ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ - ΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΜΑ 3ου ΠΑΙΔΙΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ………………………..

ΑΓΩΓΗ

…………………….., δημοσίου υπαλλήλου, κατοίκου ………………. στην οδό …………………………….


ΚΑΤΑ

Α) του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών
Β) του Ν.Π.Δ.Δ., που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Πατησίων αρ. 30), με την επωνυμία «Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.)» νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Διοικητή του.

-------------------
    Είμαι μητέρα τριών (3) παιδιών, από τον γάμο μου με τον Κ.Μ. επιχειρηματία , εκ των οποίων το πρώτο παιδί μου γεννήθηκε στις 27-6-1990 και φέρει το όνομα …………. , το δεύτερο στις 06-03-1992  και φέρει το  όνομα ……….. και το τρίτο στις 21-12-1998 και φέρει το όνομα ………..
    Με το Ν.1892/1990 χορηγήθηκε στη μητέρα που αποκτά τρίτο παιδί μηνιαίο επίδομα ύψους 34.000 δρχ. (99,78 ευρώ), για μια τριετία, από τη γέννησή του, το οποίο επίδομα καταβάλλεται στη μητέρα ανεξάρτητα από κάθε άλλο επίδομα, μισθό, σύνταξη, αμοιβή, αποζημίωση, κ.λ.π.
    Το επίδομα αυτό χορηγήθηκε στις μητέρες που αποκτούν τρίτο παιδί, αφού εκτιμήθηκε το δημογραφικό πρόβλημα της Χώρας μας, ως πρώτου μεγέθους Εθνικό πρόβλημα, με σοβαρότατες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις όπως μείωση του παραγωγικού δυναμικού, δημιουργία κοινωνίας γερόντων, κ.α., και θεωρώντας την ανατροπή των δυσμενών δημογραφικών δεδομένων ως βάση για την οικονομική ανάπτυξη της Χώρας, θεσπίστηκε ως μέτρο για την αντιμετώπιση του εν λόγω Εθνικού προβλήματος. Το ως άνω επίδομα έχει καθολικό χαρακτήρα, εφ’ όσον καταβάλλεται σε όλες ανεξαιρέτως τις μητέρες και μάλιστα χωρίς να συνδέεται με την καταβολή οποιασδήποτε άλλης αμοιβής ή κοινωνικής παροχής. Όμως, οι διατάξεις του παραπάνω νόμου τροποποιήθηκαν με το άρθρο 39 του Ν.2459/1997, οπότε ορίστηκε ότι το επίδομα τρίτου παιδιού της παρ. 1 του άρθρου 63 του Ν.1892/1990 αυξάνεται μεν σε 40.000 δρχ. (117,39 ευρώ) από 1/1/1997 και καταβάλλεται μέχρι και την συμπλήρωση του έκτου (6ου) έτους της ηλικίας του, υπό την προϋπόθεση όμως, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα των δικαιούχων να μην υπερβαίνει το ποσό των 7.000.0000 δρχ. (20.543 ευρώ).
       Κατ’ επίκληση των παραπάνω διατάξεων, εκδόθηκε η Π3διοικ.1078/19.3.1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας (φ.241/28.3.1997/τ. Β’), με το άρθρο 1 παρ.1 της οποίας ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η χορήγηση του επιδόματος τρίτου παιδιού τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα των δικαιούχων δεν υπερβαίνει το ποσό των 7.000.000 δρχ. (20.543 ευρώ) το οποίο μεταγενεστέρως αναπροσαρμόστηκε με την 2/17961/0020/27.1.2000 κοινή απόφαση των ιδίων Υπουργών (φ.291/10.3.2000/τ. Β’) σε 8.000.000 δρχ. (23.477,62 ευρώ). Εξάλλου, με την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 1 της προαναφερόμενης αποφάσεως, ως εισόδημα, για την εφαρμογή των εν λόγω ρυθμίσεων, νοείται, τόσο το φορολογούμενο πραγματικό ή τεκμαρτό εισόδημα, όσο και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο. Περαιτέρω, τα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω αποφάσεως, απαιτούν, για την αναγνώριση του οικείου δικαιώματος και για την κατ’ έτος συνέχιση καταβολής των ως άνω παροχών, την υποβολή θεωρημένου εκκαθαριστικού σημειώματος της δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος και τέλος, με τα άρθρα 6 περ. γ’ και 7 περ. α’ της ίδιας αποφάσεως, προβλέπεται, αντιστοίχως, το μεν ότι οι παροχές αυτές «διακόπτονται από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους, εκείνου που καταβάλλεται η παροχή, εφ’ όσον διαπιστώνεται υπέρβαση του προβλεπομένου ορίου εισοδήματος», το δε ότι οι παροχές αναστέλλονται από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους, εκείνου κατά το οποίο καταβάλλεται η παροχή, εφ’ όσον μέχρι τέλους του έτους δεν έχουν υποβληθεί τα ανωτέρω δικαιολογητικά.
    Με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 39 του Ν.2459/1997, εισήχθη για πρώτη φορά περιορισμός στη χορήγηση του επιδόματος για το τρίτο παιδί, με την έννοια ότι, το επίδομα αυτό δεν χορηγείται πλέον σε όλες αδιακρίτως τις μητέρες τριών ανήλικων παιδιών και μέχρι τη συμπλήρωση του έκτου έτους της ηλικίας του τρίτου απ’ αυτά, αλλά μόνον σε εκείνες, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα των οποίων δεν υπερβαίνει το προσδιοριζόμενο από τις νεώτερες διατάξεις (άρθρο 39 Ν.2459/1997) όριο.
Με την 1095/2001 απόφαση του ΣτΕ (ΕΔΚΑ 2001 σελ. 346), κρίθηκε ότι η ρύθμιση αυτή, του άρθρου 39 του Ν.2459/1997 και της σε εκτέλεση αυτού εκδοθείσας Π3διοικ.1078/19.3.1997 κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας (φ.241/28.3.1997/τ. Β’), με την οποία εισήχθησαν περιοριστικοί όροι στη χορήγηση του επιδόματος τρίτο παιδιού, ερχόταν σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος που αποβλέπει στην προστασία της οικογένειας και τούτο διότι, σκοπός της χορήγησης του επιδόματος δεν ήταν η οικονομική ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων οικογενειών προκειμένου να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες δαπάνες ανατροφής ενός ακόμη παιδιού, αλλά, να λειτουργήσει ως κίνητρο για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της Χώρας μας (ιδ. Πρακτικά Βουλής επί του Συντάγματος, Συνεδρίαση ΟΘ’/26.4.1975, σελ. 479,486). Εν όψει δε της διατυπώσεως της ανωτέρω Συνταγματικής διάταξης, αλλά και του σκοπού της, η εξυπηρέτηση του οποίου συνιστά και λόγω γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ιδ. Σ.Ε. 2773/1991), δεν είναι επίσης συνταγματικώς ανεκτές, ρυθμίσεις βάσει των οποίων ορισμένες οικογένειες εξαιρούνται της ανωτέρω κρατικής φροντίδας, αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο αναιρείται, ως προς αυτές, η αδιακρίτως υπέρ των οικογενειών με τρία παιδιά επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα ειδική φροντίδα του κράτους. Η θέσπιση δε, ειδικότερα, τέτοιων εξαιρέσεων με κριτήρια που ανάγονται στο εισόδημα των οικογενειών αυτών, δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτή, εν όψει και του ότι ο συνταγματικός νομοθέτης, θεσπίζοντας την υπέρ αυτών ειδική κρατική φροντίδα, δεν απέβλεψε στην ενίσχυση αυτών ως κατηγορίας οικονομικώς αδυνάτων ή αναξιοπαθούντων προσώπων.
    Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, θα πρέπει να χορηγείται το επίδομα του τρίτου παιδιού σε κάθε μητέρα με τρία ανήλικα παιδιά, ανεξάρτητα από το ετήσιο εισόδημα της οικογενείας, τυχόν δε άρνηση χορηγήσεως του ανωτέρω επιδόματος, συνιστά κατάφορη παραβίαση των διατάξεων του Συντάγματος, γεννάται δε υποχρέωση του αρμοδίου για την καταβολή του επιδόματος φορέα (Ο.Γ.Α.), προς αποζημίωση της μητέρας εκείνης που δικαιούται να λάβει αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.ΝΑΚ. Υποχρέωση επίσης γεννάται και για το Ελληνικό Δημόσιο το οποίο με τη θέσπιση μιας τέτοιας διάταξης, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος (ΣτΕ 1141/1999, Δ.Δικ 2000, σελ. 163).
Ε π ε ι δ ή, αν και συντρέχουν στο πρόσωπό μου οι προϋποθέσεις για την χορήγηση και σε μένα του αιτούμενου επιδόματος, από 1.12.1998 (πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου της γέννησης του τρίτου παιδιού μου σύμφωνα με άρθρο 12 του Ν. 1892/1990), εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, έπρεπε να μου χορηγηθεί, ανεξαρτήτως του ύψους του οικογενειακού μου εισοδήματος, ο εναγόμενος Ο.Γ.Α., μου απέρριψε τη σχετική με αριθ. 5278/30-11-98 αίτησή μου με τη με πράξη αριθ. 200222/23-2-1999 καθόσον το οικογενειακό μου εισόδημα του έτους 1997 ήταν μεγαλύτερο του ορίου των 7.000.000 δραχμών .
Μετά από σχετικό αίτημά μου και λόγω μη υπέρβασης του ορίου του οικογενειακού μου εισοδήματος μου κατεβλήθη  για αναδρομικά από Απρίλιο 2001 έως και Δεκέμβριο 2001 1.226,34 ευρώ και το ποσό των 272,52 ευρώ για το πρώτο  δίμηνο του έτους 2002, καθόσον από Ιανουάριο 2002 και εξής  καταβάλλεται το επίδομα ανεξαρτήτως εισοδήματος  και συνολικά αφαιρουμένων κρατήσεων 17,99 και 148,09 μου κατεβλήθη το ποσό των  1.332,78 ευρώ . 
Επειδή εκτός της καταβολής  του παραπάνω χρηματικού ποσού από τον μήνα Απρίλιο 2001 και εξής που μου καταβάλλεται,  πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να μου καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος για τις αιτίες που προαναφέρω και για το διάστημα από 1.12.1998 έως και τον μήνα Μάρτιο 2001 χρηματικό ποσό που δεν μου κατέβαλαν το οποίο δικαιούμαι να ζητήσω και  το οποίο αναλύεται ως εξής: 1) για το χρονικό διάστημα από 1.12.1998 έως 31.12.1998 , ποσό των 41.882 δραχμών ή 98 ευρώ,όσο και το μηνιαίο επίδομα  2) για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 31.12.1999, ποσό 404.811 δρχ. ή 1.188 ευρώ (99 ευρώ μηνιαίο επίδομα x 12= 1.188 ευρώ) , 3) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2000, ποσό 536.268 δρχ. ή 1.574 ευρώ (131,15 ευρώ μηνιαίο επίδομα x 12=1.573,8 ευρώ) και 4) από 1.1.2001 έως και Μάρτιο.2001, ποσό 139.367 δρχ. ή 409 ευρώ (136,26 ευρώ μηνιαίο επίδομα            x 3 μήνες= 409 ευρώ )  ήτοι συνολικά 1.113.912 δρχ. ή 3.269 ευρώ.
     Το παραπάνω συνολικό ποσό υποχρεούνται να μου καταβάλουν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, ευθέως από το Νόμο, άλλως ως αποζημίωση με βάση τα άρθρα 105 – 106 του Εισ.ΝΑΚ, δεδομένου ότι τόσο το Ελληνικό Δημόσιο θεσπίζοντας τις διατάξεις αυτές, όσο και ο Ο.Γ.Α. εφαρμόζοντας αυτές, παραβίασαν κατάφορα τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και συνεπώς η συμπεριφορά του ς αυτή συνιστά παράνομη ενέργεια που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, άλλως επικουρικώς με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον με την μη καταβολή του επιδόματος καθ’ όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι σε βάρος μου κατά το ανωτέρω ποσό.
    Επειδή η παρούσα μου είναι νόμιμη και βάσιμη και θα αποδειχθεί νόμιμα

ΓΙΑ ΟΛΑ ΑΥΤΑ και όσα προσθέσω

Και με τη ρητή επιφύλαξη και κάθε άλλου νόμιμου δικαιώματός μου

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή μου
Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, για τους λόγους που αναφέρονται στο ιστορικό, το συνολικό ποσό  των τριών χιλιάδων διακοσίων εξήντα εννέα ευρώ (3.269 ευρώ) που ισοδυναμεί με 1.113.912 δρχ. εντόκως από την επίδοση της αγωγής μου σε αυτούς και μέχρι εξοφλήσεως και 
Να καταδικαστούν οι αντίδικοι στη δικαστική μου δαπάνη και την αμοιβή της πληρεξουσίας μας δικηγόρου.
                    
                                                                     ……………..…. Δεκεμβρίου 2002

                 Η ενάγουσα  και                         
Η πληρεξούσια δικηγόρος της

Σχόλια