Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Αγωγή περί κλήρου - Προϋποθέσεις υποχρέωσης εναγομένου κατά τις αδικοπραξίες και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό - Ιδιόγραφη διαθήκη - Ερμηνεία προς διαπίστωση animus testandi, ανάκλησης κατ` ΑΚ1765 και σύστασης καταπιστεύματος - «Φιλάγαθη» ή «καλοθελής» ερμηνεία. Αγωγή περί κλήρου. Αίτημα...307/2010 ΕΦ ΠΕΙΡ .


Κληρονομία από διαθήκη και εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 1799 ΑΚ. Εγκατάσταση κληρονόμου στην ψιλή κυριότητα ακινήτων υπό αναβλητική αίρεση. Ορθά το δικάσαν δικαστήριο.....934/2012 ΑΠ

307/2010 ΕΦ ΠΕΙΡ ( 540561)
(ΠΕΙΡΝΟΜ 2010/380) Αγωγή περί κλήρου - Προϋποθέσεις υποχρέωσης εναγομένου κατά τις αδικοπραξίες και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό - Ιδιόγραφη διαθήκη - Ερμηνεία προς διαπίστωση animus testandi, ανάκλησης κατ` ΑΚ1765 και σύστασης καταπιστεύματος - «Φιλάγαθη» ή...
«καλοθελής» ερμηνεία. Αγωγή περί κλήρου. Αίτημα να επιδικασθεί, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της κληρονομικής μερίδας, η αγοραία αξία της κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών άλλως του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Νόμω αβάσιμο, διότι προϋπόθεση για μεν τις αδικοπραξίες είναι η απόκτηση της νομής των αντικειμένων της κληρονομιάς με ποινικώς κολάσιμη πράξη, μη αρκούσης απλής παράνομης πράξης, ενώ όσον αφορά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η αξίωση έχει ως αντικείμενο μόνο τον κατά την επίδοση της αγωγής πλουτισμό του εναγομένου, για την εξεύρεση του οποίου θα ληφθεί υπόψη ολόκληρη η κληρονομιά και οι δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε ο εναγόμενος, κι όχι την κατά την έγερση της αγωγής αγοραία αξία. Ιδιόγραφη διαθήκη. Ερμηνεία προς διαπίστωση ύπαρξης animus testandi και ανάκλησης αυτής λόγω μεταβολών που επιχείρησε ο διαθέτης κατ` ΑΚ 1765- μεταγενέστερες επεμβάσεις του διαθέτη σε πρόχειρο δικό του σκαρίφημα που συνόδευε τη διαθήκη και εκποιήσεις 1 ακινήτων που περιλαμβάνονταν σε αυτί\. Η κρίση για την ύπαρξη πραγματικής βούλησης προς παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, χωρίς την οποία η διαθήκη είναι άκυρη, εξαρτάται προεχόντως από την εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης και, αν υπάρχει αδυναμία εξαγωγής της, από τη στάθμιση και των ειδικών συνθηκών. Στην ερμηνεία αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις αντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, κατά το άρθρο 200 ΑΚ, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών. Αν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης χρησιμοποίησε συγκεκριμένες λέξεις με άλλο νόημα, πρέπει να αποβλέψουμε στο διαφορετικό αυτό νόημα. Η αναζητούμενη με ερμηνεία αληθινή βούληση θα πρέπει πάντως να βρίσκει κάποιο, 1 έστω έμμεσο, στήριγμα στο κείμενο, γιατί αλλιώς θα 1 παραβιάζονταν οι διατάξεις για τον τύπο των διαθηκών, ενώ θα υπήρχε κίνδυνος να αλλοιωθεί η βούληση του διαθέτη με ψευδομάρτυρες. Με την παραπάνω προϋπόθεση, επιτρέπεται η προσφυγή και σε στοιχεία έξω από τη διαθήκη, έγγραφα, συνομιλίες ή άλλες εκδηλώσεις του διαθέτη, οι σχέσεις του με ορισμένα πρόσωπα κ.λπ., χωρίς να χρειάζεται να αναφέρονται στο κείμενο. Σε περίπτωση αμφιβολίας κατά την ερμηνεία διαθήκης, επιβάλλεται η «φιλάγαθη» ή «καλοθελής» ερμηνεία (interpretatio benigna), δηλαδή προτιμάται η ερμηνεία που διασώζει το κύρος. Συνάγεται από τις ΑΚ 173,1783 εδ. 2,1794 και 1979 και από τη γενικότερη αρχή της κατά το δυνατό εκπλήρωσης της θέλησης του διαθέτη. Κρίση | περί εγκυρότητας και μη ανάκλησης της διαθήκης. Ερμηνευτική συναγωγή καταπιστεύματος, παρά το ότι δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος όρος στην διαθήκη και παρά τη χρησιμοποίηση άλλων νομικών όρων από το διαθέτη, αρκεί να προκύπτει η θέληση του να γίνει κάποιος κληρονόμος του για ορισμένο χρονικό διάστημα και έπειτα να γίνει κληρονόμος άλλος. Προσβολή νόμιμης μοίρας. Σχετική η ακυρότητα υπέρ του μεριδούχου, ο οποίος δικαιούται σε παραίτηση του από το δικαίωμα, ρητά ή σιωπηρά, και δεν δικαιούται να την προβάλει τρίτος. Εισήχθη απο το περιοδικό ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ.

  

ΕφΠειρ 307/2010

Πρόεδρος: Ε. Μανωλοπούλου Εισηγητής: Χ. Τζανερρίκος Δικηγόροι: Χ. Τσιρακοπούλου, Δ. Ρίζος

[...] Με την από 20.1.2004 (υπ`αριθμ. εκθ. καταθέσεως...) αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η ενάγουσα, ήδη εκκαλουσα, για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, επικουρικά η ανάκληση της αναφερόμενης σ`αυτή ιδιόγραφης διαθήκης και κατόπιν αυτών, αφού αναγνωρισθεί το, προσδιοριζόμενο σ`αυτή, εξ αδιαθέτου κληρονομικό της δικαίωμα στην κληρονομιά της αποβιώσασας κληρονομουμένης, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της αποδώσει αυτούσια τα αναλογούντα ποσοστά της στην κληρονομιά και σε περίπτωση αδυναμίας της αυτούσιας αποδόσεως τους να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας και επικουρικά αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 96.166 ευρώ, όσο και το ισάξιο της κληρονομικής της μερίδας, με βάση την αγοραία αξία του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας, κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης, αλλά και της ασκήσεως της αγωγής αυτής. Τέλος, ζήτησε να επιβληθούν τα δικαστικά της έξοδα εις βάρος του εναγομένου.

III. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποίαν απορρίφθηκε αυτή στο σύνολο της (κατά δε την επικουρική της βάση, για επιδίκαση, υπέρ της ενάγουσας, του ισαξίου της κληρονομικής της μερίδας, ως νομικά αβάσιμη) και επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου εις βάρος της ενάγουσας.

Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται τώρα η ενάγουσα, με την υπό κρίση έφεση της, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί, αφού γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε, στη συνέχεια, να γίνει δεκτή η αγωγή της.

IV. Σχετικά με τη νομιμότητα της επικουρικής βάσεως της αγωγής και του αιτήματος να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της κληρονομικής της μερίδας, το ισάξιο αυτής, πρέπει, να σημειωθούν, από τού δε, τα ακόλουθα: Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1878 του ΑΚ, προϋπόθεση για την ευθύνη του νομέως της κληρονομιάς κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες είναι η απόκτηση από εκείνον (νομέα της κληρονομιάς) της νομής των αντικειμένων της κληρονομιάς με ποινικώς κολάσιμο πράξη, μη αρκούσης της απλής διά παρανόμου πράξεως κτήσεως εκείνης (ΑΠ 1480/2001 ΕλλΔνη 2003,973). Ενώ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1871, 1872 και 1873 ΑΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος με την περί κλήρου αγωγή (νομέας της κληρονομιάς) υποχρεούται να αποδώσει αυτούσια τα αντικείμενα της κληρονομιάς, όπως αυτά προσδιορίζονται στις δύο πρώτες διατάξεις, εκείνα δηλαδή που ήταν κληρονομιαία αντικείμενα από την αρχή ή το αντικατάλλαγμα που απέκτησε από τη διάθεση όλων ή μερικών εξ αυτών, και μόνο εφ` όσον δεν είναι σε θέση από οποιαδήποτε αιτία (αδυναμία υποκειμενική ή αντικειμενική, υπαίτια ή ανυπαίτια) να τα αποδώσει αυτούσια, ευθύνεται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 909,910,913 ΑΚ). Και στην τελευταία περίπτωση η αξίωση του ενάγοντος ασκείται με την περί κλήρου αγωγή, η οποία όμως είναι διαφορετική κατά την έκταση και το αποτέλεσμα, εφόσον περιλαμβάνει μόνο τον κατά την επίδοση της αγωγής πλουτισμό του νομέα της κληρονομιάς, για την εξεύρεση του οποίου θα ληφθεί υπόψη όχι μεμονωμένα το συγκεκριμένο αντικείμενο που ζητείται με την αγωγή, αλλά ολόκληρη η κληρονομιά και οι δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε γι`αυτήν ο εναγόμενος νομέας της κληρονομιάς. Αντίθετα, ο ενάγων κληρονόμος δεν δικαιούται να αξιώσει με την περί κλήρου αγωγή επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση αδυναμίας προς αυτούσια απόδοση των πραγμάτων της κληρονομιάς, την καταβολή της αγοραίας αξίας τους κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, διότι τέτοια αξίωση δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 865/2006 ΝοΒ 54,1278).

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις παραπάνω σκέψεις, η ένδικη αγωγή, καθόσον επιδιώκεται με αυτή, κατά την επικουρική της βάση, να αναγνωρισθεί ότι, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της κληρονομικής της μερίδας, ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα, την, κατά τα άνω, αξία της (μερίδας της), με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν είναι νόμιμη, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο ιστορικό της και αληθή υποτιθέμενα, δεν συντρέχουν τόσο οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις της ΑΚ 1878, για τη θεμελίωση της αδικοπραξίας (κτήση της νομής της ένδικης κληρονομιάς από τον ενάγοντα με ποινικώς κολάσιμη πράξη), όσο και αυτές για την εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού τέτοια αξίωση, όπως σημειώθηκε, δεν μπορεί να ασκηθεί, εν προκειμένω, επικουρικά, για την περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης των πραγμάτων της κληρονομιάς (ΑΠ 865/2006, ό.π.).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση του, δέχθηκε τα ίδια, και καταλήγοντας στην ίδια κρίση, απέρριψε και ως προς τα δύο σκέλη της, αυτή τη βάση της αγωγής, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προμνησθείσες διατάξεις. [...]

V. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του εγγράφου της από 14.8.1991 ιδιόγραφης διαθήκης της Α. Τ., η οποία έχει δημοσιευθεί με το υπ`αριθμόν .../4.10.2002 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έχει κηρυχθεί κυρία με την υπ`αριθμόν 1674/4.10.2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, προκύπτει το ακόλουθο κείμενο αυτής: «Εν Αιγίνη τη 14.8.1991 η κάτωθι υπογεγραμμένη Α.Τ. - το γένος Κ.Ρ. - συνταξιούχος οδοντίατρος έχουσα σώας τας φρένας υπογράφω τα κάτωθι διά τα δύο αγροκτήματα που έχω στην κατοχή μου και υπάγονται στην Κοινότητα Κυψέλης περιοχής Χλόης οδός .... Το εν λόγω αγρόκτημα χωρίζεται στο βόρειο μέρος που συνορεύει με τον Σ.Κ., μήκους 90,30 μέτρων χωρίζεται εις τρία (3) οικόπεδα, μήκους εκάστου 30,10 μέτρα, ήτοι επί της οδού Γ. 30 μέτρα. Έτσι έκαστον οικόπεδο θα είναι 900 μέτρα. Μετά το μήκος των 30 μέτρων της οδού Κ. αφήνω 3 μέτρα διά τον δρόμο το ιδιοτικόν που θα γίνει και θα χωρίζη τ` ανωτέρω οικόπεδα με το υπόλοιπον Αγρόκτημα. Το υπόλοιπο μήκος από τον δρόμο των (3) μέτρων έως τη γωνία Α. & Κ. & εκ της γωνίας έως 8 μέτρα πριν της οικίας ανήκη στην Α. Κ. αδελφή της Σ. Κ., διαμένουσα εις Άρτα, ως δείχνει & το πρόχειρο τοπογραφικό, από τους αριθμούς 1, 2,3,4 το οποίο περικλείεται από τ` ανωτέρω 1,2,3,4 & περιλαβάνει το σπίτι & τις δυο αποθήκες ανήκη στην Σ. Κ., τα νούμερα 4, 5,6,7 αφήνω στον Ανυψιό μου Ι. Α. παιδί της αποθανούσας αδελφής μου Π. Α. Από τα νούμερα 7,8,9,10 το λεγόμενο Αμπέλι αφήνω στην αδελφή μου Α. Μ. που περιέχη 4 συκιές 2 ελιές κ.λπ. Από τα τρία τεμάχια των 30,10 μέτρων το μεν πρώτο επί της οδού Κ. ανήκη στον Γ. Τ. πρώτον εξάδελφο του συζύγου μου από αδελφή της πεθεράς μου, το μεσαίον τεμάχιον εις την Α. Γ., ανυψιά Δ. Τ. συζύγου μου, το τρίτο τεμάχιο αφήνω εις την ανυψιά μου Α. Τ. Όλα τ` ανωτέρω κληροδοτούνται εις τους ανωτέρω μετά τον θάνατο του συζύγου μου Δ. Τ. όστις έως του θανάτου του θα έχει την νομήν & υψηλήν κυριότητα αυτών. 2) το αγρόκτημα του Μ. το οποίο έχω προικύον θα κληροδοτώ εξ αδιαιρέτου εις τις ανυψιές μου Α. & Χ. Τ. μετά το θάνατο του συζύγου μου ο οποίος & διά του προικοσυμφώνου έχει την υψηλή κυριότητα και νομή του εν λόγω κτήματος. 3) το ήμισυ εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος εις την οδό Υ. στον Πειραιά που έχω εις την ιδιοκτησία μου κληροδοτώ εις τον σύζυγο μου Δ. Τ. Η διαθέτρια Α. Τ., το γένος P.». Στη διαθήκη της αυτή η διαθέτρια είχε προσαρτήσει, πρόχειρο ιδιόχειρο σκαρίφημα, το οποίο έφερε, στο άνω και κάτω μέρος αυτού την υπογραφή της και ημερομηνία την ίδια με αυτή της διαθήκης της, δηλαδή 14.8.1991. Το σκαρίφημα αυτό, ας σημειωθεί, δεν απεικονίζει όλα τα ακίνητα, που περιγράφονται στη διαθήκη, αλλά μόνο το ακίνητο της διαθέτριας στη θέση «Χλόη» στην Κυψέλη Αίγινας.

Περαιτέρω, μετά τη σύνταξη της διαθήκης αυτής, η ανωτέρω διαθέτις, όπως αποδεικνύεται από τα παρακάτω συμβόλαια και συνομολογούν, εκατέρωθεν, οι διάδικοι, μεταβίβασε, κατά κυριότητα, από τα αναφερόμενα στη διαθήκη της, τα ακόλουθα ακίνητα: 1) με το, νομίμως μεταγραφέν, υπ`αριθμόν .../24.5.1996 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αίγινας Μ. Ν. - Β., προς τη θυγατέρα της ενάγουσας Χ. Τ, έναν αγρό εκτάσεως 3.309,78 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση «Λ.» του τότε οικισμού και Κοινότητας Κυψέλης Αίγινας, επί του οποίου υπάρχει μία παλαιά ερειπωμένη διώροφη οικία, επιφάνειας 29,20 τ.μ. και ο οποίος αγρός αναφέρεται στη διαθήκη ως αγρόκτημα «Μ.», που, κατά τη διατύπωση της διαθέτιδας σ`αυτή «θα κληροδοτώ εξ αδιαιρέτου εις τις ανηψιές μου Α. & Χ. Τ, μετά το θάνατο του συζύγου μου ο οποίος ... έχει την υψηλή κυριότητα & νομή του εν λόγω κτήματος...». 2) με το, νόμιμα μεταγραφέν, υπ`αριθμόν .../18.Ί 2.2000 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου μεταβίβασε προς την αδελφή της Α. Κ. ένα οικόπεδο εντός των ορίων της Ζώνης... του Δημοτικού Διαμερίσματος Κυψέλης Αίγινας, που έχει έκταση 2.075 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς μήκους 90,55 μέτρων με ιδιοκτησία Σ.Κ., δυτικά επί πλευράς μήκους 90,10 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ίδιας, πωλήτριας, βόρεια επί προσώπου μήκους 30 μέτρων με οδό Μ. και νότια επί πλευράς μήλους 30 μ. με ιδιοκτησίες Σ. και Β. 3) Με το υπ`αριθμόν .../20.12.2000 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου μεταβίβασε προς τον Χ. Τ. μία αυτοτελή κάθετη ιδιοκτησία με τον αριθμό Ι, κειμένη εντός των ορίων Ζώνης... του Δημοτικού Διαμερίσματος Κυψέλης Αίγινας και επί της συμβολής των οδών Α. και Μ., η οποία εμφαίνεται μετά στοιχεία ΓΔΕΖΗΗ`Β`Γ στο από έτους 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Κ. Β. και συνορεύει ανατολικά επί προσώπου μήκους 3,39 μέτρων με οδό Α., βορειοανατολικά επί προσώπου μήκους 19,74 μέτρων με ίδια οδό, νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 34,40 μ. με την υπ` αριθμό II κάθετη ιδιοκτησία του αυτού σχεδιαγράμματος, βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 29,19 μέτρων με άλλη ιδιοκτησία της ίδιας (πωλήτριας) και νοτιοανατολικά επί πλευρών μήκους 12,60 και 14,42 μέτρων με οδό Μ. και, 4) με το, νομίμως μεταγραφέν, υπ`αριθμόν .../20.12.2000 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου μεταβίβασε προς τον πρώτο εξάδελφο του εναγομένου συζύγου της Γ. Τ. μία αυτοτελή κάθετη ιδιοκτησία με τον αριθμό II, κειμένη επίσης εντός των ορίων της Ζώνης... του Δημοτικού Διαμερίσματος Κυψέλης Αίγινας, η οποία εμφαίνεται με τα στοιχεία ΒΉ`ΑΒΒ` στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα της προαναφερόμενης αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού και συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 34,40 μέτρων με την υπ` αριθμόν Ι ιδιοκτησία του σχεδιαγράμματος αυτού, νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 34,40 μέτρων με άλλη ιδιοκτησία της ίδιας (πωλήτριας), βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 28,60 μέτρων με άλλη ιδιοκτησία της ίδιας και νοτιοανατολικά επί προσώπου μήκους 31,70 μέτρων με οδό Μ. Επίσης, μετά τον άνω χρόνο σύνταξης της διαθήκης αυτής, η προαναφερθείσα διαθέτρια, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, πραγματοποίησε στο σκαρίφημα αυτό τις ακόλουθες μεταβολές: α) Σε απροσδιόριστη χρονική στιγμή, διέγραψε, με χιασμό, τις μέχρι τότε εγγραφείσες λέξεις «Α. του Δ. Κ.», που δήλωναν τα στοιχεία της αδελφής της, στην οποία, όπως ανέφερε στη διαθήκη της «ανήκη» το τμήμα, του απεικονιζόμενου στο σκαρίφημα αυτό οικοπέδου, το οποίο βρισκόταν στο νότιο μέρος του όλου οικοπέδου και εκτεινόταν από την απεικονιζόμενη στο ίδιο σκαρίφημα γωνία Α. και Κ. έως τον ιδιωτικό δρόμο που όριζε, στο ίδιο κείμενο, να γίνει προς το σκοπό του χωρισμού του νότιου αυτού τμήματος του οικοπέδου της και, στη συνέχεια, β) διέγραψε, στις 10.2.1994, τα ονόματα των Γ. Τ., Α. Γ. και Α. Τ. και έθεσε, μετά τη διαγραφή, επί του οικείου χώρου του ίδιου σκαριφήματος το όνομα της προαναφερθείσας Α. Κ. Στο τελευταίο, αυτό σημείο, πέραν της ως άνω ιδιόχειρης ημερομηνίας η προαναφερθείσα διαθέτρια έθεσε και τη μονογραφή της. Οι μεταβολές αυτές (διαγραφές και προσθήκη), αφορούν αποκλειστικά στα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία, τα οποία η διαθέτις, μολονότι είχε συμπεριλάβει στη διαθήκη της, διέθεσε εν ζωή, ως άνω αναφέρεται, δηλαδή σε πρόσωπα, τα οποία ήδη είχε τιμήσει στη διαθήκη της.

VI. Η ενάγουσα, με αφορμή τις προαναφερθείσες επεμβάσεις της διαθέτιδας στο αρχικό σχεδίασμα του παραπάνω σκαριφήματος, καθώς και τις μεταγενέστερες του χρόνου της συντάξεως της διαθήκης εκποιήσεις των προαναφερθέντων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία περιλαμβανόταν σ` αυτή, συμπεραίνει και επικαλείται στην αγωγή της: α) ότι η, δημοσιευθείσα και κηρυχθείσα, κατά τα παραπάνω κυρία, ιδιόγραφη διαθήκη δεν είχε τέτοιο χαρακτήρα, αλλά ήταν μόνο ένα «σχέδιο διαθήκης - τοπογραφικό», δίχως «animus testandi», τοσούτο μάλλον καθόσον υπό το ακατάληπτο και αδύνατο διαχρονικά περιεχόμενο της, ως ενιαίο οργανικό σύνολο, επέρχεται η ακυρότητα αυτής και, β) επικουρικά, ότι με τις παραπάνω διαγραφές, αντικαταστάσεις των αρχικών εγκαταστατών και εκποιήσεις στοιχείων της κληρονομιάς, εκφράστηκε από τη διαθέτιδα η βούληση για ανάκληση της διαθήκης της, κατά νόμιμο τεκμήριο, αλλά και λόγω έλλειψης νοηματικής ενότητας με το τυχόν αντιφατικά σωζόμενο τμήμα, το οποίο δεν θα μπορούσε να συνταχθεί, ανεξάρτητα από τις μεταβολές αυτές (ΑΚ 181, 1765). Εν κατακλείδι, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι από τις παραπάνω μεταβολές προκύπτει η έλλειψη του «animus testandi» της διαθέτιδας, κατά το χρόνο συντάξεως της παραπάνω ιδιόγραφης διαθήκης της και ότι το κείμενο αυτό με το σκαρίφημα δεν αποτελούσε διαθήκη, αλλά «σχέδιο διαθήκης - τοπογραφικό» και επικουρικά, στην περίπτωση που θα κρινόταν το αντίθετο, ότι, δηλαδή, δεν είναι σχέδιο αλλά διαθήκη, πάλι, από τις ίδιες μεταβολές προκύπτει η πρόθεση της διαθέτιδας για ανάκληση της.

Ετέθησαν, λοιπόν, εν προκειμένω, με την αγωγή αυτή, προς δικαστική κρίση, και, ως εκ τούτου, ερευνητέα, τα παραπάνω δυο ζητήματα. Συγκεκριμένα: α) Αν με βάση τις προμνησθείσες μεταβολές προκύπτει έλλειψη του «animus testandi» της διαθέτιδας και η δημοσιευθείσα διαθήκη αποτελούσε «σχέδιο διαθήκης - τοπογραφικό», όπως υποστηρίζει η ενάγουσα και β) σε περίπτωση παραδοχής ότι αυτή είναι η διαθήκη της, αν με τις προδιαληφθείσες μεταβολές, οι οποίες, ας σημειωθεί, πέραν του ότι συνομολογούνται, εκατέρωθεν από τους διαδίκους, αποδεικνύονται και από το ίδιο το συνοδεύον τη διαθήκη σκαρίφημα, σε συνδυασμό προς τα αναφερόμενα στην αγωγή συμβόλαια μεταβιβάσεως ακινήτων, εκφράστηκε η βούληση της διαθέτιδας για ανάκληση της.

VII. Η εγκατάσταση κληρονόμου, η οποία κατά τον ΑΚ δεν υπόκειται σε πανηγυρικό τύπο, γίνεται με διαθήκη εφ`όσον από το περιεχόμενο αυτής συνάγεται πρόθεση του διαθέτη να ρυθμίσει τα της περιουσίας του μετά το θάνατο του και να ορίσει τον τιμώμενο ως άμεσο και καθολικό διάδοχο του. Η διαθήκη που συντάχθηκε χωρίς σοβαρή πρόθεση προς παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή χωρίς την ύπαρξη του animus testandi, είναι άκυρη. Η κρίση δε για την ύπαρξη ή μη της πιο πάνω πραγματικής βούλησης, εξαρτάται προεχόντως από την εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης και αν υπάρχει αδυναμία εξαγωγής τέτοιας κρίσης, από τη στάθμιση και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΑΠ 1113/1996 ΕλλΔνη 38,1113). Σημειώνεται ότι, κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βούλησης του διαθέτη είναι ο χρόνος της σύνταξης της διαθήκης (βλ. αναλυτικά για όλα τα παραπάνω στον Κορνηλάκη, στο Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, κατ`άρθρο ερμηνεία, Κληρον. Δικ. Υπ` άρθρα 1781 -1812, σελ. 272 επ.)

Περαιτέρω, υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης του animus testandi, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του ΑΚ, στην ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις αντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη από το άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών. Το έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βουλήσεως διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η με τις παραπάνω λέξεις γενόμενη διατύπωση είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που ο διαθέτης θέλησε. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το δικαστήριο κρίνει ότι η δήλωση της τελευταίας βουλήσεως εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται για την αποσαφήνιση τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξευρέσεως της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη (ΑΠ 1048/2002 ΕλλΔνη 2004, τόμ. 1, σελ. 161, ΑΠ 1665/2000 ΕλλΔνη 42,927). Ωστόσο, κατά την ερμηνεία των διαθηκών δεν αναζητείται μία βούληση του διαθέτη αποκομμένη από τη σχετική δήλωση της βούλησης αυτής, αλλά το τι ήθελε να πει ο διαθέτης χρησιμοποιώντας τις συγκεκριμένες λέξεις. Έτσι, για την εξεύρεση αυτής της αληθινής βούλησης του διαθέτη αποβλέπουμε καταρχήν στο κοινό νόημα των λέξεων που χρησιμοποιεί ο διαθέτης στη διαθήκη. Αν, όμως, αποδεικνύεται, ότι αυτός χρησιμοποίησε τις συγκεκριμένες λέξεις με άλλο νόημα, είναι φανερό ότι πρέπει να αποβλέψουμε στο διαφορετικό αυτό νόημα. Η αναζητούμενη, με την ερμηνεία, αληθινή βούληση του διαθέτη θα πρέπει να βρίσκει κάποιο, έστω και έμμεσο, στήριγμα στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης, γιατί αλλιώς θα παραβιάζονταν οι διατάξεις για τον τύπο των διαθηκών, ενώ θα υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να αλλοιωθεί πλήρως η βούληση του διαθέτη με τη βοήθεια ψευδομαρτύρων. Με την παραπάνω προϋπόθεση, επιτρέπεται κατά την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του διαθέτη η προσφυγή και σε όλα τα προσιτά γεγονότα ή στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη διαθήκη, λ.χ. έγγραφα, συνομιλίες ή άλλες εκδηλώσεις του διαθέτη, οι σχέσεις του με ορισμένα πρόσωπα κ.τ.λ. χωρίς να χρειάζεται να αναφέρονται, έστω και υπαινικτικά, στο κείμενο της διαθήκης. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας διάταξης τελευταίας βούλησης, κατά το γνωστό κανόνα του β.ρ.δ., που επιβάλλει τη «φιλάγαθη» ή «καλοθελή» ερμηνεία της διαθήκης (interpretatio benigna), θα πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία που διασώζει το κύρος της. Από το γεγονός, ότι ο κανόνας αυτός δεν επαναλήφθηκε στον ΑΚ, δεν συνάγεται, ότι δεν ισχύει σήμερα, αφού μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάγεται από τις ΑΚ 173, 1783 εδ. 2,1794 και 1979 καθώς και από τη γενικότερη αρχή της κατά το δυνατό εκπλήρωσης της θέλησης του διαθέτη, που απορρέει από το όλο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου (ΑΠ 243/1970 ΕΕΝ 37,611, ΑΠ 5187/1967 ΝοΒ 16,95, ΕφΑΘ 3463/2003 ΕλλΔνη 2004,1496).

Εξάλλου, από το άρθρο 1765 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο περί του ότι, εάν ο διαθέτης καταστρέψει το έγγραφο της ιδιόγραφης διαθήκης του ή επιχειρήσει επ` αυτού οιασδήποτε μεταβολές, με τις οποίες εκφράζεται συνήθως και σε κάθε περίπτωση η βούληση περί ανακλήσεως εγγράφου δηλώσεως, τεκμαίρεται ότι και στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε σκοπό αυτός την ανάκληση της διαθήκης του. Κατά του ως άνω μαχητού τεκμηρίου χωρεί, όμως, ανταπόδειξη (338 παρ. 2 ΚΠολΔ) ότι η μεταβολή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της ορισμένης διαθήκης έγινε από άλλη αιτία, π.χ. εκ πλάνης ήτοι από εσφαλμένη γνώση της πραγματικής καταστάσεως ή από απροσεξία, δηλαδή για τέτοιο παράπτωμα της βουλήσεως συνεπεία κάποιου λόγου ή για οποιονδήποτε άλλο σκοπό εκτός αυτού της ανακλήσεως, πράγματα τα οποία πρέπει ειδικώς να προτείνει και αν χρειαστεί να αποδείξει ο μαχόμενος υπέρ της ανατροπής του τεκμηρίου (ΑΠ 1697/1984 ΕλλΔνη 26,207).

[...] αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 7.3.2002 απεβίωσε, στη Βούλα Αττικής, η, σύζυγος του εναγομένου και αδελφή της ενάγουσας, Α. Τ., κάτοικος εν ζωή Κυψέλης Αίγινας. Μετά το θάνατο της βρέθηκε η προαναφερθείσα ιδιόγραφη διαθήκη, με το πιο πάνω περιεχόμενο, η οποία, με μέριμνα του εναγομένου, δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε, κατά τα παραπάνω, κυρία.

Κατά το χρόνο του θανάτου της διαθέτιδας η περιουσία της αποτελείτο από: α) το τμήμα του απεικονιζόμενου στο σκαρίφημα ακινήτου, που ορίζεται σ` αυτό και τη διαθήκη με τους αριθμούς 1,2, 3,4, έχει εμβαδό 3.300,54 τ.μ., περιλαμβάνει μία οικία και δύο αποθήκες και ορίσθηκε, με τη διαθήκη, να περιέλθει μετά το θάνατο του εναγομένου συζύγου της, στη Σ. Κ. β) το τμήμα, εμβαδού 1.258,25 τ.μ., που ορίζεται στο σκαρίφημα και τη διαθήκη με τους αριθμούς 4,5,6,7 και ορίσθηκε με αυτή να περιέλθει, μετά το θάνατο του συζύγου της, στον ανιψιό, από αδελφή της, Ι.Α. γ) το τμήμα, εμβαδού 2.304,84 τ.μ., που ορίζεται στο σκαρίφημα και τη διαθήκη με τους αριθμούς 7,8,9,10 και ορίσθηκε, σ`αυτή, να περιέλθει, μετά το θάνατο του εναγομένου, συζύγου της, στην αδελφή της Α. Μ. Και, δ) το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, που είχε στην κυριότητα της (το υπόλοιπο ανήκε στον εναγόμενο σύζυγο της) διαμερίσματος στην οδό Υ., αρ.... στον Πειραιά, το οποίο με τη διαθήκη κληρονομούσε ο εναγόμενος, χωρίς το βάρος καταπιστεύματος, όπως είχε ορισθεί με τη διαθήκη για όλα τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία της διαθέτιδας. Τα λοιπά αναφερόμενα στη διαθήκη περιουσιακά στοιχεία της διαθέτιδας δεν ανήκαν σ` αυτήν, κατά το χρόνο του θανάτου της και δεν αποτελούν στοιχεία της κληρονομιαίας περιουσίας, αφού αυτά είχαν ήδη μεταβιβασθεί, από αυτή εν ζωή, όπως παραπάνω (παρ. V της παρούσας) αναφέρεται.

Το Δικαστήριο τούτο, συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω και λαμβάνοντας, ακόμα, υπόψη ότι το κείμενο της ένδικης διαθήκης φέρει, εξαρχής μέχρι τέλους, τον τύπο και όλα τα απαιτούμενα, από τη διάταξη του άρθρου 1721 του ΑΚ, στοιχεία για τη σύνταξη έγκυρης ιδιόγραφης διαθήκης και συγκεκριμένα ότι: Με τη διαθήκη αυτή η ανωτέρω θανούσα διέθεσε ολόκληρη την υπάρχουσα, κατά το χρόνο της συντάξεως αυτής, περιουσία της. Επίσης, όπως δεν αμφισβητείται, εκατέρωθεν, η διαθήκη αυτή έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι της διαθέτιδας. Έχει τεθεί, από αυτή πλήρης ημερομηνία συντάξεως της διαθήκης (η 14.8.1991). Ενώ, στο τέλος του κειμένου της έχει υπογράψει η ίδια, όπως, επίσης, δεν αμφισβητείται, εκατέρωθεν ως «η διαθέτρια». Ακόμη, στο προοίμιο του κειμένου της διαθήκης της, η εν λόγω διαθέτις, επιπλέον, ανέγραψε: «...έχουσα σώας τας φρένας υπογράφω...». Τη φράση αυτή έθεσε, η διαθέτιδα, προφανώς, για να δηλώσει, με έμφαση και σαφήνεια και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία, για τη σοβαρότητα της πρόθεσης της να αποτελέσει το κείμενο αυτό τη διαθήκη της. Η διαθέτις αυτή, οδοντίατρος το επάγγελμα, όπως αναφέρει και στην αρχή της διαθήκης της, λόγω αυτού του μορφωτικού της επιπέδου και της σχετικής, με το επίπεδο αυτό, συναλλακτικής και κοινωνικής της εμπειρίας, είχε τη δυνατότητα, αλλά και τη γνώση να αντιλαμβάνεται και αντίλαμβανόταν πλήρως, την έννοια και τις συνέπειες τόσο των παραπάνω δηλώσεων της, όσο και του όλου περιεχομένου του υπόψη κειμένου που υπέγραψε, καθώς, επίσης και του απαιτουμένου τύπου για τη σύνταξη έγκυρης ιδιόγραφης διαθήκης. Έχουσα δε τη γνώση αυτή, η διαθέτις, διαμόρφωσε το παραπάνω κείμενο, κατά τρόπον ώστε αυτό να περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο (ΑΚ1721) στοιχεία, όπως ήδη σημειώθηκε, για να μην πάσχει ακυρότητα και να αποτελέσει αυτό την έγκυρη ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία όρισε τον τρόπο διάθεσης, μετά το θάνατο της, ολόκληρης της υφισταμένης, τότε, περιουσίας της.

Από όλα τα προεκτεθέντα, λοιπόν, προκύπτει, με σαφήνεια, ότι το ως άνω κείμενο συντάχθηκε, εξολοκλήρου, ιδιοχείρως από την άνω διαθέτιδα, με σκοπό να αποτελέσει αυτό την ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία αυτή θέλησε να διαθέσει στους αναφερομένους σ`αυτή τιμώμενους, όπως και διέθεσε, το σύνολο της υφισταμένης κατά το χρόνο της συντάξεως αυτής περιουσίας της. Αντίθετα, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε η ύπαρξη κανενός λόγου, ούτε άλλωστε η ενάγουσα επικαλείται, πολλώ δε μάλλον δεν αποδείχθηκε τέτοιος, δηλαδή να έχει η ως άνω διαθέτις, κατά το χρόνο συντάξεως της ένδικης διαθήκης, τη βούληση να συντάξει απλώς ένα σχέδιο διαθήκης με την παραπάνω, όμως, μορφή, δηλαδή να πληροί αυτό όλες τις, κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 του ΑΚ, προϋποθέσεις, ως να είναι αυτό μία ισχυρή, πλήρης και έγκυρη ιδιόγραφη διαθήκη. Σημειώνεται, ότι και η μάρτυρας της ενάγουσας (ο εναγόμενος δεν εξέτασε μάρτυρα), η οποία εξετάσθηκε, ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ουδέν σχετικώς, αναφέρει, σε επίρρωση του ισχυρισμού αυτού της ενάγουσας και ειδικότερα ότι η διαθέτιδα συντάσσοντας το παραπάνω κείμενο είχε σκοπό και ήθελε να συντάξει μόνο ένα απλό σχέδιο διαθήκης - τοπογραφικό, με την προαναφερθείσα αυτού μορφή και όχι έγκυρη διαθήκη. Από όλα τα παραπάνω, συνεπώς, δεν καταλείπεται αμφιβολία στο δικαστήριο τούτο ότι, κατά τον ως άνω χρόνο συντάξεως της ένδικης διαθήκης υπήρχε το «animus testandi» στη συντάξασα αυτή διαθέτιδα. Δηλαδή, ότι αυτή συνέταξε την εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη με σοβαρή πρόθεση και όχι ως απλό σχέδιο διαθήκης, για να διαθέσει, μετά το θάνατο της το σύνολο της περιουσίας της στα αναφερόμενα σ`αυτή τιμώμενα πρόσωπα.

Περαιτέρω, από τις μεταγενέστερες μεταβιβάσεις, εν ζωή, από τη διαθέτιδα των ως άνω περιουσιακών της στοιχείων, τα οποία είχε συμπεριλάβει στη διαθήκη της, καθώς και τις διαγραφές και προσθήκες, τις οποίες αυτή επέφερε στο συνοδευτικό της διαθήκης της σκαρίφημα και οι οποίες αφορούν τα συγκεκριμένα αυτά ακίνητα, που μεταβιβάστηκαν και τα πρόσωπα, που αναγραφόταν στην οικεία θέση, όπου απεικονιζόταν αυτά στο σκαρίφημα, ως τιμώμενα και στα οποία, ας σημειωθεί μεταβιβάστηκαν ακίνητα, που είχαν περιληφθεί στη διαθήκη, δεν συνάγεται, ενόψει και όλων όσων παραπάνω εκτίθενται, ότι, κατά τον ως άνω χρόνο συντάξεως της διαθήκης αυτής, η ανωτέρω θανούσα, συγγενής των διαδίκων, δεν είχε το animus testandi και ότι αυτή, συντάσσοντας το παραπάνω κείμενο και το συνοδευτικό αυτού σκαρίφημα, είχε τη βούληση να συντάξει μόνο ένα απλό σχέδιο διαθήκης και τοπογραφικό διάγραμμα, χωρίς να θέλει να συντάξει διαθήκη. Αν, βέβαια, η διαθέτις αυτή ήθελε να συντάξει μόνο ένα σχέδιο διαθήκης, ενόψει των παραπάνω γνώσεων και εμπειριών της, όπως, ήδη εκτέθηκε, ασφαλώς και δεν θα διαμόρφωνε το ένδικο κείμενο, όπως παραπάνω, δηλαδή, κατά τρόπον ώστε αυτό να φέρει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη σύνταξη έγκυρης ιδιόγραφης διαθήκης. Στη συνέχεια, προκύπτει ότι και μετά τις μεταβολές αυτές το κείμενο της διαθήκης δεν καθίσταται ασαφές και ακατανόητο, ώστε να συνάγεται, εξ αυτού, έλλειψη animus testandi στο πρόσωπο της διαθέτιδας, κατά το χρόνο σύνταξης της και βούληση αυτής να μην αποτελέσει τη διαθήκη της. Αντίθετα με όσα, κατά τα παραπάνω, υποστηρίζει η ενάγουσα, το κείμενο της διαθήκης μετά τις παραπάνω αναφερόμενες μεταβολές, έχει πλήρη αυτοτέλεια και δε συναρτάται, καθ`οιονδήποτε τρόπο, με τις διατάξεις της που αφορούν τα ακίνητα που διατέθηκαν εν ζωή της κληρονομουμένης, ώστε να συνάγεται ότι αυτό δεν θα μπορούσε να συνταχθεί ανεξάρτητα από τις μεταβολές αυτές, είναι απόλυτα σαφές και κατανοητό και εκφράζεται με αυτό, χωρίς να προκαλείται καμία σύγχυση σχετικώς, η βούληση της διαθέτιδας να εγκατασταθεί ο εναγόμενος σύζυγος της ως ο μοναδικός της κληρονόμος σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία της και να συστήνεται, μετά το θάνατο αυτού, καταπίστευμα υπέρ των αναφερομένων στη διαθήκη λοιπών συγγενών της, με αντικείμενο του καταπιστεύματος τα αναφερόμενα σ` αυτήν ακίνητα, τα οποία, κατά τα παραπάνω, αυτή όρισε να περιέλθουν σ` αυτούς, μετά το θάνατο του συζύγου της. Η βούληση της αυτή προκύπτει, με σαφήνεια, χωρίς να χρήζει ερμηνείας, από τη διάταξη της ένδικης διαθήκης, κατά την οποία: «Όλα τα ανωτέρω κληροδοτούνται εις τους ανωτέρω μετά το θάνατο του συζήγου μου Δ. Τ. όστις έως του θανάτου του θα έχει την νομήν & υψηλήν κυριότητα».

Η διαθέτις, η οποία, όπως αναφέρθηκε, ήταν οδοντίατρος και δεν διέθετε νομικές γνώσεις, ώστε να ακριβολογήσει νομικά (π. χ. χρησιμοποιεί στη διαθήκη της τη φράση «έχω στην κατοχή μου» για να δηλώσει την κυριότητα της) και να χρησιμοποιήσει ορθά τις έννοιες της κληροδοσίας και του καταπιστεύματος. Με την παραπάνω διατύπωση στη διαθήκη της, όμως, όπως σαφώς προκύπτει από αυτή, ανεξάρτητα από τις ως άνω λέξεις, τις οποίες χρησιμοποίησε προς τούτο, εξέφρασε τη σαφή βούληση της ώστε, μετά το θάνατο της ολόκληρη η περιουσία της να περιέλθει στο σύζυγο της ορίζοντας ότι αυτός «θα έχει την νομήν & υψηλήν κυριότητα αυτών», δηλαδή την πλήρη κυριότητα κάθε περιουσιακού της στοιχείου, όπως αυτά ανωτέρω περιγράφονται και μετά το θάνατο αυτού να περιέλθει, στους αναφερόμενους σ`αυτή «κληροδόχους». Σαφώς προκύπτει ότι η διαθέτις χρησιμοποιώντας τη λέξη «κληροδόχους» ήθελε να αποδώσει την έννοια του καταπιστευματοδόχου, δεδομένου ότι με τη σύσταση κληροδοσίας ο τιμώμενος εγκαθίσταται στην κληρονομιά ως ειδικός διάδοχος του κληρονομουμένου, με ενοχικό, κατά κανόνα δικαίωμα (ΑΠ 16/2003 ΕλλΔνη 44,1326), ενώ με το κληρονομικό καταπίστευμα, παρέχεται στο διαθέτη η δυνατότητα όχι μόνο να ορίσει τον κληρονόμο του, αλλά να καθορίσει και απώτερο κληρονόμο ή κληρονόμους του, στους οποίους θα περιέλθει η κληρονομιά του, κατά κανόνα όταν πεθάνει, ο αρχικός κληρονόμος. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι για τη σύσταση καταπιστεύματος δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξης «καταπίστευμα», μπορεί δε να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί, πάντως, να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση αυτού να γίνει κάποιος κληρονόμος του μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα και μετέπειτα να γίνει κληρονόμος του άλλος, όπως, ακριβώς, συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση (/. Κατράς, ό.π. 135 Π, σελ. 1284).

Με τις μεταγενέστερες, της συντάξεως της διαθήκης, διαγραφές και παρεμβάσεις στο πρόχειρο σκαρίφημα, καθώς και τις αντιστοιχούσες σε αυτές μεταβιβάσεις των προαναφερθέντων ακινήτων, η διαθέτις εξέφρασε, σαφώς, τη βούληση της να μην ισχύσει η ένδικη διαθήκη της μόνο καθ`ο μέρος εθίγησαν, με αυτές, οι διατάξεις της. Οι ως άνω διαγραφές και προσθήκες στο σκαρίφημα, όπως ήδη σημειώθηκε, δεν αφορούσαν τα στοιχεία της περιουσίας που ανήκαν στη θανούσα κατά το χρόνο του θανάτου της, αλλά αυτά, τα οποία είχε μεταβιβάσει αυτή εν ζωή και για τα οποία, με την, κατά τα παραπάνω, μεταβίβαση τους, εξέφρασε τη βούληση της να μην ισχύσουν οι διατάξεις της διαθήκης της, που αφορούσαν, αποκλειστικά αυτά. Ως προς τις διατάξεις αυτές και μόνο και κατά το μέρος τούτο θεωρείται, ως εκ τούτου, η διαθήκη αυτή ανακληθείσα. Οι μεταβολές αυτές δεν θίγουν ούτε επηρεάζουν, καθ` οιονδήποτε τρόπο, τις διατάξεις της διαθήκης, που αφορούν τα σωζόμενα, κατά το χρόνο του θανάτου της ακίνητα. Ως προς τα τελευταία αυτά περιουσιακά στοιχεία, με σαφήνεια, συνάγεται, με βάση τα προαναφερθέντα, η βούληση της διαθέτιδας να ισχύσουν οι διατάξεις της διαθήκης της. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι παραπάνω μεταβολές αποτυπώθηκαν, από τη διαθέτιδα, μόνο στο σκαρίφημα και όχι στο κείμενο της διαθήκης. Από τούτο, συνάγεται ότι η διαθέτις φοβούμενη μήπως προκληθεί σύγχυση και ακυρότητα, ως προς το σύνολο των διατάξεων της διαθήκης της, πράγμα, που, κατά τα παραπάνω, δεν ήθελε, δεν έθιξε καθόλου το αρχικό της κείμενο, αλλά σημείωσε αυτές μόνο στο σκαρίφημα, και μάλιστα, όπως σημειώθηκε, χωρίς να τις χρονολογήσει όλες και να τις υπογράψει, (μόνο τη μία χρονολόγησε και έθεσε τη μονογραφή της), γιατί, ως στερούμενη αυτή, κατά τα παραπάνω, νομικών γνώσεων, είχε την πεποίθηση ότι το σκαρίφημα ήταν πρόχειρο τοπογραφικό, όπως άλλωστε το χαρακτηρίζει στη διαθήκη της και ότι δεν είχε το ίδιο με αυτή (διαθήκη) κύρος. Αν ήθελε η διαθέτις να ανακαλέσει ολόκληρη τη διαθήκη της, τότε ή θα συνέτασσε άλλη, με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο της πρώτης, αφού αυτή είχε τον προς τούτο απαιτούμενο χρόνο, δεδομένου ότι από τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης μέχρι το θάνατο της μεσολάβησε χρονικό διάστημα ένδεκα ετών, ή θα διέγραφε ολόκληρο το κείμενο της, όπως έπραξε, ως άνω με ορισμένα μέρη του σκαριφήματος ή θα κατέστρεφε, καθ`οιονδήποτε τρόπο, το έγγραφο της, ώστε να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή, αν αυτή ήταν η πραγματική της βούληση. Η κρίση αυτή, άλλωστε, συνάδει και στη γενικότερη αρχή που, όπως στην υπό στοιχείο VII της παρούσας σημειώθηκε, απορρέει από το όλο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου, της κατά το δυνατό εκπλήρωσης της θέλησης του διαθέτη, η οποία επιβάλλει να διασώζεται το κύρος της διαθήκης.

Εξάλλου, από το γεγονός ότι η διαγραφή από την οικεία θέση στο σκαρίφημα, κατά τα προαναφερθέντα, των ονομάτων των εγκαταστατών Γ. Τ., Α. Γ. και Α. Τ. και η θέση εκεί του ονόματος της Α. Κ., φέρει ημερομηνία 10.2.1994, ενώ οι μεταβιβάσεις των περιουσιακών στοιχείων, που αντιστοιχούσαν στις μεταβολές αυτές έλαβαν χώρα, κατά τα προμνησθέντα, σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα, στις 18 και 20.12.2000, δεν μπορεί να συναχθεί διαφορετική κρίση, από την παραπάνω, εφόσον, προφανώς, από τότε (10.2.1994) η διαθέτις είχε την πρόθεση να πραγματοποιήσει τις μεταβολές αυτές, έπραξε όμως τούτο στους ως άνω χρόνους, όταν, πλέον αυτή διαπίστωσε ότι τα βιολογικά της περιθώρια είχαν στενέψει αρκετά και δεν θα προλάβαινε να τις πραγματοποιήσει, αφού, από πενταετίας προ του θανάτου της έπασχε από καρκίνο και είχε υποστεί επέμβαση ανοιχτής καρδιάς (τετραπλό by pass). Άλλωστε, πρέπει να σημειωθεί ότι και χωρίς τις προαναφερθείσες διαγραφές και προσθήκες στο σκαρίφημα, οι διατάξεις της διαθήκης που αφορούσαν τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν, μεταγενέστερα της σύνταξης της ως ανωτέρω, θα ήσαν άκυρες, λόγω της αδυναμίας εφαρμογής τους, αφού τα στοιχεία αυτά είχαν μεταβιβασθεί από τη διαθέτιδα, εν ζωή και μάλιστα σε τιμώμενα στη διαθήκη της πρόσωπα και δεν περιλαμβανόταν αυτά στην περιουσία της, κατά το χρόνο του θανάτου της (άρθρο 1710 ΑΚ, βλ. ΑΠ Ολ 12/1998 ΕλλΔνη 39,77, /. Κατράς, Αγωγές Αστικού Κώδικα και Ενστάσεις, 6η έκδοση, παρ. 132 Α2, σελ. 1252). Η ακυρότητα αυτή αφορά μόνο τα ανωτέρω, συγκεκριμένα και αυτοτελή περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς, που μεταβιβάστηκαν, όχι δε και τα λοιπά, τα οποία αποτελούσαν την περιουσία της διαθέτιδας, που υπήρχε κατά το χρόνο του θανάτου της και τα οποία αντιστοιχούν στους σ` αυτά εγκαταστάτους. Από την ακυρότητα, συνεπώς, των διατάξεων της διαθήκης, που αφορούν μόνο τα άνω μεταβιβασθέντα ακίνητα, δεν επηρεάζεται το κύρος και των λοιπών, αυτοτελών, διατάξεων της, που αφορούν τα ως άνω υφιστάμενα, κατά το θάνατο της διαθέτιδας περιουσιακά της στοιχεία και δεν προκαλείται ακυρότητα της διαθήκης στο σύνολο της. Όπως δεν θα προκαλείτο ακυρότητα και αν τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία που μετεβίβασε εν ζωή τα διέθετε με άλλη, μεταγενέστερη της ένδικης, διαθήκη, αφού η τελευταία διαθήκη θα καταργούσε με το περιεχόμενο της την πρώτη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σ` αυτήν (βλ. άρθρο 1764 ΑΚ).

Από όλα τα παραπάνω, λοιπόν, συνάγεται, με πλήρη δικανική πεποίθηση, ότι η διαθέτις συνέταξε την ένδικη διαθήκη με «animus testandi», δηλαδή, με σοβαρή πρόθεση και όχι ως απλό σχέδιο διαθήκης, για να διαθέσει, μετά το θάνατο της το σύνολο της περιουσίας της στα αναφερόμενα σ`αυτή τιμώμενα πρόσωπα. Συνάγεται, επίσης, η σαφής βούληση της διαθέτιδας να ισχύσουν οι διατάξεις της διαθήκης της για τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν σ`αυτή κατά το χρόνο του θανάτου της και να μην ισχύσουν μόνο για όσα αυτή είχε ήδη μεταβιβάσει, ως άνω, εν ζωή. Συμπερασματικά, με βάση τις προαναφερθείσες μεταβολές στο σκαρίφημα της διαθήκης και τις μεταγενέστερες αυτής, ως άνω, μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων δεν συνάγεται ότι η διαθέτις, κατά το χρόνο της σύνταξης της δεν είχε το animus testandi και ότι είχε πρόθεση να συντάξει μόνο απλό σχέδιο διαθήκης, ούτε ότι από τις μεταβολές αυτές επέρχεται η ακυρότητα της διαθήκης στο σύνολο της. Καθώς και ότι με αυτές (μεταβολές) η διαθέτις εξέφρασε τη βούληση της για ανάκληση της διαθήκης στο σύνολο της, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ήδη εκκαλούσα, ενάγουσα. Περαιτέρω, και ο ισχυρισμός της ενάγουσας, που προβλήθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρεται με την υπό κρίση έφεση της, ότι με την εγκατάσταση του εναγομένου, ο οποίος είναι νόμιμος μεριδούχος σε ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου σ`ολόκληρη την κληρονομιά, βεβαρυμένου και κατά το ποσοστό αυτό της νόμιμης μοίρας του, με τα παραπάνω καταπιστεύματα, προσβλήθηκε η νόμιμη μοίρα αυτού, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 1800, 1820 εδ. α`, 1825,1827,1829,1923 παρ. 1 και 1941 του ΑΚ τούτο, ως απορρέον από κανόνες δημοσίας τάξεως, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη και επέρχεται ακυρότητα της διαθήκης, καθ` ο μέρος προσβάλλεται, με τις διατάξεις της, η νόμιμη μοίρα του, αλυσιτελώς προβάλλεται, εν προκειμένω. Τούτο δε διότι, από τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 2,1825 έως 1827,1829,1846 έως 1851 και 1857 του ΑΚ, προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαθήκης από την παράβαση του δικαίου της νόμιμης μοίρας είναι σχετική, έχοντας ταχθεί μόνο υπέρ του μεριδούχου, ο οποίος δικαιούται σε παραίτηση του από αυτό το δικαίωμα, ρητά ή σιωπηρά, συναγόμενη και συμπερασματικά, από πράξεις που εμφαίνουν βούληση παραιτήσεως, ακόμη και αν περιλαμβάνονται στην κληρονομιά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, η σύμβαση μεταβιβάσεως των οποίων απαιτείται να γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (1578/2007 ΕλλΔνη 49,179, ΑΠ 1135/2002 ΕλλΔνη 45,461, ΑΠ 975/2002 ΕλλΔνη 44,1327, ΑΠ 362/2002 ΕλλΔνη 43,752) και δεν δικαιούται να τον προβάλλει, εν προκειμένω, η ενάγουσα, τρίτη και μη επηρεαζόμενη, ως προς τα κληρονομικά της δικαιώματα, από την προσβολή της νόμιμης μοίρας ως ανωτέρω του εναγομένου.

Επομένως, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις του Δικαστηρίου τούτου, η ένδικη διαθήκη συντάχθηκε από την ως άνω διαθέτιδα με animus testandi, και η διαθήκη αυτή είναι έγκυρη και ισχυρή, μη ανακληθείσα ως προς τις προαναφερθείσες διατάξεις της, δηλαδή αυτές που αφορούν την περιουσία της κληρονομουμένης διαθέτιδας, η οποία περιλαμβάνεται στη διαθήκη της και υπήρχε κατά το χρόνο του θανάτου της, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, καταλήγοντας στις ίδιες κρίσεις, απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της, αν και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προμνησθείσες διατάξεις και (ορθά) εκτίμησε τις αποδείξεις. Τέλος, ενόψει του ως άνω αντικειμένου της προκειμένης δίκης, το οποίο αποτιμάται στο ποσό των 96.166 ευρώ, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προσδιόρισε τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου σε 2.000 ευρώ και επέβαλε αυτά εις βάρος της ενάγουσας, λόγω της ήττας της, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 107 παρ. 1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, 176,189 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Κατ`ακολουθίαν, όλοι οι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως (Δ1 - Δ9) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως και η έφεση αυτή στο σύνολο της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Α.Σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: