
Απόφαση 2086 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Κυριότητα.
Περίληψη:
Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Κυριότητα.
Περίληψη:
Αγωγή διεκδικητική ακινήτου. Απόκτηση κυριότητας με σύμβαση και με χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής. Ανάκριση. Λόγοι από τους αριθμούς 1, 8, 11, 14, 19 και 20. Πότε δημιουργούνται. Ειδικότερα αναιρετικός έλεγχος της νομικής και της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής (Επικυρώνει ΕφΛαρ 150/2011).
Αριθμός 2086/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Χ. Γ. συζ. Δ., το γένος Ν. Τ., 2) Μ. χήρας Α. Τ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., και 3) Ν. Τ. Α., κατοίκου ..., (των 2ης και 3ου ως κληρονόμων του Α. Τ.). Οι 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους......, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον τρίτο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/5/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2001 μη οριστική, 135/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 328/2008 μη οριστική και 150/2011 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 26/9/2011 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 613/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 27/5/2013 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 11/1/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρον 1051 ΑΚ. Ασκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του. Στην περίπτωση που η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφο της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου στον ενάγοντα, ο δε τρόπος κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και των πριν από αυτόν κτητόρων του ακινήτου, πρέπει, για το ορισμένο της αγωγής, να καθορίσει ο ενάγων, είτε με την αγωγή, καθ' υποφοράν. είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζητήσεως της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της τελευταίας (άρθρο 224 ΚΠολΔ), και τον τρόπο κτήσεως από τα πρόσωπα αυτά της κυριότητας επί του επιδίκου μέχρις εκείνου που απέκτησε το δικαίωμα κατά τρόπο πρωτότυπο, τον οποίο αποτελεί και ο με χρησικτησία. Αν η αγωγή αυτή στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτό περιστατικά (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1648/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη από 6-5-1999 αγωγή του, την οποία εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, ισχυρίστηκε, ότι είναι κύριος του λεπτομερώς περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση και όρια οικοπέδου, που βρίσκεται στην κοινότητα ... Νομού Μαγνησίας, κυριότητα που απέκτησε με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα με τις αναφερόμενες συμβολαιογραφικώς συνταχθείσες πράξεις, που μεταγράφηκαν νόμιμα, επικουρικά δε με έκτακτη χρησικτησία, επειδή νεμόταν αυτό αρχικά ο δικαιοπάροχος του από το έτος 1974 μέχρι το έτος 1994 και μετέπειτα ο ίδιος μέχρι την άσκηση της αγωγής (7-5-1999) συνεχώς, ενεργώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής που ταίριαζαν στην φύση και τον προορισμό του ως οικοπέδου με παρακείμενη οικία, με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, και ότι οι αρχικοί εναγόμενοι, ήτοι η ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και ο Α. Τ., μετά το θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση ως μοναδικοί του κληρονόμοι οι δεύτερη και τρίτος των αναιρεσειόντων, περί τα τέλη του έτους 1998 αυθαίρετα κατέλαβαν τμήμα εμβαδού 192,84 τ.μ. από το ακίνητο αυτό και το ενσωμάτωσαν στην παρακείμενη ιδιοκτησία τους. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί κύριος του ως άνω επίδικου τμήματος ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι στην απόδοση του. Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, επειδή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της, και ειδικότερα εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο μετάγουν την κτήση της κυριότητας του επιδίκου στο πρόσωπο του ενάγοντος και του προκατόχου του και την προσβολή της από τους αρχικούς εναγομένους, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις από 23-10-2000 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκαν ότι η αγωγή είναι αόριστη "γιατί δεν καθορίζει τις πράξεις νομής και κατοχής, που διατείνεται ότι ασκούσε ο ενάγων και ο δικαιοπάροχός του Ι. Κ. επί του επιδίκου" και έτσι δεν αμφισβήτησαν την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο και, συνεπώς, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αγωγής, να καθορισθεί (με τις προτάσεις του ενάγοντος) και ο πρωτότυπος τρόπος (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) με την οποία ο δικαιοπάροχός του έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου. Ενόψει των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή δεν έπασχε από (επιγενόμενη) νομική ή ποσοτική αοριστία και το Εφετείο, που έκρινε, ότι η αγωγή είναι ορισμένη δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως αόριστη, για το λόγο ότι, παρά την εκ μέρους των αρχικών εναγομένων άρνηση της κυριότητας του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, ο τελευταίος δεν προέβη στην, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωση της έως ότου φθάσει σε δικαιοπάροχο που έγινε κύριος με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, είναι αβάσιμος ως προς όλα τα μέρη του.
II.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: " Δυνάμει του αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βόλου Δημ. Παπαδόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα(...),ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Ι. Κ. απέκτησε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου την κυριότητα ενός ακινήτου, το οποίο περιγράφεται ως "ερειπωμένος οικίσκος μετά του υπ' αυτόν και μη οικοπέδου, εκτάσεως ημίσεως περίπου στρέμματος ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον, κείμενος εντός του χωρίου ..., συνορευόμενος γύρωθεν με δημόσιον δρόμον Βόλου-..., με κοινοτικήν οδό, με κοινοτικό ρεύμα και με οικίαν και αυλήν Ν. Τ.", με αγορά από τις μέχρι τότε κύριες αυτού Σ. χήρα Σ. ή Σ. Α., Α. και Α. Α. του Σ. ή Σ.. Οι τελευταίες είχαν αποκτήσει την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 8-11-1973 συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Σ. ή Σ. Α., την οποία αποδέχθηκαν με την αριθμ. ... δήλωση αποδοχής ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου Δημ. Παπαδόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα (...).Ο ως άνω δικαιοπάροχός τους Σ. ή Σ. Α. είχε καταστεί κύριος του ιδίου πιο πάνω ακινήτου ως εξής: α) κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βόλου Απ. Τσικρίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα(...),από αγορά από τους μέχρι τότε κυρίους αυτού Φ. και Ν. Κ. του Γ., που ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά, β) κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βόλου Δημ. Παπαδόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα (...), από αγορά από τον αδελφό του Σ. Α.., ο οποίος είχε καταστεί κύριος του άνω ποσοστού με το ίδιο ανωτέρω αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο. Ο προαναφερόμενος Ι. Κ. από τότε που έλαβε στην κυριότητα και κατοχή του το ως άνω ακίνητο (23-12-1974), ασκούσε με διάνοια κυρίου επ' αυτού πράξεις νομής και κατοχής, ήτοι το επισκεπτόταν συχνά και το επέβλεπε, συνεχώς μέχρι την 29-9-1984. Τότε, αφού προέβη σε καταμέτρησή του, από την οποία προέκυψε ότι αυτό είχε εμβαδόν 600 τ.μ., δυνάμει του αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Γιαννούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα (...), μεταβίβασε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου στον ενάγοντα Α. Μ. του Δ. και τη σύζυγό του Γ. συζ. Α. Μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Ακολούθως, η τελευταία, δυνάμει του αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Τσολάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε την κυριότητα του ανωτέρω ποσοστού της, στον ενάγοντα σύζυγο της, ο οποίος έγινε αποκλειστικά κύριος του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, με αγορά από αληθείς κυρίους, δυνάμει των ως άνω συμβολαίων και μεταγραφή αυτών. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω αποδείξεις αποδείχθηκε, ότι από το χρόνο που το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κατοχή του ενάγοντος και της συζύγου του Γ. Μ. (21-9-1984), αυτοί ασκούσαν από κοινού επ' αυτού με διάνοια κυρίου πράξεις νομής και κατοχής. Λόγω του ότι κατοικούσαν στην Αθήνα, επισκέπτονταν το ακίνητο, το επέβλεπαν και κατά τους θερινούς μήνες διέμεναν στην υπάρχουσα εντός αυτού, στο βόρειο τμήμα του, ανακαινισμένη οικία, συνεχώς μέχρι την 15-12-1994. Έκτοτε, τις ίδιες πράξεις νομής και κατοχής ασκούσε αποκλειστικά ο ενάγων συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (7-5-1999), με έννομη συνέπεια να καταστεί αποκλειστικά κύριος και με έκτακτη χρησικτησία, με το συνυπολογισμό του δικού του χρόνου χρησικτησίας, στο χρόνο χρησικτησίας των άνω δικαιοπαρόχων του Ι. Κ. και Γ. Μ., που υπερβαίνουν την εικοσαετία. Και ενώ έτσι είχε διαμορφωθεί η πραγματική κατάσταση, περί το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1998, οι εναγόμενοι Χ. συζ. Δ. Γ. και Α. Ν. Τ. (ο οποίος στις 18-2-2004 απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν για εκείνον οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Μ. χήρα Α. Τ. σύζυγος του και Ν. Ν. Τ. γιος του), αυθαίρετα κατέλαβαν τμήμα του πιο πάνω ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του, έχει εμβαδόν 192,84 τ.μ. και απεικονίζεται στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή από Νοέμβριο 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β. Ν. υπό στοιχεία Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο,Π,Ρ,Ψ,Ω,Λ, φύτεψαν δύο ροδακινιές, αμφισβητώντας την κυριότητα του ενάγοντος επ' αυτού. Το ότι όντως το άνω επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα του προαναφερομένου ακινήτου εμβαδού 600 τ.μ., αποδεικνύεται ιδίως και από τα εξής στοιχεία: α) Σε όλα τα προαναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα ως (νότιο) όριο του όλου ακινήτου αναφέρεται η κοινοτική οδός Βόλου-.... Από την επισκόπηση δε του ως άνω διαγράμματος προκύπτει, ότι και το επίδικο έχει ως νότιο όριο την εν λόγω οδό Βόλου-.... Είναι βέβαια αλήθεια, ότι στο άνω αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου ο Ι. Κ. μεταβίβασε κατά συγκυριότητα στον ενάγοντα και τη σύζυγο του, το ανωτέρω όλο ακίνητο, αναφέρεται ότι αυτό συνορεύει νοτίως με ιδιοκτησία αγνώστων. Τούτο όμως έγινε προφανώς από παραδρομή, εφόσον βούληση των συμβαλλομένων ήταν η μεταβίβαση της κυριότητας ολοκλήρου του ακινήτου εμβαδού 600 τ.μ., το οποίο σύμφωνα με τους μεταγενέστερους τίτλους-συμβόλαια μεταβίβασης της κυριότητας είχε ως νότιο όριο τον κοινοτικό δρόμο Βόλου-.... Γι' αυτό και με την αριθμ. ... πράξη διόρθωσης συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Γιαννούλα οι συμβαλλόμενοι δήλωσαν, ότι "εκ παραδρομής σημειώθηκε (στο ... συμβόλαιο) ότι το πωληθέν οικόπεδο συνορεύει με ιδιοκτησία αγνώστου, ενώ το αληθές και ορθό είναι ότι προς την πλευρά αυτή συνορεύει με κοινοτική οδό", β) το εμβαδόν του όλου οικοπέδου που μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα σε ανύποπτο χρόνο (21-9-1984) ανέρχεται σε 600 τ.μ. Εάν αφαιρεθεί το επίδικο τμήμα απομένει έκταση εμβαδού (600-192,84=) 407,16 τ.μ., ήτοι κατά πολύ μικρότερη της μεταβιβασθείσας. γ) στα προαναφερόμενα αριθμ. ... και ... συμβολαιογραφικά έγγραφα ως όριο του άνω όλου ακινήτου αναφέρεται ένα κοινοτικό ρέμα. Το ρέμα αυτό υπήρχε το έτος 1974, γι' αυτό και όπως διαπιστώθηκε από τον ως άνω πραγματογνώμονα, υπάρχει μια μεγάλη τρύπα στην υφισταμένη εντός του επιδίκου στο νότιο άκρο του με αριθμό 4 πεζούλα. Αυτό δε το όριο "κοινοτικό ρέμα", σημειώνεται και στο σκαρίφημα του όλου ακινήτου που συντάχθηκε και συνοδεύει τη σχετική δήλωση προς την αρμόδια Οικονομική Εφορία για την καταβολή του αναλογούντος φόρου μεταβίβασης που έγινε με το άνω αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο, δ) κατά τα έτη 1975 και 1996, όπως προκύπτει από την ανάλυση των σχετικών αεροφωτογραφιών που έγινε από τον διορισθέντα με την 328/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα Ν. Β. και αποτυπώνεται στη σχετική έκθεση του, το επίδικο ακίνητο αποτελούσε μια ακαλλιέργητη έκταση, καλυμμένη από ξερά χόρτα και φυσική άγρια βλάστηση. Την ίδια δε μορφή παρουσίαζε και η υπόλοιπη έκταση του άνω όλου ακινήτου. Περαιτέρω, το γεγονός ότι στο βορειοανατολικό άκρο της επίδικης έκτασης, υφίσταται πεζούλα ύψους 3 μ. περίπου (που αποτυπώνεται στο από Ιούλιο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του άνω πραγματογνώμονα Ν. Β. υπό στοιχεία Α65-Α21), η οποία κατασκευάστηκε περί το έτος 1994 με δαπάνες του ενάγοντος και απέκοψε με την κατασκευή της την επικοινωνία του επιδίκου με την κείμενη βορειοανατολικά υπόλοιπη ιδιοκτησία του τελευταίου, δεν οδηγεί χωρίς άλλο στο συμπέρασμα, ότι το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα του ανωτέρω όλου ακινήτου των 600 τ.μ. και ότι από της κατασκευής της ο ενάγων αδυνατούσε να ασκήσει επ' αυτού (επιδίκου) πράξεις νομής. Η κατασκευή της πεζούλας αυτής με τη συγκεκριμένη μορφή ήταν αναγκαία, λόγω του ότι η προϋφισταμένη αυτής, που είχε μικρότερο ύψος και ως εκ τούτου επέτρεπε την επικοινωνία του επιδίκου με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος, ήταν στατικώς ανεπαρκής και είχε καταστραφεί, έτσι ώστε να αντιμετωπισθεί το υφιστάμενο στην περιοχή πρόβλημα κατολισθήσεων. Και μετά την κατασκευή αυτής ο ενάγων συνέχισε να ασκεί επί του επιδίκου πράξεις νομής, με το να το επισκέπτεται συχνά και να το επιβλέπει. Ενόψει αυτών, η άνω αριθμ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Η. Μ., τοπογράφου μηχανικού, κατά την οποία η επίδικη έκταση ανήκει στον τίτλο ιδιοκτησίας των εναγομένων, δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα. Όσον αφορά δε τον επικαλούμενο από τους εναγομένους τίτλο κυριότητας του επιδίκου, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Με το αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Απ. Τσικρίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ν. Α. Τ., πατέρας των εναγομένων, απέκτησε κατά κυριότητα "μιαν ανώγειον οικίαν μετ' αυλής και περιοχής, κήπου, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων, κειμένων εις συνοικίαν Α. Α. ... του ομωνύμου τέως Δήμου, συνορευομένων εκ δύο μερών με Γ. Κ., με Γ. Π. και με δρόμον". Μετά το θάνατο του ανωτέρω Ν ι κ. Τζοάνου στις 17-7-1973 οι εναγόμενοι, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, αποδέχθηκαν την κληρονομιά του, δυνάμει της αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Βόλου Mαρ. Καζακίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το άνω ακίνητο, το οποίο προσδιορίζεται ως "μια παλαιά ουχί αντισεισμική λιθόκτιστη και πλακοσκεπής ανώγειος οικία, αποτελούμενη εκ τεσσάρων δωματίων και υπογείου, μετά μικράς αυλής και μικράς περιοχής, συνολικής οικοπεδικής εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών (200) διακοσίων περίπου, πλέον ή έλαττον, κειμένης εντός της κοινότητας ..., εις την ενορίαν Α. Α., αποτελούμενης εκ τεσσάρων δωματίων και συνορευομένης γύρωθεν με ιδιοκτησίαν Κ. Μ., Φ. Κ., Σ. Α. και κοινοτικήν οδόν". Εάν στην άνω οικοπεδική έκταση εμβαδού 200 τ.μ. συμπεριληφθεί η επίδικη έκταση εμβαδού 192,84 τ.μ., τότε το συνολικό εμβαδόν αυτής ανέρχεται σε 392,84 τ.μ., ήτοι σχεδόν διπλάσιο των 200 τ.μ. που προσδιορίσθηκε στην ανωτέρω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, οπότε λογικά ο προσδιορισμός σ' αυτή του εμβαδού σε 200 τ.μ., δεν μπορεί να οφείλεται σε λανθασμένη καταμέτρηση. Ως εκ τούτου εκτιμάται, ότι αποδίδει την πραγματική κατάσταση και το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στην ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας. Περαιτέρω, εάν όντως οι εναγόμενοι ασκούσαν επί του επιδίκου πράξεις νομής και κατοχής από το έτος 1973 και μετά, συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής με την καλλιέργεια κηπευτικών, όπως ισχυρίζονται, τότε αυτό δεν θα καλυπτόταν όπως προαναφέρθηκε, από ξερά χόρτα και φυσική άγρια βλάστηση, σε αντίθεση με τον όμορο του επιδίκου κήπο των εναγομένων που καλύπτεται από πυκνή βλάστηση και μορφολογικά διαφέρει τελείως από το επίδικο τουλάχιστον από το έτος 1975, που λογικά σημαίνει, ότι οι εναγόμενοι δεν άσκησαν τις επικαλούμενες άνω πράξεις νομής και κατοχής, καθόσον για να έχει την προεκτεθείσα μορφή από το έτος 1975, παρέμεινε ακαλλιέργητο τουλάχιστον από τις αρχές του έτους 1973. Ενόψει τούτων, ο ισχυρισμός των αρχικών εναγομένων, ότι οι ίδιοι κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου παραγώγως, ήτοι από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 17-7-1973 πατέρα τους Ν. Τ., την οποία αποδέχθηκαν και μετέγραψαν τη σχετική συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής, αλλά και με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έγινε αποκλειστικά κύριος του επίδικου εδαφικού τμήματος τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και ότι οι αρχικοί εναγόμενοι και οι ήδη αναιρεσείοντες ουδέποτε κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου εδαφικού τμήματος με παράγωγο τρόπο ούτε με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, και κατόπιν τούτου αφού δέχτηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, στη συνέχεια δέχτηκε την αγωγή, αναγνώρισε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο κύριο του επίδικου τμήματος και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες να αποδώσουν στον αναιρεσίβλητο το επίδικο ακίνητο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 982, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο και της μη απόδειξης ότι οι αναιρεσείοντες κατέστησαν ποτέ συγκύριοι του επιδίκου με οποιοδήποτε τρόπο, παράγωγο ή πρωτότυπο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ι. Κ. κατέστη κύριος του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου με συμβόλαιο αγοράς το έτος 1974, το οποίο μετά από καταμέτρηση προέκυψε ότι έχει εμβαδόν 600 τ.μ., ότι ο ανωτέρω από τότε που έλαβε στην κυριότητα και κατοχή του το εν λόγω ακίνητο, ασκούσε επ' αυτού πράξεις νομής μέχρι το Σεπτέμβριο του 1984, οπότε με πωλητήριο συμβόλαιο μεταβίβασε την κυριότητα του στον αναιρεσίβλητο και τη σύζυγο του τελευταίου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ότι η τελευταία τον Δεκέμβριο του 1994 με πωλητήριο συμβόλαιο μεταβίβασε την κυριότητα του ποσοστού της στον αναιρεσίβλητο σύζυγο της, ο οποίος έγινε αποκλειστικά κύριος του ακινήτου με παράγωγο τρόπο, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, αφού άσκησε συνεχώς πράξεις νομής επ' αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (7-5-1999) με προσμέτρηση του δικού του χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, που υπερβαίνουν την εικοσαετία. Ότι οι αρχικοί εναγόμενοι, ήτοι η ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και ο Α. Τ., μετά το θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση ως μοναδικοί του κληρονόμοι οι δεύτερη και τρίτος των αναιρεσειόντων, τον Δεκέμβριο του 1998 κατέλαβαν αυθαίρετα τμήμα του ως άνω ακινήτου εμβαδού 192,84 τ.μ., ότι οι αρχικοί εναγόμενοι με δήλωση αποδοχής τον Οκτώβριο του 1983 αποδέχθηκαν την κληρονομιά του δικαιοπαρόχου τους συνολικής οικοπεδικής έκτασης 200 τ.μ. περίπου και όχι 392,84 τ.μ. και ότι οι τελευταίοι ουδόλως άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίων στο επίδικο εδαφικό τμήμα των 192,84 τ.μ. από το έτος 1973. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατά το τέταρτο και πέμπτο μέρος του από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αντίστοιχα, με τον οποίο κατά τα ως άνω μέρη του οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
III.-Κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία είναι μόνον η γενόμενη προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί δε πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος διαδίκου, ενώ οι γενόμενες ενώπιον άλλου δικαστηρίου καθώς και εκείνες που περιέχονται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο αποτελούν ομολογίες εξώδικες οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Εξάλλου, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (αρθρ. 339, 352 ΚΠολΔ), ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, όχι δε και του αριθμού 8 περ. β' του ίδιου άρθρου. Εξάλλου η ύπαρξη της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά και δεν αποτελεί προϋπόθεση της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 1946/2008, ΑΠ 2225/2007). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν έχει κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 75/2008, ΑΠ 329/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι πράξεις νομής επί του επίδικου εδαφικού τμήματος ασκούσε ο αναιρεσίβλητος και ότι οι αρχικοί ενάγοντες δεν ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο με την καλλιέργεια κηπευτικών από το έτος 1973, αφού αυτό παρέμεινε ακαλλιέργητο τουλάχιστον από τις αρχές του έτους 1973, δεν έλαβε υπόψη "α) την περιεχόμενη στην αγωγή δικαστική ομολογία του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου ότι για το χρονικό διάστημα από το 1994 μέχρι και το 1998 ο αναιρεσείων επέτρεψε στους αρχικούς ενάγοντες να καλλιεργούν την επίδικη εδαφική λωρίδα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες με ντομάτες και άλλα λαχανικά, αν και με την προσθήκη των από 24-10-2010 προτάσεων του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε τα εντελώς αντίθετα και δη ότι δεν καλλιεργούσε το επίδικο ακίνητο, διότι ήταν χέρσο, δεν καλλιεργούσαν ποτέ το επίδικο και τίποτε δεν ήταν φυτεμένο εκεί", και "β) δεν έλαβε υπόψη ούτε την εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, στην οποία προέβη με την από 28-4-1998 εξώδικη δήλωση του, στην οποία δήλωσε ότι αυτός τοποθέτησε συρμοτόπλεγμα ανάμεσα στο επίδικο και την ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, για να τους αποκόψει τη δίοδο στο επίδικο τμήμα από την ιδιοκτησία τους". Όσον αφορά όμως την επικαλούμενη δικαστική ομολογία, όπως προκύπτει από την ως άνω περικοπή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και το πιο πάνω απόσπασμα των πρωτόδικων προτάσεων αυτού, καθώς και από το σύνολο της αγωγής και των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου δεν συνάγεται δικαστική ομολογία αυτού, αφού οι περικοπές αυτές δεν συνιστούν δικαστική ομολογία του, καθόσον δεν αποτελούν επιβλαβές για τον φερόμενο ως ομολογούντα αναιρεσίβλητο γεγονός, ως προς το ζήτημα της νομής και της κτήσης εν τέλει από μέρους αυτού του επίδικου εδαφικού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και ως προς το ότι οι αρχικοί ενάγοντες δεν ασκούσαν επί του επιδίκου πράξεις νομής και κατοχής από το έτος 1973 και μετά συνεχώς με την καλλιέργεια κηπευτικών, όπως ισχυρίστηκαν οι αρχικοί ενάγοντες με την ένσταση τους ιδίας κυριότητας. Περαιτέρω, όσον αφορά την επικαλούμενη εξώδικη ομολογία, από την υπάρχουσα, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν με τις προτάσεις τους" και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την παραπάνω από 28-4-1998 εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου, στην οποία κατά τους αναιρεσείοντες περιέχεται η ως άνω εξώδικη ομολογία. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του (δικαστική και εξώδικη ομολογία) από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης, ο δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ότι δεν προσέδωσε στην επικαλούμενη δικαστική ομολογία την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει κατά νόμο, είναι αβάσιμος, γιατί οι ως άνω περικοπές δεν συνιστούν δικαστική ομολογία. Τέλος, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ενός αποδεικτικού μέσου, όπως η ομολογία, ελέγχεται αναιρετικώς με το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ.
IV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά ή συμπεράσματα τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού. Για τη βασιμότητα δε του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως επισκοπείται και το δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, επί κτήσεως κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, είναι και εκείνοι που αναφέρονται σε εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί του πράγματος. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν θεωρούνται ως "πράγματα" κατά την παραπάνω διάταξη πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 8 περίπτ. α' και β', αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, και δη πράξεις νομής που ο ενάγων-αναιρεσίβλητος "δεν επικαλέστηκε ούτε με την αγωγή του ούτε με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, παρά μόνον με την προσθήκη των προτάσεων του ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποιούσε μόνο την οικία και την αυλή αυτός και η σύζυγός του, ενώ δεν επικαλέστηκε καθόλου άλλες πράξεις, όπως επίβλεψη, κατασκευή πεζούλας, που έλαβε υπόψη το Εφετείο, χωρίς να προταθούν", και αφετέρου ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό των αρχικών εναγομένων ότι κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, καθόσον από το 1983 συνέχισαν να νέμονται το επίδικο με διάνοια κυρίων, καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Βόλου Μαρίνας Καζακίδη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται αναιρετική πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων, επειδή για την θεμελίωση της παραδοχής ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία, το Εφετείο, εκτός από τα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο τελευταίος, έλαβε υπόψη και άλλα περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο εξεταζόμενος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 8 περ. β' για μη λήψη υπόψη προταθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε.
V.- Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα περιλαμβάνεται στον τίτλο του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, ήτοι το ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Γιαννούλα, και ότι η αγορασθείσα με το συμβόλαιο αυτό έκταση έχει εμβαδό 600 τ.μ. και ότι προς τη νότια πλευρά συνορεύει με κοινοτική οδό, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω συμβολαίου, στο οποίο αναγράφεται ότι το πωληθέν ακίνητο είχε έκταση ημίσεως περίπου στρέμματος ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον και ότι συνορεύει με ιδιοκτησία αγνώστων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η ως άνω παραδοχή του Εφετείου δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, που συνεκτιμήθηκε με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, και δη την ... πράξη διόρθωσης συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Γιαννούλα, την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Βόλου Δημητρίου Παπαδόπουλου, το ... πωλητήριο συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου και την με αριθμό 30/6-7-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα Νικολάου Βλασταρίδη, πολιτικού-τοπογράφου μηχανικού, η οποία εκτίμηση, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.
VI.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ( άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-9-2011 αίτησή της Χ. Γ. κ.λπ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 150/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου