Πολιτική δικονομία. Μεταβίβαση ακινήτου λόγω κληρονομικής διαδοχής. Χρόνος απόκτησης της κυριότητας. Εφόσον ο θάνατος του κληρονομούμενου επήλθε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται στην αγωγή τα στοιχεία της αποδοχής και μεταγραφής της κληρονομίας. Στοιχεία....1432/2011 ΑΠ


Εξαιρετέοι μάρτυρες. Πότε η σχετική ένσταση εξαιρέσεως είναι βάσιμη. Μόνη η ιδιότητα του μάρτυρα ως διαδίκου σε άλλη αγωγή που στρέφεται κατά του ενισταμένου και έχει το ίδιο αντικείμενο με την αγωγή για την οποία κλήθηκε να καταθέσει δεν αρκεί, για την εξαίρεσή του. Η ένσταση εξαιρέσεως....50/2014 ΕΦ ΔΥΤ. ΣΤΕΡ. ΕΛΛΑΔΑΣ

1432/2011 ΑΠ ( 564300)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Πολιτική δικονομία. Μεταβίβαση ακινήτου λόγω κληρονομικής διαδοχής. Χρόνος απόκτησης της κυριότητας. Εφόσον ο θάνατος του κληρονομούμενου επήλθε πριν από την..
εισαγωγή του ΑΚ, δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται στην αγωγή τα στοιχεία της αποδοχής και μεταγραφής της κληρονομίας. Στοιχεία που πρέπει να αναγράφονται στην περίπτωση αυτή στην σχετική διεκδικητική αγωγή. Τι ισχύει επί κληρονομικής διαδοχής πριν την εισαγωγή του ΑΚ. Περιστατικά. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 66/2008 απόφαση ΕφΝαυπλίου).

  

Αριθμός 1432/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Β. Δ. Γ., κατοίκου .., 2. Σ. θυγ. Δ. Γ., κατοίκου ..., 3. Ο. συζ. Α. Τ., το γένος Π. Γ., κατοίκου ..., 4. Β. Π. Γ., κατοίκου ..., 5. Γ. συζ. Ι. Κ., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ..., 6. Μ. ή Μ. θυγ. Κ. Γ., κατοίκου .... ...... ..... και 7. Χ. Κ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Χριστοδούλου. Η ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται από τον 4ο λόγο της από 25-6-2008 αιτήσεως αναιρέσεως.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Η. Γ., κατοίκου Β. Λ. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... ..... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 861/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 66/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 6-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η αοριστία της αγωγής η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα. Κατά δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων, κινητών και ακινήτων, πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνεται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία όμως της αποδοχής και της μεταγραφής αυτής δεν είναι αναγκαία να μνημονεύονται στην αγωγή στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), εφόσον η κληρονομία του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ Β.Ρ.Δ., οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγομένη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη σ` αυτή και απόκτησή της. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3- 1), 14 πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη. Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώραν υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ., πρέπει, για τη νομική πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής, να αναφέρονται σ` αυτή τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομίας στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως σ` αυτόν, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομία με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και αναμίχθηκε σ` αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομία, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αρχικοί ενάγοντες με την ένδικη από 8-2-1999 περί κλήρου αγωγή τους ισχυρίστηκαν, ότι στις 8-11-1945 απεβίωσε στο ... ο Β. Γ., πατέρας των πρώτου και τέταρτου των εναγόντων και παππούς των λοιπών διαδίκων (εναγόντων και εναγομένων). Ο εν λόγω αποβιώσας, με την ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωάννη Ζαφείρη, που δημοσιεύτηκε με το ... πρακτικό δημοσιεύσεως του Πρωτοδικείου ..... , όρισε ότι η ακίνητη περιουσία του, όπως αυτή αναλυτικά αναγράφεται στην αγωγή, θα περιέλθει κατ` επικαρπία εφόρου ζωής τους και κατ` ίσες μερίδες (1/9 εξ αδιαιρέτου) σε καθένα από τα εννέα τέκνα του, ήτοι τους Ι., Π., Κ., Σ., Π., Σ., Π., Δ. και Η. Περαιτέρω, όρισε ότι η ψιλή κυριότητα της ακίνητης περιουσίας του θα περιέλθει ως καταπίστευμα στα νόμιμα τέκνα τους (εγγόνια του) με την ενηλικίωσή τους. Οτι σύμφωνα με την ως άνω διαθήκη καθένας από τους ενάγοντες εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος επί των κληρονομιαίων ακινήτων κατά τα ακόλουθα εξ αδιαιρέτου ποσοστά: Ο πρώτος ενάγων Δ. Γ. (υιός του κληρονομουμένου) κατά το 1/9 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος επικαρπίας και τα δύο τέκνα του (δεύτερος και τρίτη των εναγόντων) Β. και Σ. Γ. κατά το 1/18 εξ αδιαιρέτου έκαστος του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας από της ενηλικιώσεώς τους (1982 και 1983, αντίστοιχα). Ο τέταρτος των εναγόντων Π. Γ. (υιός του κληρονομουμένου) κατά το 1/9 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος της επικαρπίας και τα δύο τέκνα του (πέμπτος και έκτος των εναγόντων) Ο. Τ.-Γ. και Β. Γ. κατά το 1/18 εξ αδιαιρέτου έκαστος της ψιλής κυριότητας από της ενηλικιώσεώς τους (1980 και 1983 αντίστοιχα). Και οι τρεις τελευταίοι των εναγόντων Γ. Κ.-Γ., Μ. Γ. και Χ. Γ. κατά το 1/27 εξ αδιαιρέτου έκαστος του δικαιώματος της πλήρους κυριότητας από την 22-1-1949, ήτοι από το χρόνο θανάτου του πατέρα τους και υιού του κληρονομουμένου Κ. Γ.. Ότι την ως άνω επαχθείσα σ` αυτούς κληρονομία "άπαντες έχουν νομίμως αποδεχθεί, καταστάντες έτσι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατά το εις έκαστον ανήκον ποσοστό, από του χρόνου της επαγωγής της κληρονομίας, την οποία κληρονομία και αύθις ρητώς και ανεπιφυλάκτως απεδέχθησαν, δυνάμει της ... δηλώσεως της συμβολαιογράφου ... Π. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι τα ανωτέρω ακίνητά τους κατά το εις έκαστον ανήκον ποσοστό συγκυριότητας είχαν ατύπως παραχωρήσει κατά χρήση στον συγκληρονόμο τους και υιό του κληρονομουμένου Η. Γ., προκειμένου να τα καλλιεργεί και εκμεταλλεύεται και για λογαρισμό τους και για να συντηρείται σε καλή κατάσταση η όλη περιουσία. Οτι ο ανωτέρω Η. Γ. απεβίωσε στις 1- 11-1995 και αμέσως μετά το θάνατό του γνωστοποίησαν στους εναγόμενους τέκνα του και συγκληρονόμους τους, να παύσουν εφεξής να καλλιεργούν και εκμεταλλεύονται τα ανωτέρω κτήματα και τους ζήτησαν να τους αποδώσουν αμέσως αυτά κατά τα ανήκοντα εις έκαστον ποσοστά συγκυριότητας. Ομως οι εναγόμενοι, καταστάντες μετά το θάνατο του πατέρα τους συγκύριοι των κληρονομιαίων ακινήτων κατά ποσοστό έκαστος 1/27 εξ αδιαιρέτου, παρά την ανωτέρω προς αυτούς γνωστοποίηση, αρνούνται να τους αποδώσουν τα κληρονομιαία, τα οποία έκτοτε νέμονται ως αποκλειστικοί κληρονόμοι (άλλως νέμονται ιδίω ονόματι και ιδίω δικαίω), αντιποιούμενοι κληρονομικό δικαίωμα και αρνούμενοι να αναγνωρίσουν το ανήκον εις έκαστον από αυτούς κληρονομικό δικαίωμα επί της καταληφθείσας κληρονομιαίας περιουσίας". Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να αναγνωριστεί το ως άνω αναφερόμενο κλήρονομικό δικαίωμα ενός εκάστου από αυτούς επί των κληρονομιαίων ακινήτων και να υπχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν σε καθένα από αυτούς και κατά το ποσοστό που τους ανήκουν τα κληρονομιαία ακίνητα, αιτήματα τα οποία έγιναν δεκτά και κατ` ουσίαν από την πρωτόδικη απόφαση, η οποία επικυρώθηκε από την 93/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία όμως αναιρέθηκε από την 861/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο για το ορισμένο της αγωγής τους στοιχεία, σε σχέση με την κληρονομική διαδοχή του πατέρα τους Β. Γ., του οποίου ο θάνατος επήλθε πριν από την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του Β.Ρ.Δ., που προπαρατέθηκαν. Πιο συγκεκριμένα οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν, ότι με το θάνατο του πατέρα τους και παππού τους αποδέχτηκαν σιωπηρά την κληρονομία του θανόντος κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, υπεισήλθαν δηλαδή σιωπηρά στην κληρονομία του τελευταίου και αναμίχθηκαν σ` αυτή με πρόθεση κληρονόμου, αφού αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου παραχώρησαν ατύπως κατά χρήση τα κληρονομιαία ακίνητα στον συγκληρονόμο τους και υιό του κληρονομουμένου Η. Γ., προκειμένου να τα καλλιεργεί και εκμεταλλεύεται και για λογαριασμό τους και για να συντηρείται σε καλή κατάσταση η όλη περιουσία. Αυτονόητο είναι, ότι δεν χρειαζόταν στην ένδικη αγωγή η αναφορά, ότι οι ενάγοντες- αναιρεσείοντες ήταν ανήλικοι, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους Β. Γ., οπότε ως υπεξούσιοι, τελώντας υπό την άμεση πατρική του εξουσία, απέκτησαν αυτοδικαίως την κληρονομία του τελευταίου και ανεξάρτητα από τη βούλησή τους, ούτε ότι οι ίδιοι ήταν ενήλικοι, κατά τον παραπάνω χρόνο, οπότε ως εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι θα έπρεπε να δηλώσουν ρητά ή σιωπηρά τη θέλησή τους για την απόκτηση της κληρονομίας, αφού, στην τελευταία αυτή περίπτωση, αρκεί μόνο το γεγονός ότι οι ενάγοντες, κατά τα στην αγωγή ειδικότερα εκτιθέμενα, με την προαναφερθείσα συγκεκριμένη υλική πράξη εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να αναμιχθούν στην κληρονομία με πρόθεση κληρονόμου και να λάβουν έτσι μερίδιο από την κληρονομία αυτή.

Το Εφετείο, επομένως, που, ως δικαστήριο της παραπομπής μετά την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ως αόριστη την αγωγή και την απέρριψε με την αιτιολογία ότι στο δικόγραφό της "δεν αναφέρεται, εάν οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του εν λόγω αποβιώσαντος, ήτοι τα εννέα τέκνα του, ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του υπεξούσιοι (sui-οικείοι) και συνεπώς απέκτησαν αυτοδικαίως την κληρονομία ή ότι ήταν ενήλικοι (εκούσιοι) και απέκτησαν την κληρονομία με υπεισέλευση, αναφέροντας στην τελευταία τις υλικές πράξεις, με τις οποίες εκδήλωσαν εμφανώς τη θέλησή τους να γίνουν κληρονόμοι του", εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7), ν. 69 πανδ. (29.2), καθώς και ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3- 1), 14 πανδ. (38.16), του προϊσχύσαντος του ΑΚ Β.Ρ.Δ., καθόσον απαίτησε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, για να κριθεί ορισμένη η ένδικη αγωγή, στην οποία εκτίθεται, ότι οι ενάγοντες αποδέχτηκαν σιωπηρά την κληρονομία του θανόντος κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, υπεισήλθαν δηλαδή σιωπηρά στην κληρονομία του τελευταίου και αναμίχθηκαν σ` αυτή με πρόθεση κληρονόμου, αφού αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου παραχώρησαν ατύπως κατά χρήση τα κληρονομιαία ακίνητα στον συγκληρονόμο τους και υιό του κληρονομουμένου Η. Γ., προκειμένου να τα καλλιεργεί και εκμεταλλεύεται και για λογαριασμό τους και για να συντηρείται σε καλή κατάσταση η όλη περιουσία και έτσι δεν χρειαζόταν η αναφορά, ότι οι ενάγοντες ήταν ανήλικοι, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους Β. Γ., ή ενήλικοι, διότι αρκούσε το γεγονός ότι αυτοί, με συγκεκριμένη υλική πράξη εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να αναμιχθούν στην κληρονομία με πρόθεση κληρονόμου και να λάβουν έτσι μερίδιο από την κληρονομία αυτή. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (Β.Ρ.Δ.), λόγω νομικής αοριστίας της αγωγής, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 66/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Iουνίου 2011.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια