδίκων μέσων (498§2) και ειδικών διαδικασιών (591§1(β), αντίθετα αύξηση του χρόνου κλήτευσης επί ανακοπής (585)· ως κλήτευση ισχύει (237§4) η εγγραφή στο πινάκιο].
Άρθρ.237-238: Κατάθεση προτάσεων και προσκόμιση των αποδεικτικών εγγράφων, καθώς επίσης των αποδεικτικών επίδοσης της αγωγής και των πληρεξούσιων εγγράφων των δικηγόρων στην τακτική διαδικασία στον πρώτο βαθμό μέσα σε 100 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής [έτσι, όμως, ο ενάγων έχει στη διάθεσή του όλη την προθεσμία των 100 ημερών για να ανταποκριθεί στις ως άνω υποχρεώσεις του, ενώ για τον εναγόμενο η προθεσμία αυτή μπορεί και να περιορίζεται κατά 30 ημέρες, αν υποτεθεί ότι η αγωγή του επιδόθηκε την 30η ημέρα από την κατάθεσή της (παραβίαση άρα της αρχής της ισότητας μεταξύ των διαδίκων)]. Ακολούθως ορίζεται προθεσμία 15 επιπλέον ημερών για αμοιβαίες αντικρούσεις, οπότε κλείνει ο φάκελος της δικογραφίας, δηλαδή μετά παρέλευση 115 ημερών από την κατάθεση της αγωγής και ο φάκελος διαβιβάζεται στον Διευθύνοντα το Δικαστήριο. Αυτός υποχρεούται μέσα σε προθεσμία 15 περαιτέρω ημερών να ορίσει το δικαστή ή την πολυμελή σύνθεση που θα δικάσει την υπόθεση, για την οποία η δικάσιμος πρέπει να ορισθεί εντός 30 ημερών από την αμέσως προηγούμενη προθεσμία [δηλαδή από την κατάθεση μέχρι τη συζήτηση της αγωγής μεσολαβεί συνολικός χρόνος 160 ημερών (100 + 15 + 15 + 30)]. Μέσα σε 60 ή 90 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής προβλέπεται και η άσκηση ανταγωγής, προσεπίκλησης και παρεμβάσεων τρίτων στη δίκη. Όμως, αν ο ορισμός δικασίμου είναι αδύνατος μέσα στην ως άνω προθεσμία των 30 ημερών (επειδή θα έχει καλυφθεί ο προβλεπόμενος από τον κανονισμό του δικαστηρίου αριθμός υποθέσεων που ανατίθεται σε κάθε δικαστή), προβλέπεται απόκλιση από την προθεσμία αυτή και επιτρέπεται η συζήτηση της υπόθεσης να γίνει στον απολύτως αναγκαίο χρόνο (ο οποίος πάντως για τα μεγάλης κίνησης πρωτοδικεία τοποθετείται μετά από ένα ή δυο περίπου χρόνια λόγω υπερφόρτωσης των πινακίων κάθε δικασίμου· έτσι, όμως, η σκοπιμότητα και η πρακτική αξία της συνολικής ρύθμισης καθίσταται αμφίβολη, υπό την έννοια ότι η κατάθεση των προτάσεων των διαδίκων και η συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού τους στο διάστημα των 100 πρώτων ημερών από την κατάθεση της αγωγής δεν εξασφαλίζει εκ των πραγμάτων σύντομη δικάσιμο προς εκδίκαση της υπόθεσής τους και αντίθετα δημιουργεί πρόβλημα ασφαλούς φύλαξης μέχρι τότε των προτάσεων και των αποδεικτικών εγγράφων τους στους ήδη κορεσμένους χώρους των ελληνικών δικαστηρίων). Η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, που μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, συζητείται δε η υπόθεση και χωρίς την παρουσία τους ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους (αυτό σημαίνει ότι δεν θεωρούνται ερήμην και η υπόθεση συζητείται αντιμωλία, εφόσον όμως έχουν καταθέσει εμπρόθεσμα προτάσεις). Κατά τη συζήτηση της αγωγής (αναβολή κατά το άρθρ. 241 δεν επιτρέπεται) δεν εξετάζονται μάρτυρες, με την προφανή σκέψη ότι οι μαρτυρικές καταθέσεις μπορούν να υποκατασταθούν από τις ένορκες βεβαιώσεις (άρθρ. 421-424), όμως επιτρέπεται τελικά και η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, αν αυτή κριθεί απολύτως αναγκαία, οπότε διατάσσεται με απλή διάταξη του προέδρου σε περίπτωση πολυμελούς σύνθεσης ή του δικαστή  της υπόθεσης η επανάληψη της συζήτησης σε χρόνο όχι συντομότερο των 15 ημερών, επέχει δε θέση κλήτευσης των διαδίκων η καταχώρηση της διάταξης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου και μπορεί η καταχώρησή της να γνωστοποιείται με πρωτοβουλία του γραμματέα στην ηλεκτρονική διεύθυνση των διαδίκων (είναι σχεδόν βέβαιο ότι η ευχέρεια αυτή θα αποτελέσει τον κανόνα, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι για τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων απαιτείται η κλήτευση προηγουμένως του αντιδίκου ή των περισσότερων αντιδίκων, οπότε πολλαπλασιάζεται η σχετική δαπάνη και ίσως  καθίσταται και απαγορευτική, αν οι εναγόμενοι είναι τελικά πάρα πολλοί· έτσι η αναπόφευκτη στις περιπτώσεις αυτές επανάληψη της συζήτησης της αγωγής για να εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο μόνον καθυστέρηση θα επιφέρει στην εκδίκασή της).

 Άρθρ. 244: Η κατάργηση του άρθρου δεν κρίνεται σκόπιμη, αφού η μη δυνατότητα παραπομπής είτε από το ειρηνοδικείο στο μονομελές ή πολυμελές πρωτοδικείο είτε από το μονομελές στο πολυμελές πρωτοδικείο διαφοράς για ενοχική απαίτηση με αίτηση του εναγομένου, όταν εκεί εκκρεμεί δική του αγωγή για απαίτησή του που επιδέχεται συμψηφισμό με την παραπεμπόμενη απαίτηση, δημιουργεί προβλήματα εκκρεμοδικίας με συνέπεια την αναστολή της δίκης στο ειρηνοδικείο (έτσι και η 11/2014 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του ΑΠ).

Άρθρ. 254: Επανάληψη της συζήτησης και για τη διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων (μεταφέρεται η σχετική ρύθμιση από το καταργούμενο άρθρ. 270), αλλά και μαρτύρων αν κρίνεται απολύτως αναγκαία (δηλαδή με την ευκαιρία της επαναλαμβανόμενης συζήτησης μπορεί να διαταχθεί με την απόφαση της επανάληψης και όχι με τη διάταξη του άρθρ. 237§6 η εξέταση των μαρτύρων).

Άρθρ. 260: Η πάροδος 60 ημερών από τη ματαίωση της συζήτησης χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης συνεπάγεται τη διαγραφή της υπόθεσης από το πινάκιο και η αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα (ερωτηματικό όμως παραμένει αν αίρονται και οι ουσιαστικές συνέπειες της αγωγής, όπως λ.χ. η υπερημερία ή η διακοπή της παραγραφής που επέφερε η άσκηση αγωγής (ΑΚ 261)[2] · προτιμότερο έτσι θα ήταν να είχε οριστεί ότι η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής).

Άρθρ. 269 και 270: Καταργούνται.

Άρθρ. 271: Αν ο εναγόμενος δεν λάβει κανονικά μέρος στη δίκη (δηλαδή αν δεν καταθέσει εμπρόθεσμα προτάσεις και επιπλέον στις ειδικές διαδικασίες αν δεν παραστεί με πληρεξούσιο δικηγόρο ή δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο), το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση, όπου αυτή απαιτείται (δηλαδή ειδικές διαδικασίες, προσδιορισμός νέας συζήτησης κατά τα άρθρ. 254 ή 260§2 κλπ.) επιδόθηκαν σ’ αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα (συνεπώς στην τακτική διαδικασία στον πρώτο βαθμό κανονικά παρίσταται και δεν δικάζεται ερήμην ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε μεν ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όμως κατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις, αφού κατά το άρθρ. 237§4 η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους· το ίδιο κατά την αιτιολογική έκθεση φαίνεται να ισχύει και στις περιπτώσεις του άρθρ. 238, παρόλο που το άρθρο αυτό δεν παραπέμπει στις σχετικές ρυθμίσεις του άρθρ. 237§4, ενώ στις μικροδιαφορές ερήμην δικάζεται ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν επέλεξε να παραστεί με δικηγόρο· η κατάθεση προτάσεων δεν αρκεί στη δευτεροβάθμια ή και στην αναιρετική δίκη, αλλά απαιτείται για να μετέχουν κανονικά στη δίκη οι διάδικοι η εμφάνισή τους με πληρεξούσιο δικηγόρο ή η εκπροσώπησή τους από πληρεξούσιο δικηγόρο). Αν η αγωγή και η κλήση επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, η υπόθεση συζητείται ερήμην του εναγομένου, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της, εκτός και αν πρόκειται περίπτωση των άρθρ. 237 και 238, οπότε η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα (η μνεία του άρθρ. 238 είναι άστοχη, αφού δεν αφορά την αγωγή, ενώ αδιευκρίνιστο είναι αν η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα στην περίπτωση που αυτή μεν επιδόθηκε  νόμιμα και εμπρόθεσμα, όχι όμως και η κλήση προς συζήτησή της, αν αυτή, κατ’ εξαίρεση είναι αναγκαία).

Άρθρ. 272: Ο ενάγων δικάζεται ερήμην και απορρίπτεται η αγωγή, αν δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Άρθρ. 283§2: Η άσκηση παρεμπίπτουσας αγωγής δυνατή, κατ’ αρχήν, σε κάθε στάση της δίκης και κατ’ έφεση (όχι όμως και ανταγωγής μολονότι αυτή θεωρείται ιδιόρρυθμη παρεμπίπτουσα αγωγή).

Άρθρ. 287§1, 297: Δήλωση διακοπής της δίκης και παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής δυνατή και με τις προτάσεις· η παραίτηση, όμως από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς συναίνεση του εναγομένου είναι, κατά τη νέα ρύθμιση του άρθρ. 294, δυνατή στην περίπτωση των άρθρ. 237 και 238 μόνο μέχρι την κατάθεση προτάσεων από τον εναγόμενο

Άρθρ. 302§1: Καταχώρηση στην απόφαση της μειοψηφίας (καταχωρίζεται πάντοτε και όχι πλέον υπό τύπο αμφιβολίας, (οπότε θα έπρεπε να τροποποιηθεί κατάλληλα το άρθρο).

Άρθρ. 340§1: Λαμβάνονται υπόψη αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, αλλά και αυτά που δεν τους πληρούν και μάλιστα όχι μόνον συμπληρωματικά, όπως όριζε η καταργούμενη σχετική διάταξη του άρθρ. 270§2.

Άρθρ. 393§1: Όριο για τον αποκλεισμό των μαρτύρων το ποσό των 30.000 αντί των 20.000 ευρώ· αφορά και τα πρόσθετα σύμφωνα συμβάσεων ή συλλογικών πράξεων (ως προς τα οποία αποκλειόταν προηγουμένως γενικώς, δηλαδή ανεξαρτήτως ορίου, η εμμάρτυρη απόδειξη).

Άρθρ. 421-424: Ρύθμιση των ένορκων βεβαιώσεων στη θέση του τίτλου για τον όρκο.

Άρθρ. 468§1: Καταργείται η δυνατότητα προφορικής άσκησης αγωγής σε υποθέσεις μικροδιαφορών.

ΙΙΙ. Βιβλίο τρίτο: Ένδικα μέσα

Άρθρ. 495§3: Καταργείται η δυνατότητα προφορικής άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και αναψηλάφισης κατ’ αποφάσεων του ειρηνοδικείου.

Άρθρ. 498§2: Προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων 30 ή 60 ημέρες· το ίδιο και ως προς την έφεση με παραπομπή από το άρθρ. 524§1 στο άρθρ. 591§1(α).

Άρθρ. 518§2: Προθεσμία για την άσκηση έφεσης αν δεν επιδοθεί η απόφαση 2 αντί 3 χρόνια· το αυτό και ως προς την αναίρεση (564§3).

Άρθρ. 524§2: Κατάθεση προτάσεων στο εφετείο έως την έναρξη της συζήτησης ακόμη και στην περίπτωση του 528, κατά την οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση (διαφορετική η παλαιά ρύθμιση).

Άρθρ. 527: Οι περιπτώσεις του καταργημένου άρθρ. 269 παρατίθενται πλέον στο άρθρ. 527, αφού δεν είναι δυνατή η παραπομπή στο άρθρ. 269, όπως προηγουμένως ίσχυε.

Άρθρ. 544 αριθ. 6: Λόγος αναψηλάφησης και η ψευδής ένορκη βεβαίωση.

Άρθρ. 560 αριθ. 5&6: Νέοι λόγοι αναίρεσης κατ’ αποφάσεων ειρηνοδικείου, αντίστοιχοι με αυτούς από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρ. 559 (ρύθμιση θετική).

Άρθρ. 562§4: Αυτεπάγγελτη από τον ΑΠ λήψη υπόψη λόγων αναίρεσης (δηλαδή χωρίς πλέον πρόταση του εισηγητή).

Άρθρ. 565§1: Η προθεσμία της αναίρεσης και η άσκησή της αναστέλλουν, μεταξύ άλλων, και την εκτέλεση απόφασης εξάλειψης προσημείωσης υποθήκης (η εξάλειψη, όμως, της προσημείωσης διατάσσεται με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων κατά της οποίας δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα· συνεπώς θα έπρεπε να γίνει σχετική απάλειψη από την ισχύουσα ήδη ρύθμιση).

Άρθρ. 571: Καταργείται η γραπτή εισήγηση και προβλέπεται προφορική εισήγηση από τον εισηγητή σε τριμελές συμβούλιο, αν αυτός κρίνει απορριπτέα την αναίρεση· αν το συμβούλιο αποδεχθεί την πρόταση του εισηγητή, εκδίδει διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης· η διάταξη επιδίδεται στον αναιρεσείοντα μέσα σε 30 ημέρες από την έκδοσή της· ο αναιρεσείων δικαιούται μέσα σε προθεσμία 60 ημερών από την επίδοση της διάταξης να ζητήσει με αίτησή του να συζητηθεί η υπόθεση κατά την ορισθείσα δικάσιμο (συνεπώς ο εισηγητής πρέπει να προτείνει και το συμβούλιο του ΑΠ να αποφασίσει σε χρόνο που να καλύπτονται οι παραπάνω προθεσμίες σε σχέση με την ορισθείσα δικάσιμο)· η αίτηση συζητείται την ημέρα της δικασίμου για την κύρια υπόθεση (αμέσως πριν από αυτή) από το Τμήμα του ΑΠ χωρίς συμμετοχή όσων εξέδωσαν τη διάταξη ματαίωσης της συζήτησης (πράγμα που σημαίνει ότι πρακτικά η διάταξη πρέπει να εκδίδεται από δικαστές άλλου Τμήματος του ΑΠ)· προϋπόθεση για την κυρίως συζήτηση της υπόθεσης είναι να  κριθεί με την έναρξη της συζήτησης παραδεκτή η ως άνω αίτηση του αναιρεσείοντος (δηλαδή εμπρόθεσμη και με καταβολή του ορισθέντος παραβόλου), οπότε ακυρώνεται η διάταξη και συζητείται η υπόθεση· η υπόθεση συζητείται και όταν δεν υπάρξει πρόταση του εισηγητή ή υπάρξει απορριπτική στην πρότασή του διάταξη του συμβουλίου· αν  αντίθετα η αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη ή δεν ασκηθεί τελικώς αίτηση συζήτησης η αναίρεση θεωρείται μη ασκηθείσα (οπότε ανακύπτει το ερώτημα του χρόνου επέλευσης του αμετακλήτου· η όλη ρύθμιση προβλέπεται να περιπέσει σε αχρησία).    

Άρθρ. 581§2: Οι προτάσεις, όπου αυτές είναι κατά το άρθρ. 570 υποχρεωτικές, δηλαδή όταν περιέχουν ενστάσεις ως προς το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της, κατατίθενται στο ακροατήριο του ΑΠ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 524§1(β), στην οποία γίνεται παραπομπή.

Άρθρ. 585: Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής αυξάνεται από 30 σε 60 ημέρες. 

ΙV. Βιβλίο τέταρτο: Ειδικές διαδικασίες

Άρθρ. 591: Ο χρόνος άσκησης παρέμβασης, προσεπίκλησης και ανακοίνωσης δίκης διαφοροποιείται σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρ. 238 και ορίζεται σε 10 ή αναλόγως σε 5 ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης, κατά την οποία κατατίθενται και οι προτάσεις· μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται και προφορικά και καταχωρούνται στα πρακτικά (δηλαδή δεν αρκεί να περιέχονται στις προτάσεις)· ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης μόνο με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο 8 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημέρα συζήτησης της κύριας υπόθεσης· η συζήτηση στα πρωτοβάθμια δικαστήρια υποχρεωτικά προφορική [άρα δεν ισχύει η επιφύλαξη υπέρ του άρθρ. 237 (μη εξέταση μαρτύρων) που γίνεται με το άρθρ. 115§2]· η εκδίκαση της ανακοπής, έφεσης και αναψηλάφισης γίνεται κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την κύρια υπόθεση (Γενικότερα η ενοποίηση των περιουσιακών διαφορών προβληματίζει ως προς τη δυνατότητα αντικειμενικής σώρευσης ή άσκησης ανταγωγής όταν πρόκειται για υποθέσεις διαφορετικής κατηγορίας περιουσιακών διαφορών, ως προς τις οποίες ισχύουν και ιδιαίτερες διατάξεις, λ.χ. μισθωτικές με εργατικές).

Βιβλίο πέμπτο: Ασφαλιστικά μέτρα
Άρθρ. 682§1(β): Το άρθρ. 682§1 ΚΠολΔ επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης, ορίζοντας ωστόσο ότι το δικαίωμα μπορεί να εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία. Ήδη με το νόμο 4335/2015 προστέθηκε στην ισχύουσα ρύθμιση ότι το ασφαλιστέο δικαίωμα μπορεί να αφορά και μέλλουσα απαίτηση[3], δηλαδή κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού καλύπτονται πλέον και τα δικαιώματα προσδοκίας, αρκεί να μπορεί να προσδιοριστεί η μέλλουσα απαίτηση ως προς το περιεχόμενό της και τον οφειλέτη. Χωρίς την προσθήκη αυτή γινόταν προηγουμένως δεκτό ότι ναι μεν το ασφαλιστέο δικαίωμα δεν ήταν αναγκαίο να είναι απαιτητό, έπρεπε όμως να είναι γεννημένο[4], δηλαδή να είχαν συντρέξει όλα τα γεγονότα που απαιτεί το ουσιαστικό δίκαιο για την παραγωγή του[5]. Επομένως δικαιώματα που βρίσκονταν σε φάση παραγωγής, δηλαδή δικαιώματα προσδοκίας, προστατεύονταν με ασφαλιστικά μέτρα, μόνον όταν η προσδοκία συνίστατο σε πλήρωση αναβλητικής αίρεσης ή προθεσμίας[6], ενώ δεν προστατεύονταν ατελέστερα μορφώματα δικαιώματος, όπως προπάντων τα μελλοντικά[7]. Αίρεση που δεν εμποδίζει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, είναι γενικά η γνήσια δικαιοπρακτική (αναβλητική ή διαλυτική) αίρεση. Αντίθετα οι αιρέσεις δικαίου εμποδίζουν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αφού καθιστούν ουσιαστικά ανύπαρκτο το δικαίωμα, εκτός αν ήδη μπορεί να θεωρηθεί ότι απορρέει απ’ αυτό οριστή ως προς το περιεχόμενο και τον οφειλέτη μέλλουσα απαίτηση. Η παροχή προσωρινής προστασίας για μέλλουσες απαιτήσεις υπερακοντίζει χωρίς πειστική αιτιολογία τις ρυθμίσεις του άρθρ. 69 ΚΠολΔ και είναι δογματικά επισφαλής, αφού με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εμφανίζει λιγότερα εχέγγυα ορθής κρίσης συγκριτικά με την τακτική διαδικασία, επιτυγχάνεται, έστω και πρόσκαιρα, προστασία ευρύτερη της οριστικής. Μάλιστα η διάρκεια αυτής της προστασίας εμφανίζεται χρονικά απροσδιόριστη, ενόσω δεν μπορεί να παρασχεθεί για μέλλουσα απαίτηση οριστική δικαστική προστασία, ώστε έκτοτε αυτή να διαδεχθεί την προσωρινή. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση λήψης ασφαλιστικών μέτρων για μέλλουσα απαίτηση δεν μπορεί ο δικαστής να ορίσει προθεσμία για την άσκηση αγωγής για την απαίτηση αυτή, κάνοντας χρήση της παρεχόμενης σ’ αυτόν σχετικής ευχέρειας από το άρθρ. 693 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό εκ νέου με το ν. 4335/2015 τροποποιήθηκε.

Άρθρ. 686§§1,5&6: Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων όχι πλέον προφορικά στο ειρηνοδικείο, αλλά μόνο με δικόγραφο· εξ άλλου περιορίζεται η δυνατότητα προφορικής παρέμβασης στο μονομελές πρωτοδικείο ή στο ειρηνοδικείο μόνο όταν πρόκειται για πρόσθετη και όχι και για κύρια παρέμβαση, όπως γίνεται δεκτό υπό την ισχύουσα ρύθμιση. Η νέα ρύθμιση αξιολογείται ως ορθή, αφού η κύρια παρέμβαση εισάγει διαφορετικό αντικείμενο δίκης και είναι αναγκαία συνεπώς η τήρηση προδικασίας.

Άρθρ. 689: Ορίζεται ότι «απόφαση ασφαλιστικών μέτρων κατά αλλοδαπού δημοσίου δεν εκτελείται χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης, διαφορετικά η εκτέλεση είναι άκυρη». Αντίθετα υπό την ισχύουσα ρύθμιση άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης απαιτείται για την άσκηση της ίδιας της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κατά αλλοδαπού δημοσίου, χωρίς την οποία αυτή είναι απαράδεκτη, γίνεται δε δεκτό ότι η άδεια αυτή καλύπτει και τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης της σχετικής απόφασης[8]. Η όλη ρύθμιση έχει επικριθεί ως αντίθετη προς τα άρθρ. 20§1 του Συντάγματος και 6§1 της ΕΣΔΑ. Με τη  νέα ρύθμιση ο προβληματισμός δεν αμβλύνεται και μάλλον οξύνεται, αν ληφθεί υπόψη ότι μετά την έκδοση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων η άρνηση παροχής άδειας προς εκτέλεσή της δημιουργεί ασφαλώς για τον αντίδικο του αλλοδαπού δημοσίου εντονότερο το αίσθημα της αδικίας από ό,τι η εξ αρχής άρνηση χορήγησης σ’ αυτόν άδειας για την άσκηση εναντίον του αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. 

Άρθρ. 691: α) Διαγράφεται από την παρ. 1 η φράση «και με την απόφασή του δέχεται ή απορρίπτει ολόκληρη ή εν μέρει την αίτηση». Πρόκειται, ασφαλώς, για αυτονόητη και πλεοναστική ρύθμιση, η διαγραφή, ωστόσο, της οποίας μετά από τόσα χρόνια από την έναρξη ισχύος του ΚΠολΔ είναι μάλλον πολυτελές εγχείρημα.
β) Η παρ. 3 αναδιατυπώνεται αρτιότερα από νομοτεχνικής πλευράς και  απηχεί τη φύση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων η επισήμανση, που εισήχθη με το άρθρ. 16§ 2 του ν. 4055/2012, ότι αυτή «περιέχει συνοπτική αιτιολογία ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του επικαλούμενου δικαιώματος και τη συνδρομή ή μη επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης». Κατά τα λοιπά η ρύθμιση της παρ. 3 ως προς τη θέσπιση προθεσμιών για τη δημοσίευση των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων και ως προς τον τρόπο δημοσίευσής τους, που εισήχθη, επίσης, με το ως άνω άρθρ. 16§2 του ν. 4055/2012, υπήρξε εξ αρχής ατυχής, όπως εμφατικά κατέδειξε και η αδυναμία ουσιαστικής εφαρμογής της στην δικαστηριακή πράξη, που δικαιολογεί και την επιφυλακτικότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε από τους δικαστές των ασφαλιστικών μέτρων. Ειδικότερα, η διατύπωση και η καταχώρηση του διατακτικού της απόφασης αμέσως μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ το αιτιολογικό της θα συνταχθεί αργότερα από τον δικάσαντα δικαστή, τον δεσμεύει να προσαρμόσει τις αιτιολογίες της απόφασής του ακόμη και προς το τυχόν εσφαλμένο διατακτικό της απόφασής του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ενώ και πρακτικά ζητήματα δημιουργούνται από άποψη ταχύτητας και συνοχής της ακροαματικής διαδικασίας για τις λοιπές υποθέσεις του εκθέματος, αφού για τη διατύπωση του διατακτικού, που τις περισσότερες φορές δεν εξαντλείται σε μια φράση, αλλά περιέχει περισσότερες της μιας διατάξεις και συνεπώς απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, ο δικαστής είναι, κατά κανόνα, αναγκασμένος να διακόπτει την εκδίκαση των λοιπών υποθέσεων προκειμένου να συντάξει το διατακτικό αυτής που ήδη εκδίκασε. Σκόπιμο, λοιπόν, θα ήταν να ορισθεί γενικώς ότι η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων εκδίδεται στο δυνατόν συντομότερο χρόνο και να απαλειφθεί η ισχύουσα ρύθμιση, η μη συμμόρφωση προς την οποία ενώ δεν δημιουργεί την οποιαδήποτε ακυρότητα, εντούτοις αποτελεί αιτία άδικων σε πολλές περιπτώσεις πειθαρχικών διώξεων σε βάρος δικαστών, κυρίως όμως αποτελεί ευλογοφανή και αναγνωριζόμενη με διάταξη πλέον του ίδιου του ΚΠολΔ αιτία προσφυγής στο ΕΔΑΑ για καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης, κατά παράβαση έτσι του άρθρ. 6§1 της ΕΣΔΑ.

Άρθρ. 691 Α: Η εισαγωγή εμβόλιμου άρθρου, ως λύση ανάγκης,  για τη ρύθμιση της προσωρινής διαταγής, η οποία σωστά αποχωρίζεται από τις υπόλοιπες ρυθμίσεις του άρθρ. 691, θα μπορούσε, ωστόσο, να αποφευχθεί με την ενσωμάτωση της σχετικής ρύθμισης στο άρθρ. 690, με το οποίο παρουσιάζει συνάφεια, αφού η χορήγηση προσωρινής διαταγής προηγείται της έκδοσης της αντίστοιχης απόφασης. Κατά τα λοιπά με την επιχειρούμενη για μια ακόμη φορά ρύθμιση της προσωρινής διαταγής απαλλάσσεται αυτή από ανελαστικούς όσο και περιττούς περιορισμούς και υποτιθέμενες ασφαλιστικές δικλείδες. Από την άποψη αυτή η νέα ρύθμιση αξιολογείται ως θετική με κύρια χαρακτηριστικά: α) τη μη υποχρεωτική κλήτευση του αντιδίκου, παρά μόνον αν ο δικαστής κρίνει αναγκαία την εμφάνισή του (ίδια ρύθμιση με αυτή του άρθρ. 16§1 του ν. 4055/2012 υπό διαφορετική απλώς διατύπωση), β) η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζεται να συζητηθεί μέσα σε τριάντα ημέρες από τη χορήγηση προσωρινής διαταγής και γ) η ισχύς της προσωρινής διαταγής πάει αυτοδικαίως σε περίπτωση που αναβληθεί η συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν η ισχύς της παραταθεί από το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση, δηλαδή δεν είναι πλέον αναγκαίο να συζητηθεί κατ’ ουσίαν η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να μπορεί να παραταθεί η ισχύς της ούτε εμποδίζεται η χορήγηση νέας προσωρινής διαταγής, αν η ματαιωθεί η συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, όπως αντίθετα ορίστηκε με το άρθρ. 105§1 του ν. 4172/2013. Καταργείται, επίσης, η παρ. 2 του ίδιου άρθρου, που όρισε ότι «αν η προσωρινή διαταγή παραταθεί ή χορηγηθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης, η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από τη συζήτηση», όπως και η επιβληθείσα με το άρθρ. 16§1 του ν. 4055/2012, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 105§1 του ν. 4172/2013, υποχρέωση να προσδιορίζεται η συζήτηση της προσωρινής διαταγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 2 ημερών από την κατάθεση της σχετικής αίτησης.

Άρθρ. 693: Καταργείται η ρύθμιση που εισήχθη με το άρθρ. 105§3 του ν. 4172/2013 αναφορικά με την υποχρέωση προς άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και επαναφέρεται η προηγούμενη ρύθμιση (άρθρ. 49 του ν. 3994/2011), που αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή τον ορισμό τέτοιας προθεσμίας για την άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση. Εξ άλλου, αν παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών επιδώσει μέσα στην προθεσμία αυτή διαταγή πληρωμής και όχι αν απλώς επιτύχει μέσα στην ίδια προθεσμία την έκδοση διαταγής πληρωμής, όπως ορίζει η ισχύουσα ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρ. 693.
 
Άρθρ. 696: Καταργείται ως αυτονόητη η ρύθμιση της παρ. 2, σύμφωνα με την οποία «το δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αίτηση ανάκλησης ή αφού τη δεχτεί, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφασή του». Αντίστοιχη με την κατάργηση της ρύθμισης αυτής είναι η κατάργηση της όμοιας ρύθμισης του άρθρ. 691§1. Η παρ. 3 αναριθμείται σε παρ. 2.

Άρθρ. 697: Ορίζοντας η διάταξη του άρθρ. 682§1 ΚΠολΔ ότι τα δικαστήρια μπορούν σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν εννοεί ότι σε ανάκληση ή μεταρρύθμιση υπόκεινται μόνον οι αποφάσεις που διέταξαν ασφαλιστικά μέτρα και όχι και οι απορριπτικές της σχετικής αίτησης. Η θέση αυτή ήταν αναντίρρητη πριν από το ν. 4335/2015 σε όποια από τις διατάξεις των άρθρ. 696 – 698 ΚΠολΔ και αν επιχειρείτο να στηριχθεί η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων[9], διαφορετικό δε είναι το ζήτημα ότι σε περίπτωση μεταβολής των πραγμάτων δικαιολογείται νέα αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων[10]. Ήδη, όμως, τροποποιώντας ο ν. 4335/2015 το άρθρ. 697 ΚΠολΔ, επιτρέπει ειδικά από το δικαστήριο της κύριας δίκης και για όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία την ανάκληση ή μεταρρύθμιση, ολικά ή εν μέρει, της απόφασης που όχι μόνο δέχεται την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και αυτής που την απορρίπτει. Η ρύθμιση είναι μάλλον ατυχής υπό την έννοια ότι αντίθετα με το πνεύμα του νόμου, που έχει ως στόχο την επιτάχυνση της παροχής δικαστικής προστασίας, η δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης και των αποφάσεων που απορρίπτουν την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, θα επιβαρύνει υπέρμετρα το δικαστήριο της κύριας δίκης. Εισάγεται, δηλαδή, στην ουσία, με τρόπο έμμεσο, το ένδικο μέσο της έφεσης κατά όλων των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, αφού η ανάκληση ή μεταρρύθμιση είναι δυνατή από το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο ανεξάρτητα από μεταβολή των πραγμάτων, δηλαδή και για νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα της απόφασης[11], οπότε αντί για συγκαλυμμένη έφεση θα ήταν ίσως προτιμότερη η ευθεία εισαγωγή της, εφόσον αυτή είναι κατ’ αποτέλεσμα η επιλογή του νομοθέτη.

 Άρθρ. 702: Στην παρ. 3, που ορίζει ότι «η εκτέλεση των αποφάσεων που διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα, μπορεί, με αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον, να περιοριστεί σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν το δικαστήριο πείθεται ότι τα στοιχεία αυτά είναι αρκετά για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος», αντικαθίσταται η λέξη πείθεται με τη λέξη πιθανολογεί, με σκοπό να καταστεί σαφές ότι αρκεί πιθανολόγηση, η οποία πάντως γίνεται δεκτό ότι αρκεί και υπό την ισχύουσα ρύθμιση για τη δημιουργία πεποίθησης στο δικαστήριο[12].

Άρθρ. 724: Παρέχεται η δυνατότητα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης όχι μόνον προς εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων για τις οποίες εκδόθηκε σε βάρος του οφειλέτη διαταγή πληρωμής, αλλά και οριστική απόφαση. Η δυνατότητα αυτή δεν θίγεται αν απορρίφθηκε αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αφού η απόρριψη του αιτήματος αυτού προσωρινής στην ουσία δικαστικής προστασίας εμποδίζει μεν την προσωρινή επιδίκαση της αυτής απαίτησης, εκτός αν στη συνέχεια υπήρξε μεταβολή των πραγμάτων, δεν εμποδίζει όμως τη λήψη συντηρητικών ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι η προσημείωση υποθήκης και η συντηρητική κατάσχεση[13].

Άρθρ. 727: Προστίθενται στις κατά παραπομπή εφαρμοζόμενες και στη δικαστική μεσεγγύηση διατάξεις της συντηρητικής κατάσχεσης αυτές των άρθρ. 713 και 714. Έτσι η όλη ρύθμιση γίνεται πληρέστερη.

Άρθρ. 729§5: Αυξάνεται από 30 σε 60 ημέρες με αφετηρία όχι τη δημοσίευση, αλλά την επίδοση πλέον της απόφασης που επιδικάζει προσωρινά απαίτηση ή μεταρρυθμίζει προσωρινά απόφαση κατά το άρθρ. 728§2, το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να ασκηθεί η αγωγή για την κύρια υπόθεση. Προκειμένου, όμως, η νέα ρύθμιση να εναρμονίζεται με την όμοια ρύθμιση του άρθρ. 693§1, θα έπρεπε η επίδοση και όχι η δημοσίευση της απόφασης να αποτελεί και κατά το άρθρο αυτό την αφετηρία του διαστήματος για την άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση, ενώ χωρίς σπουδαίο λόγο διαφοροποιείται τελικά η προθεσμία του άρθρ. 729§5 από τις αντίστοιχες προθεσμίες των άρθρ. 693§1, 715§5.

Άρθρ. 729 Α: Καταργείται ορθώς ως πλεοναστική εν όψει των ρυθμίσεων του άρθρ. 691§3 η ρύθμιση του άρθρου 729 Α, σύμφωνα με την οποία «οι αποφάσεις επί αιτήσεων προσωρινής επιδικάσεως απαιτήσεων για μισθούς υπερημερίας και για καθυστερούμενους μισθούς εκδίδονται υποχρεωτικώς εντός πέντε ημερών από την ημέρα της συζητήσεως».

Άρθρ. 734§5:  Η διάταξη του άρθρ. 734§5 ΚΠολΔ, που όριζε ότι στα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής δεν εφαρμόζεται το άρθρ. 696§3 ΚΠολΔ, τροποποιήθηκε με το ν. 4335/2015 και ήδη ορίζεται ότι στις υποθέσεις αυτές αποκλείεται η ανάκληση των ασφαλιστικών μέτρων όχι μόνο κατά το άρθρ. 696§2 (πρώην 696§3), αλλά και κατά το άρθρ. 697 ΚΠολΔ. Ο αποκλεισμός και του άρθρ. 697 απηχεί τη νομοθετική σκέψη ότι η δυνατότητα έφεσης κατά των αποφάσεων σε υποθέσεις προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής παρέχει ευρύτερη προστασία και συνεπώς αποτελεί πλεονασμό η δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης των αποφάσεων αυτών είτε κατά το άρθρ. 696§2 είτε κατά το άρθρ. 697. Ωστόσο η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση μπορεί να αφορά την κατ’ έφεση απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά της οποίας δεν υπάρχει ένδικο μέσο. Έτσι θα πρέπει να γίνει ερμηνευτικά δεκτό ότι παρέχεται η δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης και της απόφασης αυτής από το δικαστήριο της κύριας δίκης. Κατά την ίδια έννοια μεταγενέστερα της τελεσιδικίας της απόφασης γεγονότα δικαιολογούν την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης του ειρηνοδικείου ή αναλόγως κατ’ έφεση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου[14], ακόμη και όταν απορρίπτει την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής[15], που ενσωματώνεται έτσι στην εφετειακή[16].

 Άρθρ. 736: Η ρύθμιση του άρθρου αυτού, σύμφωνα με την οποία «ο ειρηνοδίκης δικαιούται να αναστείλει την εκτέλεση αποφάσεων της γενικής συνέλευσης σωματείων ή συνεταιρισμών», αντινομεί προς τη διάταξη του άρθρ. 17 αριθ. 3 ΚΠολΔ (άρθρ. 8§§1&2 του ν. 2145/1993), που ορίζει ως δικαστήριο της κύριας δίκης για τις διαφορές που αφορούν την ακύρωση αποφάσεων της γενικής συνέλευσης σωματείων ή συνεταιρισμών το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας τους, το οποίο είναι, συνεπώς, αρμόδιο κατά το άρθρ. 683§1 και για την αναστολή  εκτέλεσης των αποφάσεών τους. Γίνεται έτσι δεκτό ότι το άρθρ. 736 τροποποιήθηκε σιωπηρά ως προς το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει τις σχετικές αιτήσεις[17]. Ήδη προτείνεται η κατάργηση του όλου άρθρου με τη σκέψη ότι καλύπτεται από τις ρυθμίσεις των άρθρ. 731 και 732. Ωστόσο η πλήρης κατάργηση του άρθρ. 736 ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς το εάν είναι ή όχι πλέον δυνατή η αναστολή εκτέλεσης των  ως άνω αποφάσεων, γι’ αυτό ενδεδειγμένη ίσως θα ήταν μόνον η ρητή τροποποίησή του. 
 
  





[1] Κατά τη μέχρι τώρα νομολογία (ΑΠ 1081/2014), η άσκηση της αγωγής είναι σύνθετη διαδικαστική πράξη, η οποία ολοκληρώνεται αν μετά την κατάθεση του αγωγικού δικογράφου ακολουθήσει και η επίδοσή του στον εναγόμενο προκειμένου αυτός να ενημερωθεί για την εναντίον του αγωγή,  διαφορετικά αυτή είναι ανυπόστατη και η συζήτησή της απαράδεκτη.  Έτσι η επίδοση του αγωγικού δικογράφου ανάγεται σε όρο του υποστατού της αγωγής [βλ. και Μπέη, Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξη (1968) σ. 138], που διασφαλίζει το κατοχυρωμένο από το άρθρ. 20§1 του Συντάγματος δικαίωμα ακρόασης του εναγομένου, εφόσον η επίδοση της αγωγής συνδυασθεί και με την επιβαλλόμενη από το άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ κλήση προς τον εναγόμενο να παραστεί κατά τη συζήτησή της σε συγκεκριμένη δικάσιμο. Το ανυπόστατο της αγωγής, που προκαλείται από την έλλειψη επίδοσής της στον εναγόμενο, μπορεί ασφαλώς να καλυφθεί με τη μεταγενέστερη επίδοσή της, με την έννοια  ότι έκτοτε και πάντως όχι αναδρομικά θα θεωρηθεί ολοκληρωμένη η άσκηση της αγωγής και θα επέλθουν κατά το άρθρ. 221§1(γ) ΚΠολΔ οι συνέπειες που συνδέει με την άσκησή της το ουσιαστικό δίκαιο [Μπέης, ΠολΔικον Ι(β) (1973), Κεφ. ΙΘ, Ακυρότητες, ΙΙΙ σ. 815· Σοφιαλίδης, Δικονομική ακυρότητα (1991) σ. 262· Καλαβρός, ΠολΔικον ΓενΜερ3 (2012) §33 αριθ. 4]. Με δεδομένο ωστόσο ότι η επίδοση της αγωγής αποσκοπεί πρωτίστως να διασφαλίσει το δικαίωμα ακρόασης του εναγομένου, ναι μεν η διάταξη του άρθρ. 215§1(α) ΚΠολΔ δεν μπορεί να παραμεριστεί με συμφωνία των μερών, που θα προβλέπει διαφορετικό τρόπο άσκησης της αγωγής, όμως, εφόσον ο εναγόμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της αγωγής και δεν αντιλέγει παρά την έλλειψη επίδοσής της σ’ αυτόν ή επέσπευσε ο ίδιος τη συζήτησή της, θεωρείται ότι αναπληρώνεται κατ’ αυτό τον τρόπο η ελλείπουσα επίδοση της αγωγής και κατ’ επέκταση θεραπεύεται το ανυπόστατο της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης [Μπέης, ΠολΔικον ΙΙ(α) (1974) άρθρ. 215 ΙΙ αριθ. 2 σ. 955· Νίκας, ΠολΔικον ΙΙ (2005) §60 αριθ. 4· αντιθ. Καλαβρός, ό.π. αριθ. 5 – 10].
[2] Η ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 263 ΑΚ, κατά το οποίο κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή…, εκτός αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, προβάλλει ως η προσφορότερη λύση.
[3] Μέλλουσα είναι η απαίτηση, όταν δεν έχει συντελεστεί πλήρως ή και καθόλου ο νόμιμος λόγος παραγωγής της [βλ. ως προς τη διάκριση μεταξύ πλήρως και μερικώς μελλοντικών απαιτήσεων Σταθόπουλο, ΓενΕνοχΔ (2004) §27 αριθ. 12 σ. 1383). 
[4] ΠολΠρΑθ 108/1999, ΕλλΔνη 2000.539· ΜονΠρΘεσ 16788/1994, Αρμ 1996.1030· ΜονΠρΠειρ 4645/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΜονΠρΑθ 1495/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[5] Ως προς την έννοια του γεννημένου δικαιώματος βλ. Μπαλή, ΓενΑρχΑστΔ8­ (1961) §29 σ. 89· Γεωργιάδη, ΓενΑρχΑστΔ (1996) §22 σ. 152.
[6] Το δικαίωμα υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία είναι δικαίωμα (περιορισμένης) προσδοκίας (Μπαλής, ΓενΑρχΑστΔ8­  (1961) § 97 σ. 265· Γεωργιάδης, ΓενΑρχΑστΔ (1996) § 20 σ. 139, § 43 σ. 332).
[7] ΜονΠρΑθ 15566/1988, ΕλλΔνη 1989.640· 15513/1996, Αρμ 1997.549, 551· ­ΜονΠρΑιγ 170/1996, Δ 1998.848· Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης), ΕρμΚΠολΔ (2000), άρθρ. 682 αριθ. 8· διαφορετική από τη μέλλουσα απαίτηση είναι η μέλλουσα ζημία, ως προς την οποία μπορούν αναμφίβολα να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον ως προς αυτή έχει θεμελιωθεί το βασικό δικαίωμα αποζημίωσης (ΜονΠρΠειρ 3016/1978, ΕλλΔνη 1979.89· ΜονΠρΑθ 29036/1995, Αρμ 1997.110· πρβλ. και ΟλΑΠ 44/1996, ΝοΒ 1997.451, 454).
[8] Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης), ΕρμΚΠολΔ (2000) άρθρ. 689 αριθ. 2.
[9] ΕφΑθ 10105/1982, ΝοΒ 1983.825· ΕφΑθ 1173/1999, ΕλλΔνη 2001.764· ΠολΠρΘεσ 2116/2004, Αρμ 2004.1189· ΜονΠρΑθ 9723/1987, ΕλλΔνη 1988.961· ΜονΠρΑθ 7395/1989, Δ 1990.61· ΜονΠρΒερ 271/1995, Αρμ 1995.1452· ΜονΠρΑθ 4735, ΕΑΔ 2009.346· αντίθ. ΜονΠρΑθ 18089/1994, Δ 1995.70· πρβλ. και ΜονΠρΑθ 4129/1996, Δ 1996.647· ΜονΠρΑθ 33612/1996, Δ 1997.521.
[10] ΕφΑθ 4862/1985, ΕλλΔνη 1985.1181· ΕφΠειρ 1165/2001, Αρμ 2003.994· ΜονΠρΑθ 829/1994, ΕλλΔνη 1995.441· ΜονΠρΛαρ 192/1999, Αρμ 1999.948· ΜονΠρΛευκ 54/2000, ΑρχΝ 2000.828· Παναγόπουλος, Δ 1986. 226-227 και Δ 1988. 751· Νίκας, γνμδ., ΕλλΔνη 2005.682-684.
[11] ΑΠ 496/1972, ΝοΒ 1972.1305· ΑΠ 97/2006, ΧρΙΔ 2006.533· ΕφΑθ 9248/1990, ΕλλΔνη 1991.1636· ΕφΑθ 929/1995, ΕλλΔνη 1997.875· ΕφΑθ 2360/2003, ΕλλΔνη 2004.992· ΕφΘεσ 2217/2006, Αρμ 2006.1607· ΠολΠρΘεσ 2597/1987, Αρμ 1988.1028· ΠολΠρΑθ 49/1991, Δ 1992.255· ΠολΠρΑθ 66/1995, ΝοΒ 1996.232· ΠολΠρΑθ 108/1999, ΕλλΔνη 2000.539· ΠολΠρΑθ 10/2002, ΕΕμπΔ 2002.346· ΠολΠρΘεσ 16923/2003, Αρμ 2005.55· ΠολΠρΑθ 5541/2006, ΧρΙΔ 2007.648· ΜονΠρΝαυπλ 115/2014· Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα4 (1985) σ. 102· Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Κράνης), ΕρμΚΠολΔ (2000) άρθρ. 697 αριθ. 4· Νικολόπουλος, Η ανάκληση των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων (2010) σ. 114.
[12] Κεραμεύς/Κονύλης/Νίκας (-Κράνης), ΕρμΚΠολΔ (2000) άρθρ. 702 αριθ. 7.
[13] Κράνης στην Ερμ ΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (2000) άρθρ. 682 αριθ 10· ο ίδιος στον τόμο Προσωρινή διαταγή, ανάκληση και μετενέργεια των ασφαλιστικών μέτρων (2013) σ. 76.
[14] Βλ. και ΜονΠρΙωαν 309/1983, ΕλλΔνη 1984.505.
[15] ΕιρΠερ 90/1984, Αρμ 1985.313.
[16] Κράνης, Προσωρινή διαταγή, ανάκληση και μετενέργεια των ασφαλιστικών μέτρων (2013) σ. 52/53.
[17] ΜονΠρΑθ 13615/1993, Δ 1994.1093· 6012/1994, Δ 1994.1092· 13695/1994, ΕΕργΔ 1094.1075· Κρητικός Δ 1993.930-931· Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Κράνης) ΕρμΚΠολΔ (2000), άρθρ. 736 αριθ. 3

Δημήτρης Κράνης                    
   ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
...

Σχόλια