Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

ΑΠ 2038 / 2014 - Αδικοπραξία , Αποζημίωση, Επαναφορά πραγμάτων, Κοινοπραξία, Παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας, Εκδίκαση υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο.

Απόφαση 2038 / 2014    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Αδικοπραξία , Αποζημίωση, Επαναφορά πραγμάτων, Κοινοπραξία, Παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας, Εκδίκαση υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο...


Περίληψη:
Προσβολή χρηστών ηθών, αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση – Αποζημίωση - Αιτιώδης σύνδεσμος - Διδάγματα της κοινής πείρας - Η απόρριψη ως αορίστων όλων των θεμελιωμένων στις διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ κεφαλαίων της αγωγής, με τα οποία ζητείται η καταβολή όλων των θετικών και αποθετικών ζημιών, απαγορεύει την περαιτέρω θεμελίωση και ευδοκίμηση της συναφούς αξίωσης από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, που βαίνει χωρίς αντικείμενο και καθίσταται αλυσιτελής η επέλευση από τον ένα διάδικο εις βάρος του άλλου διαδίκου οποιασδήποτε πραγματικής και ηθελημένης ζημίας, η οποία κατά την αγωγή συνδέεται αιτιωδώς και με την προβληθείσα ηθική βλάβη – Παραδοχή αναιρετικού λόγου ως προς το μόνο κεφάλαιο που έκρινε βάσιμο η προσβαλλόμενη απόφαση - Κρατεί και δικάζει την έφεση κατά τον αντίστοιχο λόγο - Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν -Καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα συνολικά για την αναιρετική και την κατ` έφεση δίκη. - Απορρίπτει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων.


Αριθμός 2038/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. συζύγου Β. Κ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ... και .... και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ... με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 321/2013 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3/12/2013 αίτησή τους και τους από 28/7/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 8/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3/12/2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 321/2013 απόφασης του Εφετείου Θράκης
. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Με τα κρινόμενα αίτηση αναίρεσης και δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθμό 321/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απορριπτική της αγωγής υπ' αριθμό 16/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης μόνον ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και, αφού διακράτησε την υπόθεση σε σχέση με αυτό και δίκασε ως προς αυτό την αγωγή κατ' ουσίαν, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως προς αυτό και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες, εις ολόκληρον καθεμία, να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων [20.000,00] ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 παρ. 2 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτά [άρθρ. 577 παρ. 1, 569 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους [άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ].
ΙΙ] Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, ιδρύεται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988]. Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς, δηλαδή ελέγχεται, αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια [ένσταση, αντένσταση κλπ.], απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κτλ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν [ΟλΑΠ 27-28/1998]. Αν το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τους στο νόμο και αυτός ο λόγος αναίρεσης δημιουργείται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση [ΑΠ 1299/2009, 1704/2008, 625/2008]. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", προκύπτει ότι, κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αυτοτελούς αδικοπραξίας, που επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευόμενου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας, είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, η οποία επιχειρήθηκε από πρόθεση ή και από παράλειψη αυτού [ΟλΑΠ 10/1991]. Όσον αφορά την πρόθεση δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει τη ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη προκύπτει, ότι η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης [άρθρο 932 ΑΚ]. Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης ενέργειας ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, εξαρτάται από το αν η πράξη ή η παράλειψη, αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη, αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ως άνω αποτέλεσμα. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη η συμπεριφορά του δράστη σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση [ΑΠ 43/2013, 1652/2006, 55/2003, 2/2009, 900/2011]. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 β` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται μόνον, αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του Εφετείου και όχι όταν χρησιμεύουν για τη διαπίστωση αυτών, δηλαδή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας [ΑΠ 1299/2009], ενώ τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες, που αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς, οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές, δεν περιέχουν κανόνες δικαίου και ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον από τον άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 321/2013 απόφαση του Εφετείου Θράκης έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τη συνένωση δύο όμορων οικοπέδων, εμβαδού 374,54 και 335,82 τ.μ. αντίστοιχα, προέκυψε ένα ενιαίο οικόπεδο εμβαδού 710,39 τ.μ., που βρίσκεται στην ..., στη συμβολή των οδών ... και ..., ποσοστό 23,636% εξ αδιαιρέτου του οποίου ανήκει κατ' επικαρπία στην Ε. συζ. Κ. Π. και κατά το ίδιο ποσοστό κατά ψιλή κυριότητα στον ενάγοντα, κατά ποσοστό 23,636% εξ αδιαιρέτου στην Σ. Β., κατά ποσοστό 52,727% εξ αδιαιρέτου κατ' επικαρπία στην πρώτη εναγομένη (Δ. Κ.), κατά ποσοστό 42,36% εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη εναγομένη (Μ. Κ.) και κατά ποσοστό 10,366% εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα στον Χ. Κ.. Με το με αριθμό ... προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου - εργολαβικό της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Αναστασίας Παπαδοπούλου - Αστρίδου, ανατέθηκε από τους παραπάνω συγκυρίους του οικοπέδου αυτού, η ανοικοδόμησή του με το σύστημα της αντιπαροχής στην Κοινοπραξία με την επωνυμία "Δ. Χ. Π. Κ.", μέλη της οποίας είναι ο ενάγων, Κ. Π. και ο Χ. Δ.. Η παραπάνω κοινοπραξία, που εμφανίσθηκε στις συναλλαγές με επωνυμία αποτελούμενη από τα ονόματα των δύο μελών της και ανέλαβε την εκτέλεση τεχνικού έργου, το οποίο κατά τα ουσιώδη στοιχεία του αποτελούσε επιχείρηση χειροτεχνίας και επομένως αντικειμενικά εμπορική πράξη, είχε τον χαρακτήρα ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας. Με δεδομένο δε ότι δεν υποβλήθηκε στις διατυπώσεις δημοσιότητας, που προβλέπει το άρθρο 42 του ΕμπΝ για τις ομόρρυθμες εταιρίες, λειτουργούσε ως ομόρρυθμη εταιρεία "εν τοις πράγμασι" και συνεπώς τα μέλη της, ένα εκ των οποίων είναι και ο ενάγων, ευθύνονται για τις υποχρεώσεις αυτής έναντι τρίτων εις ολόκληρον, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 ΕμπΝ. Στο από 6-5-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της παραπάνω κοινοπραξίας, ορίσθηκε (άρθρο 4) ότι τα δύο μέλη της κοινοπραξίας θα συμμετέχουν στα κέρδη και ζημίες αυτής κατά το ποσοστό συμμετοχής τους σ' αυτήν, που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 20% για τον Χ. Δ. και ποσοστό 80% για τον ενάγοντα, ορίσθηκε επίσης ότι εκπρόσωποι και διαχειριστές της κοινοπραξίας θα ήταν και οι δύο, ενεργούντες από κοινού ή ο καθένας μόνος του (άρθρο 5). Περαιτέρω, με το από 16-2-2004 έγγραφο τροποποίησης ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπογράφηκε μεταξύ των παραπάνω μελών της κοινοπραξίας, ορίσθηκε, ότι οι οικονομικές απαιτήσεις τρίτων [προμηθευτών, εργατών, ΙΚΑ κ.τ.λ.], που θα προκύψουν από την υπογραφή αυτού μέχρι την πλήρη αποπεράτωση και παράδοση του έργου, θα καλυφθούν από τον ενάγοντα, η δε οικονομική εκκαθάριση και ο επιμερισμός των κερδών και ζημιών θα παραμείνουν ως έχουν. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι με πληρεξούσιο που θα συνταχθεί, ο Χ. Δ. θα εξουσιοδοτούσε τον ενάγοντα να εισπράττει το προϊόν πώλησης των διαμερισμάτων της κοινοπραξίας και εν συνεχεία να καλύπτει τις αναληφθείσες από αυτόν υποχρεώσεις. Με το ως άνω εργολαβικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε ως εργολαβικό αντάλλαγμα της εργολήπτριας κοινοπραξίας για την από μέρους της ανάληψη υποχρέωσης ανέγερσης της οικοδομής ποσοστό 511,67%ο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, που θα κατανεμηθεί στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που θα περιέλθουν στην εργολήπτρια ή σε τρίτα πρόσωπα, που θα υποδειχθούν από αυτήν (άρθρο 7), ενώ το υπόλοιπο ποσοστό 488,33%ο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που θα αντιστοιχούσε στις αναφερόμενες στο συμβόλαιο ιδιοκτησίες του τρίτου και τέταρτου ορόφου της οικοδομής θα περιερχόταν στους οικοπεδούχους (άρθρο 8). Συμφωνήθηκε, ακόμη, με τους όρους του ιδίου εργολαβικού συμβολαίου (άρθρο 9), ότι η μεταβίβαση των παραπάνω ποσοστών εξ αδιαιρέτου προς την εργολήπτρια, που αντιστοιχούν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες του εργολαβικού της ανταλλάγματος, με την αναλογία στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, θα γίνεται σταδιακά με την αποπεράτωση τμημάτων της οικοδομής και ειδικότερα, ποσοστό 253,17%ο εξ αδιαιρέτου μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ποσοστό 107,61%ο εξ αδιαιρέτου με το πέρας της κατασκευής του φέροντος οργανισμού, ποσοστό 60,23%ο εξ αδιαιρέτου με την τοποθέτηση των δαπέδων και ποσοστό 90,66%ο εξ αδιαιρέτου με την ολοσχερή αποπεράτωση της οικοδομής. Χορηγήθηκε δε στους εκπροσώπους της εργολήπτριας εταιρίας (άρθρο 10) το δικαίωμα να προβαίνουν σε μονομερή πράξη μεταβίβασης της κυριότητας με αυτοσύμβαση, έχοντας γι' αυτό την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα, των ως άνω ποσοστών επί του οικοπέδου και της οικοδομής προς τους ίδιους ή τρίτα πρόσωπα, εφόσον υπάρχει αδικαιολόγητη άρνηση των οικοπεδούχων να συμπράξουν στην κατάρτιση των πωλητηρίων συμβολαίων και έχουν οχληθεί προς τούτο με σχετική εξώδικη πρόσκληση τουλάχιστον προ πέντε (5) ημερών και με τον όρο, ότι η εργολήπτρια εταιρεία έχει εκτελέσει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις της για την προσήκουσα, με βάση τους συμβατικούς όρους, κατασκευή και αποπεράτωση της οικοδομής και των οριζοντίων ιδιοκτησιών αυτής. Καταληκτικός χρόνος αποπεράτωσης της οικοδομής και παράδοσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών πλήρως αποπερατωμένων ορίστηκε το διάστημα είκοσι (20) μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Όπως αποδείχθηκε η κοινοπραξία ξεκίνησε κανονικά την εκτέλεση του ανατεθέντος σ' αυτήν έργου μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, την 23-9-2003 και επομένως με βάση τα παραπάνω συμφωνηθέντα, καταληκτική ημερομηνία αποπεράτωσης της οικοδομής και παράδοσης των ιδιοκτησιών των οικοπεδούχων ήταν η 23-7-2005. Κατά την πρόοδο των εργασιών, οι εναγόμενες όχλησαν με την αποστολή των από 15-4-2004 αρχικά και στη συνέχεια από 30-5-2005 εξωδίκων προς τους κοινοπρακτούντες ζητώντας από αυτούς να κατασκευάσουν, επιπλέον των συμφωνηθέντων, που περιλαμβάνονται στην έγγραφη συγγραφή υποχρεώσεων, στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, τζάκια, εντοιχισμένες ντουλάπες και οροφές με γυψοσανίδες στο χώρο των W.C επικαλούμενοι γι' αυτό σχετική προφορική συμφωνία που είχαν καταρτίσει με τον έτερο των κοινοπρακτούντων Χ. Δ., με τον οποίο διατηρούσαν φιλικές σχέσεις. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία, αντιθέτως οι εναγόμενες αντισυμβατικά και καταχρηστικά προέβαλαν αξιώσεις για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών στα διαμερίσματα χωρίς επιπλέον αμοιβή. Περί τις αρχές του μηνός Ιουλίου 2005 οι εναγόμενες κλήθηκαν προφορικά από τους κοινοπρακτούντες, προκειμένου να παραλάβουν τις με αριθμούς Γ-1, Γ-2 και Γ-3 οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, του τρίτου ορόφου της οικοδομής, συντάχθηκε δε προς τούτο το από 29-7-2005 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, με το οποίο οι εναγόμενες δήλωσαν, ότι παραλαμβάνουν τις ως άνω ιδιοκτησίες τους, με τη ρητή επιφύλαξη να ζητήσουν την αποκατάσταση των παραλείψεων, ατελειών και ελλιπών κατασκευών, που εκθέτουν αναλυτικά για κάθε ένα από τα τρία διαμερίσματα, ορίζοντας στην κοινοπραξία προθεσμία 25 ημερών, προκειμένου να αποκαταστήσει τις ατέλειες αυτές. Συγκεκριμένα οι ατέλειες, που διαπίστωσαν και διατύπωσαν στο σχετικό έγγραφο, είναι οι εξής: Διαμέρισμα Γ-1: ... , Διαμέρισμα Γ-3: ... Διαμέρισμα Γ-2: .... . Τέλος, με την από 13-12-2005 εξώδικη δήλωση, που απέστειλαν οι εναγόμενες προς την συμβολαιογράφο Αλεξανδρούπολης Αναστασία Παπαδοπούλου - Αστρίδου, της γνωστοποίησαν, ότι, επειδή η κοινοπραξία δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, οι ίδιες αρνούνται την υπογραφή οποιουδήποτε συμβολαίου και επίσης δήλωσαν, ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ασκήσουν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων αγωγές ακύρωσης των υπογραφέντων παρά τη μη σύμπραξή τους συμβολαίων. Έτσι, οι εναγόμενες δεν προσήλθαν στο συμβολαιογραφείο της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Σμαρώς Καρυωτάκη, ώστε να συμπράξουν στην κατάρτιση του πωλητηρίου συμβολαίου της οριζόντιας ιδιοκτησίας Β-1 προς την αγοράστρια Π. Γ., συντασσόμενης γι' αυτό της υπ' αριθμ. ... πράξης εμφάνισης αλλά άρνησης υπογραφής συμβολαίου. Δεν προσήλθαν ακόμη, στην ως άνω συμβολαιογράφο να συμπράξουν για τους ίδιους λόγους στην πώληση του διαμερίσματος με αρίθμηση Α-1 στους υποψήφιους αγοραστές Γ. Β. και Α. Κ. και συντάχθηκε προς τούτο η υπ' αριθμό ... πράξη εμφάνισης και άρνησης υπογραφής της ίδιας συμβολαιογράφου. Ενόψει της εκπεφρασμένης άρνησης των εναγομένων να συμπράξουν στην κατάρτιση των πωλητηρίων συμβολαίων ο ενάγων, ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της κοινοπραξίας, κάνοντας χρήση του δικαιώματος να προβαίνει η κοινοπραξία σε μεταβίβαση της κυριότητας των διαμερισμάτων με αυτοσύμβαση, που απέρρεε από το εργολαβικό συμβόλαιο (άρθρο 10), εφόσον υπήρχε άρνηση των οικοπεδούχων, προχώρησε σε πώληση των διαμερισμάτων σε συγγενικά του πρόσωπα και ειδικότερα: 1) του διαμερίσματος με αρίθμηση Β-3 του δευτέρου ορόφου, εμβαδού καθαρού 34,60 τ.μ. και μικτού 40,48 τμ, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Αναστασίας συζ. Παναγιώτη Αστρίδη, κατά ψιλή κυριότητα στον Θ. Π. και κατ' επικαρπία στον Σ. Κ., αντί αναγραφόμενου τιμήματος ποσού 43.372,69 ευρώ, 2) του διαμερίσματος με αρίθμηση Α-3 του πρώτου ορόφου, εμβαδού καθαρού 25,60 τ.μ. και μικτού 26,52 τ.μ. δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Αναστασίας συζ. Παναγιώτη Αστρίδη, κατά ψιλή κυριότητα στον Σ. Π. και κατ' επικαρπία στην Θ. Κ., συζ. Α. Π., αντί αναγραφόμενου τιμήματος ποσού 90.081,31 ευρώ, 3) του διαμερίσματος με αρίθμηση Α-2 του πρώτου ορόφου, εμβαδού καθαρού 72,35 τ.μ. και μικτού 84,64 τ.μ. δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Αναστασίας συζ. Παναγιώτη Αστρίδη, κατά ψιλή κυριότητα στον Σ. Π. και κατ' επικαρπία στην Θ. Κ., συζ. Α. Π., αντί αναγραφόμενου τιμήματος ποσού 75.575,81 ευρώ και 4) του διαμερίσματος με αρίθμηση Β-1 του δευτέρου ορόφου, εμβαδού καθαρού 85,87 τ.μ. και μικτού 100,46 τ.μ. δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Αναστασίας συζ. Παναγιώτη Αστρίδη, κατά πλήρη κυριότητα στον Θ. Π., αντί αναγραφόμενου τιμήματος ποσού 87.488,35 ευρώ. Καθ' όλων των παραπάνω συμβολαίων καθώς και αυτού με αριθμό ..., που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Αλεξανδρούπολης Αναστασία συζ. Παναγιώτη Αστρίδη, με το οποίο μεταβιβάσθηκε, κατ' ισομοιρία, στους αγοραστές Β. Γ. και Κ. Α., το με αρίθμηση Α-1 διαμέρισμα, οι εναγόμενες άσκησαν αγωγές ακυρότητας για το λόγο, ότι δεν συμβλήθηκαν σ' αυτές ως συνιδιοκτήτριες του οικοπέδου και συγκεκριμένα τις: α) από 27-10-2005 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... (αγωγή) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης προσβάλλοντας το με αριθμό ... συμβόλαιο, που αφορά το διαμέρισμα με αρίθμηση Α-1, β) από 13-6-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1692/Τ.Π/117/2006 (αγωγή) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης προσβάλλοντας το με αριθμό ... συμβόλαιο, που αφορά το διαμέρισμα με αρίθμηση Β-1, γ) από 19-1-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 291/Τ.Μ/18/2006 (αγωγή) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης προσβάλλοντας το με αριθμό ... οριστικό συμβόλαιο, που αφορά το διαμέρισμα με αρίθμηση Β-3, δ) από 11-6-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1697/Τ.Μ/117/2006 (αγωγή) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης προσβάλλοντας το με αριθμό ... συμβόλαιο, που αφορά το διαμέρισμα με αρίθμηση Β-3, ε) από 13-6-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1698/Τ.Μ/118/2006 (αγωγή) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης προσβάλλοντας το με αριθμό ... συμβόλαιο, που αφορά το διαμέρισμα με αρίθμηση Α-2, στ) από 11-6-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1693/Τ.Π/118/2006 (αγωγή) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης προσβάλλοντας το με αριθμό ... συμβόλαιο, που αφορά το διαμέρισμα με αρίθμηση Α-3. Οι ανωτέρω αγωγές ενεγράφησαν στα βιβλία διεκδικήσεων του οικείου Υποθηκοφυλακείου και κατόπιν σχετικών αιτήσεων των αγοραστών ζητήθηκε από την Υποθηκοφύλακα Αλεξανδρούπολης η διαγραφή τους για το λόγο ότι αυτές είχαν χαρακτήρα ενοχικό και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο η εγγραφή τους στα βιβλία διεκδικήσεων (βλ. σχετικές από 15-1-2007 αιτήσεις των αγοραστών των με στοιχεία Α-2, Β-1 και Α-3 διαμερισμάτων καθώς και από 5-12-2005 και με αριθμ. πρωτ. 2672/5-12-2005 αίτηση των αγοραστών της υπό στοιχείο Α-1 ιδιοκτησίας). Επί των αιτήσεων αυτών η Υποθηκοφύλακας Αλεξανδρούπολης απάντησε αρνητικά (βλ. αρ. πρωτ. 104, 105 και 106/22-1-2007 έγγραφα της). Κατόπιν τούτου, οι αγοραστές της υπό στοιχείο Α-1 ιδιοκτησίας, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 14-12-2005 αίτησή τους, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί η Υποθηκοφύλακας να διαγράψει την εν λόγω αγωγή από τα βιβλία διεκδικήσεων. Επί της αίτησης αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμό 109/2006 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διαγραφή από τα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης της από 17-10-2005 και με αριθμό κατάθεσης 2542/Τ.Μ./160/31-10-2005 αγωγής ως ενοχικής. Κατά της εν λόγω απόφασης οι ήδη εναγόμενες άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Θράκης την υπ' αριθμό κατάθεσης 51/15-5-2006 έφεση, η οποία μέχρι και σήμερα εκκρεμεί καθώς δεν προσδιορίσθηκε ποτέ. Οι προαναφερθείσες αγωγές ουδέποτε συζητήθηκαν κατ' ουσίαν, καθώς, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τον εκκαλούντα έγγραφα, κατά τη συζήτηση των με αριθμούς κατάθεσης 1692/Τ.Π/117/2006 και 1693/Τ.Π/118/2006 αγωγών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και της με αριθμό κατάθεσης ... αγωγής ενώπιον του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, παρουσιάσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγουσών και ήδη εναγομένων και δήλωσε, ότι παραιτείται από τα δικόγραφα των εν λόγω αγωγών (βλ. αριθμ. ... και ... πρακτικά συνεδρίασης της δικασίμου 13-5-2009 και αριθμ. 38/2009 πρακτικά συνεδρίασης της δικασίμου 25-2-2009), ενώ για τις έτερες ασκηθείσες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης αγωγές με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 291/Τ.Μ/18/2006, 1697/Τ.Μ/117/2006 και 1698/Τ.Μ/118/2006, δεν προκύπτει η πορεία τους και πάντως εφόσον δεν αρνούνται ρητά οι εναγόμενες συνάγεται ομολογία τους (άρθρ. 261 ΚΠολΔ) περί της παραδοχής, ότι δεν συζητήθηκαν ποτέ. Η άσκηση των ως άνω αγωγών και η εγγραφή τους στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων λειτούργησε αποτρεπτικά για τους υποψήφιους αγοραστές των διαμερισμάτων της εργολαβικής αντιπαροχής του ενάγοντος. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η περίπτωση του υποψήφιου αγοραστή της υπό στοιχείο Β-1 ιδιοκτησίας, Π. Π., ο οποίος είχε προσυμφωνήσει με τον ενάγοντα την αγορά του διαμερίσματος έναντι τιμήματος 160.000 ευρώ και με την από 8-5-2006 επιστολή, που του απηύθυνε (προς τον ενάγοντα), της οποίας τη γνησιότητα δεν αμφισβητούν οι εναγόμενες, υπαναχώρησε, δηλώνοντάς του ότι λόγω της αβεβαιότητας, που δημιουργήθηκε από την άσκηση εκ μέρους των εναγομένων αγωγής για την υπό στοιχείο Α-1 ιδιοκτησία και της δήλωσης των τελευταίων, ότι δεν θα συμπράξουν σε κανένα συμβόλαιο παρά θα το προσβάλλουν με αγωγές που θ' ασκήσουν στα αρμόδια δικαστήρια, δεν επιθυμεί πλέον να προβεί στην αγορά του διαμερίσματος και ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής των 5.000 ευρώ, που του έδωσε, όπως και πράγματι έγινε ... . Οι εναγόμενες επικαλούνται, ότι διατηρούν αξιώσεις έναντι της κοινοπραξίας και του ενάγοντος από ελλείψεις στις παραδοθείσες ιδιοκτησίες τους και ότι προέβησαν στις ως άνω ενέργειες, προκειμένου να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους, που απέρρεαν από την εργολαβική σύμβαση. Οι ίδιες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 21-4-2009 και με αριθμ. έκθ. κατάθεσης 89/2009 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη κοινοπραξία στην καταβολή προς αυτές ποσού 35.964,25 ευρώ ως αποζημίωση λόγω των ελλείψεων, που παρουσίαζαν οι ιδιοκτησίες τους. Η αγωγή αυτή, αφού συνεκδικάσθηκε με έτερη (αγωγή) της κοινοπραξίας ασκηθείσα εναντίον των ήδη εναγομένων, παραπέμφθηκε λόγω αναρμοδιότητας με την υπ' αριθμό 343/2010 απόφαση του προαναφερθέντος δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί από το καθ' ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, χωρίς έκτοτε να προκύπτει η πορεία της υπόθεσης. Από την αξιολόγηση των παραπάνω στοιχείων προκύπτει, ότι οι εναγόμενες ενήργησαν αντίθετα με την καλή πίστη και τα κρατούντα χρηστά ήθη, με την πιο πάνω έννοια τους και παραβίασαν την αρχή της ίσης μεταχείρισης και την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου, ότι παρότι, κατά τα προαναφερθέντα, για τις ένδικες αξιώσεις τους άσκησαν το σχετικό ένδικο βοήθημα, που παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 690 επ. ΑΚ, δεν επέλεξαν να συνεχίσουν την εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο της εν λόγω αγωγής τους και να προκαλέσουν την ουσιαστική διερεύνηση της αξίωσης τους ικανοποιώντας ενδεχομένως το σχετικό δικαίωμα τους, παρά επέλεξαν την άσκηση των αγωγών ακύρωσης των συμβολαίων μεταβίβασης των ιδιοκτησιών του εργολαβικού ανταλλάγματος και κυρίως της εγγραφής τους στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, προκειμένου να προκαλέσουν σημαντικότερη ζημία στην κοινοπραξία, όπως και έγινε καθώς οι κοινοπρακτούντες αναγκάσθηκαν να μεταβιβάσουν τα διαμερίσματα της αντιπαροχής τους σε συγγενικά τους πρόσωπα αντί τιμήματος χαμηλότερου αυτού που θα πετύχαιναν υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς. Οι εν λόγω ενέργειες των εναγομένων ενείχαν πρόθεση επαγωγής ζημίας στον ενάγοντα ως μέλος της κοινοπραξίας και δημιούργησαν κατάφωρη ασυμμετρία μεταξύ του χρησιμοποιηθέντος μέσου [άσκηση αγωγών και εγγραφή τους στα βιβλία διεκδικήσεων του οικείου Υποθηκοφυλακείου] και του επιδιωχθέντος σκοπού [επικαλούμενη ικανοποίηση αξίωσης από την εργολαβική σύμβαση]. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά των εναγομένων που τελέσθηκε κατά τρόπο δόλιο, που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη κλπ., έτσι, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 919 ΑΚ, συνιστά αδικοπραξία [919 ΑΚ], που δημιουργεί υποχρέωσή τους προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης". Με τις συγκεκριμένες ως άνω πραγματικές παραδοχές το εφετείο κατέληξε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζοντας εσφαλμένα το νόμο και εκτιμώντας λανθασμένα τις αποδείξεις έκρινε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αγωγικό κονδύλιο και δέχθηκε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε μετά από αυτά την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το τελευταίο κεφάλαιο, που αφορά τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που είναι διαφορετικό από αυτό της αποζημίωσης και υποχρέωσε τις αναιρεσίβλητες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον η καθεμία από αυτές, το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Υπό τις εκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές το εφετείο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε ως αποδεδειγμένα - στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 919 και 932 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε με λανθασμένη εφαρμογή, όσον αφορά τη βασιμότητα του μόνου κεφαλαίου, που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, που ήταν η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του αναιρεσιβλήτου και εις βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της αντιβαίνουσας στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς αυτών, δεδομένου, ότι μετά την απόρριψη ως αορίστων όλων των κεφαλαίων της αγωγής, με τα οποία ζητούνταν η καταβολή όλων των θετικών και αποθετικών ζημιών, ως προϋπόθεσης της θεμελίωσης και ευδοκίμησης της ένδικης αγωγής στις διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ η περαιτέρω θεμελίωση και ευδοκίμηση της συναφούς αξίωσης από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ απέβαινε άνευ αντικειμένου, αφού πλέον δεν θεμελιωνόταν λυσιτελώς και συγκεκριμένα η επέλευση οποιασδήποτε ζημίας στον αναιρεσίβλητο πραγματικής και ηθελημένης από της πλευράς των αναιρεσειουσών - εναγομένων, η οποία κατά την αγωγή συνδέεται αιτιωδώς και με την προβληθείσα ηθική βλάβη στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος. Κατά συνέπεια, τα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το οικείο σκέλος του περί παραβίασης των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου είναι βάσιμα και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός αναιρετικός λόγος. Μετά από αυτά, ενόψει του ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, καθόσον η παραδοχή του προαναφερθέντος ως βασίμου άγει στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης μόνον κατά το μέρος της που αφορά την παραδοχή του κονδυλίου χρηματικής ικανοποίησης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και εκείνου της δικαστικής δαπάνης, πρέπει η υπόθεση ως προς την έφεση του αναιρεσιβλήτου να κρατηθεί, να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, αφού δεν χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση, να γίνει δεκτή η έφεση τυπικά και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή κατά το αντίστοιχο αγωγικό κεφάλαιο από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ. Το υποβαλλόμενο από τις αναιρεσείουσες αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, εφόσον δεν αποδεικνύεται, ότι επιχειρήθηκε εκτέλεση εις βάρος τους, καθώς και πότε, από ποίον και προς ποίον καταβλήθηκε το ποσό των 30.464,91 € και μάλιστα, ενώ με την υπ' αριθμό 14/2014 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου [Τμήμα 1ο ως Συμβούλιο] ανεστάλη ως προς τη δεύτερη των αναιρεσειουσών η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου επί της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα σχετικά με την αναιρετική και την κατ` έφεση δίκη δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμό 321/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί και δικάζει την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά τον αντίστοιχο λόγο της, που αφορά το εις το σκεπτικό αγωγικό κεφάλαιο.
Δέχεται αυτήν τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει συνολικά για την αναιρετική και την κατ' έφεση δίκη στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων [4.500,00] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: