Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για την ακυρότητα δημόσιας διαθήκης κατά το μέρος που περιόριζε τη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης συζύγου του αποβιώσαντος, εφόσον ο θανών σύζυγός της κατέλιπε σ’αυτή μόνο το 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας των κληρονομιαίων ....1029/2014 ΑΠ


Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ ΕΠΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (αρ. 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003)    Το συγκεκριμένο άρθρο πραγματεύεται τη φύση της χρησικτησίας κατά ακινήτων του δημοσίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003, καθώς και την πρακτική σημασία αυτής ενόψει  της ρύθμισης του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998....ΜΠρΛαρ 779/2010 [Δημόσιες δασικές εκτάσεις - Κτήση κυριότητας]

1029/2014 ΑΠ ( 629932)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για την ακυρότητα δημόσιας διαθήκης κατά το μέρος που περιόριζε τη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης συζύγου του αποβιώσαντος, εφόσον ο θανών σύζυγός της κατέλιπε σ’αυτή μόνο το 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας των κληρονομιαίων ακινήτων...
και οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι αμφισβητούσαν το κληρονομικό δικαίωμά της ως νόμιμης μεριδούχου στην κληρονομία του συζύγου της. Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής του κληρονομικού δικαιώματος της έτερης ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ως προς την ψιλή κυριότητα των κληρονομιαίων ακινήτων του αποβιώσαντος. Εφόσον ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο του τον υιό του και για την περίπτωση θανάτου αυτού άτεκνου, όρισε καταπιστευματοδόχους τα τέκνα των δύο θυγατέρων του, από τα οποία, όμως, κατά το θάνατό του, είχαν γεννηθεί μόνο εκείνα της μιας, ενώ τα τέκνα της άλλης, τα οποία δεν είχαν καν συλληφθεί τότε, γεννήθηκαν αργότερα, τα τελευταία είναι συγκαταπιστευματοδόχοι με τα πρώτα, τα οποία υποχρεούνται να τους αποδώσουν, κατά τον τοκετό τους, το μερίδιο που τους αναλογεί, αφού, προσδιορίζοντας ο διαθέτης ως καταπιστευματοδόχους τα τέκνα και των δύο θυγατέρων του, χωρίς, ως προς το θέμα αυτό, να ορίσει κάτι άλλο, θέλησε ως καταπιστευματοδόχους όλα τα εγγόνια του και από τις δύο θυγατέρες του, οπότε, στην περίπτωση αυτή, χρόνος επαγωγής στον καταπιστευματοδόχο που γεννήθηκε αργότερα, είναι ο χρόνος του τοκετού του και όχι του θανάτου του επιβαρυμένου. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση της 170/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

  

Αριθμός 1029/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Π., 2) Σ. Σ. του Π. και 3) Μ. συζ. Π. Σ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χας Κ. Μ., το γένος Κ. Τ., και 2) Ε. συζ. Ι. Μ., κατοίκου ... Η 1η δεν παραστάθηκε, διότι όπως δήλωσε ο δικηγόρος Σπυρίδων Μαύρος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Ι. Μ., κάτοικο ..., ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο βάσει πληρεξούσιου. Η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρβανίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1) από 15/5/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, 2) από 20/6/2008 αγωγή της ήδη τρίτης αναιρεσείουσας, 3) από 10/4/2009 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, και 4) από 26/2/2009 αγωγή της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/9/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 6/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 4.4.2012, πέθανε η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. χήρα Κ. Μ., το γένος Κ. και Β. Τ.. Ο Ι. Μ. του Φ., ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τον ίδιο έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους λοιπούς διαδίκους (αναιρεσείοντες και δεύτερη αναιρεσίβλητη), με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του Σπυρίδωνος Μαύρου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε νόμιμα το θάνατο της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου του και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

ΙΙ. Από το σύνδεσμο των διατάξεων των άρθρων 1142, 1166, 1800 παρ. 2, 1820 παρ. 1, 1825, 1827 και 1829 ΑΚ συνάγεται, ότι η εγκατάσταση με διαθήκη αναγκαίου κληρονόμου, όπως ο σύζυγος του διαθέτη, σε μόνη την επικαρπία κληρονομιαίου ή κληρονομιαίων ακινήτων, η ψιλή κυριότητα των οποίων καταλείπεται σε άλλους, αποτελεί περιορισμό της νόμιμης μοίρας του, ο οποίος, κατά το μέρος που τη βαρύνει, θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί, οπότε ο μεριδούχος δικαιούται τα κληρονομιαία ακίνητα κατά πλήρη κυριότητα ως προς το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, που είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του και επιπλέον, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη στη διαθήκη, και την επικαρπία, στην οποία εγκαταστάθηκε (Ολ.ΑΠ 769/1970, ΑΠ 199/1998 Ελλ.Δνη 39.849), ενώ η σχετική αξίωσή του, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 επ., 1846, 1871 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, μπορεί να ασκηθεί και με αναγνωριστική αγωγή για το κληρονομικό του δικαίωμα, εφόσον αμφισβητείται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α)σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς κα γ)ορισμένο αίτημα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δέχτηκε το Εφετείο και προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης - από 10.4.2009 - αγωγής της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας, η τελευταία ζήτησε με αυτή - αγωγή - να αναγνωριστεί, κατά το μέρος που περιορίζει τη νόμιμη μοίρα της, η ακυρότητα της από 25.11.1975 δημόσιας διαθήκης του συζύγου της Κ. Μ., ο οποίος πέθανε στις 14.8.1982 έχοντας αποκτήσει από το νόμιμο γάμο της με αυτήν τρία τέκνα, ήτοι τη Μ. Μ., Ε. Μ. και Π. Μ., εφόσον ο θανών σύζυγός της κατέλιπε σ`αυτή μόνο το 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας των κληρονομιαίων ακινήτων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι αμφισβητούν το κληρονομικό δικαίωμά της ως νόμιμη μεριδούχου στην κληρονομία του συζύγου της. Η εν λόγω αγωγή, έχοντας το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, εφόσον στηρίζεται στις διατάξεις που προεκτέθηκαν. Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ότι η αγωγή είναι νόμιμη, ακολούθως δε να δεχθεί - όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση - ως αποδειχθέντα τα ιστορούμενα ανωτέρω περιστατικά, να καταλήξει δε στην παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης και κατ`ουσίαν και να αναγνωρίσει την ακυρότητα της διαθήκης κατά το ποσοστό 1/8 της νόμιμης μοίρας της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας (πέραν του 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας, εφόσον δέχτηκε ότι δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη στη διαθήκη), σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία ή να αρκεσθεί σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι διατάξεις αυτές, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους, δεν παραβίασε δε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1831, 1833 και 1834 ΑΚ, τις οποίες επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και αφορούν, αντίστοιχα, στον προσδιορισμό της κληρονομίας για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, στις παροχές σε μεριδούχο που καταλογίζονται στη νόμιμη μοίρα και στον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας σε περίπτωση συνεισφοράς τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή λόγω - τάχα - αοριστίας της, ούτε επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος από τους αριθμούς 1, 19 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτος, κατ`ορθή εκτίμησή του, από τους αριθμούς 1, 8, 9, 14 και 19 (και όχι και από τον αριθμό 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΙΙΙ. Για την ίδρυση του λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για λήψη ή μη λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997), θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και ν`ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατ`ορθή εκτίμησή του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β` (και όχι και από τους αριθμούς 1 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό τους, ότι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα άσκησε την ένδικη αναγνωριστική κληρονομικού δικαιώματός της αγωγή χωρίς να έχει έννομο συμφέρον, αφού η αξίωση που αφορά έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, ισχυρισμό τον οποίο είχαν προβάλει με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό και είχαν επαναφέρει νόμιμα - ως ηττηθέντες - με λόγο της έφεσής τους κατά την εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Όπως, όμως δέχτηκε το Εφετείο και προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του - από 10.9.2010 - δικογράφου της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων (σελ.47 επ. αυτού), η προτεινόμενη παραγραφή αναφέρεται σε "δικαίωμα του Π. Μ. ως νόμιμου μεριδούχου..." και όχι στην αξίωση που αφορά η ένδικη αναγνωριστική κληρονομικού δικαιώματος αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας.

Συνεπώς, ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο και επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύθηκε και είναι γι`αυτό απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β`ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και τον προβληθέντα νόμιμα ουσιώδη ισχυρισμό τους, ότι τόσο ο Π. Μ. (έως το θάνατό του), όσο και η (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα), με την έως τώρα συμπεριφορά τους, επί 27 και πλέον έτη, δεν προέβαλαν ποτέ ζήτημα ακυρότητας της διαθήκης, που γνώριζαν, αλλά παραιτήθηκαν, σε κάθε περίπτωση, του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του - του Π. Μ.", πέραν της αοριστίας του άνω ισχυρισμού, εφόσον δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα η συμπεριφορά των ανωτέρω, από την οποία να προκύπτει η προβαλλόμενη παραίτησή τους, ως μη αφορώσα, και η αιτίαση αυτή, στην προαναφερθείσα αξίωση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας αλλά στο δικαίωμα νόμιμης μοίρας του Π. Μ., δεν ασκεί έννομη επιρροή όσον αφορά την ένδικη αναγνωριστική κληρονομικού δικαιώματος αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας και είναι γι`αυτό απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει σε δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Ειδικότερα, επί ερμηνείας διαθήκης, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη δήλωση βούλησης του διαθέτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, ως μη έχοντας εφαρμογή - επί διαθήκης- της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ (ΑΠ 389/2012). Εκτός, όμως, των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υπάρχουν και ειδικοί ερμηνευτικοί ή συμπληρωματικοί κανόνες επί δικαιοπραξιών, οι οποίοι έχουν θεσπισθεί είτε για την περίπτωση που εκφράσθηκαν τα μέρη αλλά γεννιώνται αμφιβολίες ως προς την έννοια ή την έκταση της δήλωσής τους (ερμηνευτικοί των δηλώσεων κανόνες), είτε για την περίπτωση που τα μέρη δεν όρισαν τίποτε ως προς σημείο δικαιοπραξίας (συμπληρωτικοί κανόνες). Στην περίπτωση αυτή, θα προκληθούν των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ οι ειδικοί ερμηνευτικοί ή συμπληρωματικοί κανόνες, των οποίων άλλωστε η ειδική ερμηνεία ή συμπλήρωση που παρέχουν στηρίζεται επί του στοιχείου της συναλλακτικής ευθύνης που απαιτούν οι γενικοί ορισμοί. Τέλος, εκ πλαγίου παραβίαση των αρθρ. 173 και 200 ΑΚ υπάρχει, όταν, μολονότι διαπιστώθηκε η ανάγκη ερμηνείας (κενό κ.λπ), οι διατάξεις εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή τους (ΑΠ 822/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δέχτηκε το Εφετείο και προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) εκτίμηση του περιεχομένου της από 26.2.2009 αγωγής της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ενάγουσας, η τελευταία ζήτησε με αυτή - αγωγή - να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ως προς την ψιλή κυριότητα των κληρονομιαίων ακινήτων, διότι - όπως ισχυρίστηκε - ο διαθέτης (Κ. Μ.) την όρισε με την προαναφερθείσα δημόσια διαθήκη του, για την περίπτωση θανάτου άτεκνου - όπως συνέβη - του κληρονόμου του, γιου του, Π., καταπιστευματοδόχο, μαζί με τα υπόλοιπα εγγόνια του τόσο από τη θυγατέρα του - και μητέρα της - Ε., όσο και από την άλλη θυγατέρα του Μ., αν και η ίδια γεννήθηκε μετά το θάνατο του διαθέτη και του επιβαρυμένου με το καταπίστευμα κληρονόμου του και κατά τους χρόνους αυτούς είχαν γεννηθεί τα τέκνα της Μ., ήδη πρώτος και δεύτερος αναιρεσείοντες εναγόμενοι, που αμφισβητούν το δικαίωμά της αυτό. Η αγωγή αυτή, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1809, 1923, 1924, 1995 και 1936 ΑΚ, οι οποίες, ενόψει και των ορισμών του άρθρου 1940 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην περίπτωση του κληρονομικού καταπιστεύματος, από το συνδυασμό των οποίων - όπως ορθά δέχτηκε το Εφετείο - προκύπτει, ότι, αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο του το γιό του και για την περίπτωση που αυτός πέθαινε - όπως και συνέβη - άτεκνος όρισε καταπιστευματοδόχους τα παιδιά των δύο θυγατέρων του, από τα οποία, όμως, κατά το θάνατό του, είχαν γεννηθεί μόνο εκείνα της μιας, ενώ τα παιδιά της άλλης, τα οποία δεν ήταν καν συνειλημμένα τότε, γεννήθηκαν αργότερα, τα τελευταία είναι συγκαταπιστευματοδόχοι με τα πρώτα, τα οποία υποχρεούνται να τους αποδώσουν, κατά τον τοκετό τους, το μερίδιο που τους αναλογεί, αφού, προσδιορίζοντας ο διαθέτης ως καταπιστευματοδόχους τα παιδιά και των δύο θυγατέρων του, χωρίς, ως προς το θέμα αυτό, να ορίσει κάτι άλλο, θέλησε ως καταπιστευματοδόχους όλα τα εγγόνια του και από τις δύο θυγατέρες του, οπότε, στην περίπτωση αυτή, χρόνος επαγωγής στον καταπιστευματοδόχο που γεννήθηκε αργότερα, είναι ο χρόνος (όχι του θανάτου του επιβαρυμένου, αλλά) του τοκετού του. Ακολούθως, το Εφετείο - όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση - δέχτηκε την έφεση της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ενάγουσας κατά τη εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, αφού δε εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ`ουσίαν, δέχτηκε δε ως αποδειχθέντα τα ιστορούμενα ανωτέρω περιστατικά και το κατά τα άνω δικαίωμα νόμιμης μοίρας της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου, κατέληξε στην παραδοχή εν μέρει της αγωγής ως βάσιμης και κατ`ουσίαν και αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ενάγουσας κατά (8/8 - 1/8 = 7/8 : 3=) 7/24 εξ αδιαιρέτου. Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και του ΑΚ, τους οποίους ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, και, συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης, τέταρτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πέμπτος, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.9.2011 αίτηση των 1) Α. Σ. του Π. κ.α. για αναίρεση της 170/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, επιμεριζόμενα λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια