
Απόφαση 489 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Κυριότητα.
Περίληψη:
Προϋποθέσεις απόκτησης κυριότητας ακινήτου παραγώγως και πρωτοτύπως (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία). Πότε αποκτάται η κυριότητα ακινήτου πρωτοτύπως, κατ΄ άρθρο 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών. Οι γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δ.,
εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Δικαστική ομολογία. Είναι εκείνη που γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση με σκοπούς αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη.Θέμα
Κυριότητα.
Περίληψη:
Προϋποθέσεις απόκτησης κυριότητας ακινήτου παραγώγως και πρωτοτύπως (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία). Πότε αποκτάται η κυριότητα ακινήτου πρωτοτύπως, κατ΄ άρθρο 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών. Οι γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δ.,
Αριθ.μός 489/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Φ. Μ. συζ. Δ., κατοίκου ... και 2) Μ. Κ. συζ. Γ., το γένος Ι. Ξ., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Μ. Π. συζ. Ε., το γένος Ι. Χ., κατοίκου ..., ως καθολικών διαδόχων του Ι. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2001 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Χ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6926/2001 μη οριστική, 7709/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1368/2009 μη οριστική και 1916/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2/9/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 22/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα ακριβή αντίγραφα της ένδικης - από 2.9.2011 - αίτησης αναίρεσης, τα οποία περιέχουν την από 3.11.2011 πράξη ορισμού δικασίμου για εκδίκασή της την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο - της 6.2.2013 - και παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειουσών Κωνσταντίνου Τάντση του Αναστασίου, δυνάμει του .../4.2.2013 ειδικού πληρεξούσιου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αιμίλιου Οικονόμου, προς επίδοσή της στους αναιρεσιβλήτους και κλήση τους προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή - της 6.2.2013 - και επί των οποίων υπάρχει βεβαίωση επίδοσής της στους αναιρεσιβλήτους της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει, ότι επισπεύδουν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες. Οι τελευταίες, όμως, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτησή της, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192 αρ.1, 1194 και 1198 ΑΚ προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, ύστερα από συμφωνία, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1046 και 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ.2 και 3 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφόμενων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση της διαμόρφωσής τους. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερόμενου στο κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του (ΑΠ 261/2003 Ελλ.Δνη 45.801). Τέλος, για μεν την ίδρυση του από το άρθρο 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για στέρηση της απόφασης από τη νόμιμη βάση της και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Ο αρχικός ενάγων Ι. Χ. αγόρασε διαδοχικά τα κάτωθι κληροτεμάχια: α) με το υπ' αριθ. .../1964 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κρωπίας Λυκούργου Παπαγιαννάκου που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε από τον Α. Π. το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο εμβαδού 1000 τμ. Στο δικαιοπάροχό του το κληροτεμάχιο αυτό είχε περιέλθει με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του υπ' αριθ. .../1953 τίτλου παραχωρήσεως του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε νόμιμα, β) με το υπ' αριθ. .../1961 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κρωπίας Παναγιώτη Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε από τον Χ. Σ. το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο εμβαδού 1150 τμ. Στο δικαιοπάροχό του το κληροτεμάχιο αυτό είχε περιέλθει με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του υπ' αριθ. .../1952 τίτλου παραχώρησης του Υπουργείου Γεωργίας που έχει μεταγραφεί νόμιμα, γ) με το υπ' αριθ. .../1955 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευάγγελου Καλαχάνη που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε από τον Π. Χ. το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο εμβαδού 1160 τμ. Στο δικαιοπάροχό του το κληροτεμάχιο αυτό είχε περιέλθει με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του υπ' αριθ. .../1952 τίτλου παραχώρησης του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε νόμιμα. Τα ανωτέρω κληροτεμάχια ευρίσκονται στη θέση "..." ή ... του Δήμου Γέρακα Αττικής και εμφαίνονται με τους ανωτέρω αριθ.μούς στο από 15-6-1951 διάγραμμα της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Γέρακα. Η μεταβίβαση των ως άνω κληροτεμαχίων στον ενάγοντα από τους δικαιοπαρόχους του είχε επιτραπεί με σχετικές αποφάσεις του Νομάρχη Αττικής (βλ. τις υπ' αριθ. 89336/1-12-1964, 44697/12-6-1961 και 49068/20-10-1955 αποφάσεις του Νομάρχη Αττικής, αντίστοιχα). Τα κληροτεμάχια αυτά αποτελούσαν ενιαία έκταση η οποία συνόρευε βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 154,45 μ. με το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο, νότια επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 152,90μ. με το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο, ανατολικά επί πλευράς 23,40 μ, με το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο και δυτικά επί πλευράς 22,52 μ με αγροτικό δρόμο. Ο ενάγων από τότε που αγόρασε τα κληροτεμάχια αυτά τα νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ήτοι καλλιεργούσε με άμπελο τα υπ' αριθ. ... και ... κληροτεμάχια, ενώ το υπ' αριθ. ... το καλλιεργούσε με βρώμη και βίκο. Μετά την αποξήρανση της αμπέλου έπαυσε να τα καλλιεργεί, πλην, όμως, τα επέβλεπε, τα όργωνε και τα καθάριζε. Ο μάρτυρας του ενάγοντος Σ. Δ. με πειστικότητα και σαφήνεια κατέθεσε ότι αυτός καλλιεργούσε τα κτήματα του ενάγοντος και όταν σταμάτησε να τα καλλιεργεί τα επισκεπτόταν περίπου σαράντα φορές το χρόνο για να εκτελεί αγροτικές εργασίες σε αυτά κατ' εντολή του ενάγοντος. Χαρακτηριστικά δε κατέθεσε ότι μέχρι το έτος 1997, καθόσον μετά έπαυσε να τα επισκέπτεται για λόγους υγείας, δεν είχε ιδεί ποτέ τις εναγόμενες ή άλλο πρόσωπο στην ιδιοκτησία του ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1993 η περιοχή στην οποία ευρίσκονται τα εν λόγω αγροτεμάχια εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως του Δήμου Γέρακα και έγινε εφαρμογή του σχεδίου πόλεως στην περιοχή ... ΙΙ, όπως χαρακτηρίζεται αυτή η πολεοδομική ενότητα. Η πράξη εφαρμογής του σχεδίου πόλεως έχει κυρωθεί με την υπ' αριθ. ΠΕ 12227/ 3182/19-9-1997 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα. Στο διάγραμμα εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου στην περιοχή ... II και στους σχετικούς πίνακες της πράξης εφαρμογής η ανωτέρω ενιαία οικοπεδική έκταση περιλαμβάνεται στο υπ' αριθ. 835 οικοδομικό τετράγωνο της περιοχής αυτής και αποτελείται από δύο τμήματα, εκ των οποίων το ένα χαρακτηρίζεται με τα κτηματικά στοιχεία ... εμβαδού 1198,79 τμ. και το άλλο με τα κτηματικά στοιχεία ... εμβαδού 2088,80 τμ. Από τις ιδιοκτησίες αυτές σύμφωνα με την προαναφερόμενη πράξη εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής ... II προέκυψαν και αποδίδονται α) το υπ' αριθ. 10 οικόπεδο του 835 οικοδομικού τετραγώνου, εμβαδού 2250 τμ, όσον αφορά την ιδιοκτησία με κτηματικά στοιχεία ... και β) το υπ' αριθ. 20 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, εμβαδού 846,70 τμ, όσον αφορά την ιδιοκτησία με κτηματικά στοιχεία .... Το εν λόγω υπ' αριθ. 20 οικόπεδο συνορεύει βόρεια, εν μέρει επί πλευράς 15,41 μ με το υπ' αριθ. 01 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου ιδιοκτησίας αγνώστου και εν μέρει επί πλευράς 12,82μ με το υπ' αριθ. 03 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, ιδιοκτησίας αγνώστου, νότια, επί πλευράς 27,03μ με το υπ' αριθ. 19 οικόπεδο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου ιδιοκτησίας Φ. Ζ., εν μέρει επί πλευράς 11,23μ με το υπ' αριθ. 18 Ν οικόπεδο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου ιδιοκτησίας αγνώστου και εν μέρει επί πλευράς 5,5 μ με το υπ' αριθ. 17 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου ιδιοκτησίας Γ. Π. και Θ. Λ.. Η δε ιδιοκτησία με κτηματικά στοιχεία ..., από την οποία προέκυψε, όπως προελέχθη, το ως άνω υπ' αριθ. 20 οικόπεδο, συνορεύει βόρεια εν μέρει επί πλευράς 14,55μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως, αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 14,75μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως, αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 31,90μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως, αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 14,70μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 16,15 μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 15,55μ. με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 15,60 μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 15,35μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη και εν μέρει επί πλευράς 15,90 μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη, νότια επί πλευράς 154,05 μ. με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του ενάγοντος, ανατολικά επί πλευράς 8,20μ, με μη διανοιχθείσα οδό ... και δυτικά επί πλευράς 8,22 μ, με οδό .... Το ως άνω υπ' αριθ. 20 οικόπεδο αποδόθηκε στις εναγόμενες οι οποίες στη φάση της εγκρίσεως της πολεοδομικής μελέτης είχαν υποβάλει σχετική δήλωση ιδιοκτησίας του ανωτέρω ακινήτου με κτηματικά στοιχεία .... Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι το ως άνω υπ' αριθ. ... βασικό ακίνητο, που αποτέλεσε τη βάση διαμόρφωσης του υπ' αριθ. 20 επίδικου οικοπέδου, το απέκτησαν δυνάμει του υπ' αριθ. .../1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Παπατσούνη που μεταγράφηκε νόμιμα εξ αγοράς από τους Γ. Π. και Ε. σύζυγο Γ. Π., οι οποίοι ενεργούσαν ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Μ., στο οποίο το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει με το .../1981 συμβόλαιο της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω δωρεάς από τον παππού του Δ. Π., ο οποίος το απέκτησε, κατά τα αναγραφόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο, με κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα του Γ. Π. που απεβίωσε το έτος 1938 χωρίς να αφήσει διαθήκη και, έτσι, έχουν καταστεί συγκύριες αυτού τόσο με τακτική όσο και με έκτακτη χρησικτησία νεμόμενες αυτό από τότε που το αγόρασαν προσμετρώντας το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους. Ο πραγματογνώμονας Α. Γ. στην από 5-1-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αναφέρει ότι δεν εφάρμοσε τα από 15-6-1951 διαγράμματα οριστικής διανομής του αγροκτήματος Γέρακα του Υπουργείου Γεωργίας η οποία διανομή κυρώθηκε με την 152565/ΠΕ/1951 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, λόγω καταστροφής των τριγωνομετρικών σημείων της ως άνω διανομής από την οικιστική ανάπτυξη της περιοχής, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο προσδιορισμός της θέσης των υπ' αριθ. ..., ... και ... κληροτεμαχίων, τα οποία αναφέρονται στους τίτλους του ενάγοντος και, έτσι, να μην μπορεί να δοθεί απάντηση στο ερώτημα εάν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος. Εφάρμοσε στο έδαφος μόνο τους τίτλους των εναγομένων και αποφαίνεται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτών. Το συμπέρασμα όμως αυτό είναι επισφαλές, καθόσον μόνον εάν ο πραγματογνώμονας εφαρμόσει στο έδαφος τους τίτλους και των δύο διάδικων μερών θα οδηγηθεί σε ασφαλές επιστημονικό και τεχνικό συμπέρασμα σχετικά με το ερώτημα στους τίτλους ποιου από τα διάδικα μέρη περιλαμβάνεται το επίδικο και τούτο διότι μόνο με την εφαρμογή στο έδαφος των τίτλων και των δύο διάδικων μερών θα μπορέσει να έχει σαφή εικόνα των ιδιοκτησιών διαπιστώνοντας τόσο τα θετικά όσο και τα αδύνατα σημεία της εφαρμογής και στη συνέχεια κάνοντας συσχετισμό των στοιχείων που προέκυψαν να αποφανθεί με επιστημονική και τεχνική εγκυρότητα σε ποιούς από τους τίτλους των διαδίκων μερών περιλαμβάνεται το επίδικο. Ο πραγματογνώμονας Χ. Ε. Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός με την από Οκτωβρίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, αφού εφάρμοσε στο έδαφος τους τίτλους των διαδίκων μερών, αποφαίνεται ότι το επίδικο ακίνητο με κτηματικά στοιχεία ... περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας εφάρμοσε τα δύο διαφορετικά συστήματα προβολικών συντεταγμένων, ήτοι προβολή συντεταγμένων Υπουργείου Γεωργίας και ΤΜ3° Κ (ήτοι κεντρικής ζώνης 3° ΥΠΕΧΩΔΕ εγκάρσια μερκατορική προβολή) με την οποίαν έγινε η κτηματογράφηση και προκειμένου να κάνει τη μετατροπή του προβολικού συστήματος του Υπουργείου Γεωργίας στο προβολικό σύστημα της κτηματογράφησης χρησιμοποίησε τρία επίσημα τριγωνομετρικά σημεία της γεωγραφικής υπηρεσίας Στρατού που έχουν τιμές καρτεσιανών συντεταγμένων και στα δύο προβολικά συστήματα και μετά από σχετικό μαθηματικό μετασχηματισμό χαρτογραφικών συντεταγμένων κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα.
Συνεπώς ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι τόσο αυτές όσο και οι δικαιοπάροχοί τους ενεργούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου". Δηλαδή, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο αρχικός ενάγων, Ι. Χ. του Γ., του οποίου καθολικοί διάδοχοι είναι οι αναιρεσίβλητοι (τέκνα του), απέκτησε την κυριότητα με τον προμνημονευθέντα και επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο (με τα προαναφερθέντα συμβόλαια αγοράς που έχουν νόμιμα μεταγραφεί) και πάντως με τον επικαλούμενο επίσης στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της τακτικής και πιο επικουρικά της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμηθείς το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Ακολούθως, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων - καθολικών διαδόχων του αρχικού ενάγοντος πατέρα τους - κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσίαν, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη - από 10.1.2001 - διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή του αρχικού ενάγοντος. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, σωστά τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο καθ' όσον αφορά την παραδοχή της αγωγής όσο και καθ' όσον αφορά την απόρριψη της άνω ένστασης ιδίας κυριότητας των ήδη αναιρεσειουσών εναγομένων, και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθήν εκτίμησή του, από τους αριθμούς 1 και 19 (και όχι και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους της αναίρεσης, από τους οποίους ο τελευταίος όπως ορθά εκτιμάται, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής του επίδικου ακινήτου αγωγής του αρχικού ενάγοντος - πατέρα των αναιρεσιβλήτων - , δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την από Δεκεμβρίου 2010 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειουσών αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Π. με τα συνημμένα σ' αυτήν είκοσι δύο (22) έγγραφα, ο οποίος ύστερα από σχολαστική μελέτη όλων των στοιχείων που αυτές του προσκόμισαν και εκείνων τα οποία ο ίδιος αναζήτησε κατέληξε, ότι το τελικό συμπέρασμα που αναφέρεται στην από Οκτωβρίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο διορισθείς με τη 1368/2009 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένο. Περαιτέρω, ότι δεν έλαβε υπόψη τη 17/2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης με τα συνημμένα σ' αυτήν έγγραφα του διορισθέντα με την 6926/2001 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τοπογράφου μηχανικού Α. Γ.. Και, επίσης, ότι δεν έλαβε υπόψη και τα πιο κάτω έγγραφα, ήτοι: 1) το .../20.7.1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας 'Ολγας Παπατσούνη, με το πιστοποιητικό μεταγραφής του, από το οποίο προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες αγόρασαν από το Μ. Γ. Π. τρία αγροτεμάχια έκτασης 940 τ.μ., 1236,50 τ.μ. και 790 τ.μ. στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Γέρακα. 2) Τα από Απριλίου 1990 δύο τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Π. Χ. και Κ. Χ. τα οποία προσαρτήθηκαν στο παραπάνω αρ. .../1990 συμβόλαιο, από τα οποία προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχός τους προέβαινε σε καταμετρήσεις αυτού. 3.- Το αρ. .../10-07-1981 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμ/φου Όλγας Παπατσούνη, με το πιστοποιητικό μεταγραφής του, με το οποίο ο δικαιοπάροχός τους απέκτησε το επίδικο από τον πάππο του Δ. Π.. Και στο συμβόλαιο αυτό αναφέρονται σαφή και συγκεκριμένα όρια, με ονόματα γειτόνων και μάλιστα ότι στο Νότιο όριο το επίδικο συνορεύει με την ιδιοκτησία Ι. Μ. {Ι. Χ. - αρχικού διαδίκου}. 4.- Την από Μαΐου 1989 Πολεοδομική Μελέτη επέκτασης της Ε.Π.Α. 82-84 με μελετητή τον Α. Μ., στην οποία απεικονίζεται το οικόπεδό τους στο Γ 835 αρ. 31 και αναφέρεται ως χέρσο από φωτοληψία του 1980, μετά την οποία {μελέτη του ρυμοτομικού σχεδίου} έγινε η ένταξη στο σχέδιο Πόλεως της περιοχής. 5.- Απόσπασμα του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ΓΕΡΑΚΑ ΓΑΡΥΤΤΟΣ II του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π., στο οποίο το επίδικο αναφέρεται "χέρσο", καθώς και αποσπάσματα κτηματογραφικού διαγράμματος Π.Ε. και Διαγράμματος πράξης εφαρμογής του ίδιου μηχανικού. 6.- Την Πράξη Εφαρμογής "ΓΑΡΗΤΤΟΣ II - ΓΕΡΑΚΑ" στην οποία εμφαίνεται το αποδιδόμενο σ' αυτές οικόπεδο στο Ο.Τ. 835 με αριθ.μό οικοπέδου 20, ως και το αρ. 16459/1328 έγγραφο της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής το οποίο επιβεβαιώνει την ιδιοκτησία τους. Η Πράξη Εφαρμογής παρά τις υποβληθείσες από τον αρχικό ενάγοντα Ι. Χ. δύο ενστάσεις κατέληξε να δοθεί σε αυτές το επίδικο οικόπεδο και όχι σ' εκείνον, γιατί δεν έκανε εφαρμογή ενός και μόνο τίτλου μεμονωμένα αλλά εφαρμογή, ρυμοτόμηση, εισφορές για όλους τους τίτλους ταυτόχρονα 7.- Φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών της ΓΥΣ των ετών λήψεως 1945, 1960, 1969, 1979 και του ΟΚΧΕ των ετών λήψεως 1979, 1983, 1998, 2001, από τις οποίες διαπιστώνεται ότι το επίδικο ήταν ακαλλιέργητος "χέρσος" αγρός από το 1945 έως το 1969 και από το 1979 έως και το 2001 επίσης ακαλλιέργητος "χέρσος" αγρός δηλαδή ποτέ και σε καμία χρονική περίοδο δεν εμφαίνεται να αποτελούσε αμπέλι ή αμπελώνα. 8.- Το τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Μ. Π. στο οποίο φαίνεται το οικόπεδό τους αναλυτικά μετά την πράξη εφαρμογής. 9.- Το αρ. 236262 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης, από το οποίο προκύπτει ότι κατέβαλαν το ποσό των δρχ. 4.152.000 για την εξόφληση της εισφοράς σε χρήμα του επιδίκου στο Δήμο Γέρακα. Και 10.- Τα με Α.Π. 18395/03-08-1999 και 18020/21-7-1999 κτηματογραφικά αποσπάσματα του Εθνικού Κτηματολογίου από τα οποία προκύπτει ότι δήλωσαν το ακίνητό τους στο Εθνικό Κτηματολόγιο, που οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της ένστασής τους ιδίας κυριότητας. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από "την από 5.1.2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α. Γ. αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού...και από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία μάλιστα και σχολιάζει, και τα πιο πάνω έγγραφα, από τα οποία τα με αριθμούς .../20.7.1990 και .../10.7.1981 συμβόλαια ειδικά μνημονεύει, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των λοιπών.
IV. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης παράστασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), ο δε λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου των αναιρεσειουσών και, έτσι, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή των αντιδίκων τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή των αναιρεσειουσών και την απέρριψε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμη. V. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003). Εξάλλου, από τα άρθρα 339 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, όχι κάθε ομολογία αποτελεί δικαστική τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 1775/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθήν εκτίμησή του, από τον αριθμό 11 περ. γ' (και όχι από τον αριθμό 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του αντιδίκου τους αρχικού ενάγοντος - του οποίου, όπως προεκτέθηκε, καθολικοί διάδοχοι είναι οι αναιρεσίβλητοι -, που αποτελεί πλήρη απόδειξη αναφορικά με τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του περί της εκ μέρους του άσκησης διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου αφότου -ως άνω- το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ' αυτόν από αγορά και έκτοτε και της εκ τούτου εκ μέρους του κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής και πάντως της έκτακτης χρησικτησίας, ως έχοντας συγκεκριμένα προβάλει με την αγωγή αλλά και οι αναιρεσίβλητοι με την έφεση και τις προτάσεις τους, ότι η μόνη καλλιέργεια του επιδίκου ήταν εκείνη της αμπέλου και όχι βρώμης και βίκου - και μάλιστα από αυτούς - όπως αυθαίρετα δέχτηκε το Εφετείο. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος, παρεκτός του ότι είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αρχικώς ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, πρώτιστα, με τον προμνημονευθέντα νόμιμο παράγωγο τρόπο, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν δικαστική ομολογία του αρχικού ενάγοντος και των καθολικών διαδόχων των αναιρεσιβλήτων, εφόσον αφορούν σε ουσιώδη ισχυρισμό των ιδίων και όχι των αναιρεσειουσών. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, οι οποίες ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.9.2011 αίτηση των: 1) Φ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ι. και Α. Ξ. κ.α. για αναίρεση της 1916/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου