Κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), κληροδοσία. Για την παθητική νομιμοποίηση κληροδόχου σε αγωγή χρησικτησίας επί κληροδοτηθέντος ακινήτου απαιτείται ως εναγόμενος να έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κληροδόχου και δεν αρκεί να αμφισβητεί απλώς την κυριότητα του ενάγοντα της αγωγής. Ο....27/2013 ΠΠΡ ΡΟΔ


Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ ΕΠΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (αρ. 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003)    Το συγκεκριμένο άρθρο πραγματεύεται τη φύση της χρησικτησίας κατά ακινήτων του δημοσίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1, 2 ν. 3127/2003, καθώς και την πρακτική σημασία αυτής ενόψει  της ρύθμισης του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998....ΜΠρΛαρ 779/2010 [Δημόσιες δασικές εκτάσεις - Κτήση κυριότητας]

27/2013 ΠΠΡ ΡΟΔ ( 607085)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), κληροδοσία. Για την παθητική νομιμοποίηση κληροδόχου σε αγωγή χρησικτησίας επί κληροδοτηθέντος ακινήτου απαιτείται ως ...
εναγόμενος να έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κληροδόχου και δεν αρκεί να αμφισβητεί απλώς την κυριότητα του ενάγοντα της αγωγής. Ο διαθέτης κληροδότησε σε ΟΤΑ ακίνητο προκειμένου να συσταθεί ίδρυμα υπέρ των δημοτών, επί του οποίου ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή χρησικτησίας από τρίτους, οι οποίοι φέρονται ως συγκύριοί του. Η Διοίκηση αρνήθηκε τη σύστασή του ιδρύματος με την έκδοση εκ μέρους της του αναγκαίου προεδρικού διατάγματος. Αποτελέσματα της μη σύσταση ιδρύματος ήταν: 1) μη εναγωγή του ιδρύματος ως κληροδόχου στην παραπάνω αγωγή χρησικτησίας, 2) η κληροδοσία κατέστη σχολάζουσα και στην αγωγή χρησικτησίας ενάγεται πλέον ο εκτελεστής της διαθήκης και 3) οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος αποκτούν δικαίωμα επιστροφής του ακινήτου στην κληρονομία. Επίδοση στο εξωτερικό. Εάν συντάχθηκε στην αλλοδαπή έκθεση επίδοσης στην οποία φέρεται ο παραλήπτης ως αγνώστου διαμονής, νομίμως οι επόμενες επιδόσεις γίνονται ως αγνώστου διαμονής.

  

Αριθμός 27/2013

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ (Τακτική Διαδικασία)

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ελένη Σκριβάνου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Λάζαρο Βαλσαμή, Πρωτοδίκη και Ευφροσύνη-Μαρία Ντόρτου, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια και τη Γραμματέα Αγγελική Κατσαντώνη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 17η.5.2012, για να δικάσει τις υποθέσεις:

Α. Της ενάγουσας: Ζ. συζ. Γ. Ζ., κατοίκου Ρόδου, η οποία εμφανίσθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευθύμιο Δημητριάδη, Ελένη Ηρωνία και Βασιλική Οικονομοπούλου (ΔΣ Αθηνών).

Των εναγομένων: 1) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος Ρ., εδρεύοντος στη Ρόδο και νομίμως εκπροσωπουμένου και 2) Κ., κατοίκου Γερμανίας, εκ των οποίων ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη, η δε δεύτερη δεν εμφανίσθηκε στη δίκη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 15.7.2008 αγωγή της, η οποία κατετέθη στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 986/2008, συζήτηση της οποίας ορίσθηκε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, εξ αναβολών της 7ης.5.2009, 18ης.2.2010 και 17ης.3.2011.

Β. Των κυρίως παρεμβαινόντων: 1) Α. Μ. και 2) Ε. Μ., κατοίκων Ρόδου, εκ των οποίων η πρώτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Παρούσου, ο δε δεύτερος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νασιόπουλο (ΔΣ Αθηνών).

Των καθών η κύρια παρέμβαση: 1) Ζ. συζ. Γ. Ζ., κατοίκου Ρόδου, 2) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος Ρ., εδρεύοντος στη Ρόδο και νομίμως εκπροσωπουμένου και 3) Κ., κατοίκου Γερμανίας, εκ των οποίων η πρώτη εμφανίσθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευθύμιο Δημητριάδη, Ελένη Ηρωνία και Βασιλική Οικονομοπούλου (ΔΣ Αθηνών), ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη, η δε τρίτη δεν εμφανίσθηκε στη δίκη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Οι κυρίως παρεμβαίνοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 18.8.2009 κύρια παρέμβασή τους, η οποία κατετέθη στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 1018/2009, συζήτηση της οποίας ορίσθηκε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, εξ αναβολών της 18ης.2.2010 και 17η.3.2011. Γ. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία αυτού, Δικαστική Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Μαρία Ελευθερίου, το οποίο παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ του Δήμου Ροδίων, πρώτου εναγόμενου της ως άνω κρινόμενης αγωγής, δια των νομίμως κατατεθειμένων προτάσεών του.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και στις κατατεθείσες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των α) από 15.7.2008 και υπ` αριθμ. κατάθεσης 986/2008 αγωγής και β) από 18.8.2009 και υπ` αριθμ. κατάθεσης 1018/2009 κύριας παρέμβασης, καθώς και της δια των προτάσεων ασκηθείσας πρόσθετης παρέμβασης, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθόσον υπάγονται στην ίδια διαδικασία (άρθρα 31 § 1, 79 επ. Κ.Πολ.Δ.) και διότι ούτω διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ επέρχεται και μείωση των εξόδων.

Σύμφωνα με το άρθρο 271 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 3994/2011, σε συνδυασμό με τα άρθρα 72 και 77 αυτού, αν ο εναγόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν κανονικά, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σε αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκαν εμπρόθεσμα, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.

Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης στα οποία περιλαμβάνεται και η Γερμανία και το Βέλγιο, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13.11.2008 ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών), με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 κανονισμού (άρθρα 2 έως 7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζοντας απ` ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα 1,1 οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που `περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965. Περαιτέρω, οι διατάξεις του Κανονισμού αυτού δεν ισχύουν σε περίπτωση που η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξης είναι άγνωστη (άρθρο 1 § 2, βλ. και ΕφΘεσ 164/2010, δημ. ΝΟΜΟΣ). Κατά δε το άρθρο 135 § 1 Κ.Πολ.Δ., αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση εφαρμόζονται οι διατάξεις της § 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του Δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα, στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Η επίδοση που γίνεται κατά παράβαση των διατάξεων αυτών εφόσον βέβαια συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης είναι άκυρη (ΑΠ 260/1987, ΕλλΔνη 19. 846). Αγνωστος είναι ο τόπος διαμονής ή η ακριβής διεύθυνση της διαμονής, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση, όταν δεν είναι κοινώς γνωστή η διαμονή του και δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί αυτή μολονότι καταβλήθηκε κάθε σχετική προσπάθεια με τα συνήθη μέσα επιμελείας που υπαγορεύεται και από τις αρχές της καλής πίστης, που οφείλουν να τηρούν οι διάδικοι κατά τη διενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων. Απαιτείται δηλαδή για το άγνωστο της διαμονής ευρεία αντικειμενική άγνοια και δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτός που παράγγειλε την επίδοση δεν γνωρίζει για τον τόπο ή τη διεύθυνση της διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση (ΕφΘεσ 414/2010, Αρμ 2011.813, ΕφΔωδ 201/1992, ΕλλΔνη 36. 407, Μπέης, ΠολΔ, τεύχ. 3 κάτω από το άρθρο 135 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο της 17ης.5.2012, εξ αναβολών της 7ης.5.2009, 18ης.2.2010 και 17ης.3.2011, η δεύτερη εναγομένη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση, ως προς την κρινόμενη αγωγή, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου. Περαιτέρω, αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, με πράξη προσδιορισμού για την αρχική δικάσιμο της 7ης.5.2009, καθώς και πρακτικό αναβολής αυτής της δικασίμου για την 18.2.2010, με συνημμένη μετάφραση στη γερμανική γλώσσα και εντολή - την 15η.10.2009 - επίδοσης από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου, ως υπηρεσία διαβίβασης του δικογράφου, κατά τους ορισμούς του Κανονισμού 1393/2007, μεταβιβάσθηκε στην υπηρεσία παραλαβής, ήτοι το Ειρηνοδικείο του Βούπερταλ, το οποίο απέστειλε την 22α.2.2010 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου, σε μετάφραση από τη γερμανική γλώσσα στην ελληνική, την από 18.11.2009 βεβαίωση του άρθρου 10 του Κανονισμού περί μη επίδοσης του δικογράφου, καθόσον η δεύτερη εναγομένη δεν μπόρεσε να βρεθεί στην αναφερθείσα στην εντολή επίδοσης διεύθυνση (ήτοι στην διεύθυνση (…). Δεδομένου ότι η εν λόγω παραλήπτρια βεβαιώθηκε ως αγνώστου διαμονής και η συζήτηση της υπόθεσης ανεβλήθη εκ νέου, η επίδοση της κρινόμενης αγωγής και του πρακτικού αναβολής της 18ης.2.2010 για την 17η.3.2011 παραδεκτώς και εμπροθέσμως πραγματοποιήθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, κατά την διάταξη του άρθρου 135 § 1 Κ.Πολ.Δ., με δημοσίευση σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, εκδιδόμενες η μία στην Αθήνα και άλλη στην έδρα του δικαστηρίου (βλ. υπ` αριθμ. 1107SE/9.12.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Ν. Χ. και δημοσίευση στις εφημερίδες (…). Ως εκ τούτου, συντελεσθείσας της πλασματικής επίδοσης (άρθρο 136 Κ.Πολ.Δ.), η απολειπόμενη διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί για τη εξ αναβολής δικάσιμο της 17ης.3.2011 και κατ` ακολουθία, για τη μεταγενέστερη μετ` αναβολή δικάσιμο της 17ης.5.2012 δεν απαιτείτο εκ νέου κλήση αυτής, αφού στο εξής η αναγραφή της αναβολής στο πινάκιο ίσχυε ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 § 4 Κ.Πολ.Δ). Συνεπώς, η δεύτερη εναγόμενη δικάζεται ερήμην, ισχύοντος του τεκμηρίου ομολογίας (άρθρο 271 § 3 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε κατά τα προδιαλαμβανόμενα). Σημειωτέον, ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης την 17η.3.2011, έγινε και δεύτερη απόπειρα επίδοσης σ` αυτήν στην Αμβέρσα Βελγίου, (ήτοι στη διεύθυνση …), χωρίς όμως να βρεθεί η δεύτερη εναγόμενη, με συνέπεια η δικογραφία να επιστραφεί ανεπίδοτη (βλ. από 30.12.2009 βεβαίωση του άρθρου 10 του Κανονισμού) και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, καταβλήθηκε κάθε σχετική προσπάθεια με τα συνήθη μέσα επιμελείας που υπαγορεύεται και από τις αρχές της καλής πίστης, εκ μέρους της ενάγουσας για τον εντοπισμό της δεύτερης εναγομένης.

Ομοίως στην αυτή ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης της κύριας παρέμβασης, η Κ. Σ. δεν παραστάθηκε ούτε υπό την ιδιότητα της τρίτης καθής η κύρια παρέμβαση. Οι κυρίως παρεμβαίνοντες, αγνοώντας την διεύθυνση αυτής στο εξωτερικό, επέδωσαν, βάσει του άρθρου 1 § 2 του Κανονισμού 1393/2007 και του άρθρου 135 § 1 Κ.Πολ.Δ., αντίγραφο της αγωγής και πρακτικό αναβολής της 18ης.2.2010 για την δικάσιμο της 17ης.3.2011, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου (βλ. υπ` αριθμ. 5579Δ/22.3.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ...) και δημοσίευσαν περίληψή της σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, εκδιδόμενες η μία στην Αθήνα και άλλη στην έδρα του δικαστηρίου (ήτοι στην (…). Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, συντελεσθείσας της πλασματικής επίδοσης (άρθρο 136 Κ.Πολ.Δ.), η απολειπόμενη διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί για τη εξ αναβολής δικάσιμο της 17ης.3.2011 και κατ` ακολουθία, για τη μεταγενέστερη μετ` αναβολή δικάσιμο της 17ης.5.2012 δεν απαιτείτο εκ νέου κλήση αυτής, αφού στο εξής η αναγραφή της αναβολής στο πινάκιο ίσχυε ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 § 4 Κ.Πολ.Δ.). Συνεπώς, η Κ. Σ. ως τρίτη καθής η κύρια παρέμβαση, δικάζεται ερήμην, ισχύοντος του τεκμηρίου ομολογίας (άρθρο 271 § 3 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε κατά τα προδιαλαμβανόμενα).

Ια. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 του κυρωθέντος με το υπ` αριθ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου Κτηματολογικού Κανονισμού, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο με το άρθρο 8 παρ 2 του ν. 510/1947 και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ` αυτήν της Ελληνικής νομοθεσίας, η παραγραφή για τη συμπλήρωση της 15ετούς νομής και την κτήση κυριότητας δια εκτάκτου χρησικτησίας στρέφεται παθητικώς κατ` εκείνου επ` ονόματι του οποίου φέρεται τελευταίως εγγεγραμμένος ως κύριος του ακινήτου και σε περίπτωση θανάτου αυτού, και αν ακόμα δε μετεγράφη η αποδοχή κληρονομιάς από τους κληρονόμους του, όταν το ακίνητο εξακολουθεί να φέρεται ανήκον στην κυριότητα του κληρονομούμενου τιτλούχου, η αγωγή στρέφεται παθητικώς κατά των κληρονόμων του (Π.Θεοδωρόπουλου, Το Ισχύον εν Δωδεκάνησω Δίκαιον, σελ. 148) ή εν ελλείψει τούτων, του διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου.

Ιβ. Από τα άρθρα 61, 63, 65 και 68 του αυτού Κανονισμού, εξάλλου, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι κατά την εκδίκαση αγωγής, με την οποία ζητείται ν` αναγνωρισθεί η συμπλήρωση της προβλεπόμενης απ` αυτές 15ετούς ή 10τούς κτητικής παραγραφής, είτε αυτή (εκδίκαση) γίνεται αντιμωλία είτε ερήμην του εναγομένου, τα περιστατικά που θεμελιώνουν την βάση της αγωγής ότι το επίδικο ακίνητο φέρεται εγγεγραμμένο στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο, είτε ολόκληρο είτε εν μέρει, υπέρ του εναγομένου, καθώς και η νομική φύση του ακινήτου, αποδεικνύονται μόνο με την προσκομιδή ακριβούς αντιγράφου του αντίστοιχου κτηματολογικού τίτλου ή πιστοποιητικού του διευθυντή του κτηματολογικού γραφείου, που εκδίδεται με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο, διότι τα περιστατικά αυτά δεν μπορούν να ομολογούνται, είτε με δικαστική απόφαση είτε με εξώδικη ομολογία, αφού, για να καταστεί κάποιος κύριος του ακινήτου με 15ετή κτητική παραγραφή ή για ν` αποκτήσει με 10ετη κτητική παραγραφή το δικαίωμα ωφελίμου κυριότητας (τεσσαρούφ) των δημοσίων κτημάτων «εραζί-εμιριέ» (βλ. και αριθ. 1, 2, 4, 63 παρ. 5, 65 Κτημ. Κανονισμού αρθ 78 του νόμου 17 Ραμαζάν 1274 οθωμανικού νόμου περί γαιών), θα πρέπει να επιτύχει την αναγνώριση του δικαιώματος του έναντι εκείνου, ο οποίος με βάση την τελευταία εγγραφή φέρεται ως κύριος του ακινήτου (Π. Θεοδωρόπουλου, Το ισχύον εν Δωδεκανήσω Δίκαιον σελ. 149, 152). Επομένως, κατά λογική ακολουθία, αν η αγωγή στρέφεται κατά των κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου, αλλά δεν αναγράφεται στον οικείο κτηματολογικό τίτλο ότι το επίδικο είναι εγγεγραμμένο πλέον στο όνομα αυτών με την παραπάνω ιδιότητα, θα πρέπει επίσης να αποδεικνύεται η ιδιότητα των εναγομένων ως κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου και μάλιστα με άλλα αποδεικτικά μέσα και όχι με ομολογία, η οποία, για τον ίδιο προαναφερόμενο λόγο, δεν συγχωρείται. Διαφορετικά, επέρχεται ανατροπή της κτηματολογικής εγγραφής με βάση ομολογία, προερχόμενη από τρίτο μη δικαιούχο, κατά προφανή παράβαση της αρχής της νομιμότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 51 επ. και ιδίως στα άρθρα 53 και 54 του Κτηματολογικού Κανονισμού, σύμφωνα με την οποία η εγγραφή στο κτηματολόγιο, παράγουσα τεκμήριο ακριβείας (αμάχητο για τις αμετάκλητες αρχικές καταχωρήσεις, μαχητό για τις μεταγενέστερες εγγραφές - αρθρ. 61 § 1 Κτηματολογικού Κανονισμού) ενεργείται ύστερα από δικαστική διάγνωση, ότι ο τίτλος που προσκομίζεται για εγγραφή είναι έγκυρος από την άποψη της ικανότητας για δικαιοπραξία και της εξουσίας διαθέσεως του δικαιώματος και γενικά ότι αυτός είναι κατά τους τύπους και στην ουσία, πρόσφορος κατά νόμο να επιφέρει την σκοπούμενη εμπράγματη μεταβολή. Ετσι διασφαλίζεται η ακρίβεια του τεκμηρίου που παράγεται από την κτηματολογική εγγραφή και επιτυγχάνεται η προστασία των καλόπιστων τρίτων (αρθρ. 42 και 61 § 2 Κτηματολογικού Κανονισμού). Αντικείμενο ομολογίας μπορούν να καταστούν τα λοιπά στοιχεία της αγωγής (εκτός από εκείνα της παθητικής νομιμοποίησης και της νομικής φύσεως του ακινήτου, η οποία προσδιορίζει την δυνατότητα και την έκταση της χρησικτησίας), αφού με την εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας διασφαλίζεται ότι αυτή (ομολογία) που συνιστά διάθεση προέρχεται από τον πραγματικό δικαιούχο (ΕφΔωδ 192/1992 Δωδ Νομ. Τομ 3, σελ. 186, ΕφΔωδ 287/1991 ΕλλΔνη 33.1268, ΕφΔωδ 167/2002 αδημ. ΠΠρΡόδου 251/2007, δημ. ΝΟΜΟΣ).

ΙΙα. Από τη διάταξη του άρθρου 1714 ΑΚ προκύπτει, ότι η με τη διαθήκη σύσταση της κληροδοσίας, έχει την έννοια ότι ο διαθέτης αφήνει σε κάποιον ορισμένο αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του, χωρίς ωστόσο να τον θέλει καθολικό διάδοχο (πρβλ. Γ. Μπαλή: ΚληρΔ έκδ. 5η, § 292, ΑΠ 597/1983 ΕΕΝ 51. 126). Ειδικότερα, αντικείμενο της κληροδοσίας είναι δυνατό να είναι κάθε περιουσιακή ωφέλεια χωρίς αντάλλαγμα ή και με αντάλλαγμα και γενικότερα κάθε παροχή αποτιμητή σε χρήμα ή και μη αποτιμητή (π.χ. κληροδοσία οικογενειακού κειμηλίου). Ως κληροδοσία, υπό την έννοια που προαναφέρθηκε, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η μεταβίβαση κυριότητας ή νομής, η σύσταση δουλείας ή ασφαλειών, η μεταβίβαση απαίτησης, η παραχώρηση χρήσης, η παροχή διατροφής, η περιοδική παροχή, η απαλλαγή από υποχρέωση (πρβλ. ΕφΑΘ 9703/1999 ΕλλΔνη 2001 σελ. 797, Παύλου Φίλιου: ΚληρΔ Ειδ.Μέρος, έκδ. 1988, § 40 και εκεί παραπομπή σε σχετική νομολογία).

ΙΙ.β. Για τη σύσταση του ιδρύματος απαιτούνται δύο στοιχεία, ήτοι α) ιδρυτική πράξη και β) έγκριση της Πολιτείας, η οποία παρέχεται με προεδρικό διάταγμα (ΑΚ 108, ΕισΝΑΚ 119). Η ιδρυτική πράξη μπορεί να είναι είτε δικαιοπραξία εν ζωή, είτε διάταξη τελευταίας βουλήσεως (άρθρο 110 εδ. 1 ΑΚ). Ο διαθέτης μπορεί να προβεί στην ίδρυση ιδρύματος με κάθε τύπου διαθήκη. Στην ιδρυτική πράξη πρέπει να καθορίζεται ο σκοπός, η αφιερούμενη περιουσία και ο οργανισμός του ιδρύματος, εντούτοις, η έλλειψη διατάξεων για τον οργανισμό δεν καθιστά άκυρη την ιδρυτική πράξη, διότι ο οργανισμός μπορεί να ορισθεί, να συμπληρωθεί ή να τροποποιηθεί και με το διάταγμα που εγκρίνει το ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι η θέληση του ιδρυτή που εκφράζεται στην ιδρυτική πράξη παραμένει σεβαστή (ΑΚ 110 παρ. 2, 98 του ΑΝ 2039/1939, ΣτΕ 1354/2000 ΔιοικΔ 2001 σελ. 1254, ΕφΑθ 4659/2001 ΕλλΔνη 2002 σελ. 496). Ο οργανισμός περιέχει συνήθως διατάξεις που καθορίζουν: α) τη διοίκηση του ιδρύματος, β) την έδρα, την επωνυμία και το σκοπό του, γ) τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας του, που στην περίπτωση του κοινωφελούς ιδρύματος γίνεται συνήθως σύμφωνα με τις διατάξεις του αν. 2039/1939, δ) τον τρόπο επιλογής των ωφελούμενων προσώπων, ε) τις προϋποθέσεις μεταβολής του οργανισμού και στ) τους λόγους διάλυσης του ιδρύματος και την τύχη της περιουσίας του σε περίπτωση διάλυσης (βλ. Ανθή Πελλένη- Παπαγεωργίου: Το ίδρυμα Ιδιωτικού Δικαίου εκδ. 1993 σελ. 39). Η ιδρυτική πράξη μπορεί να περιέχει και αιρέσεις, είτε αναβλητικές, είτε διαλυτικές, οι οποίες ορίζονται στον οργανισμό ως λόγοι διάλυσης του ιδρύματος. Στην περίπτωση που η Διοίκηση αδρανεί να προβεί στην έκδοση του εγκριτικού διατάγματος, όποιος έχει έννομο συμφέρον (πχ, οι κληρονόμοι του ιδρυτή) μπορεί είτε κατ` αναλογική εφαρμογή των άρθρων 229 και 233 του ΑΚ να τάξει στην Διοίκηση εύλογη προθεσμία προς τούτο, δικαιούμενος σε περίπτωση μη εκδόσεως αυτού, να ζητήσει από το Δικαστήριο την ανάκληση της ιδρυτικής πράξης (ΑΠ 278/1985 ΝοΒ 34 σελ. 68), είτε γενομένου δεκτού ότι η μη έγκριση του ιδρύματος καθιστά αυτοδικαίως την ιδρυτική πράξη ανίσχυρη (βλ. Γαζή: Γεν.Αρχ παρ.47 ΙΙΙ 3α, σελ. 117, Σπυριδάκη, ΓενΑρχ Α αριθ. 106 γγ, του ίδιου, σημείωση κάτω από την ΑΠ 278/1985 ΝοΒ 34, 68), να ζητήσει να αναγνωρισθεί δικαστικά (μετά από αναγνωριστική αγωγή ή και παρεμπίπτουσα) το ανίσχυρο της ιδρυτικής πράξεως αιτία θανάτου, καθώς και της σχετικής διάταξης της διαθήκης για την αφιέρωση περιουσίας στο υπό σύσταση ίδρυμα και ότι η αφιερωθείσα περιουσία περιέρχεται στους κληρονόμους του διαθέτη - ιδρυτή (ΕφΑΘ 3369/1989 ΕλλΔνη 1992 σελ. 342). Περαιτέρω, όσον αφορά την αφιέρωση της περιουσίας στο υπό σύσταση ίδρυμα, αυτή γίνεται είτε με κληρονομική εγκατάσταση, είτε με καταπίστευμα, είτε με κληροδοσία. Επειδή στην περίπτωση της ιδρυτικής πράξεως αιτία θανάτου το εγκριτικό διάταγμα δημοσιεύεται μετά το θάνατο του ιδρυτή- οπότε τότε το ίδρυμα αποκτά νομική προσωπικότητα- θεωρείται ως προς την περιουσία που έχει ταχθεί υπέρ του ιδρύματος ότι κατά πλάσμα δικαίου υφίσταται τούτο (ίδρυμα) αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου του ιδρυτή και συνεπώς η εγκατάσταση του είναι ισχυρή, κατ` ευθεία εφαρμογή του άρθρου 114 ΑΚ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62 Κ.Πολ.Δ., 107, 108 ΑΚ, 119 ΕισΝΑΚ, 63-87, 95, 96 § 1 α.ν. 2039/1939 προκύπτει ότι το με διαθήκη συνιστώμενο αυτοτελές κοινωφελές ίδρυμα, εφόσον αποκτά νομική προσωπικότητα από και με την έκδοση του διατάγματος που εγκρίνει τη σύσταση του, (ως προειπώθηκε άλλωστε), πριν από τη δημοσίευση του εγκριτικού διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η υπέρ αυτού ταχθείσα περιουσία δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ούτε και να καταστεί διάδικος στο δικαστήριο, ενόψει του ότι δεν αποτελεί ένωση προσώπων κατά την έννοια των άρθρων 107 ΑΚ και 62 εδ. β` ΚΠολΔ, αλλά θεωρείται εν τω μεταξύ ως σχολάζουσα (ΑΠ 278/1985 ΝοΒ 34.68, ΕφΑθ 4792/2006, δημ. ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994 ΑΚ, οι οποίες κατά τα άρθρα 1113 και 1884 ΑΚ εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ των συγκυρίων ή συγκληρονόμων επί του ιδίου πράγματος, σαφώς προκύπτει, ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι το κατέχει στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων, και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ` αυτών, αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, εκτός αν εκδηλώσει την απόφασή του να νέμεται εφεξής το πράγμα αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό είτε ρητώς, είτε με πράξεις που φανερώνουν τέτοια απόφασή του, λάβουν δε γνώση αυτής και οι άλλοι συγκύριοι. Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κάτοχος του κοινού σαφώς εκδηλώνει τη βούλησή του να νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, οι δε λοιποί που μετείχαν στη σχετική συμφωνία αποδέχθηκαν τη βούλησή του αυτή (ΟλΑΠ 485/1982, ΑΠ 610/2012, δημ. ΝΟΜΟΣ).

Εν προκειμένω, η ενάγουσα, με την υπό κρίση αγωγή της και κατ` ορθή εκτίμηση του δικογράφου, ισχυρίζεται ότι είναι κυρία, νομέας και κάτοχος του λεπτομερώς περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, φύσεως «μουλκ». Οτι στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου ενεγράφησαν οι εκτενώς σ` αυτήν καταγραφόμενοι τίτλοι, οι οποίοι δεν είναι έγκυροι για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους. Οτι ειδικότερα, δεν είναι έγκυρη η εγγραφή: α) της υπ` αριθμ. 54/1964 απόφασης του Εφετείου Ρόδου, διότι είναι ανυπόστατη, στρεφόμενη κατά ανύπαρκτου προσώπου, β) του υπ` αριθμ. ........../1962 συμβολαίου αγοράς από τον Ε. Ψ., διότι τελεί υπό αίρεση μη πληρωθείσα, γ) του από 4.4.1972 πρωτοκόλλου καταλήψεως, αφού το ακίνητο δεν ήταν εγκαταλελειμμένο και δ) της υπ` αριθμ. 1204/1977 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), διατάσσουσας την απόδοση του επίδικου στον Ε. Ψ. Οτι παρά την εγγραφή των τίτλων αυτών, η μητέρα της Α. Μ. νεμόταν ανελλιπώς το ακίνητο αυτό με τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις, ήδη από του έτους 1938 μέχρι και το θάνατό της το έτος 1984, ενώ μετά το θάνατό της οι καθολικοί της διάδοχοι - τέκνα της, μεταξύ των οποίων και η ίδια, υπεισήλθαν στη νομή του επίμαχου, ενώ το 1994, οι συγκληρονόμοι της ως άνω θανούσας μητέρας της - αδερφοί της, τής μετεβίβασαν τα εξ αδιαιρέτου μερίδια της συννομής τους σ` αυτήν, συνεχίζοντας αποκλειστικά η ίδια να νέμεται αυτό μέχρι και σήμερα. Περαιτέρω, εκθέτει, ότι ο τελευταίος φερόμενος ως τιτλούχος του ακινήτου Ε. Ψ., αποβιώσας το έτος 1994, κατέλιπε με ιδιόγραφη διαθήκη του το έτος 1988 το εν λόγω ακίνητο στο τιμώμενο υπό σύσταση ίδρυμα υπό την επωνυμία «Ψ. ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΡΟΔΟΥ», με εκτελεστή τη σύζυγό του (…), μνημονεύοντας δε σ` αυτή (τη διαθήκη) και τον πρώτο εναγόμενο, ενώ η σύζυγος του τελευταίου τιτλούχου, κατέλιπε την κληρονομιαία περιουσία της στη δεύτερη εναγομένη, ανιψιά της δια δημόσιας διαθήκης. Τέλος δε ότι ο πρώτος εναγόμενος αμφισβητεί την κυριότητά της, ασκώντας ένδικα βοηθήματα, προκειμένου να επιτύχει επ’ ονόματί του την αναγνώριση της κληροδοσίας επί της κυριότητας του επιδίκου (ήτοι άσκηση αιτήσεων του άρθρου 825 K.Πoλ.Δ. και έκδοσης κληρονομητηρίου). Κατόπιν αυτών, ζητεί, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αναφερόμενων στην αγωγή εγγραφών στη μερίδα του ακινήτου στο Κτηματολόγιο Ρόδου, να αναγνωρισθεί κυρία του επίδικου, καθώς έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό της ο χρόνος 15ετούς κτητικής παραγραφής για τη δια χρησικτησίας κτήση της κυριότητας, να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είναι κληροδόχος και δεν έχει εν γένει κληρονομικό δικαίωμα επί του ακινήτου, να αναγνωρισθεί ότι η προρρηθείσα από 19.11.1988 διαθήκη του τελευταίου τιτλούχου Ε. Ψ. είναι ανίσχυρη ως προς την κληρoδοτική της διάταξη, αφενός διότι το ίδρυμα δε συνεστήθη ποτέ και αφετέρου διότι η κληροδοσία αυτή είναι άκυρη, αφού το ακίνητο δεν ανήκε στην κληρονομιά του Ε. Ψ. κατά το χρόνο θανάτου του και να καταδικασθεί ο πρώτος εναγόμενος στα δικαστικά της έξοδα.

Η αγωγή αυτή, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 18 και 29 Κ.Πολ.Δ.), κατά την τακτική διαδικασία, ωστόσο είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης έναντι του Δήμου Ρ., αναφορικά με το αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου δια συμπληρώσεως 15ετούς κτητικής παραγραφής, αφού αυτή ισχυρίζεται, ότι ο πρώτος εναγόμενος απλά αμφισβητεί την κυριότητά της, η ίδια δε δεν εξαρτά την εναγωγή του από την αποδοχή της ιδιότητάς του ως κληρονόμου (κληροδόχου εν προκειμένω) του τιτλούχου Ε. Ψ. ακινήτου - ως απαιτείται, κατά τα ως άνω στην υπό 1α μείζονα σκέψη - για την εφαρμογή του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού. Εξάλλου, τέτοια πρόθεση δε συνάγεται και από το επόμενο αίτημα της ενάγουσας, ήτοι να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είναι κληροδόχος και εν γένει δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα, το αίτημα αυτό θα αντέφασκε με το αίτημα αναγνώρισης της κυριότητάς της κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, αποδεχόμενη, έστω και εμμέσως, την ιδιότητα αυτού ως κληροδόχου του τιτλούχου. Τέλος δε η ενάγουσα θα μπορούσε αυτοτελώς να αιτηθεί την αναγνώριση της κυριότητάς της κατά του προκείμενου αντιδίκου της σε περίπτωση αμφισβήτησής της με το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ. (και όχι το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού), εφόσον ήδη είχε κριθεί ότι αυτή είναι κυρία με αναγνωριστική απόφαση που θα παρήγε δεδικασμένο και είχε εγγραφεί στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, ως παρέχοντα άλλωστε δημόσια πίστη για το πρόσωπο του δικαιούχου, κατά τα ως άνω. Κατά τα λοιπά, είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προ μνημονευόμενες διατάξεις, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 983, 1045, 1051, 1984 ΑΚ 70 και 116 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, συνεπώς, καθ` ό μέρος κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν, δεδομένου, ότι ως προς το παραδεκτό της, (η αγωγή) έχει εγγραφεί νομίμως στο Κτηματολόγιο Ρόδου, σύμφωνα με τα άρθρα 51 αρ. 3, 52 § 2 του Κτημ. Κανονισμού και 220 § 1 Κ.Πολ.Δ. (βλ. το προσαγόμενο μετ` επικλήσεως υπ` αριθμ. πρωτ. 13483/2010 πιστοποιητικό του ανωτέρω Κτηματολογίου), ενώ, πλέον για το παραδεκτό της συζήτησής της δεν είναι υποχρεωτικό κατά το άρθρο 214Α ΚΠολΔ μεταβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 3994/2011 και το οποίο δυνάμει του άρθρου 72 § 3 του ως άνω νόμου έχει εφαρμογή και στην παρούσα δίκη (βλ. και Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, οι τροποποιήσεις του ν. 3994/2011, τόμος Θ`, 2011, σελ. 168).

Περαιτέρω, οι κυρίως παρεμβαίνοντες, με την κρινόμενη κύρια παρέμβασή τους, επαναλαμβάνοντας κατ` αρχάς το ιστορικό της ως άνω κύριας αγωγής, διαφοροποιούνται, εν συνεχεία, διατεινόμενοι, ότι μετά το θάνατο της Α. Μ. το 1984, η νομή περιήλθε κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου στην ενάγουσα ............... και κατά το λοιπό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον πατέρα τους Α. Μ., υιό της Α. Μ. και αδερφό της ενάγουσας, αφού οι δύο ακόμα αδερφές τους, θυγατέρες της Α. Μ. (Φ. και Μ. Μ.) απεβίωσαν άκληρες, το οποίο ποσοστό εν συνεχεία περιήλθε, μετά το θάνατο του Α. Μ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σ` έκαστο αυτών και κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη καθής η παρέμβαση Ζ. Ζ., ουδέποτε δε μεταβίβασαν οι αδερφοί της στην τελευταία, μετά το έτος 1994, τα ποσοστά συννομής τους. Ζητούν δε να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά το προαναφερθέν ποσοστό, καθόσον συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ο χρόνος 15ετούς κτητικής παραγραφής για τη δια χρησικτησίας κτήση της κυριότητας, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των προδιαλαμβανομένων στο ιστορικό της κύριας αγωγής εγγραφών στη μερίδα του ακινήτου στο Κτηματολόγιο Ρόδου, να αναγνωρισθεί ότι ο Δήμος Ρ. δεν είναι κληροδόχος και δεν έχει εν γένει κληρονομικό δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου, να αναγνωρισθεί ότι η από 19.11.1988 διαθήκη του Ε. Ψ. είναι ανίσχυρη αναφορικά με το ακίνητο αυτό και να καταδικασθούν οι καθών η κύρια παρέμβαση στα δικαστικά τους έξοδα.

Η παρέμβαση αυτή αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προς συζήτηση κατά την προκείμενη διαδικασία (άρθρο 31 § 1 και 79 Κ.Πολ.Δ), ωστόσο κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, αφού οι κυρίως παρεμβαίνοντες, με το πρώτο τους αίτημα, αντιποιούνται μεν μέρος του αντικειμένου της δίκης που εκκρεμεί ανωτέρω (ήτοι αιτούνται της αναγνώριση της συγκυριότητάς του επί του επιδίκου δια συμπλήρωσης 15ετούς κτητικής παραγραφής στο πρόσωπό τους) που συνιστά προϋπόθεση της κύριας παρέμβασης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 79, σελ. 548 παρ. 7), παρά ταύτα, με τα λοιπά αιτήματα της παρέμβασης, υποστηρίζουν τη δικονομική θέση της ενάγουσας - πρώτης καθής και συνακόλουθα, προσιδιάζουν στην πρόσθετη παρέμβαση (άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ.), σε κάθε περίπτωση δε δεν εισάγουν αυτοτελή αξίωση έναντι των αντιδίκων τους (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ο.π. άρθρο 79, σελ. 557 παρ. 59). Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο παραδεκτώς ασκεί με τις προτάσεις του πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πρώτου εναγόμενου Δήμου Ρ. στην προκείμενη αγωγή της Ζ. Ζ., ζητώντας την απόρριψη αυτής, καθόσον η άσκησή της επιτρέπεται, αφενός σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ. και αφετέρου και με τις προτάσεις, κατ` εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 126 § 1 του α.ν. 2039/39, όπως διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ., αφού παρεμβαίνον είναι το Δημόσιο σε δίκη που αφορά κοινωφελή σκοπό (ΕφΑθ 1710/2008, δημ. ΝΟΜΟΣ και ΕφΑθ 1548/85 ΕλΔ.26.712-713).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ενάγουσας και κυρίως παρεμβαινόντων), που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, όλων των προσκομιζόμενων μετ` επικλήσεως εγγράφων, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις υπ` αριθμ. 194/13.4.2009 και 415/20.7.2009 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του Δήμου Ρ., (…), οι οποίας δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ρόδου, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευση της αντιδίκου του (βλ. υπ` αριθμ. 19601/8.4.2009 και 36551`113,7.2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ...), καθώς και τις προσκομιζόμενες μετ` επικλήσεως από τους διαδίκους φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 448 § 3, 457 § 4 Κ.Πολ.Δ.), αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Το κάτωθι ακίνητο εκτάσεως 19,095 τ,μ., ευρισκόμενο στην Ιξιά Ρόδου, φύσεως «μουλκ», το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Κτηματολόγιο Ρόδου, υπό κτηματολογικά στοιχεία (…), συνορεύον (…), φέρεται εκ θεμελιώδους, αρχικής εγγραφής εξ ολοκλήρου επ` ονόματι Κ. Ο., δυνάμει της υπ` αριθμ. 164/16.10.1927 Διάταξης του Προέδρου της Επιτροπής. Στο Κτηματολόγιο Ρόδου, στη σχετική μερίδα του επιδίκου, εγγράφονται κατόπιν οι ακόλουθες πράξεις: Το 1928, η μεταβίβασή του υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά εντός του ιδίου έτους, η εκ νέου απόδοση στον ανωτέρω Κ. Ο. και εν συνεχεία, λόγω αγοραπωλησίας η μεταβίβασή του στον Μ. Ε., δυνάμει της από 2.5.1928 συμβολαιογραφικής πράξης του Δικαστού Προϊσταμένου του Κτηματολογίου Ρόδου. Το έτος 1961 εγγράφεται η υπ` αριθμ. κατάθεσης 716/1961 αγωγή της Α. Μ. στο Πρωτοδικείο Ρόδου κατά Ε. Μ., αφορώσα χρησικτησία. Δυνάμει του 8460/1962 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Ρόδου (…), το ακίνητο μεταβιβάζεται στον Ε. Ψ., ο οποίος ασκεί την υπ` αριθμ. κατάθεσης 46/1964 κύρια παρέμβαση κατά της αμέσως ανωτέρω αγωγής της Α. Μ. και Ε. Μ. Δυνάμει της υπ` αριθμ. 54/1964 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, διαγράφεται η αγωγή της Α. Μ. Δια της υπ` αριθμ. 34857/1972 πράξης του ως άνω Συμβολαιογράφου, ο Ε. Ψ. παραιτείται από την εγγραφή του 8460/1962 συμβολαίου στα κτηματολογικά βιβλία, η οποία παραίτηση θα ανακαλείτο με μεταγενέστερη πράξη του Κτηματολογικού Δικαστή, υπό την επιφύλαξη ακύρωσης του κατασχεθέντος πρωτοτύπου Κτηματολογικού Τίτλου, προκειμένου το Ελληνικό Δημόσιο να καταλάβει το ακίνητο υπό τις διατάξεις του Ν. 1539/1939, διατηρώντας ο ίδιος με την πράξη αυτή τις επιφυλάξεις του. Δυνάμει του από 4.4.1972 πρωτοκόλλου κατάληψης το επίδικο κατελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν απόφασης του Νομάρχη. Το 1976 εγγράφεται εκ νέου το 8460/1962 συμβόλαιο υπέρ Ε. Ψ. Η τελευταία αυτή εγγραφή διορθώθηκε, ώστε αυτή να συμπληρωθεί δια της αναγραφής ότι η εκ νέου καταχώρηση του σ` αυτήν αναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου τελεί υπό την προϋπόθεση εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης πολιτικού δικαστηρίου, με την οποία θα κρίνεται ότι ο αγοραστής (ήτοι ο Ψ.) συνεβλήθη με τον πραγματικό κύριο του ακινήτου. Περαιτέρω, ενεγράφη η από 26.9.1977 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Ε. Ψ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αιτούμενου την απόδοση του ακινήτου, ενώ σχετικά εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 1204/1977 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία διέτασσε την απόδοση του ακινήτου από το Δημόσιο, διετάχθη δε από τον Κτηματολογικό Δικαστή η διαγραφή της συμπλήρωσης της καταχώρησης του υπ` αριθμ. ...../1962 συμβολαίου υπό την προϋπόθεση έκδοσης τελεσίδικης απόφασης περί αγοράς του ακινήτου από τον πραγματικό του κύριο. Καίτοι δε στην οικεία μερίδα του επιδίκου ενεγράφη μία ακόμα πράξη και συγκεκριμένα, η υπ` αριθμ. κατάθεσης 1/1993 αναψηλάφηση των κληρονόμων της Α. Μ., ήτοι των τέκνων της (…) (ενάγουσας), κατά το άρθρο 61 του Κτηματολογικού Κανονισμού, βάσει της εγγραφής της υπ` αριθμ. 1204/1977 απόφασης, παράγεται, κατά τα ως άνω στην υπό στοιχείο Ιβ. μείζονα σκέψη εκτιθέμενα τεκμήριο ακριβείας αυτής (της εγγραφής) και ως εκ τούτου, τελευταίος τιτλούχος του εν λόγω ακινήτου τεκμαίρεται ο Ε. Ψ. Ο τελευταίος δε προ του θανάτου του το έτος 1994, συνέταξε την από 19.11.1988 ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία ανακαλούσε την πρότερη από 22.6.1983 μυστική διαθήκη του, όριζε δε τα εξής: « ... Εγκαθιστώ γενικό κληρονόμο μου τη γυναίκα μου (…) σ` όλη μου τη κινητή κ ακίνητο (μερ. Οικοδ. Ρόδου καταστ. Παλ. Αγοράς 608, Ιξιάς 43, γαιών Ιξιάς 52 κ 16) περιουσία μου, εκτός των ακόλουθων κληροδοτημάτων. 1) Συνιστώ ίδρυμα με έδρα την πόλη Ρόδος υπό την επωνυμία «Ψ. ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΡΟΔΟΥ» σκοπός του οποίου θα είναι η παρά του Δήμου Ρόδου χρήσις ή η εντός κληροδοτούμενου εις το Ιδρυμα ως άνω αγρού μου γαιών Ιξιάς 16 Τ.μ. 19130 ίδρυση έργου ή έργων φέροντος το όνομά μου, αθλητικής, πολιτιστικής. εθνικής ή κοινωνικής, κατ` επιλογήν του Δήμου Ρ. σημασίας. Τούτο θα διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο με Πρόεδρο τον εκάστοτε Δήμαρχο Ρ., δύο συμβούλους της πλειοψηφίας και δύο της μειοψήφιας ως συμβούλους, τους πρεσβύτερους κατά ηλικίαν. Εις το ίδρυμα καταλείπω και δρχ. 1.000.000 σε μετρητά πλέον του ως άνω αγρού μου. Ο Δήμος Ρ. θα ζητήσει να ορισθεί με διάταγμα ο Οργανισμός ανάλογα με τον σκοπόν τον οποίον τελικά θα επιλέξει[...]. Εκτελεστή διαθήκης αφήνω τη γυναίκα μου (…) με αναπληρωτή την Συμβολαιογράφο (…)». Η εν λόγω διαθήκη δημοσιεύθηκε με τα υπ` αριθμ. 53/1994 Πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ενώ η χήρα του Ε. Ψ. αιτήθηκε την έκδοση κληρονομητηρίου. Συγκεκριμένα, εξεδόθη η υπ` αριθμ. 129/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία διατασσόταν η έκδοση κληρονομητηρίου, σύμφωνα με το οποίο μοναδική κληρονόμος του ως άνω θανόντος και διαθέτη «βάσει της από 19.11.1988 ιδιόγραφης διαθήκης του ... είναι η αιτούσα βεβαρημένη με μια κληροδοσία, ενός αγρού στην Ιξιά Ρόδου, εκτάσεως 19.130 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: (…), υπέρ του Ψ. Δημοτικού Ιδρύματος Ρόδου ... . Η ίδια η αιτούσα διορίζεται εκτελεστής της διαθήκης, με αναπληρωτή τη συμβολαιογράφο Ρόδου (…)». Σχετικά εξεδόθη το υπ` αριθμ. 91/1995 κληρονομητήριο, το οποίο ωστόσο ουδέποτε ενεγράφη στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου. Από το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης καταφανώς προκύπτει, (χωρίς να απαιτείται το Δικαστήριο να προβεί σε ερμηνεία διαθήκης) ότι ο Ε. Ψ. σύστησε δια αυτής (της από 19.11.1988 ιδιόγραφης διαθήκης το ως άνω αυτοτελές κοινωφελές Ιδρυμα, ορίζοντας αυτό κληροδόχο επί της κυριότητας του ακινήτου, όρισε τον πρώτο εναγόμενο Δήμο κληροδόχο, αναφορικά με την παραχώρηση της χρήσης και διαχείρισης αυτού, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο ΙΙα. μείζονα σκέψη, και τη σύζυγό του (…), μετά της Συμβολαιογράφου (…) εκτελέστριες αυτής. Ως εκ τούτου, ο πρώτος εναγόμενος επουδενί είναι κληροδόχος επί της κυριότητας του ακινήτου επωφελούμενος μόνο με τη χρήση και τη διαχείρισή του. Στην αυτή διαπίστωση, άλλωστε, ήχθη και το Εφετείο Αθηνών με την υπ` αριθμ. 1560/2008 απόφασή του (Τμήμα Εκουσίας Δικαιοδοσίας) - καίτοι δεν παράγεται δεδικασμένο από την κρίση του αυτή - όταν εκλήθη να ερμηνεύσει, κατόπιν αίτησης του Δήμου Ρ., την ανωτέρω διαθήκη ως προς τον τρόπο διαχείρισης της καταλειπόμενης δια της ως άνω κληροδοσίας περιουσίας, η οποία είχε ταχθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού (άρθρο 825 Κ.Πολ.Δ.).

Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής αναφέρεται ότι «ο σκοπός του διαθέτη εξυπηρετείται πληρέστερα εάν γίνει διάθεση των τόκων του κεφαλαίου, που θα προκύψει από την πώληση αυτού, η οποία θα γίνει με δημόσια πλειοδοτική δημοπρασία ... χωρίς να περιέλθει το ακίνητο αυτό στην κυριότητα του Δήμου Ρ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η περιέλευση της κυριότητας του ακινήτου στο Δήμο Ρ. δεν συμβιβάζεται με τη θέληση του διαθέτη, που αναφέρεται σε χρήση του ακινήτου από το Δήμο για εκτέλεση ενός από τους σκοπούς που αναφέρει». Σημειωτέον, ότι σύμφωνα με το υπ` αριθμ. 1063953/15701Α0011/17.5.2005 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών η Διοίκηση αρνήθηκε να εγκρίνει το υπό σύσταση ίδρυμα με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος, γεγονός που συνομολογείται από αμφότερους τους διαδίκους της κρινόμενης αγωγής. Καθ` ο χρόνο δε διαλαμβάνοντο τα ανωτέρω, η σύζυγος του Ε. Ψ σε ουδεμία ενέργεια, σε σχέση με την κληροδοσία, προέβη, ως εκτελέστρια της διαθήκης του τελευταίου, περαιτέρω δε συνέταξε την υπ` αριθμ. ...../1999 δημόσια διαθήκη ενώπιον της έτερης εκτελέστριας της διαθήκης του Ε. Ψ. (…), καταλείποντας ως εκ διαθήκης κληρονόμο της την δεύτερη εναγομένη Κ. Σ. Ωστόσο, σύμφωνα με την εκδοθείσα υπ` αριθμ. 15/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας για την έκδοση κληρονομητηρίου, αιτήσει της Κ. Σ., στα ακίνητα που άφηνε η Ο. Ψ. (αποβιώσασα την 8η.6.2003) ως κληρονομιά σ` αυτήν, δεν περιλαμβανόταν το επίδικο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, καίτοι δεν υπήρξε σχετική μνεία ως προς την τύχη του ακινήτου αυτού με τη διαθήκη της χήρας Ψ., κατά τη διάταξη του άρθρου 1979 ΑΚ, αν αποβιώσει ο βεβαρημένος με κληροδοσία, όπως εν προκειμένω η Ο. Ψ. το 2003, ο θάνατος ισοδυναμεί με έκπτωση του βεβαρημένου μετά την προς αυτόν επαγωγή της κληρονομίας και η κληροδοσία μεταβαίνει ως χρέος της κληρονομίας στους κληρονόμους του, ήτοι στην περίπτωση αυτή στη δεύτερη εναγομένη (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ, άρθρο 1979, σελ.645 παρ.2). Εν όψει των ανωτέρω, εφόσον η δεύτερη εναγόμενη είναι βεβαρημένη με την κληροδοσία υπέρ του υπό σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος, η ενάγουσα απαραδέκτως στρέφεται κατά της ανωτέρω αντιδίκου της, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης αυτής, καθόσον για την αναγνώριση της κυριότητάς της βάσει του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, σύμφωνα με τα προμνημονευόμενα στην υπό στοιχείο Ια. μείζονα σκέψη, έπρεπε να στραφεί κατά του τιτλούχου - κυρίου του επίδικου ή των κληρονόμων του (έστω και κληροδόχων επί της κυριότητας αυτού), ήτοι του ανωτέρω κοινωφελούς ιδρύματος. Παρά ταύτα, επειδή ουδέποτε ολοκληρώθηκε η σύστασή του με την έκδοση εγκριτικού Προεδρικού Διατάγματος, το ίδρυμα αυτό δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ώστε να καταστεί διάδικος, η υπέρ αυτού κληροδοσία δε είναι σχολάζουσα, διοικούμενη από τους ορισθέντες με τη διαθήκη εκτελεστές αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 77 του ΑΝ 2039/1939, οι οποίοι νομιμοποιούνται παθητικά ως εναγόμενοι (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ άρθρο 1865, σελ. 593 υποσημ. 13, με αντίθετη (contra) ωστόσο νομολογία - ΑΠ 109/2010, ΑΠ 278/1985, περί παθητικής νομιμοποίησης στη σχολάζουσα υπέρ κοινωφελούς σκοπού περιουσία του κηδεμόνα αυτής). Συνακόλουθα, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη ως προς το αναγνωριστικό αίτημα ότι ο Δήμος Ρ. δεν είναι κληροδόχος και εν γένει δεν έλκει κληρονομικό δικαίωμα από την ως άνω διαθήκη επί του επιδίκου, ενώ πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, ως προς τη δεύτερη εναγομένη, αφού αυτή δε φέρει την προαπαιτούμενη ιδιότητα της κληρονόμου του τιτλούχου. Εφόσον δε το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στη διερεύνηση της ουσίας ως προς το ζήτημα της κυριότητα της ενάγουσας, αφού απαραδέκτως η αγωγή στρέφεται κατά των εναγομένων, δεν μπορεί να εξετάσει τα συναρτώμενα μ` αυτό ζητήματα α) της αναγνώρισης της ακυρότητας των εγγραφών στο Κτηματολόγιο Ρόδου και β) ότι η διαθήκη είναι ανίσχυρη, αφού κληροδόχος είναι το υπό σύσταση ίδρυμα, η δε κληροδοσία είναι σχολάζουσα και συνεπώς, οι εναγόμενοι δεν σχετίζονται με τη κρίση επί της κληροδοτικής διάταξης (βλ. ανωτέρω υπό στοιχείο ΙΙβ. μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού), όπως αυτή στηρίζεται στις προρρηθείσες δύο νομικές βάσεις, αφού πρέπει να στραφεί κατά της σχολάζουσας κληρονομίας και γι` αυτό ομοίως πρέπει η αγωγή και ως προς τα αιτήματα αυτά να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων. Πρέπει να μνημονευθεί στο σημείο αυτό, ότι το γεγονός της ερημοδικίας της δεύτερης εναγομένης, καίτοι επισύρει κατ` αρχάς το τεκμήριο της ομολογίας (άρθρο 271 Κ.Πολ.Δ.), εν προκειμένω, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί για ν` αποδειχθεί η ιδιότητά της ως κληρονόμου του τιτλούχου (βλ. Ιβ. μείζονα σκέψη). Εν όψει των ανωτέρω, πρέπει οι υπό κρίση κύρια αγωγή και κύρια παρέμβαση να απορριφθούν εν όλω, να ορισθεί το παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις α) από 15.7.2008 και υπ` αριθμ. κατάθεσης 986/2008 αγωγή, β) από 18.8.2009 και υπ` αριθμ. κατάθεσης 1018/2009 κύρια παρέμβαση και την δια των προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην της δεύτερης εναγομένης - τρίτης καθής η κύρια παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αγωγή και κύρια παρέμβαση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στη Ρόδο και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση και στο ακροατήριό του, απόντων τω διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους την 15-3-2013.



Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Ε.Φ.

Σχόλια