Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ ΕΠΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (αρ. 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003) Το συγκεκριμένο άρθρο πραγματεύεται τη φύση της χρησικτησίας κατά ακινήτων του δημοσίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003, καθώς και την πρακτική σημασία αυτής ενόψει της ρύθμισης του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998....ΜΠρΛαρ 779/2010 [Δημόσιες δασικές εκτάσεις - Κτήση κυριότητας]


ΜΠρΑρτας 117/2013 Διόρθωση εγγραφής στο Κτηματολόγιο

Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ ΕΠΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (αρ. 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003)
Το συγκεκριμένο άρθρο πραγματεύεται τη φύση της χρησικτησίας κατά ακινήτων του δημοσίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003, καθώς και την πρακτική σημασία αυτής ενόψει  της ρύθμισης του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998. 


Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 προβλέπουν ότι 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945 εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ
2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά 32.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή".
Από την άλλη, ο νόμος του κτηματολογίου (ν. 2664/1998), στο άρ. 6 παρ. 3 περ. α υποπερ.  ββ προβλέπει  ότι «Κατ` εξαίρεση όσων ορίζονται στην περίπτωση α`, όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής επί γεωτεμαχίου με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9 και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, ασκείται η αγωγή της παραγράφου 2 που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου».

Ο χαρακτηρισμός της φύσης της χρησικτησίας επί των κτημάτων του δημοσίου, ως τακτικής ή έκτακτης φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα πλαίσια του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998 το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση που ο νομέας για ακίνητα αγνώστου ιδιοκτήτη επικαλείται έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η εκδίκαση της σχετικής αίτησης όχι με την εκουσία δικαιοδοσία αλλά βάσει των διατάξεων της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
Ο νομοθέτης κάνοντας λόγο εν προκειμένω για "έκτακτη χρησικτησία" είχε προφανώς υπόψη του την περίπτωση του άρ. 1045 όπου ούτε νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος απαιτείται ούτε καλή πίστη του νομέα είναι απαραίτητη.
Τίθεται λοιπόν το ζήτημα εάν η παραπάνω περιγραφόμενη χρησικτησία του ν. 3127/2003 που αφορά τα ακίνητα του δημοσίου είναι τακτική ή έκτακτη. 
Έχει εκφραστεί η άποψη[1]  ότι η περίπτωση α) του άρθρου 4 του ως άνω νόμου χαρακτηρίζεται ως τακτική χρησικτησία ενώ  η περίπτωση β) του άρθρου 4 του ως άνω νόμου χαρακτηρίζεται ως  έκτακτη χρησικτησία. 
Ωστόσο, οι περιπτώσεις α) και β) φαίνονται τελείως διαφορετικές από την περίπτωση της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας του ΑΚ, αντίστοιχα.  Πέρα από το γεγονός ότι ο εν λόγω νόμος αναφέρεται σε  κατηγορίες ακινήτων ευρισκομένων σε ειδικές τοποθεσίες (μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί) και ειδικής έκτασης (κατ’ άρ. 4 παρ. 2 ν. 3127/2003), επιπλέον για την περίπτωση α) του αρ 4 παρ. 1 απαιτείται  i. νόμιμος τίτλος (κατά το γράμμα του νόμου  αποκλείεται ο νομιζόμενος[2]) ii. μόνο από επαχθή αιτία, iii. μεταγεγραμμένος μετά την 23.2.1945, iv.μη ύπαρξη κακής πίστης του νομέα κατά το χρόνο κτήσης της νομής και v. 10ετής αδιατάρακτη[3] νομή συμπληρωμένη μέχρι τις 19.3.2003[4], ημερομηνία θέσης σε ισχύ του ν. 3127/2003, ενώ για την περίπτωση β) του άρ. 4 παρ. 1 απαιτείται i. 30ετής αδιατάρακτη νομή συμπληρωμένη μέχρι τις 19.3.2003 (χωρίς να αρκεί η συμπλήρωση μέχρι τη συζήτηση της αγωγής όπως επί του 1045 επ.) καθώς και ii. μη ύπαρξη κακής πίστης του νομέα κατά το χρόνο κτήσης της νομής.
Από τα παραπάνω λοιπόν συνάγεται ότι δεν φαίνεται δογματικά ορθός ο χαρακτηρισμός των περιπτώσεων χρησικτησίας κατά ακινήτων του δημοσίου ως τακτικής ή έκτακτης εκ μόνου του λόγου ότι στη μεν πρώτη περίπτωση απαιτείται τίτλος, ενώ στη δεύτερη δεν απαιτείται. Παρατηρείται μάλιστα ότι στην παραπάνω περίπτωση β) του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 η οποία χαρακτηρίζεται ως έκτακτη χρησικτησία απαιτείται καλή πίστη, χαρακτηριστικό αποκλειστικά της τακτικής χρησικτησίας του 1041 ΑΚ ενώ και η περίπτωση α) του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 είναι αμφίβολο αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τακτική χρησικτησία δεδομένου ότι στην τακτική χρησικτησία του αρ. 1041 ΑΚ την καλή πίστη επικαλείται και αποδεικνύει ο νομέας ενώ εδώ η καλή πίστη θεωρείται υπάρχουσα για τον νομέα και το βάρος απόδειξης της απουσίας της φέρει το δημόσιο[5]. Πρόκειται λοιπόν για δύο ιδιόρρυθμες περιπτώσεις χρησικτησίας μη δυνάμενες να χαρακτηριστούν ως τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
Η νομολογία δε φαίνεται να έχει ασχοληθεί ειδικά και να έχει εκφραστεί ρητά ως προς το ζήτημα εάν η παραπάνω  χρησικτησία, υπό την μορφή της περ. α και  β άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 εντάσσεται στην περίπτωση του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998 που προφανώς κάνει λόγο για την έκτακτη χρησικτησία όπως αυτή είναι γνωστή στα πλαίσια του άρ. 1045 ΑΚ. Ο δικαιολογητικός λόγος πάντως της ρύθμισης του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998 συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση του νόμου. Σύμφωνα με αυτή, «για λόγους ασφάλειας της δικονοµικής διαδικασίας και προάσπισης των συµφερόντων του Ελληνικού Δηµοσίου, εξαιρετικά και µόνο για τις περιπτώσεις που πρόκειται για διόρθωση αρχικών εγγραφών επί γεωτεµαχίου µε την ένδειξη «ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ» και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, ασκείται τακτική αγωγή που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δηµοσίου». Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης  δεν αρκείται στην χαλαρότερη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (κατόπιν υποβολής αίτησης απλώς κοινοποιούμενης στο ελληνικό δημόσιο) αλλά απαιτεί την εκδίκαση με την τακτική διαδικασία στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (κατόπιν άσκησης αγωγής στρεφομένη κατά του ελληνικού δημοσίου ως εναγομένου) όταν ο νομέας ούτε καλή πίστη έχει ούτε τίτλο επιδεικνύει.
Δογματικά ορθό θα ήταν σε περίπτωση που ανακύψει τέτοιο ζήτημα να μην εφαρμόζεται ευθέως η διάταξη του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998 σε καμία από τις περιπτώσεις του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003. Ωστόσο, θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί ότι χωρεί αναλογική εφαρμογή, τουλάχιστον ως προς την περ. β) του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 λαμβανομένου υπόψη ότι α) σκοπός τόσο της διάταξης του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ όσο και του άρ. 4 παρ. 1 περ. β) που θέτει αυστηρότερες προϋποθέσεις από αυτές της έκτακτης χρησικτησίας του 1045 ΑΚ είναι η προάσπιση των δικαιωμάτων του δημοσίου και β) παρόλο που το άρ. 4 παρ. 1 περ β δεν προβλέπει από δογματική άποψη αμιγώς έκτακτη χρησικτησία, πάντως ομοιάζει με αυτήν κατά το σκέλος τουλάχιστον που δεν απαιτείται ύπαρξη τίτλου.
Αλλά, κατά την άποψή μας, και η περίπτωση α) του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998 διά της αναλογίας, κατά τρόπον ώστε και ο επικαλούμενος νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία για 10ετή αδιατάρακτη νομή μέχρι τις 19.3.2003 να πρέπει να ασκήσει αγωγή κατά του δημοσίου στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Πράγματι, η αναλογική εφαρμογή θα μπορούσε εν προκειμένω να λάβει χώρα επειδή α) ο σκοπός και το πνεύμα αμφότερων των δύο διατάξεων είναι η προάσπιση των δικαιωμάτων του δημοσίου και β) είναι εξίσου απαραίτητο (όπως και στην περίπτωση του άρ. 1041 ΑΚ) και προς προστασία του δημοσίου η υπόθεση να εκδικαστεί με τα αυξημένα εχέγγυα της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας εφόσον εάν εκεί (δηλ. στο άρ. 1041) δεν απαιτείται καλή πίστη, αλλά και εδώ η καλή πίστη θεωρείται υπάρχουσα και προς απόδειξη της ανυπαρξίας της βαρύνεται το δημόσιο.
Εν πάση περιπτώσει, προκειμένου να διαλευκανθούν περισσότερο τα πράγματα (και να δύναται ο εφαρμοστής του δικαίου να προχωρήσει σε ευθεία εφαρμογή της διάταξης) θα άρμοζε στην προκειμένη περίπτωση μία νομοθετική τροποποίηση η οποία στο αρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998 πέρα από την έκτακτη χρησικτησία θα προσέθετε και αμφότερες τις περιπτώσεις χρησικτησίας του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 ώστε να προστατευθούν πληρέστερα τα ακίνητα του δημοσίου όχι μόνο διά της ύπαρξης αυστηρότερων ουσιαστικών προϋποθέσεων χρησικτησίας αλλά και  διά της εισαγωγής πληρέστερων δικονομικών εγγυήσεων για την περίπτωση που αυτά τυγχάνει να εμφαίνονται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη».


[1] Βλ. Κιτσαρά σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, Εισαγ. 1054- 1055 ΑΚ αρ. 10-12 και από τη Νομολογία                   
ΕφΠατρ 813/2004 σε NOMOS, ΑχαΝομολ 2010, 130
[2] Βλ. όμως Κιτσαρά σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ Εισαγ. 1054 αρ. 10
[3] Τον όρο «αδιατάρακτη νομή» η ΑΠ 159/2014 σε NOMOS , Αρμεν 2014, 1516 φαίνεται να τον έχει εκλάβει ως μη διαταραχθείσα κατ’ ΑΚ 987 νομή, παραπέμποντας μάλιστα στην Ολομέλεια το ζήτημα εάν η κοινοποίηση πράξης της επιτροπής δημοσίων κτημάτων περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης αποτελεί διατάραξη της νομής κατ’ άρ. 987 ΑΚ. Contra πάντως Κιτσαράς σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ Εισαγ 1054-1055 ΑΚ αρ. 10 ο οποίος υποστηρίζει πως εδώ ο όρος «αδιατάρακτη νομή» εισήχθη προκειμένου να τονίσει ο νομοθέτης την ούτως ή άλλως απαιτούμενη επί χρησικτησίας αδιάκοπη νομή
[4] Σύμφωνα με την ΑΠ 159/2014 σε NOMOS Αρμεν 2014, 1516 δεν αρκεί η συμπλήρωση της αδιατάρακτης νομής κατά την 19.3.2003 αλλά απαιτείται και συνέχιση της αδιατάρακτης νομής κατά την ως άνω ημερομηνία
[5] Όπως προκύπτει από τη φράση της περ. α άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 «εκτός αν κατά της κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη»
Αναρτήθηκε από dikastis.gr
Γράφει ο Σίσκος Παναγιώτης
Δικηγόρος, ΜΔ ΠοινΔικ ΑΠΘ


ΜΠρΛαρ 779/2010 [Δημόσιες δασικές εκτάσεις - Κτήση κυριότητας]

Νομική Βιβλιοθήκη | 08/02/2011

Πρόεδρος: Δ. Τίτσιας, Κτηματολογικός Δικαστής, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Κ. Τσιούτρας, Ε. Χατζούλη, Πάρεδρος ΝΣΚ

Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Με τις διατάξεις του ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη σε ακίνητα που ανήκαν στο δημόσιο, ακόμη και αν ήταν δάση. Προϋποθέσεις χρησικτησίας. Η χρησικτησία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11.9.1915, διότι έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων, καθώς και του χρόνου χρησικτησίας. Από την 26.5.1926, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Θεσσαλικά δάση. Επί Τουρκοκρατίας ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο, μετά δε την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, η κυριότητα αυτών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο. Από τον ανωτέρω όμως χρόνο, υπόκεινται σε έκτακτη χρησικτησία, εφόσον έχει συμπληρωθεί τριακονταετής νομή. Οθωμανικός νόμος περί γαιών. Η κυριότητα των αγρών που ήταν δημόσιες γαίες ανήκε στο Δημόσιο. Δυνατότητα παραχώρησης αυτών σε ιδιώτες με δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης. Προϋποθέσεις κτήσης του δικαιώματος αυτού. Με τις διατάξεις του ΒΔ 17-11/1.12.1836 θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Έννοια δάσους και δασικής έκτασης. Νομικό καθεστώς αδέσποτων ακινήτων. Τα ακίνητα καθίστανται αδέσποτα με την παραίτηση του κυρίου από την κυριότητά τους και τη μεταγραφή της σχετικής συμβολαιογραφικής δήλωσης παραίτησης. Διάκριση αδέσποτων από τα εγκαταλελειμμένα. Με τις διατάξεις του Ν 3127/2003 θεσπίζεται ένα είδος χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου σε αστικά ακίνητα. Το Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του επικαλούμενου την κυριότητα νομέα ή του δικαιοπαρόχου του.

Διατάξεις: άρθρα 51 ΕισΝΑΚ, 972, 1042 ΑΚ , 57 Ν 3077/1924 , 1, 2, 3 ΒΔ της 17-11/1.12.1836, 2 [παρ. 1], 4, 34 ΑΝ 1539/1938 , 3 [παρ. 2] Ν 998/1979 , 4 Ν 3127/2003

[...] 2. Από τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, και δη των νόμων 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δάση. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι «ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις». Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του Ν ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα «περί δικαιοστασίου», που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ΝΔ της 22-4/26.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων καθώς και του χρόνου της χρησικτησίας, από δε τις 26.5.1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (βλ. σχ. ΑΠ 2106/2007 ΕλλΔνη 2008,504, ΑΠ 1870/2007 ΕλλΔνη 2008,219, ΑΠ 97/2007 ΕλλΔνη 2007,1450, ΑΠ 1906/2006 ΕλλΔνη 2007,147). Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 3 του από 7 Ραμαζάν 1274 (1854) Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μουχαρέμ 1923 (1873) περί εξελέγξεως τίτλων δασών, συνάγεται ότι προκειμένου για τα Θεσσαλικά δάση, η κυριότητα αυτών επί Τουρκοκρατίας ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, το έτος 1881, στο Ελληνικό Κράτος, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881 μεταξύ του Ελληνικού Βασιλείου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν ΠΛΖ΄ της 11/13 Μαρτίου 1882, η κυριότητα αυτών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, από τον ανωτέρω, όμως, χρόνο υπόκεινται σε έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, κατά τα ήδη εκτεθέντα, έχει συμπληρωθεί τριακονταετής νομή μέχρι τις 11.9.1915 (ΑΠ 418/1971 ΝοΒ 19,1117, ΕφΛαρ 182/2002 Δικογρ 2002,271, ΜΠρΤρικ 223/2006 ΕλλΔνη 48,957). Τέλος, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274 (1854), η κυριότητα των αγρών, που είναι δημόσιες γαίες, ανήκε στο Δημόσιο και η παραχώρηση αυτών σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) με τον οποίο παρέχεται σε αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ). Εξάλλου, από το άρθρο 78 του ίδιου Νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών «περί εγγράφων ταπίων» της 7 Σαμπάν 1276 (1856), προκύπτει ότι για την κτήση του δικαιώματος αυτού της εξουσίασης (μόνιμης εγκατάστασης), αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, κατοχής και καλλιέργειας της δημόσιας γαίας, στην οποία αναφέρεται το δικαίωμα αυτό από τον εξουσιάζοντα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτή είναι κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη και δεν πρόκειται για άλλης φύσης δημόσια γαία, ενώ δεν απαιτείται να εκδοθεί στο όνομα αυτού και τίτλος (ταπί) ο οποίος έχει απλώς αποδεικτικό χαρακτήρα (βλ. ΑΠ 439/2005 ΕλλΔνη 48,143, Κ. Παπαδόπουλος, ό.π., σελ. 560).

3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΒΔ της 17-11/1.12.1836 «περί ιδιωτικών δασών», σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι με τις διατάξεις αυτές θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου αυτού είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Δάσος, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν ΛΧΝ΄/1988 «περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών», η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν 3077/1924 «περί δασικού κώδικος» και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1-2 Ν 998/1979 . Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του Ν 998/1979 «ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος» (άρθρο 3 παρ. 1) και ως «δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών» (άρθρο 3 παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει και όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σε αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση.

4. Ακόμα, στο εμπράγματο δίκαιο, γίνεται λόγος περί αδεσπότων ακινήτων, το νομικό καθεστώς των οποίων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 972 ΑΚ και 2 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938 , που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, από τις οποίες η μεν πρώτη προβλέπει ότι τα αδέσποτα ακίνητα ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο και η δεύτερη ότι το Δημόσιο θεωρείται νομέας αυτών, έστω και αν δεν έχει ενεργήσει ουδεμία πράξη νομής. Υπό το ισχύον νομικό καθεστώς τα ακίνητα καθίστανται αδέσποτα με την παραίτηση του κυρίου αυτών από την κυριότητά τους, που αναπτύσσει τα αποτελέσματά της μόνο μετά τη μεταγραφή της σχετικής συμβολαιογραφικής δήλωσης παραίτησης (Απ. Γεωργιάδης, «Η κυριότητα του Δημοσίου επί των αδεσπότων ακινήτων στις νήσους των Κυκλάδων» (γνμδ.), ΧρΙΔ 2005, σ. 858, 859 ). Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, το άρθρο 16 του νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων» της 10.7.1837, ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 49 ΕισΝΑΚ, όριζε ότι «όλα τα παρ’ ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα υπό των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον». Ο νόμος αυτός «περί διακρίσεως κτημάτων» τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην ήταν απαιτούμενη πλέον η πραγματική κατάληψη των αδεσπότων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητάς τους, νομοθετική μεταβολή που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν τότε εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Συγχρόνως, ο ίδιος νόμος δεν μετέβαλε τις προϋποθέσεις για να καταστεί ένα ακίνητο αδέσποτο, διότι η εγκατάλειψη των κτημάτων από τους Οθωμανούς που αποχώρησαν από την ελεύθερη πλέον Ελλάδα, θεωρούσαν οριστική (χωρίς πρόθεση επιστροφής τους) και επομένως ότι γινόταν με πρόθεση οριστικής παραίτησης από την κυριότητα. Ο νόμος αυτός θέσπιζε, όπως και το άρθρο 972 ΑΚ , έναν πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, με συνέπεια από το χρόνο ισχύος του (1837) όλα τα παραπάνω αδέσποτα ακίνητα να περιέλθουν στο Δημόσιο, ενώ η κυριότητα των λοιπών ακινήτων, δηλαδή είτε αυτών που ήδη ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο λόγω της κατά τα παραπάνω διαδοχής του Οθωμανικού Δημοσίου είτε αυτών που τότε ανήκαν στην κυριότητα των ιδιωτών (Ελλήνων ή Οθωμανών), παρέμεινε ως είχε. Κατά συνέπεια, από την έναρξη ισχύος του παραπάνω ειδικού νόμου έπαυσαν να υφίστανται τα εξαρχής (αείποτε) αδέσποτα και έκτοτε ο μόνος νόμιμος τρόπος για να καταστεί ένα ακίνητο αδέσποτο ήταν, όπως και σήμερα εξακολουθεί να είναι, αυτός της παραίτησης του κυρίου από την κυριότητα, για την οποία (παραίτηση), όμως, όπως γινόταν δεκτό κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν ήταν απαραίτητο να τηρηθεί κάποιος τύπος, αλλά αρκούσε να υπήρχε και να αποδεικνυόταν η σαφής πρόθεση του κυρίου να εγκαταλείψει οριστικά την κυριότητα (Απ. Γεωργιάδης, ό.π., 858-859). Προϋπόθεση, δηλαδή, και υπό την ισχύ του άρθρου 16 του προαναφερόμενου ειδικού νόμου για να περιέλθει ένα πράγμα στην κατηγορία των αδεσπότων και έτσι να ανήκει στο Δημόσιο, δεν ήταν μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος, αλλά και η βούληση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο πρόσωπο, η οποία μάλιστα βούληση πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες μη καθιστώσες αυτή αμφίβολη (ΠΠρΝαξ 64/2004, ό.π., ΠΠρΘεσ 2677/1990 Αρμ 1991,766). Έπεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού (Απ. Γεωργιάδης, ό.π., σ. 859, 860 ), καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζομένων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το Δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 34 του ΑΝ 1539/1938 (ΠΠρΝαξ 64/2004 ό.π., ΠΠρΘεσ 2677/1990 ό.π.).

5. Περαιτέρω, το άρθρο 4 του Ν 3127/2003 (ΦΕΚ Α΄ 135/5.6.2003) ορίζει ότι: «1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ . 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή ...». Με την άνω ρύθμιση εισάγεται μια σημαντική τομή στις διατάξεις για την προστασία των δημοσίων κτημάτων, καθώς υπό τους εκεί ειδικά προβλεπόμενους όρους θεσπίζεται ένα είδος χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου σε αστικά ακίνητα. Οι παραπάνω διατάξεις τέθηκαν κατά τροποποίηση των Ν 2308/1995 και 2664/1998 προκειμένου να αρθούν οι αμφισβητήσεις που είχαν προκύψει κατά τη σύνταξη του κτηματολογίου των διαφορών κυριότητας μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιωτών σε ακίνητα που κατείχαν από πολλών ετών και αμφισβητούσε την κυριότητά τους το Ελληνικό Δημόσιο και με αυτές αναγνωρίζεται πλέον σε ιδιώτες το δικαίωμα να επικαλεστούν τρόπο κτήσης κυριότητας την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου, υπό τους ειδικούς όρους του εν λόγω άρθρου, κατ’ απόκλιση της γενικής αρχής ότι δεν χωρεί χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με διαφοροποίηση από το άρθρο 1045 ΑΚ κατά τους όρους προσμέτρησης νομής δικαιοπαρόχου, αφού σε κάθε περίπτωση απαιτείται η ύπαρξη καλής πίστης στον προκτήτορα. Περαιτέρω από τη διατύπωση της διάταξης («εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη») συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης δεν το έχει ο επικαλούμενος κυριότητα νομέας αλλ’ αντιθέτως το Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του επικαλούμενου κυριότητα νομέα ή του δικαιοπαρόχου του (βλ. Αργυρίου, Το Δίκαιο του Κτηματολογίου 2008, σελ. 45 επ., Μαγουλά, Κτηματολογικές Εγγραφές - Η διόρθωση των πρώτων ανακριβών εγγραφών, 2008, σελ. 43-44).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώνεται με τις προτάσεις, ισχυρίζεται ότι η θανούσα στις 5.2.2006 μητέρα του είχε καταστεί κυρία από τις 12.12.1988 ενός οικόπεδου έκτασης 527 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Α. του Νομού Λαρίσης, επί της οδού ... αριθμός 15 και έχει ήδη λάβει αριθμό ΚΑΕΚ 310132604008 και το οποίο απέκτησε με κληρονομία από το σύζυγό της Χ.Σ. δυνάμει της 2246/25.2.1986 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Λάρισας Δ. Κ. Λ., η οποία δημοσιεύθηκε με το 458/21.10.1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και για την οποία κληρονομία συντάχθηκε από τον αιτούντα για λογαριασμό της η με αριθμό 4759/23.3.2010 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Α.Θ. Ότι το ακίνητο αυτό που είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως Α. από το 1917 ο δικαιοπάροχος της μητέρας του σύζυγός της το είχε αποκτήσει με αγορά από την Κοινότητα Α. Λάρισας δυνάμει του με αριθμό 5675/4.12.1953 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τυρνάβου Ν. Ψ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου στον τόμο 104 και αριθμό 422. Επίσης, εκθέτει ότι το δικαίωμα της ανωτέρω δικαιοπαρόχου του δεν καταχωρίστηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο, καθώς το ακίνητο αυτό, που έλαβε ΚΑΕΚ 310132604008 στην πρώτη εγγραφή φέρεται ως «άγνωστου» ιδιοκτήτη. Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζητεί να αναγνωριστεί η κυριότητα της μητέρας του στο προαναφερόμενο γεωτεμάχιο και να γίνει η σχετική κτηματολογική διόρθωση.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα - καθόσον δεόντως εκτιμάται ότι το αίτημα περί αναγνώρισης κυριότητας δεν είναι αυτοτελές, δεδομένου ότι αποτελεί προδικαστικό ζήτημα του κυρίου αντικειμένου της αίτησης, ήτοι του ρυθμιστικού μέτρου της διόρθωσης της πρώτης εγγραφής - η αίτηση αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 29, 739, 740 ΚΠολΔ και 6 παρ. 3 του Ν 2664/1998 ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1000, 1033, 1846, 1192, 1193 και 1199 ΑΚ και 6 παρ. 1, 2 και 3 του Ν 2664/1998 . Επίσης, συζητείται παραδεκτά, ακθόσον: α) ασκήθηκε εντός της ήδη ισχύουσας οκταετούς προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν 2664/1998 , δεδομένου ότι ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στο Δημοτικό Διαμέρισμα Α. του ομώνυμου Δήμου του Νομού Λάρισας ορίστηκε η 11.8.2004 (υπ’ αριθμ. 242/9/2.8.2004 και 243/9/3.8.2004 αποφάσεις ΟΚΧΕ, ΦΕΚ Β΄ 1231/11.8.2004), β) κοινοποιήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο εντός εικοσαημέρου από την κατάθεσή της, όπως αποδεικνύεται από την 2.570Ε/18.11.2009 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Ρ. και γ) εγγράφηκε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, ομοίως εντός εικοσαημέρου από την κατάθεσή της, όπως αποδεικνύεται από το 2670/2.12.2009 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης της Προϊσταμένης του Κτηματολογικού Γραφείου Τυρνάβου. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

7. Το Ελληνικό Δημόσιο, με την υπό κρίση κύρια παρέμβασή του, επικαλούμενο ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως δημόσια δασική έκταση, τόσο κατά διαδοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, όσο και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΒΔ της 17.11/1.12.1836 «περί ιδιωτικών δασών», άλλως, επικουρικά, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 του Ν της 21.6/10.7.1837 «περί διακρίσεως κτημάτων», ως κτήμα μη δεσποζόμενο από τρίτο ιδιώτη ή κτήμα ακλήρωση αποθανόντων ή ως εγκαταλελειμμένο από τυχόν κληρονόμους κτήμα, επί του οποίου δεν υπήρξαν κατά τον κρίσιμο χρόνο αποδεδειγμένες απαιτήσεις τρίτων, και έτσι δεν ήταν η αναγκαία η κατάληψή του προκειμένου να περιέλθει στην κυριότητά του, άλλως, και πάλι επικουρικά, διότι απέκτησε την κυριότητά του με τα προσόντα της τακτικής ή ακόμα και έκτακτης χρησικτησίας, ελέγχοντας και φυλάσσοντας αυτό από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους, μέχρι το έτος 1915, ζητεί να απορριφθεί η παραπάνω αίτηση και να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο επίδικο και να γίνει η σχετική διόρθωση στα αυτά ως άνω Κτηματολογικά Βιβλία.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η κύρια παρέμβαση αρμοδίως και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 29, 31, 739, 740 ΚΠολΔ και 6 παρ. 3 του Ν 2664/1998 ). Ειδικότερα, η κύρια παρέμβαση συζητείται παραδεκτά, καθόσον: α) κοινοποιήθηκε στον καθ’ ου η κύρια παρέμβαση - αιτούντα εντός εικοσαημέρου από την κατάθεσή της, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αρ. 2387-Γ/22.1.2010 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Ι. Φ., και β) εγγράφηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, ομοίως εντός εικοσαημέρου από την κατάθεσή της, όπως αποδεικνύεται από το υπ’ αριθ. Πρωτ. 211/22.1.2010 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Κτηματολογικού Γραφείου Τυρνάβου. Περαιτέρω, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις υπ’ αριθ. 2 και 3 ανωτέρω, είναι νόμιμη ως προς την κύρια βάση αυτής. Ωστόσο η πρώτη επικουρική βάση της ίδιας κύριας παρέμβασης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη υπ’ αριθ. 4 ανωτέρω, διότι το κυρίως παρεμβαίνον αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού του κρίσιμου κανόνα δικαίου του άρθρου 16 του νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων» της 10.7.1937, χωρίς να εξειδικεύει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν αυτό, δηλαδή με ποιο ακριβώς τρόπο το επίδικο κατέστη αδέσποτο ούτε προσδιορίζει ποιο πρόσωπο παραιτήθηκε από την κυριότητα, ενώ ουδόλως γίνεται σαφής επίκληση τέτοιων περιστατικών που θα επέτρεπαν την κρίση ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ περί αδεσπότων ή έστω η ειδική διάταξη περί κτήσης κυριότητας επί εγκαταλελειμμένων ακινήτων κατά το άρθρο 34 του ΑΝ 1539/1938 (ad hoc ΠΠρΝαξ 62/2004 ό.π.). Η δε επικουρική βάση περί κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας είναι ομοίως απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν γίνεται καμία επίκληση συγκεκριμένου νόμιμου τίτλου για τη θεμελίωσή της. Αντιθέτως, η επικουρική βάση περί κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, παραδεκτώς ερευνάται, δεδομένου ότι το Δημόσιο δεν κωλύεται να προτείνει το συγκεκριμένο πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (βλ. σχ. ΑΠ Ολ 5/2006 ΕλλΔνη 47,419), επικαλούμενο με τη δέουσα επάρκεια όλα εκείνα τα στοιχεία που θεμελιώνουν αυτή, και δη τη διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων νομής με καλή πίστη για το χρονικό διάστημα από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας μέχρι την κατάληψη του επιδίκου, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν έγινε χρονικά σε σημείο που να επιτρέπει τη συμπλήρωση τριακονταετούς νομής τρίτου μέχρι τις 11.9.1915, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας. Επομένως, η κύρια παρέμβαση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσία, κατά τα ανωτέρω ορισμένα και νόμιμα αιτήματά της.

8. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο έκτασης 527 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Α. του Νομού Λαρίσης, επί της οδού ... αριθμός 15 και έχει ήδη λάβει αριθμό ΚΑΕΚ 310132604008. Το οικόπεδο αυτό εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης Α. δυνάμει του ΒΔ 18.12.1917 «περί εγκρίσεως ρυμοτομικού σχεδίου οικισμού Α.» (βλ. τη με αρ. πρωτ. 3596/29.5.2010 βεβαίωση του δήμου Α.) και ανήκε αρχικά στην Κοινότητα Α. Δυνάμει του με αριθμό 5675/4.12.1953 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τυρνάβου Ν. Ψ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Τυρνάβου στον τόμο 104 και αριθμό 422 η κοινότητα Α. μεταβίβασε λόγω πώλησης το ακίνητο στον Χ. Σ., πατέρα του αιτούντος, ο οποίος έχτισε οικία, η οποία ηλεκτροδοτήθηκε το πρώτον στις 27.3.1962. Με την από 2246/25.2.1986 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Λάρισας Δ. Κ. Λ., η οποία δημοσιεύθηκε με το 458/21.10.1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ο Χ. Σ. εγκατέστησε κληρονόμο του στο συγκεκριμένο ακίνητο τη σύζυγό του Β. Σ. το γένος Χ. και Β. Μ., η οποία αποδέχθηκε σιωπηρά την κληρονομία ενώ μετά το θάνατό της (5.2.2006) ο αιτών (υιός της) συνέταξε για λογαριασμό της ως κληρονόμος της τη με αριθμό 4759/23.3.2010 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Α. Θ., η οποία καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου κατ’ άρθρο 7Α του Ν 2664/1998 με αριθμό καταχώρισης 794/30.3.10. Το δικαίωμα της κυριότητας της Β. Σ. δεν αναιρείται από δικαίωμα του κυρίως παρεμβαίνοντος, το οποίο δεν προσκομίζει κάποια δικά του στοιχεία, που να αφορούν το συγκεκριμένο ακίνητο εκτός από μια αεροφωτογραφία του 1945, στην οποία κατά το κυρίως παρεμβαίνον το επίδικο φέρεται να έχει τη μορφή χορτολιβαδικής έκτασης και, ως εκ τούτου, υφίσταται μαχητό τεκμήριο για την κυριότητά του. Μόνη, πάντως, η προσκόμιση της αεροφωτογραφίας αυτής δεν αρκεί για την πλήρη απόδειξη του δασικού (χορτολιβαδικού) χαρακτήρα της έκτασης, καθώς μάλιστα αυτή δε συνοδεύεται από φωτοερμηνεία που να αναφέρει τα δασοπονικά είδη και το ποσοστό κάλυψης ούτε προκύπτει ο χαρακτηρισμός της έκτασης ως δασικής (χορτολιβαδικής) με πράξη του αρμόδιου δασάρχη (άρθρο 14 Ν 998/1979 ) ή η σύνταξη δασικού χάρτη. Μάλιστα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 27 «Δασικοί χάρτες» του Ν 2664/1998 , συνάγεται ότι οι δασικοί χάρτες διακρίνονται στους προσωρινούς, που συντάσσονται από τις υπηρεσίες των Διευθύνσεων Δασών της Περιφέρειας στον κάθε νομό και τους οριστικούς, που προκύπτουν από την κύρωση από το Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας των προσωρινών χαρτών, αφού προηγουμένως εξεταστούν οι αντιρρήσεις που προβλήθηκαν μετά την ανάρτησή τους και συντελεστούν οι ανάλογες διορθώσεις, μόνο δε οι οριστικοί χάρτες κατά την ειδική πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 27 παρ. 4 Ν 2664/1998 ) έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή. Δεν είναι, πάντως, δυνατόν να χαρακτηρισθούν, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του Ν 998/1979 με πράξη του Δασάρχη ως δάση εκτάσεις που έχουν απωλέσει το δασικό τους χαρακτήρα πριν από την 11η Ιουνίου 1975, με βάση διοικητικές πράξεις, όπως σχέδια πόλων (βλ. τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του 998/1979, όπως αυτή ερμηνεύεται από ΣτΕ 1573/2002 , 2257/2002 δημ. ΝΟΜΟΣ). Ανεξάρτητα, όμως, από το δασικό χαρακτήρα του ακινήτου αποδείχθηκε ότι: α) το επίδικο γεωτεμάχιο βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου Α. ήδη από έτος 1917 και μάλιστα ως κοινοτικό οικόπεδο, το οποίο (όπως και τα όμορα) κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού εκποιήθηκαν από την πρώην κοινότητα και στη συνέχεια οικοδομήθηκαν από τους αγοραστές, β) το ήδη κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο προέβη διά της έκδοσης του βασιλικού διατάγματος στη ρυμοτόμηση θεωρώντας την έκταση αυτή οικιστική και επέτρεψε τη δόμηση και την κατάρτιση δικαιοπραξιών για πολλές δεκαετίες και δημιουργήθηκε έτσι σε κάθε περίπτωση ένα «φαινόμενο δικαίου», δηλαδή κατάσταση που δικαιολογημένα εμπιστεύθηκαν οι διοικούμενοι προβαίνοντας καλόπιστα σε δικαιοπραξίες, γ) δεν διενεργήθηκε επί της επίδικης έκτασης οποιαδήποτε συγκεκριμένη πράξη νομής εκ μέρους Ελληνικού Δημοσίου για το χρονικό διάστημα από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας μέχρι σήμερα. Συνεπώς σε κάθε περίπτωση ο δικαιοπάροχος της Β. Σ. απέκτησε κυριότητα έναντι του Δημοσίου εφόσον νεμήθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3127/2003, αδιαταράκτως για δέκα έτη (από το 1953) το ακίνητο, το οποίο απέκτησε καλόπιστα από την κοινότητα Αμπελώνα με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία (το ανωτέρω με αριθμό 5675/4.12.1953 πωλητήριο συμβόλαιο).

Συνακόλουθα, η πρώτη εγγραφή είναι ανακριβής, καθώς εμφανίζει ως «αγνώστου δικαιούχου» το επίδικο ακίνητο, μολονότι κατά το χρόνο συντέλεσης της πρώτης εγγραφής κύριος αυτού ήταν η Β. χήρα Χ. Σ. το γένος Χ. και Β. Μ. Επομένως, αφού απορριφθεί η κύρια παρέμβαση κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη ως ουσιαστικά αβάσιμη, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Τυρνάβου αναφορικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του κυρίως παρεμβαίνοντος τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, λόγω της ήττας του (άρθρο αρ. 3 ΚΠολΔ ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν 3693/1957 , κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. [...]

ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΕΒΕ Μαυρομιχάλη 23, 10680 Αθήνα τηλεφωνικό κέντρο: 210 

Σχόλια