
Απόφαση 281 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Αδικοπραξία .
Περίληψη:
Θέμα
Αδικοπραξία .
Περίληψη:
Κατ’ άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/29-5-2001, από τη διάταξη του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ – με βάση την οποία ιδρυόταν λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη – διαγράφηκε η φράση «ή δεν διέταξε απόδειξη», πλην όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του ίδιου νόμου, στις υποθέσεις που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (1.1.2002) εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα και συνεπώς και η άνω διάταξη του άρθρ.559 αρ.10 ΚΠολΔ, ως είχε.
Αριθμός 281/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Σ. συζ. Δ. Σ., το γένος Ν. Π. και 2)Β. συζ. Α. Ζ., το γένος Α. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .....
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Ε. του Α., 2)Γ. Β. του Α. και 3)Α. - Μ. Β. του Α., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της Φ. χήρας Α. Ε., το γένος Ν. Σ., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .... και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 1779/1994 μη οριστική απόφασή του. Στη συνέχεια ασκήθηκε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου η από 3/8/1994 επικουρική αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που συνεκδικάσθηκε με την αρχική αγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1341/1995 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 12020/1995 του Εφετείου Αθηνών και μετ' ανακοπή η 7222/1998 του Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν αυτών εκδόθηκε η 4309/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η 5294/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση τελευταίας απόφασης καθώς και της 12020/1995 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30/5/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 7/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 178 Α.Κ. δικαιοπραξία που αντιβαίνει, στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται από το περιεχόμενό της, ενόψει όχι μεμονωμένα της αιτίας που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων, που τη συνοδεύουν (Α.Π.826/89 ΕΛ.Δ.31. 1237). Από το πιο πάνω άρθρο καλύπτονται και οι περιπτώσεις εκείνες, όπου αν και υπάρχει εκμετάλλευση δεν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 179 Α.Κ. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ.../24.7.1986 συμβολαίου ως συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής, Ασπασίας Αρχοντάκη-Φλούδα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Π. Λ. του Α., ηλικίας τότε 80 ετών, πώλησε και μεταβίβασε στην αρχικώς εναγομένη Φ. Ε., κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία εφ' όρου ζωής του, μία διώροφη οικία, με τα παραρτήματα και παρακολουθήματά της, κτισμένη σε οικόπεδο, επιφανείας, κατά τους τίτλους κτήσεως, 171,56 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 248 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" της περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου αυτού και επί της οδού …. αποτελούμενη (η οικία) από ισόγειο επιφάνειας 112,70 τ.μ. και πρώτο όροφο επιφάνειας 58,50 τ.μ. Σύμφωνα με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ως τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των 4.500.000 δραχμών, το οποίο, όπως ρητά αναγράφεται στο συμβόλαιο αυτό, καταβλήθηκε σε μετρητά από την αγοράστρια στον πωλητή, τμηματικώς, πριν από τη σύνταξη του συμβολαίου και εκτός του τόπου σύνταξης αυτού, όπως ρητά διαβεβαίωσαν, σχετικά, οι συμβαλλόμενοι τη συντάξασα τούτο συμβολαιογράφο. Κατά το χρόνο σύνταξης του άνω αγοραπωλητήριου συμβολαίου, ο πωλητής Π. Λ. διέμενε στον οίκο ευγηρίας με τίτλο "..." που διατηρούσε στο Χαλάνδρι Αττικής η εταιρία με την επωνυμία "…", της οποίας ομόρρυθμο μέλος και διαχειρίστρια ήταν η εναγομένη. Στον εν λόγω οίκο ευγηρίας ο άνω πωλητής είχε εισαχθεί από τις 13-3-1986, ενώ προηγουμένως κατοικούσε μόνος του (εστερείτο συζύγου και τέκνων) στην ως άνω πωληθείσα οικία. Στις 29-7-1989 απεβίωσε ο ανωτέρω Π. Λ. (διέμενε ακόμη στον παραπάνω οίκο ευγηρίας) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις ενάγουσες (ήδη αναιρεσείουσες) ως πλησιέστερες κατά το χρόνο του θανάτου του συγγενείς του (η πρώτη ως τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού του Ν. Π. και η δεύτερη ως τέκνο του προαποβιώσαντος Α. Π. που ήταν τέκνο του προαναφερθέντος αδελφού του θανόντος) και μάλιστα κατά ιδανικό μερίδιο 1/2 εξ αδιαθέτου από καθεμία... Οι ενάγουσες, με την ένδικη αγωγή τους... ισχυρίζονται ότι η ως άνω σύμβαση πωλήσεως (μεταξύ κληρονομουμένου και εναγομένης) είναι άκυρη λόγω της αντίθεσης της στα χρηστά ήθη, αφού η εναγομένη εκμεταλλεύτηκε τα αναφερόμενα προβλήματα υγείας (αρτηριοσκλήρυνση, γεροντική άνοια, σακχαρώδη διαβήτη και καρδιακή ανεπάρκεια) που αντιμετώπιζε ο άνω πωλητής (κληρονομούμενος), καθώς και τη σχέση υπεροχής της (ως διευθύντριας του οίκου ευγηρίας) και τον έπεισε να της πωλήσει την ψιλή κυριότητα της παραπάνω οικίας του, αντί του ποσού των 4.500.000 δραχμών, ενώ η πραγματική αξία αυτής ανερχόταν σε 10.000.000 δραχμές... Όμως... δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των ως άνω υποστηριζόμενων από τις ενάγουσες περί αντίθεσης της δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, προς απόδειξη των προβλημάτων υγείας του άνω πωλητή, οι ενάγουσες προσκομίζουν (μεταξύ άλλων) το από 19-6-1992 πιστοποιητικό του Διοικητικού Διευθυντή του νοσοκομείου Αθηνών "Η ΕΛΠΙΣ", το από 10-7-1985 ενημερωτικό ιατρικό σημείωμα του άνω νοσοκομείου, το από 3-3-1986 ενημερωτικό σημείωμα του Διευθυντή της παθολογικής κλινικής του θεραπευτηρίου ΙΚΑ Τ. και την από 3-7-1992 ιατρική βεβαίωση του Διοικητικού Διευθυντή του Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου Μελισσιών Α. ΦΛΕΜΙΓΚ (πρώην άνω θεραπευτηρίου). Σύμφωνα με τα ιατρικά αυτά έγγραφα, ο ανωτέρω πωλητής νοσηλεύτηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1985 έως και 9-7-1985, στο νοσοκομείο "Η ΕΛΠΙΣ" για γαστρορραγία, έχοντας υποβληθεί σε γαστρεκτομή προ 40ετίας περίπου. Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα από 25-2-1986 έως 3-3-1986, νοσηλεύτηκε στο άνω θεραπευτήριο του ΙΚΑ (όπου μεταφέρθηκε μέσω ΕΚΑΒ για επεισόδιο απώλειας συνειδήσεως) για ήπιο σακχαρώδη διαβήτη. Κατά το καρδιογράφημα, στο οποίο υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, εμφάνισε έκτακτες κολπικές συστολές, κατά δε τη νευρολογική εξέταση του, δεν ανευρέθη κάτι από την ψυχική του σφαίρα, ενώ αναφέρεται συγχυτικοδιεγερτική κατάσταση. Όπως δε, ειδικότερα, αναγράφεται στην ως άνω από 3-7-1992 ιατρική βεβαίωση του νοσοκομείου "Α.ΦΛΕΜΙΓΚ" (διαδόχου του άνω θεραπευτηρίου), σύμφωνα με το ιστορικό νοσηλείας του στο άνω θεραπευτήριο (από 25-2-1986 έως 3-3-1986), ο ανωτέρω (πωλητής) "από ακαθόριστο χρόνο πριν έπασχε από γεροντική άνοια". Την προαναφερόμενη όμως κατάσταση της υγείας του (μετέπειτα αποβιώσαντος) πωλητή, αλλά και την ανάγκη αυτού για φροντίδα και περίθαλψη, δεν αποδείχθηκε ότι εκμεταλλεύτηκε η εναγομένη, ως Διευθύντρια του οίκου ευγηρίας όπου αυτός διέμενε, πείθοντας τον, έτσι, να συνάψουν, στις 14-7-1986, την επίδικη αγοραπωλησία της παραπάνω οικίας του. Δεν αποδείχθηκε, δηλαδή, από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι η εναγομένη επωφελήθηκε την άνω κατάσταση της υγείας του πωλητή, καθώς και τη σχέση υπεροχής της που είχε μαζί του (λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητας της), και ότι, με κατάλληλους χειρισμούς, πέτυχε τη μεταβίβαση σ' αυτήν της άνω οικίας του (κατά ψιλή κυριότητα) με μειωμένη αντιπαροχή. Πρέπει δε να αναφερθεί, ότι, για τη φροντίδα και περίθαλψη, που, πράγματι, παρείχετο στον ανωτέρω, στον οίκο ευγηρίας που διηύθυνε η εναγομένη, αυτός κατέβαλλε (μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου του Γ. Γ.) τροφεία, ύψους 45.000 δραχμών μηνιαίως. Εξάλλου, η ύπαρξη διανοητικής αδυναμίας του πωλητή, κατά το χρόνο κατάρτισης της συμβάσεως, δεν καθιστά και ανήθικη τη σύμβαση αυτή, δεδομένου ότι η ανικανότητα από την εν λόγω αιτία (πνευματική νόσο) προς κατάρτιση δικαιοπραξίας ρυθμίζεται ιδιαιτέρως από το άρθρο 131 ΑΚ (ΑΠ 727/1994 Δνη 1996, 71). Επίσης, ενισχυτικό της παραπάνω κρίσεως για τη μη συνδρομή του στοιχείου της εκμετάλλευσης στο πρόσωπο της εναγομένης, αποτελεί και το γεγονός, ότι με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, μεταβιβάστηκε σ' αυτήν (εναγομένη) μόνον η ψιλή κυριότητα του άνω ακινήτου, ενώ η επικαρπία αυτού παρακρατήθηκε εφ' όρου ζωής από τον πωλητή, πράγμα το οποίο δεν συνάδει με την οποιαδήποτε διάθεση και βούληση της εναγομένης (αγοράστριας) να εκμεταλλευτεί τα προαναφερόμενα στοιχεία (κατάσταση υγείας του πωλητή και σχέση υπεροχής της) και να καρπωθεί, με αθέμιτο τρόπο, την περιουσία του ηλικιωμένου τροφίμου του άνω οίκου ευγηρίας. Πέραν των ανωτέρω, και σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι το ως άνω συμφωνηθέν (για την πώληση της ψιλής κυριότητας της προπεριγραφείσας οικίας) τίμημα των 4.500.000 δραχμών υπελείπετο, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, και μάλιστα σημαντικά, της πραγματικής και αγοραίας αξίας αυτής (οικίας), όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγουσες, που προσδιορίζουν την εν λόγω αξία σε 10.000.000 δραχμές. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από την, περιεχόμενη στην άνω εισηγητική έκθεση, κατάθεση του μάρτυρος των εναγουσών (γείτονα του αποβιώσαντος πωλητή), σύμφωνα με την οποία αυτός (μάρτυρας) εκτιμά (αορίστως) ότι η αξία της πωληθείσας οικίας (με κριτήριο το ότι ήταν διώροφη, πέτρινη με κήπο) ανήρχετο, κατά το χρόνο σύναψης της πωλήσεως, σε 10.000.000 δραχμές, χωρίς όμως να διευκρινίζει στην κατάθεση του εάν η εν λόγω αξία αφορά την ψιλή (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) ή την πλήρη κυριότητα του ακινήτου αυτού. Εξάλλου, το γεγονός ότι το ως άνω συμφωνηθέν τίμημα για την πωληθείσα ψιλή κυριότητα του άνω ακινήτου (4.500.000 δρχ.) υστερεί σε σύγκριση με την αντικειμενική αξία αυτού, η οποία, κατά τα αναγραφόμενα στο προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ανέρχεται σε 4.805.270 δραχμές, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση για το εν λόγω ζήτημα, καθόσον μάλιστα η παρατηρούμενη αυτή υστέρηση δεν είναι σημαντική και δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι επιτρεπτό, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, να ωφελείται κάποιος από σύμβαση με αντίστοιχη ζημία του αντισυμβαλλομένου. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, στο επίμαχο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αναγράφεται ότι το ως άνω συμφωνηθέν τίμημα καταβλήθηκε ολόκληρο σε μετρητά, από την αγοράστρια στον πωλητή, πριν από την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου και εκτός του τόπου υπογραφής αυτού, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, όπως, περί αυτού, διαβεβαίωσαν ρητά οι συμβαλλόμενοι τη συντάξασα το συμβόλαιο συμβολαιογράφο. Την αναλήθεια του περιεχομένου των εν λόγω διαβεβαιώσεων (δηλώσεων) των συμβαλλομένων (περί καταβολής του τιμήματος εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου) δεν απέδειξαν (ανταποδεικτικά κατ' άρθρο 441 παρ. 1 του ΚΠολΔ), με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, οι ενάγουσες, παρότι αυτές υποστηρίζουν ότι δεν καταβλήθηκε κάποιο τίμημα από την εναγομένη στον πωλητή για την επίμαχη πώληση. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι η προσβαλλόμενη σύμβαση πωλήσεως είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη κατά την έννοια του άρθρου 178 ΑΚ και, ως εκ τούτου, η σύμβαση αυτή δεν είναι άκυρη. Επομένως, η ένδικη επιβοηθητική αγωγή, ως προς τη ... βάση της (της αντίθεσης της σύμβασης στα χρηστά ήθη), πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και τη στέρησε, έτσι, από τη νόμιμη βάση της, αφού δέχτηκε, ότι ο άνω αποβιώσας πωλητής - τον οποίο και κληρονόμησαν οι αναιρεσείοντες - έπασχε από γεροντική άνοια "από ακαθόριστο χρόνο πριν από την 25.2.1986" και συνάμα αι από ήπιο σακχαρώδη διαβήτη, ενώ είχε εμφανίσει και έκτακτες κολπικές συστολές, και ακολούθως κατέληξε στην κρίση, ότι η αρχικώς εναγομένη - η οποία έχει και αυτή αποβιώσει και στη θέση της έχουν υπεισέλθει οι ήδη αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι της - κατά τη σύναψη, στις 24.7.1986, της επίδικης αγοραπωλησίας, ως Διευθύντρια του οίκου ευγηρίας στον οποίο ο εν λόγω πωλητής διέμενε, δεν εκμεταλεύτηκε την άνω κατάσταση της υγείας του, ούτε τη σχέση υπεροχής της, ως εκ της προαναφερθείσας ιδιότητάς της τής Διευθύντριας, ώστε να πετύχει να συμπράξει στην κατάρτιση της επίδικης αγοραπωλησίας και να της μεταβιβάσει την άνω οικία, χωρίς, όμως, και να αναφέρει περιστατικά θεμελιωτικά της κρίσης του αυτής, πού περισσότερο, μάλιστα, που, ενώ, δέχτηκε, ότι "δεν αποδείχθηκε ότι το συμφωνηθέν... τίμημα των 4.500.000 δραχμών υπελείπετο της πραγματικής και αγοραίας αξίας της (οικίας), την οποία οι ενάγουσες αβάσιμα προσδιορίζουν σε 10.000.000 δραχμές" δεν προσδιορίζει αυτήν - πραγματική και αγοραία αξία της - συγκεκριμένα, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν η εν λόγω δικαιοπραξία είναι ή όχι αντίθετη στα χρηστά ήθη και να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να γίνει δεκτός.
ΙΙ). Κατά το αρθρ. 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη. Και ναι μεν κατ' αρθρ. 17 παρ. 2 του ν. 2915/29-5-2001, από την παραπάνω διάταξη διαγράφηκε η φράση "ή δεν διέταξε απόδειξη", πλην όμως σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 22 παρ. 2 του ίδιου νόμου, στις υποθέσεις που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2002) ως η παρούσα, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα και συνεπώς και η άνω διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., ως είχε. Εξάλλου η διάταξη αυτή ισχύει όσον αφορά την υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις, στην τακτική διαδικασία στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του αρθρ. 270 παρ. 1 σε συν. με 226 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δηλ. ο πρόεδρος του δικαστηρίου με πράξη του επί της αγωγής ορίζει ότι απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης. Περαιτέρω το δικαστήριο δεν τάσσει απόδειξη και για ουσιώδη ακόμη περιστατικά, αν αυτά αποδεικνύονται με τα' αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται προαποδεικτικώς? αν τα αποδεικτικά στοιχεία αυτά δεν παρέχουν πλήρη απόδειξη, αλλά μόνο τεκμήριο, το Δικαστήριο οφείλει να διατάξει απόδειξη για να μη στερηθεί ο αντίδικος του προσκομίζοντας αυτά, του δικαιώματος της ανταπόδειξης, αλλιώς υποπίπτει στην παραπάνω πλημμέλεια (Α.Π. 336/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 10 περ. β' ΚΠολΔ - όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή -, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά και συγκεκριμένα γιατί δέχτηκε, ότι η εφεσίβλητη - εναγομένη αγοράστρια Φ. Ε. κατέβαλε στον πωλητή θείο των αναιρεσειουσών Π. Λ. το αναγραφόμενο στο επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα των 4.500.000 δραχμών, χωρίς γι' αυτό να διατάξει απόδειξη και οι αναιρεσείουσες ισχυρίστηκαν με την αγωγή τους και με την έφεσή τους ότι ουδέποτε κατέβαλε τούτο η αγοράστρια. Όπως προκύπτει από την προεκδοθείσα 12020/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχτηκε ως νόμιμη την αγωγή κατά τη βάση της από την ΑΚ 178 και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, κράτησε την υπόθεση και διέταξε αποδείξεις ως προς τα επικαλούμενα θεμελιωτικά της βάσης αυτής της αγωγής πραγματικά περιστατικά - αφού η υπόθεση είχε εκδικασθεί στο πιο πάνω Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία και δεν υπήρχαν αποδείξεις για τα κρίσιμα θέματα προαποδεικτικώς προσαχθείσες, που να μην καθιστούν αναγκαία την έκδοση προδικαστικής απόφασης - χωρίς όμως να διατάξει απόδειξη ως προς τον προεκτεθέντα που αφορά τη μη καταβολή του τιμήματος αγωγικό ισχυρισμό. Ακολούθησε δε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία - χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη ως προς τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό - απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με τα δεδομένα αυτά και το γεγονός ότι επί της ένδικης αγωγής υπάρχει πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, από 4.8.1994, στην οποία ορίζεται ότι απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης, το Εφετείο έπρεπε, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου, να διατάξει απόδειξη και ως προς τον προεκτεθέντα αγωγικό ισχυρισμό, που παρέλειψε. Γι' αυτό ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5294/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου