Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

Έκθεση επίδοσης και επισημείωση δικαστικού επιμελητή: Διαφορά ως προς τον χρόνο επίδοσης. Ποια χρονολογία υπερισχύει ΑΠ 736/2017 (πολ.) : Έκθεση επίδοσης και επισημείωση δικαστικού επιμελητή: Διαφορά ως προς τον χρόνο επίδοσης. Ποια χρονολογία υπερισχύει.

Έκθεση επίδοσης και επισημείωση δικαστικού επιμελητή: Διαφορά ως προς τον χρόνο επίδοσης. Ποια χρονολογία υπερισχύει

ΑΠ 736/2017 (πολ.) : Έκθεση επίδοσης και επισημείωση δικαστικού επιμελητή: Διαφορά ως προς τον χρόνο επίδοσης. Ποια χρονολογία υπερισχύει...
«Κατά τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, "όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση".
Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, ερμηνευόμενη, σε συνδυασμό με εκείνη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου και κατά τελολογική συστολή που υπαγορεύεται από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, την οποία εκείνος προς τον οποίο γίνεται (η επίδοση) αντλεί επισήμως και ασφαλώς από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδιδόμενο έγγραφο, η ύπαρξη της οποίας καθώς και το περιεχόμενό της εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω επισημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου), η χρονολογία της έκθεσης επίδοσης υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημείωσης, μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο, διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λήπτη του εγγράφου να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων και μέσων, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 εδάφ. α’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό το φως των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας (ΑΠ 124/2013, 831/2008). 
Η παράλειψη δε της σημείωσης αυτής μπορεί να καταστήσει άκυρη την επίδοση με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, όπως συμβαίνει, όταν η εν λόγω παράλειψη αποτέλεσε την αιτία δημιουργίας πλάνης στον παραλήπτη για το χρόνο έναρξης προθεσμίας διαδικαστικής πράξης, με αποτέλεσμα τη ματαίωση νόμιμης διαδικαστικής ενέργειας.
Στην ένδικη περίπτωση, με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη: 1) με τον πρώτο λόγο η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 3976/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο επανέφερε τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό του ότι η ένδικη ανακοπή κατά του ....4.2005 Πρωτοκόλλου Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης Δημόσιου Κτήματος του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά είχε ασκηθεί εκπροθέσμως, καθόσον το επίμαχο πρωτόκολλο επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, στις 9/5/2006, σύμφωνα με το από 9/5/2006 αποδεικτικό της υπαλλήλου Κ. Χ., ενώ η ανακοπή ασκήθηκε εκπροθέσμως, στις 3/11/2006, μετά την παρέλευση 30 ημερών από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου και 2) με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της 3976/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντιμετωπίζοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί εκπρόθεσμης άσκησης της ανακοπής, τον απέρριψε, δεχόμενο ότι στο επιδοθέν στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο του πρωτοκόλλου δεν σημειώθηκε ενυπογράφως η κατ’ άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ σημείωση του δικαστικού επιμελητή για την ημέρα και την ώρα της επίδοσης, η παράλειψη δε αυτή καθιστά την επίδοση άκυρη, διότι η ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη) παραπλανήθηκε για τον χρόνο της επίδοσης από τον οποίο αρχίζει η προθεσμία του μηνός για την άσκηση της ανακοπής.
Το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, κατά το οικείο επισκοπούμενο περιεχόμενό του, παραπονέθηκε για κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 139 παρ. 3 ΚΠολΔ και 115 του από 12/11/1929 Π.Δ., όπως ισχύει, απόρριψη της ενστάσεώς του περί εκπρόθεσμης άσκησης της ανακοπής, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του η προθεσμία προς άσκησή της είχε παρέλθει, με χρόνο αφετηρίας της την ημερομηνία που αναγράφεται στη σχετική έκθεση επιδόσεως (9/5/2006), ενώ η ανακοπή ασκήθηκε, στις 2/11/2006, χωρίς να πλήξει με συγκεκριμένο λόγο έφεσης την αιτιολογία της οριστικής απόφασης, περί παραπλάνησης της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης) για το χρόνο επίδοσης από τον οποίο αρχίζει η προθεσμία προς άσκηση της ανακοπής, εξαιτίας παράλειψης της ανωτέρω σημείωσης στο επιδοθέν σ’ αυτήν αντίγραφο του πρωτοκόλλου, με αποτέλεσμα να καθίσταται εκ του λόγου τούτου άκυρη.
Έτσι, ο πρώτος λόγος της εφέσεως, όπως προβλήθηκε, δεν ασκούσε έννομη επιρροή στη δευτεροβάθμια δίκη και εντεύθεν, αλυσιτελώς το αναιρεσείον μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα παραπάνω αναφερθέντα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί". (areiospagos.gr)
 
Απόφαση 736 / 2017    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 736/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην Βούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3976/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3054/2010 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/6/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 30/12/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη στο φάκελο της δικογραφίας ...30.10.2015 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Μ. Μ. Ν. προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση κατ’ αυτήν, επιδόθηκε νομοτύπως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 6Α του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, το οποίο προστέθηκε με άρθρο 46 παρ. 3 ν. 4305/2014 και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 3054/10 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση κατά της 3976/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας επί ανακοπής της αναιρεσείουσας, για ακύρωση του προσβαλλόμενου με αυτήν πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσεως δημόσιου κτήματος, άλλως μεταρρύθμισής του, είχε δεχτεί την ανακοπή κατά το επικουρικό της αίτημα και είχε μεταρρυθμίσει το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, ως προς το ύψος της αποζημίωσης χρήσεως, αφού προηγουμένως απέρριψε τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εκπρόθεσμης άσκησής της.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ ...97, ΑΠ 109/12). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν ο μη απαντηθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής, αόριστος, εκπρόθεσμος και γενικά απαράδεκτος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 374/2012, 1/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, "όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση". Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, ερμηνευόμενη, σε συνδυασμό με εκείνη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου και κατά τελολογική συστολή που υπαγορεύεται από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, την οποία εκείνος προς τον οποίο γίνεται (η επίδοση) αντλεί επισήμως και ασφαλώς από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδιδόμενο έγγραφο, η ύπαρξη της οποίας καθώς και το περιεχόμενό της εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω επισημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου), η χρονολογία της έκθεσης επίδοσης υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημείωσης, μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο, διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λήπτη του εγγράφου να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων και μέσων, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 εδάφ. α’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό το φως των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας (ΑΠ 124/2013, 831/2008). Η παράλειψη δε της σημείωσης αυτής μπορεί να καταστήσει άκυρη την επίδοση με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, όπως συμβαίνει, όταν η εν λόγω παράλειψη αποτέλεσε την αιτία δημιουργίας πλάνης στον παραλήπτη για το χρόνο έναρξης προθεσμίας διαδικαστικής πράξης, με αποτέλεσμα τη ματαίωση νόμιμης διαδικαστικής ενέργειας. Στην ένδικη περίπτωση, με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη: 1) με τον πρώτο λόγο η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 3976/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο επανέφερε τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό του ότι η ένδικη ανακοπή κατά του ....4.2005 Πρωτοκόλλου Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης Δημόσιου Κτήματος του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά είχε ασκηθεί εκπροθέσμως, καθόσον το επίμαχο πρωτόκολλο επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, στις 9/5/2006, σύμφωνα με το από 9/5/2006 αποδεικτικό της υπαλλήλου Κ. Χ., ενώ η ανακοπή ασκήθηκε εκπροθέσμως, στις 3/11/2006, μετά την παρέλευση 30 ημερών από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου και 2) με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της 3976/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντιμετωπίζοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί εκπρόθεσμης άσκησης της ανακοπής, τον απέρριψε, δεχόμενο ότι στο επιδοθέν στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο του πρωτοκόλλου δεν σημειώθηκε ενυπογράφως η κατ’ άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ σημείωση του δικαστικού επιμελητή για την ημέρα και την ώρα της επίδοσης, η παράλειψη δε αυτή καθιστά την επίδοση άκυρη, διότι η ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη) παραπλανήθηκε για τον χρόνο της επίδοσης από τον οποίο αρχίζει η προθεσμία του μηνός για την άσκηση της ανακοπής. Το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, κατά το οικείο επισκοπούμενο περιεχόμενό του, παραπονέθηκε για κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 139 παρ. 3 ΚΠολΔ και 115 του από 12/11/1929 Π.Δ., όπως ισχύει, απόρριψη της ενστάσεώς του περί εκπρόθεσμης άσκησης της ανακοπής, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του η προθεσμία προς άσκησή της είχε παρέλθει, με χρόνο αφετηρίας της την ημερομηνία που αναγράφεται στη σχετική έκθεση επιδόσεως (9/5/2006), ενώ η ανακοπή ασκήθηκε, στις 2/11/2006, χωρίς να πλήξει με συγκεκριμένο λόγο έφεσης την αιτιολογία της οριστικής απόφασης, περί παραπλάνησης της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης) για το χρόνο επίδοσης από τον οποίο αρχίζει η προθεσμία προς άσκηση της ανακοπής, εξαιτίας παράλειψης της ανωτέρω σημείωσης στο επιδοθέν σ’ αυτήν αντίγραφο του πρωτοκόλλου, με αποτέλεσμα να καθίσταται εκ του λόγου τούτου άκυρη. Έτσι, ο πρώτος λόγος της εφέσεως, όπως προβλήθηκε, δεν ασκούσε έννομη επιρροή στη δευτεροβάθμια δίκη και εντεύθεν, αλυσιτελώς το αναιρεσείον μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα παραπάνω αναφερθέντα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/6/2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 3054/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: