![Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ ΕΠΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (αρ. 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003) Το συγκεκριμένο άρθρο πραγματεύεται τη φύση της χρησικτησίας κατά ακινήτων του δημοσίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003, καθώς και την πρακτική σημασία αυτής ενόψει της ρύθμισης του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998....ΜΠρΛαρ 779/2010 [Δημόσιες δασικές εκτάσεις - Κτήση κυριότητας]](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj2mQKQmb4g2XuS7L0mlBqZ2LCVHuUZxxr3q7lPeKd3sei3rb0OzwzXqfM9wkpM-8Ya0Ukux6_T1mcjBbzdyRCAaFjQPNw2DL1RQMm6ixQtDyxMV2-WcwGkc3KbyOg3Kb2DZvPObh655a8/s170-c/%CE%91%CE%A1%CE%98%CE%A1%CE%9F+%CE%9A%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%99%CE%A4%CE%96%CE%97++01+DIKIGORIKO.jpg)
1424/2013 ΑΠ ( 616155)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΔΕΕ 2014/234, ΕΕΜΠΔ 2014/113, ΧΡΙΔ 2014/187) Σύμβαση υπέρ τρίτου. Έννοια. Νομική φύση. Λειτουργία αυτής. Προϋποθέσεις του κύρους της. Εκχώρηση απαίτησης. Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία ή η ακυρότητα της αιτίας δεν ασκεί καμία...
επιρροή για το κύρος της περί εκχωρήσεως συμβάσεως. Εξαιρέσεις. Ανώνυμη εταιρεία (ΑΕ). Απαγόρευση της θυγατρικής εταιρείας της ΑΕ να επενδύει μέρος του δικού της μετοχικού κεφαλαίου, σε μετοχές της μητρικής εταιρίας. Ευθύνη του υποσχεθέντα σε αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 362 και 365 Α.Κ., επί κατάρτισης δικαιοπραξίας, που έχει ως αντικείμενο αδύνατη παροχή, εφόσον η απαγόρευση του νόμου αφορά, όχι τη συνομολόγηση της συμβάσεως, αλλά τη συνομολογούμενη μ` αυτή παροχή, ώστε η τελευταία να μην μπορεί να εκπληρωθεί (νομική αδυναμία). Διαφορετικό το ζήτημα της μεταγενέστερης άρσεως της ακυρότητας δια της καταβολής, μετά την απόκτηση της πραγματικής αξίας των μετοχών από τα μέλη του Δ.Σ. της θυγατρικής Α.Ε. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 482/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Αριθμός 1424/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Λ. του Δ., κατοίκου ... .. .. .. και 2. Θ. Σ. του Π., κατοίκου ..., οι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... .... .. . ..", η οποία εδρεύει στην ..., στις εγκαταστάσεις ... .... , νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Ορφανίδη και Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιανουαρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:61/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 482/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Οκτωβρίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 361, 410 και 411 ΑΚ, για να υπάρχει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία παρέχει στον τρίτο το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή, πρέπει να προκύπτει από την σύμβαση ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σκοπούσαν να προσπορίσουν απ` απευθείας στον τρίτο ίδιο δικαίωμα, δυνάμει του οποίου να μπορεί αυτός, στρεφόμενος κατά του υποσχεθέντος, να ζητήσει την παροχή. Τούτο είναι ζήτημα πραγματικό, αναγόμενο στην ερμηνεία της συμβάσεως και ως τέτοιο εκφεύγει από τον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν συναφώς οι ερμηνευτικοί κανόνες (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Η ενοχική σχέση, με την οποία συνδέεται ενιαία η υπόσχεση υπέρ τρίτου, μπορεί να είναι οποιαδήποτε αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής σύμβαση, όπως αγοραπωλησία, μίσθωση πράγματος ή υπηρεσίας ή έργου, εταιρία, εντολή, εκχώρησης, δωρεάς, παρακαταθήκης κ.α. Εάν δεν προκύπτει από την σύμβαση ότι προσπορίζεται δικαίωμα στον τρίτο, τότε αυτός αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον υποσχεθέντα μόνο κατά τα άρθρα 455 και 460 ΑΚ, δηλαδή όταν εκχωρηθεί σε αυτόν από εκείνον που δέχθηκε την υπόσχεση η απαίτηση, γιατί αλλιώς δεν νομιμοποιείται στην άσκηση αγωγής κατά του υποσχεθέντος. Η ενοχική αυτή σχέση των συμβληθέντων, με την οποία ενιαίως συνδέθηκε η υπέρ άλλου υπόσχεση, δεν αποκλείεται, ενόψει του ότι οι περί συμβάσεως τρίτου διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου, να υφίσταται και όταν ο δέκτης της υποσχέσεως δεν συμμετείχε στην βασική έννομη σχέση που συνδέει τους αρχικώς συμβληθέντες. Η υπέρ τρίτου σύμβαση, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι κατά κανόνα αιτιώδης και απαραίτητος για το κύρος και την ισχύ αυτής όρος είναι να περιέχεται σ` αυτήν η αιτία, εξ` αφορμής της οποίας καταρτίζεται. Ως αιτία (causa) νοείται ο άμεσος σκοπός, για τον οποίο γίνεται η συντελουμένη επίδοση δια της συμβάσεως, ήτοι η δημιουργία περιουσιακού πλεονεκτήματος για τον λήπτη, αποτελεί τον ψυχολογικό παράγοντα, ο οποίος στη σειρά των σκοπών του δικαιοπρακτούντος είναι ο εγγύτερος προς αυτήν, προσδιορίζοντας τη θέληση προς ενέργεια της επιδόσεως και δίδει τον νομικό χαρακτήρα στη δικαιοπραξία αναλόγως των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τα οποία έχει και τα οποία ανάγει το δίκαιο σε ορισμένους τόπους πράξεων. Η ύπαρξη αιτίας μεταξύ του υποσχεθέντος και δεχθέντος την υπόσχεση είναι απαραίτητος όρος για το κύρος και την ισχύ της συμβάσεως υπέρ τρίτου, διότι στην περίπτωση που δεν υφίσταται τέτοια αιτία, δεν γεννάται η προς τον τρίτον υποχρέωση του υποσχεθέντος. Δεν αποκλείεται βεβαίως να καταρτισθεί σύμβαση υπέρ τρίτου, υπό τον τύπο της αφηρημένης υποσχέσεως, πλην όμως ο υποσχεθείς δύναται να αντιτάξει, ως εναγόμενος, την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ένσταση της ελλείψεως αιτίας, αποδεικνύοντας την ανυπαρξία της αιτίας. Αντιθέτως η ύπαρξη της αιτίας στην μεταξύ του δέκτη της υποσχέσεως και του τρίτου σχέση δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της υπέρ τρίτου συμβάσεως, ασκεί όμως επιρροή στις σχέσεις μεταξύ του δεκτού της υποσχέσεως και τρίτου και μόνο μεταξύ τούτων, είναι δυνατόν όμως ο τελευταίος (τρίτος) να εναχθεί από τον δέκτη της υποσχέσεως δια της περί αχρεωστήτου αγωγής. Περαιτέρω η νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το `νόμω` βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι στις 20.10.2003 καταρτίσθηκε συμφωνία μεταξύ των εναγομένων, και ήδη αναιρεσειόντων, κυρίων μετόχων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "........", η οποία είναι μέτοχος της ενάγουσας κατά ποσοστό 67% και του συνεταιρισμού με την επωνυμία "............. εργαζομένων στα πετρέλαια ....... ", μετόχου, επίσης, αυτής κατά ποσοστό 33%, δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι, υποσχέθηκαν στον ως άνω συνεταιρισμό την υπέρ αυτής (ενάγουσας) εκχώρηση 4.788.200 κοινών μετοχών που θα τους μεταβίβαζε η βρετανική εταιρία με την επωνυμία " ............. ", ως τίμημα για την αγορά από την τελευταία 32.464 μετοχών της ........ , κυριότητας αυτών (εναγομένων), ότι με την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως επεδιώκετο η είσοδος της βρετανικής εταιρίας στην ενάγουσα και συνακόλουθα η χρηματοδότηση αυτής, άλλως ότι οι εναγόμενοι υποσχέθηκαν την μεταβίβαση των άνω μετοχών σε αναγνώριση του χρέους τους προς την ενάγουσα, εξ` υπερόγκων αμοιβών που εισέπραξαν απ` αυτήν ως τεχνικοί σύμβουλοι, επί πλέον δε υποσχέθηκαν την μεταβίβαση των μετοχών αυτών για να απαλλαγούν των προσωπικών εγγυήσεών τους, ύψους 200.000.000 δρχ προς της Τράπεζα, μέσω της εγγυητικής επιστολής που είχαν εκδώσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου προς εξασφάλιση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της ενάγουσας για την πραγματοποίηση των επενδυτικών της στόχων, ότι στις 22.10.2003 οι εναγόμενοι, με το ... συμβόλαιο της σ/φου Αθηνών ...... .. , πώλησαν και παρέδωσαν στην ως άνω βρετανική εταιρεία (......) το σύνολο των μετοχών που κατείχαν, ήτοι το 86,11% της Ευρωτεχνικής, αντί τιμήματος που συνίστατο στη μεταβίβαση προς αυτούς μέχρι τις 31.12.2005 4.788.200 κοινών μετοχών της βρετανικής εταιρίας, συνολικής αξίας 5.534.138,08 ευρώ. Ζητεί δε η ενάγουσα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να καταδικασθούν οι εναγόμενοι σε δήλωση βουλήσεως για την μεταβίβαση των μετοχών αυτών, επικουρικώς δε, και για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται νομική αδυναμία μεταβιβάσεως των μετοχών, κατά τα άρθρα 17 παρ. 2 του ν. 2190/1920.362 και 365 Α.Κ., να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν το ισόποσο της αξίας τους. Υπό το περιεχόμενο αυτό η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι νόμιμη, κατά την επικουρική της βάση, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, το οποίο ορθώς εφήρμοσε, μετά την απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. του Α.Κ, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ). Κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η ανώνυμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία "...." και με διακριτικό τίτλο "..........................." συστήθηκε με το με αριθμό .../15-4-92 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καβάλας ......... ... . Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο αυτής ανήρχετο στο ποσό των 9.000.000 δρχ. και ήταν διηρημένο σε 9.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1000 δρχ, η κάθε μία, στις δε 25-5-2002 αυτό (μετοχικό κεφάλαιο), κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων, ανήρχετο στο ποσό των 110.461,00 ευρώ και ήταν διηρημένο σε 37.700 ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 2,93 ευρώ. Μέτοχοι αυτής ήταν: α) ο Θ. Σ., δεύτερος εναγόμενος και νυν δεύτερος εκκαλών, έχων 9.844 ονομαστικές μετοχές που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό συμμετοχής 26,11%, β) ο Ν. Λ., πρώτος εναγόμενος και νυν πρώτος εκκαλών, έχων 22.622 ονομαστικές μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό συμμετοχής 60% και γ) ο Χ. Μ., ήδη αποβιώσας, ο οποίος είχε 5.235 ονομαστικές μετοχές που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό συμμετοχής 13,89%. Η εν λόγω ανώνυμη εταιρία συνέστησε με το με αριθμό ... συμβόλαιο σύστασης ανώνυμης εταιρίας της συμβολαιογράφου Καβάλας .......... , που εγκρίθηκε νόμιμα ............, ανώνυμη εταιρία με τον Συνεταιρισμό με την επωνυμία "................" με την επωνυμία "................." και με διακριτικό τίτλο "..............", η οποία στην παρούσα δίκη έχει την ιδιότητα της εφεσίβλητου και στην πρωτόδικη δίκη ήταν ενάγουσα. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο αυτής ανήρχετο στο ποσό των 20.000.000 δρχ. και καλυπτόταν κατά ποσοστό 67% από την άνω πρώτη ανώνυμη εταιρία (..............) και κατά ποσοστό 33% από τον άνω τελευταίο (συνεταιρισμό). Στις 23-11-1999 η ως άνω ενάγουσα εταιρία (............) προήλθε σε κατάρτιση εγγράφου συμβάσεως με το Ελληνικά Δημόσιο, η οποία κυρώθηκε με το ν. 2779/1999, δυνάμει της οποίας απέκτησε τα δικαιώματα εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή του Θρακικού Πελάγους. Με το άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου κυρώθηκε η σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, της "......................", της εταιρίας "................." και του ως άνω Συνεταιρισμού. Με αυτή (σύμβαση) ανάδοχος του έργου, η οποία δικαιούται να καθορίζει ελεύθερα την επενδυτική της πολιτική, τα οικονομικά προγράμματα, και τα προγράμματα των εργασιών της ορίστηκε η ως άνω ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, στις υποχρεώσεις της οποίας, μεταξύ άλλων, υπαγόταν και η διενέργεια δύο τουλάχιστον γεωτρήσεων, για τις οποίες μάλιστα ορίσθηκε και ημερομηνία ολοκληρώσεως τους και πιο συγκεκριμένα, η πρώτη από αυτές (γεωτρήσεις) έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι τις 21-11- 2000 και η δεύτερη μέχρι τις 22-9-2001. Η εταιρία "............ ........." συμβλήθηκε ως ειδικός συμβαλλόμενος, υποχρεούμενη να προκαταβάλει στην άνω ανάδοχο εταιρία (ενάγουσα) το ποσό των 5.000.000 δολαρίων, έχοντας, κατ` άρθρο 39 του ως άνω νόμου, την ιδιότητα του ειδικού διαιτητή, η εταιρία "..............." συμβλήθηκε ως ειδικός εγγυητής, καταθέτοντας προς τούτο στο Ελληνικό Δημόσιο σχετική εγγυητική επιστολή της Τράπεζας ......., ύψους 200.000 δρχ. και τέλος ο ως άνω συνεταιρισμός είχε αποφασιστικό ρόλο στην πορεία των επενδύσεων και των υποχρεώσεων της ενάγουσας εταιρίας. Η ενάγουσα, καίτοι, όπως προειπώθηκε, είχε συμβατική υποχρέωση να ολοκληρώσει την πρώτη των ως άνω δύο γεωτρήσεων μέχρι της 21-11-2000, παρά ταύτα ολοκλήρωσε αυτή τον Ιανουάριο του 2001, ο δε ως άνω συνεταιρισμός, έχων, όπως προαναφέρθηκε, αποφασιστικό ρόλο στις αναληφθείσες από αυτή (ενάγουσα) υποχρεώσεις, που απέρρεαν από την προαναφερόμενη σύμβαση, προσέφυγε στον πιο πάνω ειδικό διαιτητή (δηλαδή ενώπιον της εταιρίας ".......... ...... .......", ο οποίος με σχετική απόφαση του έκανε δεκτή αυτή και αποφάσισε όπως αυτή (ενάγουσα-ανάδοχος εταιρία) προβεί έγκαιρα στις αναγκαίες ερευνητικές εργασίες, προκειμένου να πραγματοποιηθεί εμπρόθεσμα η άνω δεύτερη γεώτρηση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πέραν των καθυστερήσεων η ενάγουσα άρχισε να παρουσιάζει και άλλα προβλήματα, όσον αφορά την εκτέλεση του αντικειμένου της άνω δραστηριότητας που αυτή ανέλαβε, μάλιστα δε από τα μέσα του έτους 2002 άρχισε να περιέρχεται σε δεινή οικονομική θέση, γεγονός που προκύπτει από την ίδια τη συνεδρίαση του Δ.Σ. αυτής στις 29-1-2003, όπου γίνεται αναφορά στο σύνολο των ληξιπροθέσμων οφειλών της (προμηθευτών εσωτερικού και εξωτερικού), ανερχόμενο στο ποσό των 3.227.500 ευρώ. Έτσι κατέστη πλέον αναγκαία η εξεύρεση ενός νέου επενδυτή, ανέλαβε δε το έργο αυτό ο πρώτος εναγόμενος Ν. Λ., Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος του Δ.Σ. της ενάγουσας, επιθυμών την διάσωση αυτής και την αποφυγή κηρύξεως της ως εκπτώτου από την άνω σύμβαση, λόγω αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από αυτή (σύμβαση). Προς τούτο, επέδειξαν αρχικά ενδιαφέρον δύο ξένες εταιρίες, τελικώς όμως συνέχισε ενδιαφερόμενη μόνο η εδρεύουσα στο Λονδίνο βρετανική εταιρία με την επωνυμία "............", η οποία στις 11-6-2003 απευθύνει προς αυτόν (Ν. Λ. με την ως είρηται ιδιότητα του) την επενδυτική πρόταση να χρηματοδοτήσει αυτή με το ποσό των 30.000.000 δολαρίων, υπό την προϋπόθεση της αποκτήσεως ποσοστού 60% του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας εταιρίας. Την πρόταση αυτή δεν αποδέχθηκε ο εναγόμενος συνεταιρισμός, μέτοχος, όπως προειπώθηκε κατά ποσοστό 33% της ενάγουσας, επειδή δεν επιθυμούσε αλλαγή στην σύνθεση των μετόχων αυτής (εταιρίας). Στις 18-6-2003 η άνω βρετανική εταιρία προέβη σε υποβολή νέας επενδυτικής πρότασης, η οποία είχε το εξής περιεχόμενο: θα χρηματοδοτούσε αυτή την "............" (ενάγουσα) με το ποσό των 30.000.000 δολαρίων με την έκδοση εγγυητικής επιστολής, υπό την προϋπόθεση της απόκτησης ποσοστού 90% της "..............". Την εν λόγω ημερομηνία η πρόταση αυτή έγινε αποδεκτή από τους μετόχους της ενάγουσας, δηλαδή την "....." και τον συνεταιρισμό των εργαζομένων σ` αυτή και στις 25-6-2003 αποστέλλεται στο αρμόδιο Υπουργό Ανάπτυξης, ο οποίος στις 25-9-2003 με τη με αριθμό 16785/2003 απόφαση του παρέχει τη συναίνεση του για την άνω εκχώρηση του ποσοστού του 90% των ιδίων μετοχών της "...............", μετόχου κατά ποσοστού 61% της "..........", προς αυτή (...............). Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του με επίκληση προσκομιζομένου με αριθμό 43/11-10-2003 πρακτικού της συνεδρίασης του Δ.Σ. της ενάγουσας, ο Ν. Λ., με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής ενημέρωσε το ΔΣ για την με ημερομηνία 18-6-2003 υπογραφή Μνημονίου συνεργασίας που υπεγράφη με την προαναφερόμενη Βρετανική εταιρία, στην εν λόγω δε συνεδρίαση, σημειωτέο, διαπιστώθηκε διαφωνία μεταξύ του Συνεταιρισμού και της ".............." ως προς τον τρόπο υλοποίησης της άνω συμφωνίας μεταξύ "............." και της τελευταίας, η οποία και απετέλεσε την αιτία διακοπής της συνεδριάσεως "μέχρι της οριστικής διευθέτησης της ως άνω διαφωνίας και την εξεύρεση λύπης", όπως επί λέξει σ` αυτό (άνω πρακτικό) αναφέρεται. Στις 16-10-2003 οι εναγόμενοι μέτοχοι κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά (60 και 26,11% αντίστοιχα) της "......................." και υπό την ιδιότητα τους αυτή αφενός και αφετέρου ο προαναφερόμενος συνεταιρισμός νομίμως εκπροσωπούμενος από τον Πρόεδρο του Ε. Π., προήλθαν στην εξής συμφωνία: α) οι μετοχές ονομαστικής αξίας 5 πεννών λίρας Αγγλίας οι οποίες θα εκδοθούν από τη "............... " θα κατατεθούν από τους ως άνω αναφερόμενους νυν μετόχους με τη μορφή του καταπιστεύματος σύμφωνα με την Αγγλική Νομοθεσία, β) η σύσταση του καταπιστεύματος και η κατάθεση των μετοχών θα πραγματοποιηθεί αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της ................... και της "......" και την έκδοση των μετοχών από την τελευταία και γ) η σχετική διαδικασία σύστασης του καταπιστεύματος θα αναληφθεί από εξειδικευμένους προς τούτο συμβούλους, οι οποίοι θα επιλεγούν καθ` υπόδειξη της ".............. ". Με έγγραφο που φέρει ημερομηνία συντάξεως την αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη (16-10-2003) και απευθύνεται προς την Βρετανική εταιρία ο ως άνω Ν. Λ.ς ενημερώνει την τελευταία για την επίτευξη της ανωτέρω συμφωνίας προσδιορίζοντας το θέμα που αφορά το έγγραφο επί λέξει "Ανταλλάξιμες Μετοχές για να τεθούν σε καταπίστευμα" μάλιστα δε επί λέξει αυτό σε μερικά σημεία του έχει ως εξής: "... Δια της παρούσης παρακαλώ ενημερωθείτε αναφορικά με το παραπάνω θέμα, ότι πέραν της πρόσφατης συζήτησης στην Καβάλα την Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2003 και όπως συμφωνήθηκε ... εμείς οι μέτοχοι της .......................... (εκτός από την οικογένεια του αποθανόντος Χ. Μ.) δηλώνουμε και δεσμευόμεθα να τοποθετήσουμε τις ανταλλάξιμες μετοχές.... αμέσως μετά την υπογραφή της 5 και Ρ Συμφωνίας στις 22-10-03 ...". Δηλαδή προκύπτει από το περιεχόμενο της αμέσως πιο πάνω συμφωνίας ότι υπήρξε μερική τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας των εναγομένων, του συνεταιρισμού και της Βρετανικής εταιρίας, η οποία αντί να χρηματοδοτήσει την ενάγουσα εταιρία "........." με το ποσό των 30.000.000 δολαρίων προκειμένου να αποκτήσει το 90% της .................. , θα αποκτούσε πλέον το τελευταίο με την καταβολή ως τίμημα την έκδοση προς τους άνω μετόχους αυτής (εναγομένους) μετοχών κυριότητος της, οι οποίες θα κατατεθούν από αυτούς (μετόχους-εναγόμενους) με τη μορφή καταπιστεύματος κατά την Αγγλική Νομοθεσία.
Στη συνέχεια επακολούθησε νέα οριστική πλέον συμφωνία μεταξύ των εναγομένων, του συνεταιρισμού και της Βρετανικής εταιρίας, σύμφωνα με την οποία στην τελευταία θα περιέρχονταν το 86,11% των μετόχων της .................. , που κατείχαν συνολικά και οι δύο εναγόμενοι (του ποσοστού που κατείχε ο ήδη αποβιώσας εταίρος Χ. Μ., ύψους 13,89% και το οποίο περιήλθε στους κληρονόμους αυτού θα παρέμεινε σ` αυτή-εταιρία), αντί του αρχικώς συμφωνηθέντος ποσοστού 90% αυτής (...............). Η εν λόγω πλέον οριστική συμφωνία μεταξύ των μεταξύ των προαναφερομένων στις 20-10-2003 επικυρώθηκε εγγράφως με περιεχόμενο την άνω μεταβίβαση έναντι τιμήματος που θα συνίστατο στη μεταβίβαση από τη ..... μετοχών της στο όνομα των εναγομένων, οι οποίες θα τοποθετούνταν σε καταπίστευμα σύμφωνα με την Αγγλική Νομοθεσία. Επίσης συμφωνείται μεταξύ αυτών επί λέξει το εξής : "Η διαχείριση, κυριότητα, νομή και κατοχή των ειρημένων μετοχών και όποιων άλλων εκδοθούν ή δοθούν, για οποιονδήποτε λόγο και αιτία, επαχθή ή χαριστική, επ` ευκαιρία και εξ αφορμής της ανωτέρω συμφωνίας θα ανήκει στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ".....", με έδρα την Καβάλα, που εκπροσωπείται νόμιμα, με σκοπό την εκμετάλλευση τους από αυτήν προς χάριν των επενδυτικών και αναπτυξιακών της προγραμμάτων ...". Δηλαδή, στο εν λόγω έγγραφο υφίστανται δύο συμφωνίες των ως άνω συμβληθέντων και συγκεκριμένα: 1) Mία με περιεχόμενο την υπόσχεση μεταβίβασης προς την εταιρία "..... ...." (ενάγουσα) του τιμήματος που θα ελάμβαναν από την πώληση προς την Βρετανική εταιρία των μετοχών τους οι εναγόμενοι, δηλαδή των μετοχών που θα εξέδιδε στο όνομα τους αυτή (Βρετανική εταιρία) και 2) Μία με περιεχόμενο την τοποθέτηση των μετοχών σε καταπίστευμα μέχρι 31-12-05, σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο, τις οποίες εκουσίως συμφώνησαν οι ενάγοντες να παραδώσουν στον εμπιστευματοδόχο, που θα υποδείκνυε η Βρετανική εταιρία, ο οποίος θα είχε την υποχρέωση διαχείρισης αυτών μέχρι την ως άνω ημερομηνία. Την επομένη ημέρα (21-10-2003) συνεδρίασε το Δ.Σ, της ενάγουσας εταιρίας, συνταγέντος προς τούτο του υπ` αριθμ. 44 πρακτικού, το οποίο με επίκληση προσκομίζεται, από την ανάγνωση του οποίου προκύπτει ότι αυτό ενέκρινε την ως άνω συμφωνία. Ας επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι ο πρώτος εναγόμενος Ν. Λ.ς με την προαναφερόμενη ιδιότητα που είχε στην αμέσως πιο πάνω εταιρία και σχετικά με το πρώτο θέμα συνεδριάσεως με τίτλο "Ενημέρωση για την συνεργασία της εταιρείας ........... με την .................." επί λέξει ανέφερε: "... μετά τη διακοπή της συνεδριάσεως της 11-10- 2003 και κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των δύο μετόχων της ... , δηλαδή της ........... του ........ στα Πετρέλαια .... και της .............. υπεγράφη η από 20-10- 2003 συμφωνία μεταξύ των αφενός κ. κ. Ν. Λ. και Θ. Σ. και αφετέρου του ... , με την οποία μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε αντί του 90% των μετοχών της .......... να μεταβιβασθεί το 86,11%, γεγονός στο οποίο συμφώνησε και η .... ". Από τα ανωτέρω λεχθέντα του πρώτου εναγομένου Ν. Λ. ελέγχεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων-εκκαλούντων περί μη υπάρξεως δύο συμφωνιών μεταξύ αυτών, μιας της 16-10-2003 και μιας της 20-10-2003, τροποποιητικής της πρώτης, και της μη γνώσεως και εγκρίσεως αυτών (δύο συμφωνιών) από την άνω Βρετανική εταιρία. Η πρώτη των ως άνω συμφωνιών (τελική) που περιέχεται στο έγγραφο της 20-10-2003 είναι η κύρια-βασική συμφωνία, η δε δεύτερη είναι ένας συμφωνηθείς τρόπος (διαδικασία) προκειμένου να επιτευχθεί η πρώτη, η οποία δεν εξαρτήθηκε από καμία αίρεση. Έτσι, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η άνω βασική (κύρια) συμφωνία τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της σύστασης του άνω καταπιστεύματος ελέγχεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Για τον ίδιο λόγο κρίνεται απορριπτέος και ο έτερος ισχυρισμός τους περί ακατάληπτου αιρέσεως ως προς την σύσταση του καταπιστεύματος. Αλλά και αν θεωρηθεί ότι πράγματι είναι στο σημείο της αυτό η συμφωνία ακατάληπτος, διότι δεν ορίζεται υπό ποίες προϋποθέσεις θα οριστεί ο καταπιστευματοδόχος και ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουμε μια συμφωνία ενιαία, η ακυρότητα αυτής ως προς αυτό το μέρος της και πάλι δεν θα επέφερε ακυρότητα όλης της συμφωνίας (άρθρο 181 Α.Κ), αφού οι συμβαλλόμενοι ρητώς συμφώνησαν επί λέξει "... Η ακύρωση οποιουδήποτε όρου της Συμφωνίας δεν θα επηρεάσει την ισχύ των λοιπών όρων αυτής ...", δηλαδή η βούληση των συμβαλλομένων είναι η τήρηση της άνω βασικής τους συμφωνίας. Ας επισημανθεί, επίσης, ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης ως προς την έννοια του καταπιστεύματος κατά το Αγγλικό δίκαιο, αυτό είναι νομικός όρος που προσομοιάζει με την προβλεπόμενη στο Ελληνικό Αστικό Δίκαιο παρακαταθήκη, ο δε εμπιστευματοδόχος δεν ταυτίζεται με την έννοια της καταπιστευτικής μεταβίβασης κατά το Ελληνικό Δίκαιο, ως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αλλά και του περιεχομένου της ως άνω μεταξύ των εναγομένων και του συνεταιρισμού καταρτισθείσης στις 20-10-2003 συμβάσεως, ερμηνευομένης κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, λόγω της αμφιβολίας ως προς το εάν αυτή είναι γνήσια ή νόθος σύμβαση υπέρ τρίτου, πρόδηλον καθίσταται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι μεταξύ των διαδίκων, εκ των οποίων οι μεν εναγόμενοι ως υποσχεθέντες, ο δε συνεταιρισμός ως δέκτης της υπόσχεσης, καταρτίσθηκε γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, με νόμιμη αιτία την εκχώρηση της απαίτησης των εναγομένων έναντι της Βρετανικής εταιρίας που συνίσταται στο τίμημα που αντιστοιχούσε στην μεταβίβαση προς αυτήν των ανωτέρω μετοχών τους υπέρ της ενάγουσας ως τρίτης, αφού συνομολογήθηκε αυτή αποκλειστικώς και μόνον προς το συμφέρον της. Σημειώνεται ότι αμφισβητείται το ζήτημα λόγω της εκποιητικής φύσεως της συμβάσεως εκχωρήσεως, κατά πόσο τρίτο πρόσωπο εκτός από τους συμβαλλομένους μπορεί ν` αποκτήσει απ` ευθείας απαίτηση μέσω συμβάσεως εκχωρήσεως, που έγινε μεταξύ άλλων σύμφωνα με τις διατάξεις της γνήσιας συμβάσεως για χάρη τρίτου. Κατά την προκρινόμενη από το παρόν Δικαστήριο ως ορθοτέρα άποψη είναι δυνατό αυτό ... . Η άνω συμφωνία που καταρτίσθηκε δύο μέρες πριν την δια συμβολαιογραφικού εγγράφου (βλ. το υπ` αριθμ. .../22-10-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών .................) πώληση των μετοχών και αφορά στην ανάληψη από τους εναγόμενους της υποχρέωσης να μεταβιβάσουν μέλλουσα αποκτηθείσα περιουσία, δεν αφορά "πάσα" δηλαδή ολοκληρωτική μεταβίβαση περιουσίας, αλλά στοιχεία ορισμένης κατηγορίας και γι` αυτό, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 366 ΑΚ δηλαδή συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών .................) πώληση των μετοχών και αφορά στην ανάληψη από τους εναγόμενους της υποχρέωσης να μεταβιβάσουν μέλλουσα αποκτηθείσα περιουσία, δεν αφορά "πάσα" δηλαδή ολοκληρωτική μεταβίβαση περιουσίας, αλλά στοιχεία ορισμένης κατηγορίας και γι` αυτό, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 366 ΑΚ δηλαδή αποδείχθηκε επίσης ότι με το αμέσως πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο οι εναγόμενοι πώλησαν στην Βρετανική εταιρία 32464 κοινές ονομαστικές μετοχές της ................... , ονομαστικής αξίας εκάστης 2,93 ευρώ, που αντιπροσώπευαν συνολικά το 86,1 1% του συνόλου των μετοχών αυτής και ειδικότερα ο μεν δεύτερος εναγόμενος 9.844 μετοχές, ο δε πρώτος εναγόμενος 22.620 μετοχές, αντί τιμήματος που συνίσταντο στη διάθεση και έκδοση εκ μέρους της αγοράστριας 4.788.200 κοινών μετοχών της αξίας 5.534.138,08 ευρώ, που θα πιστωνόταν μέχρι τις 31-12-05 και ειδικότερα στον μεν πρώτο ενάγοντα 1.451.916 μετοχές αξίας 1.678.106,68 ευρώ, στον δε πρώτο εναγόμενο 3.336.284 μετοχές αξίας 3.856.031,40 ευρώ. Η Βρετανική εταιρία προς εκπλήρωση της αναληφθείσης από αυτήν υποχρέωσης εξέδωσε στο όνομα των εναγομένων τον προαναφερθέντα αριθμό μετοχών, σύμφωνα με τα διαληφθέντα στο σχετικό συμβόλαιο. Στην πιο πάνω κρίση το Δικαστήριο οδηγείται από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού. Ετσι, ενόψει του ότι, στην προκειμένη περίπτωση έχουμε κατάρτιση γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου και συγκεκριμένα υπέρ της ενάγουσας, η τελευταία νομιμοποιείται ενεργητικά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, στην έγερση της υπό κρίση αγωγής. Ας επισημανθούν στο σημείο αυτό, πέραν των όσων αναφέρονται στη μείζονα σκέψη σχετικά με την σύμβαση εκχωρήσεως, και τα ακόλουθα: Οι εκχωρήσεις βάσει του αντικειμένου τους διακρίνονται σε εκχωρήσεις απαιτήσεων και σε εκχωρήσεις άλλων δικαιωμάτων, οι οποίες στον ΑΚ φέρουν την ονομασία "μεταβιβάσεις" ... .
Αυτή (εκχώρηση) είναι σύμβαση αφηρημένη, δηλαδή η περί αυτής σύμβαση είναι δυνατόν να συνομολογείται εκ διαφόρων λόγων, οι νομικοί δε αυτοί λόγοι αποτελούν εκάστοτε την αιτία (causa) αυτής. Αιτία της εκχωρήσεως της απαιτήσεως μπορεί να είναι η πώληση της απαιτήσεως ή η απαλλαγή αυτής, η παραχώρηση αυτής λόγω δωρεάς ή λόγω προικός ή προς εκπλήρωση ανειλημμένης υποχρεώσεως προς εκχώρηση κ.λ.π. Η ύπαρξη ή η τυχόν ανυπαρξία ή ακυρότητα της αιτίας δεν ασκεί καμμία επιρροή για το κύρος της περί εκχωρήσεως συμβάσεως. Εννοείται ότι δεν αποκλείεται ύστερον εκ της ελλείψεως της αιτίας η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού condicio του εκχωρητή κατά του εκδοχέως, υπαρχόντων των όρων του νόμου (904 επ ΑΚ), Του κανόνος ότι η περί εκχωρήσεως εκποιητική σύμβαση είναι ανεξάρτητος της αιτίας (επί της οποίας αυτής στηρίζεται) υπάρχουν τρεις εξαιρέσεις: α) εκ της υποκείμενης αυτής αιτίας(π.χ. δωρεάς) θα κριθεί αν η περί εκχωρήσεως σύμβαση θα υποβληθεί σε κάποιο συστατικό τύπο, β) αν η causa της εκχωρήσεως προσκρούει στα χρηστά ήθη, οπότε, ως επί το πλείστον προσλαμβάνει αθέμιτο χαρακτήρα και η ίδια η εκχώρηση και είναι και αυτή contra bonos mores ώστε εδώ η ακυρότητα της αιτίας συνεπιφέρει την ακυρότητα και αυτής της εκχωρήσεως και γ) αν από το περιεχόμενο της περί εκχωρήσεως συμβάσεως προκύπτει ότι τα μέρη έθεσαν ορισμένη αιτία ως αίρεση της εκχωρήσεως, εξήρτησαν δηλαδή το κύρος και την ενέργεια της περί εκχωρήσεως συμβάσεως από το κύρος και την ενέργεια της αιτίας εκείνης, οπότε παύει ο αφηρημένος χαρακτήρας της εκχωρήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η εν λόγω εκχώρηση είχε ως αντικείμενο απαίτηση και όχι άλλο δικαίωμα υπό την έννοια του άρθρου 470 ΑΚ, ως αιτία δε αυτής, όπως προκύπτει από όλο το περιεχόμενο της υπό κρίση αγωγής σε συνδυασμό και με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά είχε την εκπλήρωση ανειλημμένης υποχρεώσεως των εναγομένων προς εκχώρηση, γεγονός που προκύπτει επιπλέον από τα προαναφερόμενα πρακτικά συνεδριάσεως του Δ,Σ, της ενάγουσας, αλλά και από τις δηλώσεις του πρώτου εναγομένου στον τοπικό τύπο του Ν. Καβάλας, όπως προκύπτει από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από την ενάγουσα σχετικά φύλλα των εφημερίδων. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί μη καταρτίσεως συμβάσεως εκχωρήσεως λόγω μη παραδόσεως των εν λόγω μετοχών, ως αξιόγραφων, κατά τα άρθρα 470 και 888 ΑΚ, ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος, Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η μεταβίβαση των μετοχών της άνω Βρετανικής εταιρίας, τις οποίες θα ελάμβαναν οι εναγόμενοι, στην ενάγουσα, λόγω της ήδη μεταξύ τους πλέον υπάρχουσας σχέσης μητρικής -θυγατρικής α.ε. κατά τους ορισμούς της σχετικής διατάξεως (42ε παρ. 5 περ. α) του ν. 2190/1920 θα προσέκρουε στο άρθρο 17 παρ. 2 του αυτού νόμου, σύμφωνα και με τα επίσης στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφερόμενα. Τούτο δε διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ερμηνευομένη η εν λόγω διάταξη κρίνεται ότι απαγορεύει την σ` αυτή παροχή (νόμω απαγορευμένη παροχή), η υποσχετική όμως δικαιοπραξία παραμένει ισχυρά και έτσι η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση, δηλαδή τη θετική ζημία της που ισοδυναμεί με την αξία των εν λόγω μετοχών, που αναφέρεται πιο πάνω, την οποία υποχρεούνται να ανορθώσουν οι εναγόμενοι. Το ότι η αξία των μετοχών του μεν πρώτου εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 3.856.031,40 ευρώ, του δε δευτέρου στο ποσό του 1.678.106,68 ευρώ προκύπτει από το άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταβιβάσεως των προς αυτούς από την προαναφερόμενη Βρετανική εταιρία, σημειουμένου ότι και οι ίδιοι οι εναγόμενοι σε σχετική αγωγή που άσκησαν κατά του συνεταιρισμού, που προσκομίζεται με επίκληση στην παρούσα δίκη, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, στο συνολικό ποσό των 5.535,00 ευρώ προσδιορίζουν την αξία αυτών, όπως προκύπτει από την ανάγνωση αυτής (αγωγής), αλλά και από την ανάγνωση των εμπροθέσμως κατατεθεισών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της υπό κρίση εφέσεως (κύριοι και πρόσθετοι, των τελευταίων αποτελούντων κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους επανάληψη των πρώτων), με τους οποίους επαναφέρονται στο παρόν Δικαστήριο οι προβληθέντες πρωτοδίκως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των εναγομένων, ισχυρισμοί περί ακυρότητας της ενδίκου συμβάσεως λόγω αντιθέσεως της στο άρθρο 366 ΑΚ, ακυρότης εκχωρήσεως κατά τα άρθρα 270 και 888 ΑΚ, ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας, φύση ενδίκου συμβάσεως, ύπαρξη των αιρέσεων των άρθρων 201 και 208 ΑΚ, ελέγχονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι ...". Επί τη βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσιβλήτου, κατά την επικουρική βάση αυτής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογημένως και ορθώς, υπήγαγε τα, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, ως άνω πραγματικά περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 410, 411, 455 επ., 362 και 365, Α.Κ. και αρθρ. 17 παρ.2 του ν. 2190/1920, και όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ανυπαρξία αιτίας για την κατάρτιση της υπέρ τρίτου συμβάσεως και την εκτελεστέα παροχή, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σαφείς και επαρκείς παραδοχές σχετικά με τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα, ως και ως προς την αιτία καταρτίσεως της υπέρ τρίτου συμβάσεως, δι` αναφοράς συγκεκριμένων περιστατικών στην συμφωνία περί υποσχέσεως των εναγομένων για την μεταβίβαση των ως άνω μετοχών, στην οποία το Εφετείο, μετά την με ισχύ δεδικασμένου απόρριψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της κυρίας βάσεως της αγωγής για την καταδίκη των εναγομένων σε δήλωση βουλήσεως για την μεταβίβαση των μετοχών της αγγλικής εταιρίας ".... ................", ως μη νομίμου κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 17 του ν. 2190/1920, αναφέρεται σε υπόσχεση μεταβιβάσεως τιμήματος μετοχών, για τον προσδιορισμό και μόνο της αποζημιώσεως με βάση την αξία (τίμημα) των μετοχών αυτών, ουδεμία δε αντιφατικότητα υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών αυτών και της νομικής επιχειρηματολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με το ζήτημα του επιτρεπτού ή μη της εκποιητικής συμβάσεως εκχωρήσεως υπέρ τρίτου. Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 470 και 888 Α.Κ., προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι πλήσσουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού το κύρος της συμβάσεως, σχετικά με την υπόσχεση μεταβιβάσεως των εν λόγω μετοχών, κρίθηκε, με ισχύ δεδικασμένου, κατά τα προεκτεθέντα, με την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο με την απόφασή του είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής για την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για την μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών, λόγω της τιθεμένης από την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 2190/1920 απαγορεύσεως. Τέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθ. 1 και 19 πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων του άρθρου 467 Α.Κ., είναι απορριπτέος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., καθ` όσον ο, κατά το ως άνω άρθρο 467 Α.Κ, περί μη ευθύνης ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, που αποτελούσε και λόγο εφέσεως και δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., δεν είχε προταθεί παραδεκτώς και για το λόγο αυτό απορρίφθηκε από το Εφετείο ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ). Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2190/1920, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, ορίζεται ότι " οι ανώνυμες θυγατρικές εταιρίες δεν έχουν δικαίωμα να επενδύουν ούτε μέρος του δικού τους μετοχικού κεφαλαίου σε μετοχές της μητρικής εταιρίας". Με τη διάταξη αυτή απαγορεύεται, για την προστασία της εταιρικής περιουσίας και του εταιρικού κεφαλαίου τόσο της μητρικής όσο και της θυγατρικής εταιρίας, όχι η συνομολόγηση της εν λόγω συμβάσεως, αλλά η συνομολογουμένη με αυτή παροχή, και συνεπώς, στην περίπτωση που καταρτίζεται η σχετική δικαιοπραξία, που έχει ως αντικείμενο αδύνατη παροχή, εφόσον η απαγόρευση του νόμου αφορά, όχι τη συνομολόγηση της συμβάσεως, αλλά τη συνομολογούμενη μ` αυτή παροχή, ώστε η τελευταία να μην μπορεί να εκπληρωθεί (νομική αδυναμία), ο υποσχεθείς ενέχεται σε αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 362 και 365 Α.Κ., είναι διαφορετικό δε το ζήτημα της μεταγενέστερης άρσεως της ακυρότητας δια της καταβολής, μετά την απόκτηση των μετοχών, της πραγματικής αξίας των μετοχών, που αποκτήθηκαν από τα μέλη του Δ.Σ. της θυγατρικής Α.Ε. Εξάλλου κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου που αιτιολογείται ελλιπώς, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα, πρόταση του νομικού συλλογισμού.
Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 30/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβάσεως των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 365 Α.Κ., ως και των διατάξεων του άρθρου 17 παρ.2 του ν. 2190/1920, συγκεκριμένα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένως δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση περί μεταβιβάσεως των μετοχών της ως άνω βρετανικής εταιρείας ".................. " στην ενάγουσα προσέκρουε στην διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 του ν. 2190/1920, με την οποία απαγορεύονταν, όχι η συνομολόγηση της συμβάσεως, αλλά η συνομολογουμένη με αυτήν παροχή, και συνακόλουθα ότι η ενάγουσα δικαιούται αποζημιώσεως για τη θετική ζημία, την οποία υπέστη και η οποία είναι ισοδύναμος με την αξία των μεταβιβασθεισών μετοχών της αγγλικής εταιρείας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 362 και 365 του Α.Κ., ενώ στην μείζονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού είχε δεχθεί το αντίθετο, ότι δηλαδή η διάταξη αυτή του άρθρου 17 παρ 2 δεν επιφέρει την ακυρότητα της απόκτησης των μετοχών μητρικής από τη θυγατρική εταιρία και συνακόλουθα δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της κάλυψης των μετοχών της μητρικής, και ότι επομένως η απόκτηση των μετοχών αυτών είναι έγκυρη, αλλά γεννά, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 15β παρ.3 του ν. 2190/1920 υποχρέωση στα μέλη του Δ.Σ. της θυγατρικής να καταβάλουν την αξία των αποκτηθεισών μετοχών προς εξασφάλιση της πραγματικής καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου της μητρικής, και ότι, σε κάθε περίπτωση στην κρινομένη υπόθεση, δεν ετίθετο καν ζήτημα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 15 Β παρ.3 του ν. 2190/1920, αφού η πραγματική καταβολή της αξίας των μετοχών της ........... είχε ήδη εξασφαλισθεί, κατά τον μη προταθέντα στα δικαστήρια της ουσίας εν λόγω ισχυρισμό, δια της γενομένης αυτής ανταλλαγής. Κατά συνέπεια, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίθηκε, έστω και με διαφορετική (ελλιπή - ασαφή) αιτιολογία στη μείζονα σκέψη, α) ότι η ένδικη σύμβαση περί μεταβιβάσεως των μετοχών της ως άνω βρετανικής εταιρείας " ............. " στην ενάγουσα προσέκρουε στην διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 του ν. 2190/1920, με την οποία απαγορεύονταν, όχι η συνομολόγηση της συμβάσεως, αλλά η συνομολογουμένη με αυτήν παροχή, όπως είχε κριθεί με ισχύ δεδικασμένου και με την μη εκκληθείσα από τους διαδίκους, κατά το κεφάλαιο τούτο, απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο με την απόφασή του είχε απορρίψει την κυρία βάση της αγωγής για την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για την μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών, και συνακόλουθα β) ότι η ενάγουσα δικαιούται αποζημιώσεως για τη θετική ζημία, την οποία υπέστη και η οποία είναι ισοδύναμος με την αξία των μεταβιβασθεισών μετοχών της αγγλικής εταιρείας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 362 και 365 του Α.Κ., πρέπει, ύστερα από αντικατάσταση του αιτιολογικού της αναιρεσιβαλλομένης, να απορριφθεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το οποίο όμως στηρίζει ορθό διατακτικό, χωρίς συγχρόνως να υπάρχει έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αιτιολογία της για την αποτροπή δεδικασμένου. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται στον ως άνω ισχυρισμό, σχετικά με το ότι το Εφετείο εφήρμοσε εσφαλμένως την ως άνω διάταξη, διότι η πραγματική καταβολή της αξίας των μετοχών της ................. είχε ήδη εξασφαλισθεί δια της γενομένης ανταλλαγής και συνεπώς κατέστη βραδύτερον δυνατή η εκπλήρωση της παροχής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., καθ` όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι η άνω πλημμέλεια, η οποία δεν αφορά στη δημόσια τάξη, προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως ότι προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τέτοιος ισχυρισμός, αλλά αντιθέτως οι τελευταίοι προέβαλαν ως πρόσθετο λόγο εφέσεως ότι η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 2190/1920 απαγόρευση δεν αφορά μόνο στην εκποιητική, αλλά και στην υποσχετική δικαιοπραξία.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ` ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.10.2009 αίτηση αναίρεσης των Ν. Λ. κ.λ.π, για αναίρεση της 482/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου