
ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΠ520/2018 - Προσβολή προσωπικότητας λόγω δημοσίευσης σε εφημερίδα δυσφημιστικών διαδόσεων
Η δημόσια προβολή της φωτογραφίας του ενάγοντος, εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεσή του, είναι κατ’ αρχήν παράνομη, πλην όμως το άδικο της πράξης αυτής αίρεται, στο πλαίσιο της κατοχυρωμένης από το άρθρο 14 του Συντάγματος ελευθερίας του τύπου, καθώς εκείνη την περίοδο ο ενάγων αποτελούσε πρόσωπο που ενδιέφερε το κοινωνικό σύνολο και απασχολούσε την τρέχουσα επικαιρότητα....
Έτος: 2018
Νούμερο: 520
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό -Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ψ., κατοίκου ..., 2) Δ. Β., κατοίκου ..., 3) Ι. Ν., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2ος και 4η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σπυρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1518/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2695/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-4-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παρασταθέντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. ... /7-7-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Αθηνών Χ. Π. προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο, δεύτερο και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13-3-2017, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση αυτών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία των (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Επειδή, ο ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, εξέθεσε ότι στο φύλλο της 5-4-2009 της πανελληνίου κυκλοφορίας εφημερίδος με τον διακριτικό τίτλο "...", της οποίας εκδότης- διευθυντής είναι ο πρώτος και ιδιοκτήτρια η τετάρτη των εναγομένων, ήδη πρώτος και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων δημοσιεύθηκε άρθρο με το αναφερόμενο στην αγωγή περιεχόμενο, το οποίο συνέταξαν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, ήδη δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, και περιείχε δυσφημιστικές γι’ αυτόν ( ενάγοντα) διαδόσεις που προσέβαλαν την προσωπικότητά του, την αναλήθεια των οποίων εγνώριζαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι τις διέδωσαν με ειδικό σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη. Εζήτησε δε, κατόπιν αυτού με την αγωγή, κατά μετατροπή του σχετικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 600.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και να υποχρεωθεί επί πλέον η τετάρτη εναγομένη στην παράλειψη οποιασδήποτε προσβολής της προσωπικότητός του στο μέλλον και στην δημοσίευση περιλήψεως της εκδοθησομένης αποφάσεως στην ως άνω εφημερίδα και σε άλλες δύο εφημερίδες των Αθηνών, με δαπάνη της. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά το περί χρηματικής ικανοποιήσεως αίτημά της και δη για το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο αναγνωρίσθηκε ότι έχουν υποχρέωση να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος των εναγομένων νομιμοτόκως προς τον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την τελεσθείσα εις βάρος του αδικοπραξία. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις παρ’ αμφοτέρων των διαδίκων μερών και το Εφετείο με την ήδη προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και τις δύο, απέρριψε δε κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, δέχθηκε την αντίθετη έφεση των εναγομένων και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε εξολοκλήρου την ένδικη αγωγή. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από τον ενάγοντα, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος: "καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους", ενώ, κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου "ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται". Ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό και συνακολούθως δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών και για το λόγο αυτό υπάγεται, κατά τα ανωτέρω, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου κινείται και αναπτύσσεται ελευθέρως ο τύπος. Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ. ν.δ. 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρ. ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν. 1178/1981, περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά τα άρθρα 914, 919 και 920 Α.Κ. υπαιτιότητα, πρόθεση και γνώση ή υπαίτια άγνοια αντιστοίχως, συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτου του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν.2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγουμένη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στο συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως παύουν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 Π.Κ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση δε αύτη συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητος, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν αυτήν (προσωπικότητα) και προσδιορίζουν την ταυτότητα του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητος του βλαπτομένου. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από άποψη εννόμου τάξεως, ήσσονος σπουδαιότητος, είτε ασκείται καταχρηστικώς. Για την προστασία της προσωπικότητος δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει, η οποία όμως (υπαιτιότης) απαιτείται για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 Α.Κ. παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικαιοπραξιών (914 επ. Α.Κ.). Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361,362 και 363 του Π.Κ. Εξάλλου, το άρθρο 367 του Π.Κ. ορίζει στην παρ. 1 αυτού ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στη δευτέρα παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, στα πλαίσια της ελευθερίας του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα, τα οποία συνδέονται αμέσως με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων, σχετιζομένων με τη συμπεριφορά προσώπων ή ομάδων προσώπων, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο. Εκ τούτου παρέπεται, ότι τα ως άνω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος των προαναφερομένων προσώπων ή ομάδων, όμως και στην περίπτωση αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η ανωτέρω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, ή όταν, από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι εγνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή άλλου Α.Π. 1231/2004, 1897/2006, 967/2011,179/2011,19/2012). Η τελευταία αυτή διάταξη (367 Π.Κ.) για την ενότητα της εννόμου τάξεως εφαρμόζεται αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α. Κ. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των ως άνω αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367παρ.2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιου συμπεριφοράς ως όρου της αντιστοίχου αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή, από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από την διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της, από την διάταξη της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ., ενστάσεως (Α.Π. 354/2012, 121/2012). Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως αποτελεί νομική έννοια, υποκειμένη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνεπέρανε, ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφρασθεί ο δράστης, δηλαδή ποιες, αντί εκείνων που χρησιμοποίησε, εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και ότι αυτός, καίτοι γνώριζε τον άλλον αυτόν τρόπο, χρησιμοποίησε εν γνώσει του τον συγκεκριμένο μη αναγκαίο, έχοντας ειδικό σκοπό εξυβρίσεως ή απλής δυσφημήσεως του προσβληθέντος παθόντος (Α.Π. 285/2012, 1395/2005, 825/2002, 780/2004).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π. 1577/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: " Στο φύλλο της ... Απριλίου 2009 ... της πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδας το "...", ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγόμενης με εκδότη- διευθυντή τον πρώτο εναγόμενο, δημοσιεύτηκε ρεπορτάζ συνταχθέν από τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, δημοσιογράφους, αναφερόμενο στα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, που συνδέονταν, κατά τα αναγραφόμενα στο άρθρο, με ομάδες του ... και αναρχικού χώρου. Μεταξύ άλλων, αφορμή για τη δημοσίευση του εν λόγω άρθρου ήταν και η πρόσφατη καταδίκη του ενάγοντος σε ποινή φυλάκισης τριών ετών από δικαστήριο της Λάρισας για τη συμμετοχή του στην εξέγερση των φυλακών Τρικάλων το έτος 2007, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκαν στην πόλη επεισόδια μεταξύ των αντεξουσιαστών, που παρευρίσκοντο εκεί για ηθική συμπαράσταση στον κατηγορούμενο και της αστυνομίας. Ειδικότερα, το παραπάνω άρθρο που είχε ως επικεφαλίδα τη φράση "...", τίτλο την φράση " ..." και υπότιτλο τη φράση " ... και η δράση των πιο γνωστών πρωταγωνιστών του λεγόμενου αναρχικού χώρου", περιλάμβανε μία εισαγωγή με έντονα μαύρα γράμματα στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι: "... Δύο ληστές τραπεζών, ένας εκτελεστής συμβολαίων θανάτου (ενν. ο ενάγων), ένας απαγωγέας είναι οι σύγχρονοι "ήρωες" τους...". Στο κυρίως κείμενο του άρθρου οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι αναφερόμενοι στον ενάγοντα έγραφαν το ονοματεπώνυμο του με κεφαλαία γράμματα "..." και κάτω από αυτό επί λέξει: " Ο ...", τα χρόνια της παρανομίας του, όταν αναλάμβανε την εκτέλεση " συμβολαίων θανάτου", εκτίει ποινή ισοβίων για δυο δολοφονίες, το 1995 και το 2002, ενός ιδιοκτήτη αλόγων και ενός επιχειρηματία αντίστοιχα, έπειτα από εντολή του κυκλώματος της νύχτας που "έστηνε" κούρσες στον ιππόδρομο. Στα μάτια πολλών ... έχει "θεοποιηθεί" για τη στάση που έχει κρατήσει στις εξεγέρσεις στα Τρίκαλα και στο Μαλανδρίνο, για τις αλλεπάλληλες μεταγωγές του για πειθαρχικούς λόγους, καθώς και για τη συμμετοχή του στη πολυήμερη απεργία πείνας των κρατουμένων το Νοέμβριο του 2008 ως μέλος της συντονιστικής επιτροπής τους. Η πρόσφατη δίκη του στη Λάρισα για την ενεργό συμμετοχή του στην εξέγερση των φυλακών Τρικάλων το 2007 οδήγησε σε οδομαχίες ... και Αστυνομίας, μόλις μαθεύτηκε η νέα καταδίκη του, σε τρία χρόνια φυλάκισης...". Επιπλέον, πάνω από το κείμενο αυτό δημοσιεύονταν οι φωτογραφίες δύο ατόμων, στην μεν αριστερή πλευρά του καταδικασμένου για ένοπλη ληστεία, Γ. Δ. και στα δεξιά φωτογραφία-πορτρέτο του ενάγοντος με συνοδευτικό κείμενο "...Δεξιά ο Β. Π., επονομαζόμενος "...", ο οποίος εκτίει ποινή ισοβίων για δύο δολοφονίες". Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων, δυνάμει της ήδη αμετάκλητης υπ’ αριθμ. 56,57,58,59/1996 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λαμίας, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 19 ετών για τα αδικήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Α., της οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Κατά το σκεπτικό της προαναφερόμενης απόφασης "...πράγματι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (ενν. ο ενάγων), που ήταν γνωστός στους χαρτοπαικτικούς κύκλους με το παρωνύμιο "..." λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητάς του ως προστάτης (μπράβος) των παράνομων εχθρότητας και της καχυποψίας ως προς τη μη τήρηση των κανόνων του χαρτοπαιγνίου που προκαλούσε η κερδοφόρος χαρτοπαικτική δραστηριότητα του παθόντος, προσλήφθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος ως εκτελεστικό όργανο από ανθρώπους του ως άνω χαρτοπαικτικού κυκλώματος. Έτσι λοιπόν ο πρώτος κατηγορούμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσισε, κατόπιν εντολής των παραπάνω άγνωστων στο Δικαστήριο παρανόμων χαρτοπαικτικών κύκλων, που προφανώς ήταν έμμισθη, να...φονεύσει τον παθόντα στη Γλυφάδα προκαλώντας συγχρόνως στους κύκλους των χαρτοπαικτών και αυτοπτών μαρτύρων το φόβο και συνακόλουθα το νόμο της σιωπής που εναργέστατα διαπιστώθηκε κατά την εξέταση αυτών στο ακροατήριο. Έτσι λοιπόν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος με ανθρωποκτόνο πρόθεση ...προσπάθησε ... να φονεύσει τον...Γ. Α.... δηλαδή απέτυχε ο κατηγορούμενος του σκοπού του από λόγους ανεξάρτητους θελήσεώς του...". Επίσης ο ενάγων είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση του Π. Π. τελεσθείσα στις 3-5-1995, πράξη για την οποία κηρύχθηκε αθώος με την υπ’ αριθμ. 263-267/2004 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λαμίας, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καταδικάσθηκε ή έστω παραπέμφθηκε για ανθρωποκτονία που έλαβε χώρα το έτος 2002. Η δημόσια προβολή της φωτογραφίας του ενάγοντος, εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεσή του, είναι κατ’ αρχήν παράνομη, πλην όμως το άδικο της πράξης αυτής αίρεται, στο πλαίσιο της κατοχυρωμένης από το άρθρο 14 του Συντάγματος ελευθερίας του τύπου, καθώς εκείνη την περίοδο ο ενάγων αποτελούσε πρόσωπο που ενδιέφερε το κοινωνικό σύνολο και απασχολούσε την τρέχουσα επικαιρότητα, με την πρόσφατη καταδίκη του στη Λάρισα που οδήγησε σε πρόκληση ταραχών και οδομαχιών μεταξύ ... και αστυνομίας...Επίσης, με βάση τα προεκτεθέντα, αποδεικνύεται ότι η αναφορά στο επίμαχο άρθρο του παρωνύμιου "..." και του "εκτελεστής συμβολαίων" δεν είναι ψευδής, αφού, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη καταδικαστική απόφαση του Μ.Ο.Δ. Λαμίας, πράγματι ο ενάγων ήταν γνωστός στους χαρτοπαικτικούς κύκλους ως "..." και είχε προσληφθεί από ανθρώπους του ιδίου κυκλώματος για να φονεύσει τον Γ. Α.. Επομένως οι παραπάνω αναφορές στο πρόσωπο του ενάγοντος δεν στοιχειοθετούν κατά την αντικειμενική υπόσταση την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, πλην όμως πληρούν την αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμισης, αφού αποτελούν γεγονότα δυνάμενα αντικειμενικά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και αυτό το γνώριζαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι. Πλην όμως, τόσο οι δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων, που περιέλαβαν τα παραπάνω στο επίμαχο άρθρο που συνέταξαν, όσο και ο πρώτος των εναγομένων, εκδότης της εφημερίδας, που επέτρεψε τη δημοσίευσή του, ενήργησαν από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, προκειμένου να καταδείξουν τη σύνδεση, υπό την έννοια της ηθικής συμπαράστασης, των ομάδων του ... χώρου, όχι σε πρόσωπα που είχαν αναπτύξει οποιουδήποτε είδους πολιτική δράση, αλλά σε πρόσωπα τα οποία είχαν απασχολήσει τη δικαιοσύνη για σοβαρά εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου (όπως ο ενάγων) και ήταν άσχετα προς το χώρο των ...-αναρχικών. Ουδόλως δε αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω εναγόμενοι ενήργησαν με σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, αφού τα άνω διαλαμβανόμενα στο άρθρο που συνέταξαν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο της έκφρασης και της δημοσιογραφικής πρακτικής και δεοντολογίας για την πληροφόρηση του κοινού, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη, η οποία, αναφορικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς, δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την κατ’ άρθρο 367 παρ.1 περ.γ’ ΠΚ ένταση των εναγομένων. Περαιτέρω, η αναφορά στο ίδιο άρθρο ότι ο ενάγων εκτίει ποινή ισοβίων για δυο δολοφονίες, το 1995 και το 2002, ενός ιδιοκτήτη αλόγων και ενός επιχειρηματία αντίστοιχα, έπειτα από εντολή του κυκλώματος της νύχτας που "έστηνε" κούρσες στον ιππόδρομο, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια διότι ουδέποτε ο ενάγων καταδικάσθηκε για τις προαναφερόμενες πράξεις. Πλην όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, κατά τη σύνταξη του άρθρου, γνώριζαν την αναλήθεια των παραπάνω, εν όψει μάλιστα της αμετάκλητης καταδίκης του ενάγοντος για παρεμφερή υπόθεση, και της παραπομπής του για ανθρωποκτονία με πρόθεση κατά το έτος 1995 του επιχειρηματία Π. Π., για την οποία τελικά κηρύχθηκε αθώος, αλλά και της επιβεβλημένης ταχύτητας στην πληροφόρηση του κοινού για την τρέχουσα επικαιρότητα, που καθιστά αντικειμενικά ανέφικτη τη λεπτομερή παρακολούθηση από τους δημοσιογράφους της πορείας των ποινικών υποθέσεων που απασχολούν κατά καιρούς την κοινή γνώμη. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο ενάγων, μετά την αθώωσή του για την ανθρωποκτονία του Π. Π., επέδωσε την από 12-7-2004 εξώδικη δήλωσή του προς την τέταρτη εναγομένη, ως ιδιοκτήτρια της εφημερίδας "...", την οποία παρέλαβε υπάλληλος εργαζόμενος στην εφημερίδα..., με την οποία... ανακοίνωσε την αθώωσή του και ζήτησε τη δημοσίευσή της στην εφημερίδα, αφού η εξώδικη αυτή δήλωση δεν απευθύνθηκε προσωπικά στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, συντάκτες του επίμαχου άρθρου. Εάν δε ήθελε θεωρηθεί ότι η επίδοση της εξώδικης αυτής δήλωσης, απευθυνόμενης στην στερούμενη νομικής προσωπικότητας εφημερίδα "...", αφορούσε την ιδιοκτήτρια αυτής (τέταρτη εναγομένη), στην οποία και μόνο, ως έχουσα νομική προσωπικότητα, θα μπορούσε να γίνει παραδεκτή επίδοση του εγγράφου, η ενδεχόμενη γνώση του νομίμου εκπροσώπου αυτής δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού, κατά το άρθρο μόνο του ν. 1178/1981, απαιτείται η προσωπική γνώση των συντακτών του επίμαχου δημοσιεύματος και του εκδότη του εντύπου, η υπαιτιότητα των οποίων αποτελεί προαπαιτούμενο της αντικειμενικής ευθύνης του εκάστοτε ιδιοκτήτη του εντύπου. Τα αυτά ισχύουν και για το γεγονός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης εναγομένης είχε πληροφορηθεί την αθώωση του ενάγοντος για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση του Π. Π. πριν από τη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου, ως εναγομένη με την από 21-6-2007 αγωγή για ανάλογο άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "...", της οποίας είναι επίσης ιδιοκτήτρια. Επομένως και ο προαναφερόμενος ισχυρισμός που περιελήφθη στο επίμαχο δημοσίευμα, χωρίς οι συντάξαντες αυτό δημοσιογράφοι και ο εκδότης της εφημερίδας να τελούν εν γνώσει της αναλήθειας του, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της άδικης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης κατά την αντικειμενική της υπόσταση. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι μετά την επίδοση και ήδη πριν από τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, η τέταρτη εναγομένη αποκατέστησε την πραγματικότητα με τη δημοσίευση στο φύλλο της 26ης Απριλίου 2009...της εφημερίδας το "..." άρθρου με τον τίτλο "...", στο οποίο αναφέρει κατά λέξη τα εξής: "Με αφορμή δημοσίευμα στο ... στις 5 Απριλίου 2009 με τίτλο "... και υπότιτλο "... και η δράση των πιο γνωστών πρωταγωνιστών του λεγόμενου αναρχικού χώρου", διευκρινίζονται τα εξής: Ο αναφερόμενος στο δημοσίευμα Ε. Π. ουδέποτε καταδικάσθηκε σε ισόβια, όπως εκ παραδρομής αναφερόταν. Παραπέμφθηκε μεν ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θηβών με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του Π. Π., ο οποίος δολοφονήθηκε το 1995, αλλά το Δικαστήριο έκρινε παμψηφεί με την υπ’ αριθμόν 236,237/2004 απόφασή του ότι είναι αθώος. Επίσης ουδέποτε κατηγορήθηκε ή ασκήθηκε δίωξη σε βάρος του για τη δεύτερη υπόθεση ανθρωποκτονίας το 2002, η οποία αναφέρεται στο δημοσίευμα...". Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, οι οποίοι εμπεριέχουν αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης του ενάγοντος και αφορούν στην ηθική ακεραιότητά του, είναι αντικειμενικούς πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και την εν γένει προσωπικότητά του, γεγονός που γνώριζαν, τόσο οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, συντάκτες του επίμαχου άρθρου, όσο και ο πρώτος των εναγομένων, εκδότης της εφημερίδας ο οποίος, παρά ταύτα, επέτρεψε τη δημοσίευσή τους. Οι ισχυρισμοί αυτοί περιήλθαν σε γνώση αόριστου αριθμού αναγνωστών της εφημερίδας και είχαν ως αποτέλεσμα την τρώση της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, με την εμπλοκή του ονόματος του σε ιδιαίτερης απαξίας αξιόποινες πράξεις. Επομένως η συμπεριφορά των τριών πρώτων εναγομένων στοιχειοθετεί κατ’ αρχήν την πράξη της απλής δυσφήμισης, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω, η εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την κατ’ άρθρο 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ ένσταση των εναγομένων περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης τους διότι και στην περίπτωση αυτή ενήργησαν από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, δεχθέν ότι οι εναγόμενοι όφειλαν, στα πλαίσια της αξιόπιστης δημοσιογραφίας που πρέπει να υπηρετούν, να ερευνήσουν και να διασταυρώσουν τις πηγές τους για την πορεία των υποθέσεων αυτών και όχι να υιοθετήσουν άκριτα μία πληροφορία που τους οδήγησε σε μία εσφαλμένη αποτύπωση της πραγματικότητας, υπερβαίνοντας με τον τρόπο αυτό το αναγκαίο μέτρο για την εκπλήρωση του σχετικού τους καθήκοντος και με την παραπάνω αιτιολογία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την προαναφερόμενη ένσταση των εναγομένων και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την κατ’ άρθρο 267 παρ.2 ΠΚ αντένσταση του ενάγοντος. Όμως, τα παραπάνω δεν αρκούν για την κατάφαση του σκοπού εξύβρισης, τον οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν καταδεικνύει η εξ αμελείας παράλειψη των τριών πρώτων εναγομένων να εξακριβώσουν την ποινική κατάσταση του ενάγοντος πριν από τη σύνταξη και δημοσίευση του επίμαχου άρθρου ούτε άλλωστε γίνεται αναφορά στην εκκαλουμένη περί της ύπαρξης τέτοιου ειδικού σκοπού, που αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης. Εξάλλου, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέσθηκε η ανωτέρω πράξη δεν προκύπτει ότι ο σκοπός των τριών πρώτων εναγομένων κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας του ενάγοντος, αλλά αυτοί ενήργησαν αποκλειστικά από το δικαιολογημένο λόγω της κοινωνικής αποστολής του τύπου ενδιαφέρον τους για την ενημέρωση του κοινού, και η αναφορά των παραπάνω πληροφοριών σχετικών με το πρόσωπο του, με χρήση των αναγκαίων για την διατύπωση της σκέψης των συντακτών εκφραστικών μέσων, χωρίς οποιοδήποτε δικό τους σχόλιο ή αξιολογική κρίση για τον ενάγοντα, δεν υπερβαίνει τα όρια του ενημερωτικού σκοπού του άρθρου. Συντρέχουν επομένως και στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ και αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της τελεσθείσας από τους τρεις πρώτους εναγομένους απλής δυσφήμησης εις βάρος του ενάγοντος, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να μην ευρίσκει πεδίο εφαρμογής το άρθρο 914 ΑΚ, που προϋποθέτει παράνομη συμπεριφορά. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατά παραδοχή ως ουσία βάσιμης της κατ’ άρθρο 367 § 2 β’ ΠΚ αντένστασης του ενάγοντος, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την κατ’ άρθρο 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ ένσταση των εναγόμενων και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 367ΠΚ...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο τύποις και ουσία την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δικάζοντας δ’ ακολούθως κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την εκ του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ. ένσταση των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ. 361, 362, 363 και 367 παρ. 1 Π.Κ., και 1 του ν. 1178/1981. Επί πλέον δε δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν πλήρως το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο άδικος χαρακτήρας της δημοσίας προσβολής της φωτογραφίας του αναιρεσείοντος, αίρεται, στο πλαίσιο της κατοχυρωμένης από το άρθρο 14 του Συντάγματος ελευθερίας του τύπου, δεδομένου ότι ο τελευταίος, κατά την χρονική εκείνη περίοδο αποτελούσε πρόσωπο που ενδιέφερε το κοινωνικό σύνολο και απασχολούσε την τρέχουσα επικαιρότητα, με την πρόσφατη καταδίκη του στη Λάρισα, η οποία είχε ως συνέπεια την πρόκληση ταραχών και συγκρούσεων μεταξύ ... και αστυνομίας και ότι η αδικοπραξία η οποία ετελέσθη με το επίμαχο δημοσίευμα σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αφού οι συντάκτες του επίμαχου άρθρου δεν τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας των περιεχομένων σ’ αυτό αναληθών για τον αναιρεσείοντα γεγονότων, αλλά της απλής δυσφημήσεως, της οποίας όμως αίρεται ο άδικος χαρακτήρας, κατά την βάσιμο εκ του άρθρου 367 παρ.1 εδ. γ’ Π.Κ. σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων, διότι από τον τρόπο της εκδηλώσεως και τις περιστάσεις τελέσεως της ανωτέρω πράξεως των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος, αλλ’ ότι αυτοί όπως και ο πρώτος αναιρεσίβλητος που επέτρεψε την δημοσίευση του σχετικού άρθρου, ενήργησαν από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, προκειμένου να καταδείξουν τη σύνδεση, υπό την έννοια της ηθικής συμπαραστάσεως, των ομάδων του ... χώρου, όχι με πρόσωπα που είχαν αναπτύξει οποιουδήποτε είδους πολιτική δράση, αλλά με πρόσωπα τα οποία είχαν απασχολήσει τη δικαιοσύνη για σοβαρά εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου (όπως ο αναιρεσείων), ενώ τα διαλαμβανόμενα στο σχετικό άρθρο δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο της εκφράσεως και της δημοσιογραφικής πρακτικής και δεοντολογίας για την πληροφόρηση του κοινού. Επομένως οι περί του αντιθέτου τρεις λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 (με τους δύο πρώτους ) και 19 (με τον τρίτο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων διατάξεων, τυγχάνουν αβάσιμοι. Εξάλλου ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προειρημένων διατάξεων με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων δεν τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας των γεγονότων που περιέλαβαν για τον αναιρεσείοντα στο επίμαχο δημοσίευμα, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ότι επί πλέον αυτοί δεν είχαν πρόθεση εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος, για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικώς στην απόφαση, οι αυτοί, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον, υπό την επίκληση των προειρημένων αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται, κατ’ ουσίαν η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των αποδείξεων και η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου τρίτου των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Απριλίου 2016 αίτηση του Ε. Π. του Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.2695/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του τρίτου των αναιρεσιβλήτων , τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό -Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ψ., κατοίκου ..., 2) Δ. Β., κατοίκου ..., 3) Ι. Ν., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2ος και 4η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σπυρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1518/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2695/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-4-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παρασταθέντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. ... /7-7-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Αθηνών Χ. Π. προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο, δεύτερο και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13-3-2017, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση αυτών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία των (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Επειδή, ο ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, εξέθεσε ότι στο φύλλο της 5-4-2009 της πανελληνίου κυκλοφορίας εφημερίδος με τον διακριτικό τίτλο "...", της οποίας εκδότης- διευθυντής είναι ο πρώτος και ιδιοκτήτρια η τετάρτη των εναγομένων, ήδη πρώτος και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων δημοσιεύθηκε άρθρο με το αναφερόμενο στην αγωγή περιεχόμενο, το οποίο συνέταξαν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, ήδη δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, και περιείχε δυσφημιστικές γι’ αυτόν ( ενάγοντα) διαδόσεις που προσέβαλαν την προσωπικότητά του, την αναλήθεια των οποίων εγνώριζαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι τις διέδωσαν με ειδικό σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη. Εζήτησε δε, κατόπιν αυτού με την αγωγή, κατά μετατροπή του σχετικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 600.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και να υποχρεωθεί επί πλέον η τετάρτη εναγομένη στην παράλειψη οποιασδήποτε προσβολής της προσωπικότητός του στο μέλλον και στην δημοσίευση περιλήψεως της εκδοθησομένης αποφάσεως στην ως άνω εφημερίδα και σε άλλες δύο εφημερίδες των Αθηνών, με δαπάνη της. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά το περί χρηματικής ικανοποιήσεως αίτημά της και δη για το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο αναγνωρίσθηκε ότι έχουν υποχρέωση να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος των εναγομένων νομιμοτόκως προς τον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την τελεσθείσα εις βάρος του αδικοπραξία. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις παρ’ αμφοτέρων των διαδίκων μερών και το Εφετείο με την ήδη προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και τις δύο, απέρριψε δε κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, δέχθηκε την αντίθετη έφεση των εναγομένων και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε εξολοκλήρου την ένδικη αγωγή. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από τον ενάγοντα, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος: "καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους", ενώ, κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου "ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται". Ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό και συνακολούθως δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών και για το λόγο αυτό υπάγεται, κατά τα ανωτέρω, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου κινείται και αναπτύσσεται ελευθέρως ο τύπος. Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ. ν.δ. 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρ. ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν. 1178/1981, περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά τα άρθρα 914, 919 και 920 Α.Κ. υπαιτιότητα, πρόθεση και γνώση ή υπαίτια άγνοια αντιστοίχως, συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτου του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν.2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγουμένη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στο συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως παύουν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 Π.Κ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση δε αύτη συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητος, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν αυτήν (προσωπικότητα) και προσδιορίζουν την ταυτότητα του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητος του βλαπτομένου. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από άποψη εννόμου τάξεως, ήσσονος σπουδαιότητος, είτε ασκείται καταχρηστικώς. Για την προστασία της προσωπικότητος δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει, η οποία όμως (υπαιτιότης) απαιτείται για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 Α.Κ. παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικαιοπραξιών (914 επ. Α.Κ.). Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361,362 και 363 του Π.Κ. Εξάλλου, το άρθρο 367 του Π.Κ. ορίζει στην παρ. 1 αυτού ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στη δευτέρα παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, στα πλαίσια της ελευθερίας του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα, τα οποία συνδέονται αμέσως με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων, σχετιζομένων με τη συμπεριφορά προσώπων ή ομάδων προσώπων, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο. Εκ τούτου παρέπεται, ότι τα ως άνω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος των προαναφερομένων προσώπων ή ομάδων, όμως και στην περίπτωση αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η ανωτέρω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, ή όταν, από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι εγνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή άλλου Α.Π. 1231/2004, 1897/2006, 967/2011,179/2011,19/2012). Η τελευταία αυτή διάταξη (367 Π.Κ.) για την ενότητα της εννόμου τάξεως εφαρμόζεται αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α. Κ. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των ως άνω αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367παρ.2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιου συμπεριφοράς ως όρου της αντιστοίχου αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή, από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από την διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της, από την διάταξη της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ., ενστάσεως (Α.Π. 354/2012, 121/2012). Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως αποτελεί νομική έννοια, υποκειμένη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνεπέρανε, ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφρασθεί ο δράστης, δηλαδή ποιες, αντί εκείνων που χρησιμοποίησε, εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και ότι αυτός, καίτοι γνώριζε τον άλλον αυτόν τρόπο, χρησιμοποίησε εν γνώσει του τον συγκεκριμένο μη αναγκαίο, έχοντας ειδικό σκοπό εξυβρίσεως ή απλής δυσφημήσεως του προσβληθέντος παθόντος (Α.Π. 285/2012, 1395/2005, 825/2002, 780/2004).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π. 1577/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: " Στο φύλλο της ... Απριλίου 2009 ... της πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδας το "...", ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγόμενης με εκδότη- διευθυντή τον πρώτο εναγόμενο, δημοσιεύτηκε ρεπορτάζ συνταχθέν από τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, δημοσιογράφους, αναφερόμενο στα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, που συνδέονταν, κατά τα αναγραφόμενα στο άρθρο, με ομάδες του ... και αναρχικού χώρου. Μεταξύ άλλων, αφορμή για τη δημοσίευση του εν λόγω άρθρου ήταν και η πρόσφατη καταδίκη του ενάγοντος σε ποινή φυλάκισης τριών ετών από δικαστήριο της Λάρισας για τη συμμετοχή του στην εξέγερση των φυλακών Τρικάλων το έτος 2007, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκαν στην πόλη επεισόδια μεταξύ των αντεξουσιαστών, που παρευρίσκοντο εκεί για ηθική συμπαράσταση στον κατηγορούμενο και της αστυνομίας. Ειδικότερα, το παραπάνω άρθρο που είχε ως επικεφαλίδα τη φράση "...", τίτλο την φράση " ..." και υπότιτλο τη φράση " ... και η δράση των πιο γνωστών πρωταγωνιστών του λεγόμενου αναρχικού χώρου", περιλάμβανε μία εισαγωγή με έντονα μαύρα γράμματα στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι: "... Δύο ληστές τραπεζών, ένας εκτελεστής συμβολαίων θανάτου (ενν. ο ενάγων), ένας απαγωγέας είναι οι σύγχρονοι "ήρωες" τους...". Στο κυρίως κείμενο του άρθρου οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι αναφερόμενοι στον ενάγοντα έγραφαν το ονοματεπώνυμο του με κεφαλαία γράμματα "..." και κάτω από αυτό επί λέξει: " Ο ...", τα χρόνια της παρανομίας του, όταν αναλάμβανε την εκτέλεση " συμβολαίων θανάτου", εκτίει ποινή ισοβίων για δυο δολοφονίες, το 1995 και το 2002, ενός ιδιοκτήτη αλόγων και ενός επιχειρηματία αντίστοιχα, έπειτα από εντολή του κυκλώματος της νύχτας που "έστηνε" κούρσες στον ιππόδρομο. Στα μάτια πολλών ... έχει "θεοποιηθεί" για τη στάση που έχει κρατήσει στις εξεγέρσεις στα Τρίκαλα και στο Μαλανδρίνο, για τις αλλεπάλληλες μεταγωγές του για πειθαρχικούς λόγους, καθώς και για τη συμμετοχή του στη πολυήμερη απεργία πείνας των κρατουμένων το Νοέμβριο του 2008 ως μέλος της συντονιστικής επιτροπής τους. Η πρόσφατη δίκη του στη Λάρισα για την ενεργό συμμετοχή του στην εξέγερση των φυλακών Τρικάλων το 2007 οδήγησε σε οδομαχίες ... και Αστυνομίας, μόλις μαθεύτηκε η νέα καταδίκη του, σε τρία χρόνια φυλάκισης...". Επιπλέον, πάνω από το κείμενο αυτό δημοσιεύονταν οι φωτογραφίες δύο ατόμων, στην μεν αριστερή πλευρά του καταδικασμένου για ένοπλη ληστεία, Γ. Δ. και στα δεξιά φωτογραφία-πορτρέτο του ενάγοντος με συνοδευτικό κείμενο "...Δεξιά ο Β. Π., επονομαζόμενος "...", ο οποίος εκτίει ποινή ισοβίων για δύο δολοφονίες". Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων, δυνάμει της ήδη αμετάκλητης υπ’ αριθμ. 56,57,58,59/1996 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λαμίας, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 19 ετών για τα αδικήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Α., της οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Κατά το σκεπτικό της προαναφερόμενης απόφασης "...πράγματι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (ενν. ο ενάγων), που ήταν γνωστός στους χαρτοπαικτικούς κύκλους με το παρωνύμιο "..." λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητάς του ως προστάτης (μπράβος) των παράνομων εχθρότητας και της καχυποψίας ως προς τη μη τήρηση των κανόνων του χαρτοπαιγνίου που προκαλούσε η κερδοφόρος χαρτοπαικτική δραστηριότητα του παθόντος, προσλήφθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος ως εκτελεστικό όργανο από ανθρώπους του ως άνω χαρτοπαικτικού κυκλώματος. Έτσι λοιπόν ο πρώτος κατηγορούμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσισε, κατόπιν εντολής των παραπάνω άγνωστων στο Δικαστήριο παρανόμων χαρτοπαικτικών κύκλων, που προφανώς ήταν έμμισθη, να...φονεύσει τον παθόντα στη Γλυφάδα προκαλώντας συγχρόνως στους κύκλους των χαρτοπαικτών και αυτοπτών μαρτύρων το φόβο και συνακόλουθα το νόμο της σιωπής που εναργέστατα διαπιστώθηκε κατά την εξέταση αυτών στο ακροατήριο. Έτσι λοιπόν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος με ανθρωποκτόνο πρόθεση ...προσπάθησε ... να φονεύσει τον...Γ. Α.... δηλαδή απέτυχε ο κατηγορούμενος του σκοπού του από λόγους ανεξάρτητους θελήσεώς του...". Επίσης ο ενάγων είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση του Π. Π. τελεσθείσα στις 3-5-1995, πράξη για την οποία κηρύχθηκε αθώος με την υπ’ αριθμ. 263-267/2004 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λαμίας, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καταδικάσθηκε ή έστω παραπέμφθηκε για ανθρωποκτονία που έλαβε χώρα το έτος 2002. Η δημόσια προβολή της φωτογραφίας του ενάγοντος, εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεσή του, είναι κατ’ αρχήν παράνομη, πλην όμως το άδικο της πράξης αυτής αίρεται, στο πλαίσιο της κατοχυρωμένης από το άρθρο 14 του Συντάγματος ελευθερίας του τύπου, καθώς εκείνη την περίοδο ο ενάγων αποτελούσε πρόσωπο που ενδιέφερε το κοινωνικό σύνολο και απασχολούσε την τρέχουσα επικαιρότητα, με την πρόσφατη καταδίκη του στη Λάρισα που οδήγησε σε πρόκληση ταραχών και οδομαχιών μεταξύ ... και αστυνομίας...Επίσης, με βάση τα προεκτεθέντα, αποδεικνύεται ότι η αναφορά στο επίμαχο άρθρο του παρωνύμιου "..." και του "εκτελεστής συμβολαίων" δεν είναι ψευδής, αφού, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη καταδικαστική απόφαση του Μ.Ο.Δ. Λαμίας, πράγματι ο ενάγων ήταν γνωστός στους χαρτοπαικτικούς κύκλους ως "..." και είχε προσληφθεί από ανθρώπους του ιδίου κυκλώματος για να φονεύσει τον Γ. Α.. Επομένως οι παραπάνω αναφορές στο πρόσωπο του ενάγοντος δεν στοιχειοθετούν κατά την αντικειμενική υπόσταση την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, πλην όμως πληρούν την αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμισης, αφού αποτελούν γεγονότα δυνάμενα αντικειμενικά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και αυτό το γνώριζαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι. Πλην όμως, τόσο οι δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων, που περιέλαβαν τα παραπάνω στο επίμαχο άρθρο που συνέταξαν, όσο και ο πρώτος των εναγομένων, εκδότης της εφημερίδας, που επέτρεψε τη δημοσίευσή του, ενήργησαν από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, προκειμένου να καταδείξουν τη σύνδεση, υπό την έννοια της ηθικής συμπαράστασης, των ομάδων του ... χώρου, όχι σε πρόσωπα που είχαν αναπτύξει οποιουδήποτε είδους πολιτική δράση, αλλά σε πρόσωπα τα οποία είχαν απασχολήσει τη δικαιοσύνη για σοβαρά εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου (όπως ο ενάγων) και ήταν άσχετα προς το χώρο των ...-αναρχικών. Ουδόλως δε αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω εναγόμενοι ενήργησαν με σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, αφού τα άνω διαλαμβανόμενα στο άρθρο που συνέταξαν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο της έκφρασης και της δημοσιογραφικής πρακτικής και δεοντολογίας για την πληροφόρηση του κοινού, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη, η οποία, αναφορικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς, δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την κατ’ άρθρο 367 παρ.1 περ.γ’ ΠΚ ένταση των εναγομένων. Περαιτέρω, η αναφορά στο ίδιο άρθρο ότι ο ενάγων εκτίει ποινή ισοβίων για δυο δολοφονίες, το 1995 και το 2002, ενός ιδιοκτήτη αλόγων και ενός επιχειρηματία αντίστοιχα, έπειτα από εντολή του κυκλώματος της νύχτας που "έστηνε" κούρσες στον ιππόδρομο, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια διότι ουδέποτε ο ενάγων καταδικάσθηκε για τις προαναφερόμενες πράξεις. Πλην όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, κατά τη σύνταξη του άρθρου, γνώριζαν την αναλήθεια των παραπάνω, εν όψει μάλιστα της αμετάκλητης καταδίκης του ενάγοντος για παρεμφερή υπόθεση, και της παραπομπής του για ανθρωποκτονία με πρόθεση κατά το έτος 1995 του επιχειρηματία Π. Π., για την οποία τελικά κηρύχθηκε αθώος, αλλά και της επιβεβλημένης ταχύτητας στην πληροφόρηση του κοινού για την τρέχουσα επικαιρότητα, που καθιστά αντικειμενικά ανέφικτη τη λεπτομερή παρακολούθηση από τους δημοσιογράφους της πορείας των ποινικών υποθέσεων που απασχολούν κατά καιρούς την κοινή γνώμη. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο ενάγων, μετά την αθώωσή του για την ανθρωποκτονία του Π. Π., επέδωσε την από 12-7-2004 εξώδικη δήλωσή του προς την τέταρτη εναγομένη, ως ιδιοκτήτρια της εφημερίδας "...", την οποία παρέλαβε υπάλληλος εργαζόμενος στην εφημερίδα..., με την οποία... ανακοίνωσε την αθώωσή του και ζήτησε τη δημοσίευσή της στην εφημερίδα, αφού η εξώδικη αυτή δήλωση δεν απευθύνθηκε προσωπικά στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, συντάκτες του επίμαχου άρθρου. Εάν δε ήθελε θεωρηθεί ότι η επίδοση της εξώδικης αυτής δήλωσης, απευθυνόμενης στην στερούμενη νομικής προσωπικότητας εφημερίδα "...", αφορούσε την ιδιοκτήτρια αυτής (τέταρτη εναγομένη), στην οποία και μόνο, ως έχουσα νομική προσωπικότητα, θα μπορούσε να γίνει παραδεκτή επίδοση του εγγράφου, η ενδεχόμενη γνώση του νομίμου εκπροσώπου αυτής δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού, κατά το άρθρο μόνο του ν. 1178/1981, απαιτείται η προσωπική γνώση των συντακτών του επίμαχου δημοσιεύματος και του εκδότη του εντύπου, η υπαιτιότητα των οποίων αποτελεί προαπαιτούμενο της αντικειμενικής ευθύνης του εκάστοτε ιδιοκτήτη του εντύπου. Τα αυτά ισχύουν και για το γεγονός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης εναγομένης είχε πληροφορηθεί την αθώωση του ενάγοντος για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση του Π. Π. πριν από τη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου, ως εναγομένη με την από 21-6-2007 αγωγή για ανάλογο άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "...", της οποίας είναι επίσης ιδιοκτήτρια. Επομένως και ο προαναφερόμενος ισχυρισμός που περιελήφθη στο επίμαχο δημοσίευμα, χωρίς οι συντάξαντες αυτό δημοσιογράφοι και ο εκδότης της εφημερίδας να τελούν εν γνώσει της αναλήθειας του, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της άδικης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης κατά την αντικειμενική της υπόσταση. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι μετά την επίδοση και ήδη πριν από τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, η τέταρτη εναγομένη αποκατέστησε την πραγματικότητα με τη δημοσίευση στο φύλλο της 26ης Απριλίου 2009...της εφημερίδας το "..." άρθρου με τον τίτλο "...", στο οποίο αναφέρει κατά λέξη τα εξής: "Με αφορμή δημοσίευμα στο ... στις 5 Απριλίου 2009 με τίτλο "... και υπότιτλο "... και η δράση των πιο γνωστών πρωταγωνιστών του λεγόμενου αναρχικού χώρου", διευκρινίζονται τα εξής: Ο αναφερόμενος στο δημοσίευμα Ε. Π. ουδέποτε καταδικάσθηκε σε ισόβια, όπως εκ παραδρομής αναφερόταν. Παραπέμφθηκε μεν ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θηβών με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του Π. Π., ο οποίος δολοφονήθηκε το 1995, αλλά το Δικαστήριο έκρινε παμψηφεί με την υπ’ αριθμόν 236,237/2004 απόφασή του ότι είναι αθώος. Επίσης ουδέποτε κατηγορήθηκε ή ασκήθηκε δίωξη σε βάρος του για τη δεύτερη υπόθεση ανθρωποκτονίας το 2002, η οποία αναφέρεται στο δημοσίευμα...". Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, οι οποίοι εμπεριέχουν αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης του ενάγοντος και αφορούν στην ηθική ακεραιότητά του, είναι αντικειμενικούς πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και την εν γένει προσωπικότητά του, γεγονός που γνώριζαν, τόσο οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, συντάκτες του επίμαχου άρθρου, όσο και ο πρώτος των εναγομένων, εκδότης της εφημερίδας ο οποίος, παρά ταύτα, επέτρεψε τη δημοσίευσή τους. Οι ισχυρισμοί αυτοί περιήλθαν σε γνώση αόριστου αριθμού αναγνωστών της εφημερίδας και είχαν ως αποτέλεσμα την τρώση της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, με την εμπλοκή του ονόματος του σε ιδιαίτερης απαξίας αξιόποινες πράξεις. Επομένως η συμπεριφορά των τριών πρώτων εναγομένων στοιχειοθετεί κατ’ αρχήν την πράξη της απλής δυσφήμισης, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω, η εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την κατ’ άρθρο 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ ένσταση των εναγομένων περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης τους διότι και στην περίπτωση αυτή ενήργησαν από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, δεχθέν ότι οι εναγόμενοι όφειλαν, στα πλαίσια της αξιόπιστης δημοσιογραφίας που πρέπει να υπηρετούν, να ερευνήσουν και να διασταυρώσουν τις πηγές τους για την πορεία των υποθέσεων αυτών και όχι να υιοθετήσουν άκριτα μία πληροφορία που τους οδήγησε σε μία εσφαλμένη αποτύπωση της πραγματικότητας, υπερβαίνοντας με τον τρόπο αυτό το αναγκαίο μέτρο για την εκπλήρωση του σχετικού τους καθήκοντος και με την παραπάνω αιτιολογία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την προαναφερόμενη ένσταση των εναγομένων και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την κατ’ άρθρο 267 παρ.2 ΠΚ αντένσταση του ενάγοντος. Όμως, τα παραπάνω δεν αρκούν για την κατάφαση του σκοπού εξύβρισης, τον οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν καταδεικνύει η εξ αμελείας παράλειψη των τριών πρώτων εναγομένων να εξακριβώσουν την ποινική κατάσταση του ενάγοντος πριν από τη σύνταξη και δημοσίευση του επίμαχου άρθρου ούτε άλλωστε γίνεται αναφορά στην εκκαλουμένη περί της ύπαρξης τέτοιου ειδικού σκοπού, που αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης. Εξάλλου, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέσθηκε η ανωτέρω πράξη δεν προκύπτει ότι ο σκοπός των τριών πρώτων εναγομένων κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας του ενάγοντος, αλλά αυτοί ενήργησαν αποκλειστικά από το δικαιολογημένο λόγω της κοινωνικής αποστολής του τύπου ενδιαφέρον τους για την ενημέρωση του κοινού, και η αναφορά των παραπάνω πληροφοριών σχετικών με το πρόσωπο του, με χρήση των αναγκαίων για την διατύπωση της σκέψης των συντακτών εκφραστικών μέσων, χωρίς οποιοδήποτε δικό τους σχόλιο ή αξιολογική κρίση για τον ενάγοντα, δεν υπερβαίνει τα όρια του ενημερωτικού σκοπού του άρθρου. Συντρέχουν επομένως και στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ και αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της τελεσθείσας από τους τρεις πρώτους εναγομένους απλής δυσφήμησης εις βάρος του ενάγοντος, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να μην ευρίσκει πεδίο εφαρμογής το άρθρο 914 ΑΚ, που προϋποθέτει παράνομη συμπεριφορά. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατά παραδοχή ως ουσία βάσιμης της κατ’ άρθρο 367 § 2 β’ ΠΚ αντένστασης του ενάγοντος, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την κατ’ άρθρο 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ ένσταση των εναγόμενων και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 367ΠΚ...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο τύποις και ουσία την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δικάζοντας δ’ ακολούθως κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την εκ του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ. ένσταση των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ. 361, 362, 363 και 367 παρ. 1 Π.Κ., και 1 του ν. 1178/1981. Επί πλέον δε δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν πλήρως το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο άδικος χαρακτήρας της δημοσίας προσβολής της φωτογραφίας του αναιρεσείοντος, αίρεται, στο πλαίσιο της κατοχυρωμένης από το άρθρο 14 του Συντάγματος ελευθερίας του τύπου, δεδομένου ότι ο τελευταίος, κατά την χρονική εκείνη περίοδο αποτελούσε πρόσωπο που ενδιέφερε το κοινωνικό σύνολο και απασχολούσε την τρέχουσα επικαιρότητα, με την πρόσφατη καταδίκη του στη Λάρισα, η οποία είχε ως συνέπεια την πρόκληση ταραχών και συγκρούσεων μεταξύ ... και αστυνομίας και ότι η αδικοπραξία η οποία ετελέσθη με το επίμαχο δημοσίευμα σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αφού οι συντάκτες του επίμαχου άρθρου δεν τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας των περιεχομένων σ’ αυτό αναληθών για τον αναιρεσείοντα γεγονότων, αλλά της απλής δυσφημήσεως, της οποίας όμως αίρεται ο άδικος χαρακτήρας, κατά την βάσιμο εκ του άρθρου 367 παρ.1 εδ. γ’ Π.Κ. σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων, διότι από τον τρόπο της εκδηλώσεως και τις περιστάσεις τελέσεως της ανωτέρω πράξεως των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος, αλλ’ ότι αυτοί όπως και ο πρώτος αναιρεσίβλητος που επέτρεψε την δημοσίευση του σχετικού άρθρου, ενήργησαν από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, προκειμένου να καταδείξουν τη σύνδεση, υπό την έννοια της ηθικής συμπαραστάσεως, των ομάδων του ... χώρου, όχι με πρόσωπα που είχαν αναπτύξει οποιουδήποτε είδους πολιτική δράση, αλλά με πρόσωπα τα οποία είχαν απασχολήσει τη δικαιοσύνη για σοβαρά εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου (όπως ο αναιρεσείων), ενώ τα διαλαμβανόμενα στο σχετικό άρθρο δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο της εκφράσεως και της δημοσιογραφικής πρακτικής και δεοντολογίας για την πληροφόρηση του κοινού. Επομένως οι περί του αντιθέτου τρεις λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 (με τους δύο πρώτους ) και 19 (με τον τρίτο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων διατάξεων, τυγχάνουν αβάσιμοι. Εξάλλου ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προειρημένων διατάξεων με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων δεν τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας των γεγονότων που περιέλαβαν για τον αναιρεσείοντα στο επίμαχο δημοσίευμα, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ότι επί πλέον αυτοί δεν είχαν πρόθεση εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος, για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικώς στην απόφαση, οι αυτοί, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον, υπό την επίκληση των προειρημένων αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται, κατ’ ουσίαν η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των αποδείξεων και η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου τρίτου των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Απριλίου 2016 αίτηση του Ε. Π. του Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.2695/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του τρίτου των αναιρεσιβλήτων , τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου