
492/2014 ΑΠ ( 625134)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2014/599) Κληρονομικό καταπίστευμα. Περιέλευση της κληρονομίας ή ποσοστού της έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο στον καταπιστευματοδόχο, με αντίστοιχο, από τον νόμο, περιορισμό της εξουσίας του βεβαρημένου κληρονόμου..
για τη διάθεση των κληρονομιαίων αντικειμένων. Δυνατότητα του κληρονόμου να προβαίνει σε κάθε διάθεση, των κληρονομιαίων αντικειμένων, πλην της διαθέσεως με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, οπότε στον καταπιστευματοδόχο περιέρχεται το σωζόμενο της κληρονομίας κατά τον χρόνο της επαγωγής της σ` αυτόν, είτε αυτουσίως είτε προερχόμενο από εναλλαγή κληρονομιαίων στοιχείων. Η εξουσία του βεβαρημένου κληρονόμου να διαθέτει τα αντικείμενα της κληρονομίας υπόκειται μόνο στον γενικό περιορισμό των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, και συνεπώς ο κληρονόμος δεν μπορεί να προβεί, εναντίον της καλής πίστεως, σε άσκοπη ή άσωτη κατασπατάληση της περιουσίας με σκοπό απλώς και μόνο να μην περιέλθει τίποτε από αυτήν στον καταπιστευματοδόχο. Στην υπό κρίση υπόθεση η βεβαρημένη με καταπίστευμα κληρονόμος, δεν προέβη αντίθετα προς την καλή πίστη, σε άσκοπη εκποίηση της κληρονομίας ή πολύ περισσότερο σε σκόπιμη ενέργεια για να μην υπάρξει υπόλοιπο υπέρ των καταπιστευματοδόχων. Απολύτως έγκυρη η μεταβίβαση, αιτία πωλήσεως, της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση κατά της υπ` αριθμ. 5781/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Αριθμός 492/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε.-Ρ. χήρας Θ. Π., κατοίκου ..., 2) Μ. Ζ., το γένος Θ. Π., κατοίκου ..., και 3) Ν. Π. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεανώ Σταθοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. χήρας Ι. Μ., κατοίκου ... 2) Ο. Μ. Β., 3) Β. Μ. Β. και 4) Ι. Μ. Β. Οι δύο πρώτοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι τρίτος και τέταρτος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Μιχαήλ Νοτάρη και Γεώργιο Φάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/1990 αγωγή του αρχικού διαδίκου Θ. Π., δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1861/1991 μη οριστική, 1368/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5781/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/6/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 14/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 568§4, 576§2, 575 και 226§4 εδ. γ` και δ` του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ` αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Αρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσιβλήτου, για τη δικάσιμο αυτή, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ` αναβολήν δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι πρώτη και δεύτερος από τους αναιρεσιβλήτους δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, η δικάσιμος δε αυτή είχε ορισθεί μετά από αναβολή εκ του πινακίου κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5-12-2012. Οπως δε προκύπτει από τις υπ` αριθμ. .../27-7-2012 και .../17-7-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, τις οποίες οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν και επικαλούνται, οι τελευταίοι επέδωσαν στους απόντες πρώτη και δεύτερο αναιρεσιβλήτους, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος προς συζήτησή της και με κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία κατά τη σημερινή, μετ` αναβολήν, δικάσιμο, των κλητευθέντων ως άνω αναιρεσιβλήτων.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1923 του ΑΚ "Ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο), κατά δε το άρθρο 1939 του ίδιου ΑΚ [Αποκατάσταση του υπολοίπου (περιλιμπανομένου)] "Αν ο καταπιστευματοδόχος εγκαταστάθηκε σε ό,τι βρεθεί στην κληρονομία κατά τον χρόνο της επαγωγής σ` αυτόν, ή αν ο διαθέτης επέτρεψε ελεύθερη διαχείριση στον κληρονόμο, αυτός έχει δικαίωμα να διαθέτει τα κληρονομιαία αντικείμενα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με το καταπίστευμα ο διαθέτης αποβλέπει στην περιέλευση της κληρονομίας ή ποσοστού της έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο στον καταπιστευματοδόχο, με αντίστοιχον, από τον νόμο, περιορισμό της εξουσίας του βεβαρημένου κληρονόμου για τη διάθεση των κληρονομιαίων αντικειμένων, με το άρθρο δε 1939, ειδικότερα, παρέχεται στον κληρονόμο εξουσία να προβαίνει σε κάθε διάθεση, πλην της διαθέσεως με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, των κληρονομιαίων αντικειμένων, οπότε στον καταπιστευματοδόχο περιέρχεται το σωζόμενο (ό,τι βρεθεί) στην κληρονομία κατά τον χρόνο της επαγωγής της σ` αυτόν, είτε αυτουσίως είτε από εναλλαγή κληρονομιαίων στοιχείων προερχόμενο. Η εξουσία του βεβαρημένου κληρονόμου να διαθέτει ως ανωτέρω τα αντικείμενα της κληρονομίας υπόκειται (μόνο) στον γενικό περιορισμό των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, και συνεπώς ο κληρονόμος δεν μπορεί να προβεί, εναντίον της καλής πίστεως, σε άσκοπη ή άσωτη κατασπατάληση της περιουσίας με σκοπό απλώς και μόνο να μην περιέλθει τίποτε από αυτήν στον καταπιστευματοδόχο. Εξάλλου, ο κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. 7-8/2006). Παρέπεται ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ή (και) όταν δεν εφαρμόζει κανόνα του οποίου ενόψει των ίδιων παραδοχών δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. ΑΠ 3/1997), καθώς και ο λόγος εφέσεως (Ολ. ΑΠ 11/1996), όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των προηγουμένων ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά τον νόμο ισχυρισμοί. Παρεπομένως, δεν ιδρύεται και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ` του ίδιου Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε ο διάδικος για την απόδειξη αποκλειστικά και μόνο μη ουσιώδους, κατά τα ανωτέρω, ισχυρισμού.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Με την από 12-8-1950 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ο αποβιώσας στο Τούρς της Γαλλίας, στις 5-8-1951, Θ. Π., θείος του αρχικώς ενάγοντα Θ. Π., εγκατέστησε γενική κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή τη σύζυγό του Π. Ξ., το γένος Γ. Τ., βαρυνόμενη με καταπίστευμα του περιλιμπανομένου υπέρ του αρχικώς ενάγοντος και ήδη αποβιώσαντος στις 21- 3-1996 Θ. Π. του Ν. και της μη διαδίκου Ε. συζ. Μ. Κ., το γένος Ν. Π., τέκνων του αδελφού του διαθέτη Ν. Π., επί της κειμένης στο ... οικίας του. Ειδικότερα στη διαθήκη ορίζονται τα εξής: Εγκαθιστώ γενικόν μου κληρονόμον όλης της κινητής και ακινήτου περιουσίας εις Ελλάδα και αλλοδαπή την αγαπητήν μου σύζυγον Ξ., θυγατέρα του Γ. Τ. και της Α., το γένος Τ.. Εάν η σύζυγός μου αποθάνη χωρίς εν τω μεταξύ να έχει διαθέσει την κοινήν μας περιουσία - εννοώ την ατομικήν της και εκείνην που θα έχη κληρονομήση από εμέ - συμφώνως προς τας σκέψεις μας, τότε η ολική προσωπική μου περιουσία θα περιέρχεται εις τους κάτωθι: Η οικία μου των … επί της οδού ... στον αδελφόν μου Μ. Π. ή φυσικούς κληρονόμους εάν έχει εν τω μεταξύ αποθάνη με δικαίωμα νομής και όχι πωλήσεως. Τόσον ο Μ. Π. όσον και οι φυσικοί κληρονόμοι του θα δύνανται να έχουν το δικαίωμα πωλήσεως μετά δεκαετίαν αφ` ής η οικία αύτη περιέλθει στην κατοχήν των. Την εν ... οικίαν μου στους ανεψιούς μου Θ. και Ε. του αδελφού μου Ν. Π. Εκ της υπαρχούσης τυχόν κινητής περιουσίας μου να δοθούν 100 λίρες χρυσές Αγγλίας στην ανεψιάν μου Υ. του Ν. Κ. και Α. Ν.. Έτεραι 100 λίρες χρυσές Αγγλίας εις την Α., η οποία περιποιήθηκε κατά τα τελευταία του έτη τον πατέρα μου. Υποχρεούνται οι κληρονόμοι της εν Κηφισία οικίας μου να παρέχουν στέγην μέχρι του θανάτου της εις την θείαν μου Α. Ν. Κ. εν τη οικία μου ταύτη εις υγειή και κατοικήσιμον χώρον. Η δε υπόλοιπος προσωπική κινητή περιουσία θα διανεμηθή εις τους υπολοίπους ανεψιούς μου, δηλαδή Γ. Δ., Α. Π., το γένος Ν. Π., και Γ. Π. του Ν. Την παρούσαν μου διαθήκην έγραψα δια της ιδίας μου χειρός απ` αρχής- μέχρι τέλους και την υπογράφω. Θ. Γ. Π. ΥΓ. Η εκφρασθείσα θέλησίς μου περί διανομής της κτηματικής ή κινητής μου περιουσίας μετά θάνατον και της συζύγου μου δεν επιφέρει δι` αυτήν ουδένα δεσμόν ή υποχρέωσιν, όπως ζώσης ταύτης χρησιμοποιήση την όλην μου περιουσίαν ως εντελώς προσωπικήν της, δυναμένης ταύτης ζώσης και εις την εκποίησιν ταύτης να προβή αν τούτο ήθελε νομίσει οφέλιμον προς αυτήν. Το παρόν υστερόγραφον την ιδίαν ημέραν συνέταξα και έγραψα ιδιοχείρως και υπογράφω. Με βάση το περιεχόμενο της διαθήκης, ο διαθέτης συνέστησε υπέρ των ανεψιών του ήτοι του αρχικώς ενάγοντος Θ. Π. και της μη διαδίκου Ε. συζ. Μ. Κ., το γένος Ν. Π., καταπίστευμα του περιλιμπανομένου, ήτοι σε ό,τι βρεθεί στην κληρονομία κατά το χρόνο επαγωγής σ` αυτούς (καταπιστευματοδόχους). Από το γεγονός αυτό και μόνον και χωρίς την περικοπή του υστερογράφου της διαθήκης, η ως άνω κληρονόμος - σύζυγος του διαθέτη δύναται να διαθέσει παντοιοτρόπως το κληρονομιαίο αντικείμενο εκτός από διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Αυτή λοιπόν δυνάμει των υπ` αριθμ. .../10-3-1973 προσυμφώνου και .../26-3-1973 οριστικού συμβολαίου, των Συμβ/φων Πειραιώς ................... και Αθηνών ...................... , αντίστοιχα, που μεταγράφτηκαν νόμιμα, μεταβίβασε στους δεύτερο και τρίτη αρχικώς εναγομένους, την ψιλή κυριότητα της ως άνω οικίας με το οικόπεδό της, επί των οδών ... αριθμ. ….και ... στο ..., αντί τιμήματος 775.000 δρχ., παρακρατήσασα υπέρ αυτής και εφόρου ζωής την επικαρπία. Η με τον τρόπο αυτό γενόμενη διάθεση του εν λόγω κληρονομιαίου ακινήτου από την βεβαρημένη κληρονόμο έγινε μέσα στα πλαίσια της ελεύθερης εξουσίας διάθεσης που της παρασχέθηκε με την πιο πάνω διαθήκη και κατά την κρίση της, αφού καμιά δέσμευση δεν είχε τεθεί σ` αυτή για τον τρόπο διαχείρισης της κληρονομίας κατά το δοκούν και ωφέλιμο γι` αυτή έστω και προς εξασφάλιση ανετώτερης ή και πολυτελούς διαβίωσης, του δικαιώματος τούτου μη υποκειμένου σε άλλο περιορισμό, πλην του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, ώστε να μη προβεί η κληρονόμος σε άσκοπη κατασπατάληση και σκόπιμη κατασώτευση της κληρονομίας με μοναδικό σκοπό να μη μείνει τίποτε στους καταπιστευματοδόχους. Τέτοιος σκοπός όμως δεν προέκυψε από τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, από το υπ` αριθμ. 1468/22-5-1995 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Αμαρουσίου, προκύπτει ότι στις 2-2-1973 είχε εγγραφεί υπέρ της ............... Τράπεζας της Ελλάδος, σε βάρος του επιδίκου ακινήτου, υποθήκη για ποσό δανείου 100.000 δρχ., το οποίο η βεβαρημένη κληρονόμος, έχοντας ανάγκη χρημάτων, είχε λάβει από την παραπάνω τράπεζα, προκειμένου να προβεί σε επισκευή του επιδίκου, χρέος το οποίο ανέλαβαν να αποπληρώσουν οι αγοραστές αυτού, παρακρατώντας μέρος του τιμήματος. Επίσης, από τα προσκομιζόμενα με αριθμούς 5913/1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10/3-5-1995 πιστοποιητικά του Υποθηκοφύλακα Αθηνών, αποδεικνύεται ότι είχαν επιβληθεί αναγκαστικές κατασχέσεις στην ακίνητη περιουσία της βεβαρημένης κληρονόμου Π. Γ., για οφειλές της προς διάφορα Δημόσια Ταμεία, ύψους πολλών εκατομμυρίων δρχ., τις οποίες προφανώς αδυνατούσε αυτή να πληρώσει. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η κληρονόμος, σύζυγος του διαθέτη, ήταν βεβαρημένη και με άλλο καταπίστευμα του περιλιμπανομένου υπέρ του άλλου αδελφού του διαθέτη Μ. Π., του επί της οδού ... αριθμ. .. ακινήτου (οικίας με το οικόπεδό της) στο οποίο ανήγειρε κατά το σύστημα της αντιπαροχής πολυκατοικία, δυνάμει της με αριθμό .../15-12-1965 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του Συμ/φου Αθηνών ................... , από την οποία έλαβε ως αντιπαροχή τρείς (3) αποθήκες του υπογείου, δύο (2) αποθήκες και δύο (2) καταστήματα του ισογείου, δύο(2) πατάρια του ημιορόφου και είκοσι ένα (21) συνολικά γραφεία στους πρώτο, τέταρτο, πέμπτο και όγδοο ορόφους, τα οποία θεωρούνται ως από εναλλαγή κληρονομιαίων στοιχείων προερχόμενα, και εντεύθεν υπόλοιπο (περιλιμπανόμενο). Τούτο όμως δεν εκποίησε η σύζυγος του διαθέτη, αφού της απέφερε εισοδήματα από τα μισθώματα, αλλά επέλεξε με το να εκποιήσει μετά παρέλευση είκοσι δύο (22) ετών από τον θάνατο του διαθέτη - πρώην συζύγου της, την ψιλή κυριότητα μόνο του επιδίκου ακινήτου, αφενός να εξασφαλίσει την εφόρου ζωής στέγαση της ίδιας και του δεύτερου συζύγου της και αφετέρου να καλύψει με τα μετρητά χρήματα που έλαβε από την πώληση μέρος των χρεών της και τις δαπάνες επισκευής του επιδίκου. Τέλος αποδείχτηκε ότι οι αρχικώς εναγόμενοι, αγοραστές του επιδίκου ακινήτου κατά ψιλή κυριότητα, γνώριζαν ότι μόνη εκ διαθήκης κληρονόμος ήταν η σύζυγος του διαθέτη, σύμφωνα με την με αριθμό 11995/1951 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία χορηγήθηκε σ` αυτή κληρονομητήριο πολύ πριν την μεταβίβαση του επιδίκου σ` αυτούς και σε ανύποπτο χρόνο και συνεπώς ότι αυτή είχε εξουσία διαθέσεως τούτου και αγνοούσαν ότι με την από 12-8-1950 ιδιόγραφη διαθήκη του συζύγου της βαρύνετο με καταπίστευμα του περιλιμπανομένου, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αυτή ζούσε στο επίδικο και το γνώριζαν οι αγοραστές, ως συνιδιοκτήτες άλλου ακινήτου πλησίον αυτού. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι η ως άνω, βεβαρημένη με καταπίστευμα του περιλιμπανομένου, κληρονόμος, προέβη αντίθετα προς την καλή πίστη, σε άσκοπη εκποίηση της κληρονομίας ή πολύ περισσότερο σε σκόπιμη ενέργεια για να μην υπάρξει υπόλοιπο υπέρ των καταπιστευματοδόχων, η με τα υπ` αριθμ. .../10-3-1973 προσύμφωνο και .../26-3-1973 οριστικό συμβόλαιο των Συμβολαιογράφων Πειραιώς ..... και Αθηνών .................. , μεταβίβαση, αιτία πωλήσεως, προς τους ανωτέρω αγοραστές της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, είναι απόλυτα έγκυρη, όπως κρίθηκε και με την υπ` αριθμ. 2210/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Συγκεκριμένα ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Θ. Π., ως συνενάγων, με την αδελφή του Ε. συζ. Μ. Κ. το γένος Ν. Π., είχαν ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-8-1975 και με αριθμ. καταθ. 7190/1975 πανομοιότυπη αγωγή κατά των εναγομένων, 1) Π. Ξ. συζύγου Β. Γ., βεβαρημένης κληρονόμου 2) Μ. Β. πρώην συζ. της πρώτης των εναγομένων και πατέρα των λοιπών και 3) Κ. τότε συζύγου Μ. Β. και ήδη συζ. Ι. Μ., αγοραστών της ψιλής κυριότητας του επιδίκου, με την οποία ζητούσαν να ακυρωθούν τα παραπάνω αναφερόμενα συμβόλαια αγοράς της ψιλής κυριότητας αυτού (επιδίκου ακινήτου). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4276/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε και κατέστη τελεσίδικη με την υπ` αριθμ. 2210/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είναι ήδη αμετάκλητη, αφού δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ` αυτής, μέσα στην νόμιμη προθεσμία. Κατά συνέπεια έχει κριθεί πλέον τελεσίδικα αλλά και αμετάκλητα, ότι τα υπ` αριθμ. .../1973 και .../1973 προσύμφωνο και συμβόλαιο αγοράς αντίστοιχα, των Συμβολαιογράφων Πειραιώς .................... και Αθηνών ............ , με τα οποία η πρώτη από τους εναγομένους Κ. χήρα Μ. Β. και ο Μ. Β. - σύζυγος της και πατέρας των λοιπών εναγομένων , απέκτησαν την ψιλή κυριότητα και στη συνέχεια μετά το θάνατο της πωλήτριας και επικαρπώτριας Ξένης (Π.) πρώην συζύγου του διαθέτη Θ. Π. και ήδη συζύγου Β. Γ. και την πλήρη κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, είναι απολύτως νόμιμα, έγκυρα και ισχυρά και ο αρχικώς δικαιοπάροχος των εναγόντων καθώς και οι ήδη ενάγοντες -κληρονόμοι του, ουδέν απολύτως δικαίωμα έχουν επί του επιδίκου ακινήτου. Αυτοί όμως παρά το γεγονός ότι όλοι οι ισχυρισμοί και τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στήριξαν το αίτημα τους (δια του δικαιοπαρόχου τους), για την ακύρωση της κτήσης εκ μέρους των εναγομένων της ψιλής κυριότητας του επιδίκου, έχουν κριθεί ως αβάσιμα και απορριφθεί αμετάκλητα, επανέφεραν προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ένδικη από 18-6-1990 αγωγή εναντίον των εναγομένων, στηριζόμενη στα ίδια πραγματικά περιστατικά και προτείνοντας τους ίδιους ισχυρισμούς, ζητώντας να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι η βεβαρημένη με καταπίστευμα του περιλιμπανομένου κληρονόμος Π. Γ., παρά πάσα καλή πίστη, προέβη στην άσκοπη εκποίηση της κληρονομίας ή πολύ περισσότερο σε σκόπιμη ενέργεια μόνο και μόνο για να μην υπάρξει υπόλοιπο υπέρ των καταπιστευματοδόχων, δεδομένου ότι ο διαθέτης Θ. Π. με την διαθήκη του και το υστερόγραφο αυτής, παρείχε σ` αυτήν πλήρη ελευθερία διαθέσεως του επιδίκου ακινήτου παντοιοτρόπως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας κατ` ουσίαν την αγωγή, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους λόγους της έφεσης και τους πρόσθετους λόγους είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Υπό τις παραδοχές αυτές και την εντεύθεν απόρριψη της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή τους, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1923, 1939, 281 και 288 του ΑΚ (ενώ δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των άρθρων 1928, 1974, 371 του ΑΚ και 17 του Συντ., τα οποία επικαλούνται επιπλέον οι αναιρεσείοντες), αφού υπό τις παραδοχές αυτές και ειδικότερα ότι η επίδικη διάθεση (πώληση ακινήτου) δεν έγινε με σκοπό απλώς και μόνο να μην περιέλθει τίποτε από το πωληθέν ακίνητο στον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων-καταπιστευματοδόχο, η διάθεση αυτή δεν παρίσταται καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη, ως απαγορευμένη, τα δε αντίθετα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο και υπό στοιχείο α`, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με τον ίδιο πρώτο και υπό στοιχεία β` και γ`, από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ως εκκαλούντων, καθώς και τα αναφερόμενα δημόσια έγγραφα (συμβόλαια κ.λ.π.) τα οποία οι τελευταίοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει το πρώτον ενώπιον του Εφετείου για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού ότι η βεβαρημένη με το καταπίστευμα ως άνω κληρονόμος διέθεσε εκτός από το επίδικο και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ακίνητα (διαμερίσματα, γραφεία, αποθήκες), μεταξύ των οποίων και οι οριζόντιες ιδιοκτησίες επί της πολυώροφης οικοδομής που η κληρονόμος είχε ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής και είχε λάβει η ίδια στο επί της οδού ... αρ. .. των Αθηνών κληρονομιαίο οικόπεδο, στο οποίο ο διαθέτης είχε συστήσει όμοιο καταπίστευμα (του περιλαμπανομένου) υπέρ άλλου αδελφού του, και από την οποία διάθεση (των ειρημένων ακινήτων) προκύπτει, κατά τους αναιρεσείοντες, η καταχρηστικότητα της μεταβίβασης του επιδίκου στους αναιρεσιβλήτους. Ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων, ως "πράγμα" που προτάθηκε στο Εφετείο, δεν είναι ουσιώδης, δεν ασκεί δηλαδή ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελώντας απλό επιχείρημα των αναιρεσειόντων για τη βασιμότητα της αγωγής και της εφέσεώς τους. Και τούτο διότι από μόνη της η διάθεση των προειρημένων κληρονομιαίων ακινήτων (σημαντικού μάλιστα αριθμού των οποίων έγινε μετά την ένδικη μεταβίβαση (1973) και μέχρι το έτος 1986), ενόψει και της αναφερόμενης στην αναιρεσιβαλλομένη δήλωση του κληρονομουμένου ότι με το καταπίστευμα δεν θέτει κανέναν περιορισμό ("ουδένα δεσμόν ή υποχρέωσιν") στην κληρονόμο ως προς την εκποίηση της κληρονομιαίας περιουσίας, την οποία όλη μπορεί να χρησιμοποιήσει "ως εντελώς προσωπικήν της", εν συνδυασμώ με την προηγηθείσα (1973) διάθεση του επιδίκου στους αναιρεσιβλήτους, δεν καθιστά την τελευταία καταχρηστική, κατά την προρρηθείσα έννοια, γενόμενη με αποκλειστικό σκοπό να στερήσει τους αναιρεσείοντες - τετιμημένους παντελώς του καταπιστεύματος. Επομένως το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, όπως από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., παρεπομένως δε και σε εκείνην του αριθμού 11 του ίδιου άρθρου, αφού τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες ως άνω έγγραφα, που επίσης δεν προκύπτει ότι τα έλαβε υπόψη το Εφετείο, δεν προορίζονταν για απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, και ο σχετικός ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επιχείρημα και επομένως όχι "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αποτελεί και ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων που είχαν προβάλει στο Εφετείο ότι η καταχρηστικότητα της ένδικης μεταβίβασης προκύπτει και από το γεγονός ότι η βεβαρημένη κληρονόμος επιχείρησε να εκδιώξει από την μεταβιβασθείσα οικία-καταπίστευμα τη θεία του διαθέτη Α. Κ., στην οποία όφειλε, κατά τη σχετική διάταξη της ειρημένης διαθήκης του τελευταίου, να παρέχει δωμάτιο εφ` όρου ζωής προς οίκηση στην οικία αυτή, εκδίωξη η οποία τελικώς απετράπη κατόπιν δικαστικών ενεργειών της Α. Κ.. Επομένως και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο και υπό την επίκληση των αριθμών 8 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, εκτός εάν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου ή υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20. Εξάλλου, ο πρώτος από τους τελευταίους αυτούς λόγους δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται παραδοχή του δικαστηρίου η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και από την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 11, 12 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., στον οποίο (λόγο), ειδικότερα, αναφέρεται ότι με τον τρόπο που έκρινε το Εφετείο "προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν (έχουν προαναφερθεί τα επικαλούμενα έγγραφα), καθώς και σε ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11, 12 και 19 Κ.Πολ.Δ.", προσβάλλεται (με τον ανωτέρω τρίτο λόγο) η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς το ζήτημα των χρεών και των βαρών που δέχθηκε (ανωτ. υπό ΙΙ) το Εφετείο ως υπάρχοντα στην βεβαρημένη κληρονόμο και για την κάλυψη των οποίων η τελευταία διέθεσε τα κληρονομιαία ακίνητα, κατά συνέπειαν δε, σύμφωνα με την ειρημένη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. και αφού η αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνει, υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές της επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ειρημένων ουσιαστικών διατάξεων, δεν συντρέχει δε καμμία από τις λοιπές ως άνω εξαιρέσεις του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ., ο εξεταζόμενος αυτός τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Απαράδεκτος για τον ίδιο λόγο και απορριπτέος είναι και ο τέταρτος, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου για το ότι οι αναιρεσίβλητοι - αγοραστές δεν γνώριζαν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης την ύπαρξη του καταπιστεύματος υπέρ των αναιρεσειόντων στο μεταβιβασθέν (επίδικο) ακίνητο, τούτο δε πέραν του γεγονότος ότι η παραδοχή αυτή δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, ώστε να είναι προσβλητή με (οποιονδήποτε) λόγο αναιρέσεως. Το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης δεν στηρίζεται επίσης στο δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ` αριθμ. 2210/2004 απόφαση του ίδιου Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα επί της από 1-8-1975 αγωγής της Ε. συζ. Μ. Κ., επίσης καταπιστευματοδόχου, και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων-αρχικού ενάγοντος Θ. Π. κατά της βεβαρημένης κληρονόμου και των αναιρεσιβλήτων αγοραστών, με την οποία (απόφαση) κρίθηκε έγκυρη, ως μη καταχρηστική, η και τώρα ένδικη μεταβίβαση και την οποία απόφαση μνημονεύει και αξιολογεί ως έγγραφο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο πέμπτος και τελευταίος, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο στην ένδικη υπόθεση από την ανωτέρω υπ` αριθμ. 2210/04 απόφαση είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και αληθής υποτιθέμενος δεν οδηγεί στην ανατροπή του διατακτικού της απόφασης και στην αναίρεσή της.
IV. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ` ουσίαν, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183, 191 §2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2011 αίτηση των Ε.-Ρ. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 5781/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου