Παθητική δωροδοκία. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Λήψη χρηματικού ποσού από ιατρό (ψυχίατρο) κρατικού νοσοκομείου στη.... 181/2015 ΑΠ (ΠΟΙΝ)

Κληρονομικό δίκαιο. Νόμιμη μοίρα και προσβολή της. Κληρονομικό καταπίστευμα. Περιορισμός του μεριδούχου. Καταψηφιστική περί κλήρου αγωγή. Εγκατάσταση κληρονόμου-συζύγου της διαθέτιδος σε ακίνητο με το βάρος καταπιστεύματος. Προσβολή της νόμιμης μοίρας με την.....722/2010 ΠΠΡ ΑΘ
181/2015 ΑΠ (ΠΟΙΝ) ( 650042)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Παθητική δωροδοκία. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Λήψη χρηματικού ποσού από ιατρό (ψυχίατρο) κρατικού νοσοκομείου...
στη Λέρο, ο οποίος είχε οριστεί πραγματογνώμονας, προκειμένου να διενεργήσει ιατρική πραγματογνωμοσύνη επί υποθέσεως ναρκωτικών. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 181/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Τ. του Α., κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ..., περί αναιρέσεως της 109/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2014 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 989/2014.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 2802/2001 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα (29.05.2007), ήτοι πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3666/2008, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρ. 2 παρ.1 του ν. 3666/2008 και τιμωρείται πλέον όποιος προσφέρει, υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή μέσω τρίτου, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα, για τον εαυτό του ή για άλλον, για ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή και για ήδη τελειωμένη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), τελεσθέντος προ της παραπάνω τροποποίησης του έτους 2008, απαιτείται, αντικειμενικώς, εκτός από την ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α` και 263 Α` του ΠΚ, και η εκ μέρους αυτού απαίτηση ή λήψη δώρων ή άλλων ανταλλαγμάτων ή αποδοχή υποσχέσεως προς παροχή τέτοιων ανταλλαγμάτων ή ωφελημάτων οποιασδήποτε φύσεως, τα οποία δεν δικαιούται, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για ενέργεια ή παράλειψη μόνον μελλοντική και όχι για τελειωμένη, η οποία ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και ανάγεται στην υπηρεσία του ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διαταγές και οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, των ανωτέρω θεμελιωτικών της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος περιστατικών και τη θέληση να απαιτήσει, λάβει τα πιο πάνω οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα ή αποδεχθεί υπόσχεση παροχής αυτών, με περαιτέρω σκοπό να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα ή αντίκειται σε αυτά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ για την επί της ουσίας καταδικαστική απόφαση, απαιτείται και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, όχι όμως και όταν πρόκειται για αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς ή για υπερασπιστικά επιχειρήματα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Aρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την προσβαλλόμενη με αρ. 109/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ο αναιρεσείων ιατρός, καταδικάστηκε για παθητική δωροδοκία, που τέλεσε στις 29-5-2007 ως υπάλληλος του κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου, σε φυλάκιση έξι μηνών με τριετή αναστολή, με την παρακάτω, κατά πιστή αντιγραφή αιτιολογία: "Από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε νομότυπα ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, από όλα γενικώς και χωρίς εξαίρεση τα νομίμως αναγνωσθέντα έγγραφα, τα οποία αναλυτικά αναφέρονται στα πρακτικό της παρούσας, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ` αυτόν δια του κατηγορητηρίου αξιόποινη πράξη όπως αυτή, κατά τα συνιστώντα την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση πραγματικά περιστατικά στο διατακτικό της παρούσας περιγράφεται. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στην Λέρο την 29.5.2007 ως υπάλληλος με πρόθεση και κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό του ωφελήματα, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντά του. Συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, ως ψυχίατρος και διευθυντής Α` και Β` Τομέα του Κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου, ενώ είχε ορισθεί με την με αριθμό 11/2007 διάταξη του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Κω πραγματογνώμονας προκειμένου να διενεργήσει ιατρική πραγματογνωμοσύνη στον Θ. Μ. του Δ., σε βάρος του οποίου είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και διενεργούνταν κύρια ανάκριση για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζήτησε από τον Θ. Μ. και τον πατέρα του Δ. Μ. το χρηματικό ποσό των 500 € για να διενεργήσει την πραγματογνωμοσύνη, ποσό το οποίο και έλαβε από τους ανωτέρω. Τα ως άνω, κατατέθηκαν με σαφήνεια από τους μάρτυρες κατηγορίας, που οι ίδιοι κατέθεσαν στον λογαριασμό του στην "...................." τράπεζα το ανωτέρω ποσό προσκομίζοντας μάλιστα το αποδεικτικό κατάθεσης. Για το γεγονός εξάλλου αυτό, οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί του κατηγορούμενου, δεν κρίθηκαν επαρκείς, καθώς στηρίχθηκαν στην υπόθεση ότι οι μηνυτές, οι οποίοι να σημειωθεί ότι δεν είναι κάτοικοι Λέρου, έμαθαν τον αριθμό λογαριασμού του από τους τραπεζικούς υπαλλήλους ή από άλλους κατοίκους της Λέρου που μπορεί να τον γνώριζαν, χωρίς όμως, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στην απολογία του, να έχει μέχρι σήμερα ενδιαφερθεί όχι μόνο να ερευνήσει από ποιόν τραπεζικό υπάλληλο ή κάτοικο Λέρου, δόθηκε χωρίς την εντολή του ο αριθμός λογαριασμού του αλλά και χωρίς να έχει μέχρι σήμερα επιδιώξει να επιστρέψει τα χρήματα, αφού κατά τους ισχυρισμούς του, δεν τα είχε ζητήσει. Απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τον οποίο, μετά την έναρξη ισχύος του Ν 2802/2000 η προβλεπόμενη από το άρθρο 235 ΠΚ αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας στοιχειοθετείται μόνο για μελλοντικές ενέργειες, παραλήψεις του υπαιτίου ενώ προκειμένου για τελειωμένες παρελθούσες υπηρεσιακές ενέργειες - παραλείψεις, η πράξη παραμένει ανέλεγκτη ανέγκλητη. Τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση, η ενέργεια του κατηγορούμενου, για την οποία ζήτησε και έλαβε το ποσό των 500 ευρώ, δεν ήταν αυτή της συνάντησης του με τον Θ. Μ., τον οποίο εξέτασε την 29-5-2007, αλλά αυτή της σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης και της αποστολή της στον Ανακριτή Κω, η οποία όταν ζητήθηκε και καταβλήθηκε το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, δεν είχε λάβει χώρα. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο από την συνεκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως από τις αξιόπιστες και με άμεσο λόγο γνώσης καταθέσεις των Θ. και Δ. Μ. οι οποίοι με σαφήνεια εκθέτουν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, οι καταθέσεις δε αυτές επιβεβαιώνονται πλήρως από τα ανωτέρω αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος όπως κατηγορείται, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του, και να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του τα ελαφρυντικά του άρθρ. 84§§2α και 2δ. του Π.Κ.". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων υπάλληλος ιατρός κρατικού νοσοκομείου ιατρός, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α`, 27 παρ. 1, 235 παρ. 1, 263 α` ΠΚ, που εφάρμοσε και τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο. Εξάλλου, από το παραπάνω αιτιολογικό, σαφώς προκύπτουν χωρίς αντιφάσεις παραδοχές ουσίας, που δεν μπορούν να ελεγχθούν από τον Aρειο Πάγο, ότι το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ ο αναιρεσείων το ζήτησε στις 29-5-2007 από τον ασθενή Θ. Μ. για να ενεργήσει ιατρική πραγματογνωμοσύνη που είχεν διαταχθεί από τον Ανακριτή Κώ και το έλαβε, με κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό στη Λέρο από τον πατέρα του ασθενούς, χάριν μελλοντικής ενέργειας, που ήταν όχι η εξέταση του ασθενούς τοξικομανούς, αλλά η σύνταξη της άνω πραγματογνωμοσύνης και η αποστολή της στον Ανακριτή Κώ, (μελλοντική ενέργεια), ενέργειες που κατά τις παραδοχές έγιναν μετά την καταβολή του ποσού, ήτοι ότι όταν ζητήθηκε και καταβλήθηκε στον κατηγορούμενο το άνω χρηματικό ποσό, δεν είχαν λάβει χώρα, δεν είχε συνταχθεί ακόμα η έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Αυτή δε η ουσιαστική παραδοχή είναι ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ερευνηθεί αναιρετικά διότι πλήττει την ουσία, αδιάφορα του ότι δεν έχει σημασία η φερόμενη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ημερομηνία της 29-5-2007 και το ότι η κατάθεση των χρημάτων στην τράπεζα έγινε στις 30-5-2007, αφού μπορεί η έκθεση να προχρονολογήθηκε στην ημερομηνία εξέτασης του ασθενούς (29-5-2007) και στην πραγματικότητα να συντάχθηκε μεταγενέστερα, μετά την κατάθεση των χρημάτων, όπως δέχθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` (κατ`εκτίμηση) του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τον άνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η καταβολή του χρηματικού ποσού έγινε μετά τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης, ήτοι για τελειωμένη ενέργεια αυτού και ότι δεν στοιχειοθετείται η υπόσταση του άνω εγκλήματος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 8/6-10-2014 αίτηση του Α. Τ. του Α., για αναίρεση της με αρ. 109/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια