Εξαιρετέοι μάρτυρες. Πότε η σχετική ένσταση εξαιρέσεως είναι βάσιμη. Μόνη η ιδιότητα του μάρτυρα ως διαδίκου σε άλλη αγωγή που στρέφεται κατά του ενισταμένου και έχει το ίδιο αντικείμενο με την αγωγή για την οποία κλήθηκε να καταθέσει δεν αρκεί, για την εξαίρεσή του. Η ένσταση εξαιρέσεως....50/2014 ΕΦ ΔΥΤ. ΣΤΕΡ. ΕΛΛΑΔΑΣ


Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ ΕΠΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (αρ. 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003)    Το συγκεκριμένο άρθρο πραγματεύεται τη φύση της χρησικτησίας κατά ακινήτων του δημοσίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003, καθώς και την πρακτική σημασία αυτής ενόψει  της ρύθμισης του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998....ΜΠρΛαρ 779/2010 [Δημόσιες δασικές εκτάσεις - Κτήση κυριότητας]

50/2014 ΕΦ ΔΥΤ. ΣΤΕΡ. ΕΛΛΑΔΑΣ ( 649202)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Εξαιρετέοι μάρτυρες. Πότε η σχετική ένσταση εξαιρέσεως είναι βάσιμη. Μόνη η ιδιότητα του μάρτυρα ως διαδίκου σε άλλη αγωγή που στρέφεται κατά του ενισταμένου και έχει το ίδιο αντικείμενο με την...
αγωγή για την οποία κλήθηκε να καταθέσει δεν αρκεί, για την εξαίρεσή του. Η ένσταση εξαιρέσεως δεν είναι γνήσια και η περιεχόμενη σ` αυτήν αίτηση δεν αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δεν προκύπτει εκκρεμοδικία, η τυχόν δε αποδοχή της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν οδηγεί σε ανατροπή της εκκαλουμένης, αλλά στη μη λήψη υπ` όψιν της συγκεκριμένης μαρτυρικής καταθέσεως. Επιστολή, η οποία δεν έχει γραφεί από τον κληρονομούμενο και ως τέτοια δεν επέχει θέση ιδιόγραφης διαθήκης, φέρει όμως την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του, απ΄ την οποία προκύπτει ότι ο ανωτέρω, που είχε ήδη διανείμει εν ζωή στα τέκνα του κατά μερίδες το επίδικο ακίνητο, πλην της κόρης του, η οποία διέμενε στο εξωτερικό, και για την οποία είχε αναβάλει την μεταβίβαση σ΄ αυτήν της οικείας μερίδας της επί του επιδίκου αναμένοντας την επιστροφή της, επέλεξε να παραδώσει, από λόγους ευγνωμοσύνης τη μερίδα αυτή στην μητέρα της εναγόμενης, υπό τον όρο η μερίδα αυτή θα παραδοθεί στην μητέρα της ενάγουσας, αν και εφόσον αυτή ήθελε επιστρέψει από το εξωτερικό και εγκατασταθεί μονίμως στην Ελλάδα, αίρεση η οποία δεν πληρώθηκε ποτέ μέχρι σήμερα, όπως συνομολογείται. Επομένως η μητέρα της ενάγουσας και συνακόλουθα και η ίδια δεν κατέστησαν κυρίες της ως άνω μερίδας, αφού δεν άσκησαν ποτέ διακατοχικές πράξεις επ΄αυτής.

  

Αριθμός: 50/2014

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Στεφανία Καρατζά, Πρόεδρο Εφετών, Γεώργιο Αλεξόπουλο, Αλέξανδρο Παλούκη Εισηγητή - Εφέτες, και από το Γραμματέα Χαρίλαο Κοτρότσο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Νοεμβρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας - καθής η κλήση: .............. συζ. .............., κατοίκου Λευκάδος η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Αχείμαστο

Της εφεσίβλητης - καλούσας: .............., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ολυμπο Παραοκευά, βάσει δηλώσεως, κατ` αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος, κατατέθηκε, με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 101/8.7.2008, η από 18.5.2008 αγωγή της ήδη εφεσίβλητης. Επ` αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 90/2010 οριστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Εφετείου Πατρών η εναγόμενη με την από 21.5.2010 έφεσή της, που έλαβε αριθμό έκθεσης κατάθεσης 36/26.5.2010 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης αντιγράφου της στο Εφετείο 879/2010), για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 9.2.2012, πλην όμως αποσύρθηκε του οικείου πινακίου, κατ` εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 2 v. 4022/2011. Ηδη η εφεσίβλητη με την από 1.11.2011 και αριθμ. έκθ. κατ. 313/2011 κλήση της, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 13.11.2012 και μετ` αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας επαναφέρει ενώπιον του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου την παο πάνω έφεση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο με τη σειρά της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, εκτός του πληρεξούσιου δικηγόρου της εφεσίβλητης ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση.

Μελέτησε τη δικογραφία Σκέφτηκε κατά το Νόμο

Ι. Η υπό κρίση έφεση του εναγόμενης κατά της 90/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 18.5.2008 αγωγή της ενάγουσας, ήδη εφεσίβλητης, κατ` αυτής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 16, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον η εκκαλούμενη επιδόθηκε νομίμως την 28η Απριλίου 2010 (βλ. 11851/28.4.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου λευκάδος Νικ. Πλατυπόδη) και η ένδικη έφεση ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 26η Μαίου 2010. Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με την από 18 Μαίου 2008 αγωγή η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέθετε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΜΠρΛευκάδος), ότι με άτυπη δωρεά της θείας της .............. περιήλθαν κατά το έτος 1981 στη νομή και κατοχή της τα δύο λεπτομερώς περιγραφόμενα κατά θέση, έκταση όρια και αξία ακίνητα και ότι έκτοτε ασκώντας επ` αυτών τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας κατέστη κυρία αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ζήτησε δε, επειδή η εναγόμενη την απέβαλε από αυτά περί το έτος 2006, να αναγνωρισθεί η κυριότητα της επί των ακινήτων αυτών και να υποχρεωθεί η εναγόμενη στην απόδοση της νομής τους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη 90/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ` ουσίαν βάσιμη η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγόμενη με την υπό κρίση έφεσή της, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της και την αναδίκαση της υπόθεσης με σκοπό την απόρριψη της αγωγής.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 400 παρ. 3 και 403 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν εξετάζονται, όταν κληθούν, ως μάρτυρες, πρόσωπα, που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ήτοι αυτά που προσδοκούν ωφέλεια ή βλάβη από τη συγκεκριμένη δίκη χωρίς να έχει σημασία αν το συμφέρον τους είναι υλικό ή ηθικό, αλλά πάντως άμεσο και βέβαιο, μη εξαρτημένο από μελλοντικά γεγονότα, ο λόγος δε αυτός εξαιρέσεως του μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά προβάλλεται και ένσταση του αντιδίκου εκείνου του διαδίκου που προσάγει τον μάρτυρα προς εξέταση η οποία (ένσταση) προτείνεται πριν ορκισθεί ο μάρτυρας και το συμφέρον αυτό πρέπει να το καθορίζει εκείνος που επικαλείται τον λόγο εξαιρέσεως του μάρτυρα (ΑΠ 1392/2008, ΑΠ 95/2008, ΑΠ 1656/2006, ΕφΑθ 3357/2007 ΝΟΜΟΣ). Η ένσταση εξαιρέσεως είναι βάσιμη όταν το συμφέρον από το αποτέλεσμα της δίκης παρουσιάζεται ως αναγκαία συνέπεια της εκβάσεώς της. Αυτό συμβαίνει ιδίως, όταν το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα ή οι αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης επεκτείνονται και στον μάρτυρα, όταν ενδέχεται να υποχρεωθεί σε αποζημίωση κάποιου διαδίκου σε περίπτωση ήττας του ή όταν πήρε αμοιβή ή δέχθηκε υπόσχεση αμοιβής για την συγκεκριμένη μαρτυρία. Μόνη δε η ιδιότητα του μάρτυρα ως διαδίκου σε άλλη αγωγή που στρέφεται κατά του ενισταμένου και έχει το ίδιο αντικείμενο με την αγωγή για την οποία κλήθηκε να καταθέσει δεν αρκεί, για την εξαίρεσή του, αλλά πρέπει να προκύπτουν και άλλα στοιχεία που να μαρτυρούν την ύπαρξη συμφέροντος οτο πρόσωπό του από τη συγκεκριμένη δίκη στην οποία καταθέτει (βλ. ΕφΠατρ 698/2008, ΑχΝομ 2004.266, Εφ. Αθ. 3242/1986, ΕλΔ 27.958). Περαιτέρω, η ένσταση εξαιρέσεως του μάρτυρα δεν είναι γνήσια, ως μη στηριζόμενη σε αυτοτελές δικαίωμα, η δε περιεχόμενη σ` αυτήν αίτηση δεν αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δεν προκύπτει εκκρεμοδικία, η τυχόν δε αποδοχή της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν οδηγεί σε ανατροπή της εκκαλουμένης, αλλά στη μη λήψη υπ` όψιν της συγκεκριμένης μαρτυρικής καταθέσεως (ΑΠ 366/2004 ΝοΒ 53.480, ΑΠ 819/2002, ΕλΔ 44.974, ΕφΑιγ 148/2012, ΕφΑθ 1396/2012, ΕφΘεσ 566/2009, ΝΟΜΟΣ). Επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 270 § 2 εδ. β` του ΚΠολΔ, το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπ` όψιν και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Στην έννοια των αποδεικτικών μέσων, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εντάσσονται και οι κατ` άρθρο 400 αρ. 3 ΚΠολΔ εξαιρετέοι μάρτυρες, ήτοι τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, των οποίων τις καταθέσεις μπορεί να λαμβάνει υπ` όψιν και να εκτιμά ελεύθερα το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος (βλ ΑΠ 1155/2011, ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 1442/2008, ΕφΠειρ 163/2010, ΕφΘεσ 435/2010, Αρμ 2011, 472, Εφθεσ 566/2009, ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από το άρθρο 520 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι εφέσεως δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητας τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (βλ. ΕφΘεσ 435/2010, Αρμ 2011.472, ΕφΙωαν 172/2006, Αρμ 2007.419). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση ως προς την κρίση της περί απορρίψεως της προταθείσης από αυτήν ενστάσεως εξαιρέσεως της μάρτυρος της ενάγουσας .............., που εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διατεινόμενη ότι το πιο πάνω δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 400 αρ. 3 του ΚΠολΔ και απέρριψε την εμπροθέσμως υποβληθείσα από αυτήν ένσταση εξαιρέσεώς της. Ο λόγος αυτός της εφέσεως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, ελέγχεται προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής και τούτο διότι, ακόμη και σε περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής του δεν οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, η εν λόγω ένσταση της εναγόμενης ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο για την συναγωγή του δικαστικού πορίσματος, εκτιμώμενη ελεύθερα, παρά την ενδεχόμενη ύπαρξη συμφέροντος από την έκβαση της δίκης. Το πρωτοβάθμιο δε δικαστήριο απορρίπτοντας αυτήν (ένσταση) ως μη νόμιμη κατ` αποτέλεσμα ορθώς έκρινε και επομένως ο ως άνω λόγος εφέσεως, και αν ήθελε θεωρηθεί λυσιτελής, ήταν και πάλι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.

IV. Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας ουνδριάσεως αυτού, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση προσκομίζουν, καθώς και τις με αριθμ. 14912/8.11.2013, 375/8.11.2013 και 376/8.11.2013 ένορκες, ενώπιον του συμβολαιογράφου Λευκάδος .............. η πρώτη και του Ειρηνοδίκη Λευκάδος οι λοιπές, που προσκομίζει η εκκαλούσα, η πρώτη προς απόδειξη των ισχυρισμών της, οι δε λοιπές προς αντίκρουση των προσκομισθέντων πρωτοΒαθμίως ενόρκων βεβαιώσεων της εφεσίβλητης, οι οποίες λήφθηκαν μετά νομότυπη προ δύο εργασίμων ημερών κλήτευση της αντιδίκου της (βλ. 9562Z`/5.11.2013 έκθεση επίδοσης του δυναστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σωτ. Ρουμελιώτη), τις υπ` αριθμ. 13365/6.10.2009 & 9616/5.10.2009 ένορκες ενώπιον συμβολαιογράφων βεβαιώσεις που προσκομίζει η εφεσίβλητη και λήφθηκαν μετά νομότυπη προ δύο ημερών κλήτευση της αντιδίκου της (βλ. 10512/30.9.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Λευκάδος Νικ. Πλατυπόδη), τις λοιπές ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται και οι οποίες λήφθηκαν νόμιμα στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους των αντιδίκων με επίκληση φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου και της ευρύτερης αυτού περιοχής, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (ΑΠ 238/2008, ΝοΒ 56.1577, ΑΠ 155/2004, Νόμος, ΕφΘεσ 2566/2006, Αρμ 2007.885), και τις τεχνικές εκθέσεις των .............. και .............., οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα (ΚΠολΔ 390), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τα επίδικα αποτελούν δύο επιμέρους οικίνητα, που βρίσκονται στην ειδικότερη θέση "ΒΟΥΛΙΑΔΙΤΗ - ΓΕΝΙΟΥ» του δδ Βλυχού του δήμου Ελλομένου Λευκάδος, εκτάσεως του πρώτου τούτων 1.275 μ2, το οποίο συνορεύει νότια επί πλευράς μήκους μέτρων 21 με την οδό .............., ανατολικά επί πλευράς μήκους 50 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων .............. και .............., βόρεια επί πλευράς μήκους 30 μέτρων με θάλασσα και δυτικά επί πλευράς μήκους 50 μέτρων με συνεχόμενη έτερη και ανεξάρτητη ιδιοκτησία της εφεσίβλητης, του δε δευτέρου εκτάσεως 580 μ2, το οποίο βρίσκεται στη ίδια περιοχή και το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους μέτρων 17,50 μ. με την οδό .............., ανατολικά επί πλευράς μήκους 35 μέτρων ιδιοκτησία κληρονόμων .............., νότια επί πλευράς μήκους 17 μέτρων εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων .............. και εν μέρει με ιδιοκτησία .............. και .............. και δυτικά επί πλευράς μήκους 33,50 μ. με ιδιοκτησία .............. και ............... Παλαιότερα και μέχρι το 1969 αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο, εκτάσεως 2 περίπου στρεμμάτων, το οποίο διαχωρίστηκε σε δύο τμήματα με τη διέλευση αγροτικής οδού, συνδέουσας την περιοχή Γενίου με την Αγία Κυριακή. Αυτά αποτελούσαν τμήμα ενός μεγαλύτερου ενιαίου ακινήτου, εκτάσεως 10 στρεμμάτων, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον παππού των διαδίκων ............... Ο τελευταίος, έχοντας πέντε (5) τέκνα, και προτιθέμενος να διανείμει ισομερώς το όλο ακίνητο στα τέκνα του, κατέτμησε αυτό σε πέντε ίσες μερίδες, εκτάσεως η καθεμία, μετά τη διέλευση της αγροτικής οδού, 1275 και 580 μ2 περίπου. Ετσι, ο .............., κατά τη διετία 1965 - 1966 μεταβίβασε με τις πιο κάτω αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις τις μερίδες και απο ανατολικά προς τα δυτικά ως ακολούθως: α) δυνάμει του υπ` αριθμ. ...../1965 προικοσυμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λευκάδος .............., νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδος, μεταβίβασε στην μητέρα της ενάγουσας .............. το δεύτερο στη σειρά τμήμα κατά ψιλή κυριότητα και κατά την επικαρπία στο σύζυγό της ............... Ακολούθως, η .............. δυνάμει του υπ` αριθμ. ...../1988 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λευκάδος μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου στην ενάγουσα και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ` αριθμ. ...../1988 συμβολαίου δωρεάς της ίδιας συμβολαιογράφου, στο γιο της τελευταίας, .............., παρακρατήσασα την επικαρπία, η οποία με το θάνατό της συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, κατέστη δε η ενάγουσα πλήρης κυρία της άνω μερίδος, β) δυνάμει του υπ` αριθμ. ....../1966 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λευκάδος .............. μεταβίβασε έτερη, ίση, μερίδα στο γιο του .............., γ) δυνάμει του υπ` αριθμ. ...../1965 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου μεταβίβασε στην κόρη του .............., μητέρα της εναγόμενης, έτερη ίση μερίδα, δ) δυνάμει του υπ` αριθμ. ...../1966 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου μεταβίβασε προς το γιο του .............., έτερη ίση μερίδα. Οι άνω μεταβιβάσεις προς τα τέκνα του .............. δεν αμφισβητούνται από τις διαδίκους. Απέμενε προς μεταβίβαση η πρώτη μερίδα, κείμενη ανατολικά του όλου ακινήτου και με πρόσωπο στη θάλασσα, την οποία ο .............. προόριζε να παραχωρήσει στην κόρη του .............. Χα .............., η οποία είχε εγκατασταθεί και διέμενε από ετών στις ΗΠΑ. Και ενώ ο .............. διένειμε το σύνολο σχεδόν της περιουσίας του στα τέκνα του με έγκυρες μεταβιβαστικές του δικαιώματος κυριότητος συμβολαιογραφικές πράξεις εντός μιας διετίας (1965 - 1966), γα την προοριζόμενη γα την κόρη του .............. μερίδα ουδεμία συμβολαιογραφική πράξη συνέταξε. Ισχυρίζεται δε η ενάγουσα, ότι την μερίδα αυτή μεταβίβασε ατύπως κατά το έτος 1965 στην άνω κόρη του και ότι τις προσήκουσες στη φύση και τον προορισμό της πράξεις νομής και κατοχής ασκούσε γα λογαριασμό της .............. μέχρι και το έτος 1981 ως βοηθός νομής η μητέρα της .............., έκτοτε δε η .............., κατά την τελευταία επίσκεψή της στην Ελλάδα και λόγω της συμπαράστασης που ετύγχανε από την ενάγουσα, δώρησε στην ίδια (ενάγουσα) ατύπως το επίδικο ακίνητο, με την άσκηση δε πράξεων νομής και κατοχής για ίδιο λογαριασμό μέχρι και το 2006, προσμετρώντας και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου της, κατέστη αποκλειστική κυρία με έκτακτη χρησικτησία του επιδίκου ακινήτου. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο .............., Καθηγητής στο επάγγελμα, που αποβίωσε υπέργηρος, την 25η Ιανουαρίου 1971, διέμενε όσο ζούσε στην οικία της κόρης του .............., μητέρα της εναγόμενης, η οποία και τον συντηρούσε, όπως κατατίθεται και από την μάρτυρα της ενάγουσας .............. (βλ. πρακτικά) και δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα. Αντίθετα, η κόρη του .............. αλλά και η ενάγουσα διέμεναν στην Αθήνα, επισκεπτόταν δε κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες τη Λευκάδα. Η κόρη του .............., όπως προεκτέθηκε, είχε εγκατασταθεί από ετών στις ΗΠΑ, ελάχιστες φορές είχε επισκεφθεί την Ελλάδα, μία το έτος 1960 και μία το έτος 1981, έχοντας αποκοπεί από τους συγγενείς της και αδιαφορώντας για την τύχη του υπέργηρου και ασθενούς πατέρα της, διακαής δε πόθος του .............. αποτελούσε η επιστροφή και μόνιμη εγκατάστασή της στην Ελλάδα. Για το λόγο αυτό, την μη αμφισβητούμενη από τις διαδίκους πρόθεσή του να μεταβιβάσει την προς ανατολάς μερίδα στην .............., δεν υλοποίησε το 1965 - 1966, όταν διένειμε τις λοιπές μερίδες στα υπόλοιπα τέκνα του, αλλά, εν αναμονή της επιστροφής της, ανέβαλε την μεταβίβαση της μερίδος αυτής. Πεπεισμένος πλέον με την πάροδο των ετών ότι η κόρη του δεν θα επιστρέψει στην Ελλάδα και χολωθείς προφανώς από την επιλογή της αυτή, αλλά και την επίδειξη πλήρους αδιαφορίας από την άνω κόρη του για την τύχη του, όντας ασθενής, την 19η Ιουνίου 1970, ο .............., επιθυμώντας να ρυθμίσει τα της περιουσίας του μετά το θάνατο του και μη δυνάμενος ιδιοχείρως να γράψει καθ` ολοκληρίαν, προσέλαβε τον έμπιστό του .............., προς τον οποίο και υπαγόρευσε εν είδει επιστολής την τελευταία του βούληση. Ειδικότερα, στην επιστολή αυτή με απόλυτη διαύγεια πνεύματος και ειρμό σκέψης αναφέρει ότι «εγκαθιστώ κληρονόμο μου την θυγατέρα μου .............. συζ. .............., μετά της οποίας συγκατοικώ και η οποία επιδεικνύει προς εμέ απεριόριστο σεβασμό και απολαμβάνω παρά ταύτης πολλάς περιποιήσεις, επί του ενός πέμπτου (1/5) του εις εμέ ανήκοντος κτήματός μου της θέσεως Λαβαδίτη (Βουλιαδίτη), κοινότητος Κατωχωρίου, ίνα αύτη νέμεται, διακατέχει, καλλιεργεί, εκμισθοί και καρπούται τούτο ως βούλεται, και υπό τον όρο, όπως αύτη παραδώσει τούτο ως κληρονομικόν καταπίστευμα εις την θυγατέρα μου .............. ήδη διαμένουσα εις ΗΠΑ και εφ` όσον αύτη ήθελε επιστρέψει εν Ελλάδι και εγκατασταθεί μονίμως εν αυτή...». Από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, η οποία δεν έχει γραφεί από τον ίδιο και ως τέτοια δεν επέχει θέση ιδιόγραφης διαθήκης, φέρει όμως την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του, προκύπτει ότι ο έχων σώας τας φρένας, κατά την σύνταξή της, .............., γεγονός που δεν αμφισβητείται επίσης από τις διαδίκους, έχοντας την πεποίθηση ότι μόνη αδιάθετη μερίδα του όλου προαναφερόμενου ακινήτου αποτελούσε η προοριζόμενη γα την κόρη του .............., καθώς τις λοιπές είχε ήδη μεταβιβάσει, κατά τα ανωτέρω, στα υπόλοιπα τέκνα του κατά τη διετία 1965 - 1966, επέλεξε να παραδώσει, από λόγους ευγνωμοσύνης για τις περιποιήσεις που του παρείχε, τη μερίδα αυτή στην μητέρα της εναγόμενης .............., ώστε η τελευταία να τη νέμεται, διακατέχει και καρπούται όπως η ίδια επιθυμεί, υπό τον όρο η μερίδα αυτή να παραδοθεί στην .............., αν και εφόσον αυτή ήθελε επιστρέψει από τις Η.ΠΑ και εγκατασταθεί μονίμως στην Ελλάδα, αίρεση η οποία δεν πληρώθηκε ποτέ μέχρι σήμερα, όπως συνομολογείται. Η παράδοση της μερίδος στην μητέρα της εναγόμενης έγινε εν γνώσει και χωρίς αντιρρήσεις των λοιπών τέκνων του .............., όπως κατατίθεται από τον μάρτυρα ανταπόδειξης, καθώς θεωρήθηκε εύλογο και πρέπον η συντηρούσα αυτόν κατά τα τελευταία έτη της ζωής του, όντας κατάκοιτος, κόρη του .............. να ανταμειφθεί με την παραχώρηση της επίδικης μερίδος. Μάλιστα το έτος 1981 η .............. ζήτησε και έλαβε από την μητέρα της εναγόμενης την ανωτέρω επιστολή, χωρίς να υπάρξει κάποια αντίδραση ως προς την επιλογή του ............... Συνεπώς, η παραδοχή της εκκαλούμενης, ότι δηλαδή από το έτος 1965 ο .............. παραχώρησε ατύπως το επίδικο στην μη ευρισκόμενη στην Ελλάδα κατά το χρόνο εκείνο κόρη του, .............., η οποία στη συνέχεια ασκούσε τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και διακατοχής δια της μητέρας της ενάγουσας .............. ως βοηθού νομής, δεν στοιχείται προς το αποδεικτικό υλικό και δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα. Είναι δε βέβαιο ότι η μητέρα της εναγομένης, .............., έχοντας στην κατοχή της από το 1970 την πιο πάνω επιστολή, σε περίπτωση που η μητέρα της ενάγουσας ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου, θα αντιδρούσε, και δικαιωματικά άμεσα λόγω της φροντίδος και στοργής με την οποία περιέβαλε τον πατέρα της .............. μέχρι του θανάτου του, δικαστικώς ή εξωδίκως, διεκδικώντας για ίδιο λογαριασμό την άσκηση πράξεων διακατοχής επ` αυτού. Η πιο πάνω κρίση ανταποκρίνεται και στη διαμορφωθείσα πραγματική επί του επιδίκου κατάσταση από το έτος 1970 και εντεύθεν, καθόσον αποδεικνύεται ότι έκτοτε η .............. και μέχρι τον επισυμβάντα κατά το έτος 2001 θάνατό της, έχοντας παγιωθεί πλέον η πεποίθηση ότι η .............. δεν θα επέστρεφε ποτέ στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση, ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσήκουσες στη φύση και τον προορισμό των επίδικων ακινήτων πράξεις νομής και κατοχής, με την παρέλευση δε εικοσαετίας κατέστη κυρία αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, παρέλαβε στην αποκλειστική νομή της τα επίδικα ακίνητα και διενεργούσε επ` αυτών συνεχώς και αδιαλείπτως και χωρίς οιαδήποτε αμφισβήτηση εκ μέρους των αδελφών της τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής και κατοχής, καλλιεργώντας τα εντός αυτού φυόμενα ελαιόδενδρα και συλλέγοντας τον καρπό τους είτε αυτοπροσώπως είτε δια τρίτων προσώπων, εμβολιάζοντας τα άγρια δένδρα και επιτηρώντας τα γενικώς. Συγκεκριμένα, συνέχισε να δέχεται τις υπηρεσίες του εργάτη γης .............., τον οποίο απασχολούσε και ο πατέρας της, μετά δε το έτος 1970, η ίδια τον απασχολούσε στον καθαρισμό, περιποίηση και συλλογή του καρπού των ελαιοδένδρων, τον εμβολιασμό άγριων αχλαδιών, ενώ από το 2001 που η νομή των επιδίκων περιήλθε στην εναγόμενη, βοήθησε το σύζυγο της .............. στην τοποθέτηση περίφραξης στο όριο του με το όμορο ακίνητο της ενάγουσας. Τα ίδια βεβαιώνονται και από τον μάρτυρα .............., μόνιμο κάτοικο της περιοχής και ιδιοκτήτη ακινήτων, κειμένων πλησίον των επιδίκων, ο οποίος καταθέτει ότι η μητέρα της ενάγουσας .............. τον απασχολούσε από το έτος 1968 περίπου μέχρι και το 2002 έναντι ετήσιας αμοιβής για πολλά χρόνια στον καθαρισμό και περιποίηση της ιδιοκτησίας της, λόγω της απουσίας της στην Αθήνα, έχοντας τα κλειδιά της οικίας της, διευκρινίζοντας όμως ότι το ακίνητο που επέβλεπε ταυτιζόταν με εκείνο που ο .............. είχε παραχωρήσει στην ίδια με το προαναφερόμενο συμβόλαιο και δεν αμφισβητείται και το οποίο βεβαίως κείται δυτικά των επιδίκων, αναφέροντας μάλιστα ότι το 1984 με τη βοήθεια και άλλων εργατών προέβη σε βαθύ κόψιμο (στο σταυρό) των ελαιοδένδρων του μη αμφισβητούμενου κτήματος της μητέρας της ενάγουσας. Τέλος, ο άνω μάρτυρας μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέτει ότι ουδέποτε ενήργησε κατ` εντολή της .............. οποιαδήποτε πράξη εντός του επιδίκου, ρητώς δε βεβαιώνει ότι αυτό διαφέντευαν αρχικά η μητέρα της εναγόμενης και στη συνέχεια η εναγόμενη και ο σύζυγός της. Τα ίδια κατατίθενται και από τους μάρτυρες .............. και .............. με τις υπ` αριθμ 375 & 376/8.11.2013 ένορκες βεβαιώσεις, η πρώτη των οποίων ενεργώντας για λογαριασμό της ενάγουσας υπέδειξε στο δεύτερο τα όρια του ακινήτου της ενάγουσας, προκειμένου ο τελευταίος να προβεί στον καθαρισμό του, και υποδεικνύοντας τα όρια του περιορίστηκε στην μη αμφισβητούμενη ανωτέρω ιδιοκτησία της ενάγουσας, ουδεμία δε πράξη ενήργησε επί των επιδίκων. Προσεπιβεβαιώνονται δε τα ανωτέρω και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από 2.9.2009 έκθεση εκτίμησης αγροτεμαχίου του Γεωπόνου .............. και από Νοέμβριος 2013 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου .............., από τις οποίες προκύπτει τόσο η διαφορετική από απόψεως γεωργικής μεταχείρισης αντιμετώπιση των ιδιοκτησιών των διαδίκων, ήτοι των επιδίκων και του όμορου ανήκοντος στην ενάγουσα, κατά τα τελευταία τριάντα έτη, αφού επί των επίδικων ακινήτων υπάρχουν εμβολιασμένα άγρια δένδρα, όπως καταθέτει και ο μάρτυρας ανταπόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα εντός αυτών ελαιόδενδρα έχουν υποστεί ελαφρά κλαδέματα, δεν υπάρχουν ίχνη χημικής ζιζανιοκτονίας σε αντίθεση με τα ελαιόδενδρα του ακινήτου της ενάγουσας που έχουν υποστεί αυστηρό κλάδεμα, όσο και εμφανείς διαφορές στη βλάστηση των δύο ακινήτων. Κατηγορηματικά δε ο μάρτυρας ανταπόδειξης και σύζυγος της εναγόμενης, .............., καταθέτει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, γνωρίζοντας εξ ιδίας αντιλήψεως από το έτος 1975 που πεντρεύτηκε την εναγόμενη και έπειτα ότι «ο παππούς καθόταν με την .............., αυτή τον περιποιούνταν, το 1970 αποφάσισε να δώσει (το επίδικο) στην .............. εν γνώσει των άλλων παιδιών και δεν έφεραν καμία αντίρρηση, μέχρι το 2001 που αποβίωσε έκανε πράξεις νομής, έβαζε εργάτες και το καθάριζε, μάζευε τις ελιές, η ενάγουσα δεν έκανε ποτέ πράξεις νομής στα επίδικα, από το 1975 που είμαι εκεί δεν την είδα ποτέ... το 1985 μπολιάσαμε 4 αχλαδιές, το 1990 μία και το 2003 τρεις στο κάτω μέρος...». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε παραχωρήθηκαν στην .............. και ουδέποτε η ενάγουσα ή η μητέρα της .............. άσκησαν πράξεις διακατοχής επ` αυτών, όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα. Η πιο πάνω κρίση δεν αναιρείται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την ενάγουσα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, δεν μπορεί να εκληφθεί ως άσκηση πράξεων διακατοχής η χρηματοδότηση της οικογένειας για την κατασκευή μώλου του όλου ακινήτου προς την πλευρά της θάλασσας από την .............., καθόσον αυτή γενόμενη κατά την πρώτη επίσκεψη της στην Ελλάδα, περί το έτος 1960, όταν ακόμη το όλο ακίνητο δεν είχε κατατμηθεί και ανήκε κατά κυριότητα στον .............., ενείχε οικονομική συνδρομή προς την οικογένεια από την οικονομικά εύρωστη κόρη και αδελφή για τη διασφάλιση του πατρικού ακινήτου, ενώ δεν είχε καταστεί γνωστή η πρόθεση του .............. για την παραχώρηση τμημάτων στα τέκνα του. Τα ίδια ισχύουν και ως προς την από 8.8.1976 απόδειξη καταβολής ποσού 800 δραχμών προς τον Υπομηχανικό .............., που καταβλήθηκαν από τον αδελφό της .............., .............., και για λογαριασμό της «για την τοπογράφηση οικοπέδου εις θέση ΓΕΝΙ», καθόσν δεν προκύπτει για ποιο οικόπεδο συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα και αν αυτό αφορούσε το επίδικο, δεν εξηγείται δε πειστικώς, γιατί τα χρήματα αυτά καταβλήθηκαν από τον .............., ενώ κατά τους ανωγικούς ισχυρισμούς η .............. είχε αποκλειστικά βοηθό νομής στην Ελλάδα την μητέρα της ενάγουσας ............... Εξάλλου, αν και η ενάγουσα επικαλείται ιδιαίτερες σχέσεις με την .............. λόγω των οποίων η τελευταία προέβη στην άτυπη δωρεά των επιδίκων προς αυτήν και που κατά την μάρτυρα απόδειξης .............. «ήταν η αγαπημένη της ανηψιά και ήθελε να την υιοθετήσει...», η ίδια, καταθέτοντας το 2006 (βλ. υπ` αριθμ 76/2006 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδος) ως μάρτυρας σε διαφορά ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ της εναγόμενης .............. και .............., αφορώσα μέρος του νοτίου (2ου) τμήματος των επιδίκων, αυτοδιαψεύδεται, καθόσον συνομολογεί ότι με την .............. έχει να μιλήσει εδώ και 22 χρόνια (πριν το 2006), ενώ περαιτέρω, ουδόλως επικαλείται δικαίωμα ιδίας κυριότητος επν αυτού, αλλά αντίθετα καταθέτει ότι «έχω ακούσει ότι άφησε μεσάζοντα την .............. (..............) για να το παραδώσει στην .............. (..............)» και ότι «Η .............. θεωρεί το κομμάτι δικό της και είπα στην .............. να έρθει σε επικοινωνία μαζί της, ενόψει των ασφαλιστικών», μη καταλείποντας έστω και υπόνοια δικαιωματικής κατοχής επί του δευτέρου τμήματος των επιδίκων και επιστηρίζοντας τους προς απόρριψη της αγωγής κατατείνοντες ισχυρισμούς της εναγόμενης. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ανενδοιάστως ότι: α) τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε παραχωρήθηκαν στην .............. κατά το έτος 1965, β) η .............. ουδέποτε παραχώρησε αιτία δωρεάς τα επίδικα στην ενάγουσα, γ) η μητέρα της ενάγουσας .............. ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής και κατοχής επί των επιδίκων, ως βοηθός νομής της .............., δ) από το έτος 1970 μέχρι και το 2001 πράξεις διακατοχής άσκησε επλ αυτών η μητέρα της εναγόμενης .............. και έκτοτε μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής η ενάγουσα, κατέστη δε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αποκλειστική κυρία των επιδίκων. Κατά ταύτα, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ` ουσίαν και αναγνώρισε την κυριότητα της ενάγουσας επ αυτών και υποχρέωσε την εναγόμενη στην απόδοση τους, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτών γενομένων των λόγων της εφέσεως, με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται για την κατ` εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού παραδοχή της αγωγής.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της εναγόμενης ως βάσιμη και κατ` ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και αφού δικαστεί κατ` ουσίαν η από 18.5.2008 αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης λόγω της ήττας της (αρθρ. 191 παρ. 2, 183, 176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους

Δέχεται τυπικά και κατ` ουσίαν την έφεση κατά της 90/2010 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη

Κρατεί και δικάζει επί της από 18 Μαίου 2008 αγωγής

Απορρίπτει αυτήν

Καταδικάζει την εφεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στο Αγρίνιο, την 4η Μαρτίου 2014 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 4η Απριλίου, ίδιου έτους, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.-

Η Πρόεδρος Ο Γραμματέας

Ε.Φ.

Σχόλια