Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Απόφαση 392 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Θέμα Κυριότητα. Περίληψη: Απόκτηση κυριότητας με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο. Προϋποθέσεις. Λόγοι αναιρέσεως από τους άρ. 19 και 11γ του ΚΠολΔ. Πότε δημιουργούνται [Επικυρώνει ΕφΠατρ 127/2011].

Απόφαση 392 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Κυριότητα.

Περίληψη:
Απόκτηση κυριότητας με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο. Προϋποθέσεις. Λόγοι αναιρέσεως από τους άρ. 19 και 11γ του ΚΠολΔ. Πότε δημιουργούνται [Επικυρώνει ΕφΠατρ 127/2011]...


Αριθμός 392/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. Δ. Λ. και 2)Π. Δ. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Π. Γ., κατοίκου ... και 2)Π. Β. Γ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ...η, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 377/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/4/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10/9/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 του ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και τη νομίμως ασκηθείσα ανταγωγή του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος των εναγομένων - αντενάγων, με παράγωγο τρόπο (δυνάμει δωρεάς) έχει καταστεί κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, έκτασης 353,77 τ.μ, που βρίσκεται εντός του οικισμού …. στην ειδικότερη θέση "..." και στο 157 οικοδομικό τετράγωνο(...). Το εν λόγω ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα, από το έτος 1928, στη γιαγιά του (πρώτου εφεσιβλήτου - αντενάγοντος) Β. χήρα Β. Γ., η οποία ασκούσε σ' αυτό πράξεις νομής και το μεταβίβασε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. …/28.9.2000 συμβολαίου δωρεάς της συμ/φου Πρέβεζας Μαρίας Γουρζή, που μεταγράφηκε νόμιμα (...). Από τότε αυτός - αντενάγων - κατέχει και νέμεται το εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίου. Τμήμα του ακινήτου αυτού αποτελεί και το επίδικο, έκτασης 141,88 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Ζ. με τα στοιχεία Μ, 1, 16, 15, 14, 13, 12, Α, Π, Ο, 20, 19, 18, 17, ΞΙ, Ξ, Μ (...). Στην ίδια περιοχή και στο νότιο τμήμα του παραπάνω ακινήτου του αντενάγοντος υπάρχει οικόπεδο συνιδιοκτησίας των εναγόντων. Τα δύο αυτά οικόπεδα αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο, μαζί με μία τρίτη ιδιοκτησία ευρισκόμενη στο νότιο τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων και ανήκε κατά κυριότητα στη γιαγιά των πρώτου εφεσιβλήτου και των εναγόντων - εκκαλούντων Ε. χήρα Π. Γ., η οποία βρίσκονταν στη νομή του περισσότερο από τριάντα χρόνια. Κατά το έτος 1928, η παραπάνω απώτερη δικαιοπάροχος των διαδίκων μεταβίβασε ατύπως το επίδικο (τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου της) στην κόρη της Β. Β. Γ., γιαγιά του πρώτου και μητέρα του δεύτερου των εφεσιβλήτων, η οποία και βρίσκονταν στη νομή του αδιαλείπτως μέχρι και το έτος 2000 (που το μεταβίβασε) και είχε καταστεί έτσι κυρία του παραπάνω ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Η τελευταία, το προαναφερόμενο έτος (2000) μεταβίβασε λόγω δωρεάς το μεγαλύτερο αυτό ακίνητο στον πρώτο των εναγομένων - αντενάγοντα, ο οποίος και κατέστη κύριος αυτού - επιδίκου, αφού κυρία ήταν η πιο πάνω δικαιοπάροχος του. Ρητή είναι η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου "το επίδικο ανήκε στον παππού του πρώτου εναγόμενου - αντενάγοντος, από τον οποίο έπαιρνε άδεια προκειμένου να χρησιμοποιεί μία ερειπωμένη αποθήκη που βρίσκεται εντός αυτού και επιβεβαιώνεται και από τις λοιπές ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίζονται νόμιμα από τους εναγομένους - εφεσιβλήτους, στις οποίες ρητώς αναφέρονται πράξεις νομής της δικαιοπαρόχου του αντενάγοντος και κυρίως του συζύγου της (ανέγερση των εντός αυτού ευρισκομένων κτισμάτων και χρησιμοποίηση τους κατά την περίοδο της κατοχής). Οι ενάγοντες, προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής τους, ισχυρίζονται ότι η απώτερη δικαιοπάροχος γιαγιά τους Ε. χήρα Π. Γ. ήταν κυρία των ιδιοκτησιών των διαδίκων, τις οποίες κατά το έτος 1929 διένειμε ατύπως στις κόρες της Β., Σ. και Α. και ότι η μητέρα τους Σ., στην οποία περιήλθε το επίδικο ακίνητο, βρίσκονταν από τότε στη νομή του, κτίζοντας η ίδια τα εντός του επιδίκου ευρισκόμενα κτίσματα και δη αποθήκη, φούρνο, κοτέτσι και τουαλέτα. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών τους, εκτός της ένορκης εξέτασης του μαρτυρά τους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, προσκομίζουν και επικαλούνται τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες αναφέρονται πράξεις νομής εκ μέρους της δικαιοπαρόχου μητέρα τους. Πλην όμως, οι ισχυρισμοί τους αυτοί δεν κρίνονται πειστικοί, δεδομένου ότι τη συνδρομή των ίδιων ως άνω πραγματικών περιστατικών επικαλέστηκαν για εδαφική έκταση, εμβαδού 53,66 τ.μ. προς νότο του επιδίκου, όμορη με ιδιοκτησία των, την κυριότητα του οποίου (ακινήτου) διεκδικούσαν σε βάρος του αντενάγοντος, το οποίο δυνάμει της υπ' αριθ. 88/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, αναγνωρίστηκε ότι ανήκει κατά κυριότητα στον εφεσίβλητο - αντενάγοντα. Κυρίως όμως δεν γίνονται πειστικοί, λόγω του γεγονότος ότι υπάρχει σταθερό φυσικό διαχωριστικό όριο των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων. Ειδικότερα, στο πιο πάνω ακίνητο του εφεσιβλήτου βρίσκεται και το όριο των δύο ιδιοκτησιών των διαδίκων, οι οποίες διαχωρίζονται από φυσικό πρανές βράχων με εξάρσεις και ενδιάμεσα κενά, που δημιουργούν μία υψομετρική διαφορά μέχρι 2,5 μέτρων περίπου. Το ακίνητο του εναγομένου - αντενάγοντος, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, βρίσκεται χαμηλότερα σε σχέση με εκείνο των εναγόντων και δεν υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης από το ένα ακίνητο προς το άλλο, λόγω της εν λόγω υψομετρικής διαφοράς και της μορφολογίας του εδάφους. Η αληθινή θέση της οριακής γραμμής των ιδιοκτησιών των διαδίκων ήταν πάντοτε γνωστή στους εκκαλούντες - αντεναγομένους, αφού ήταν οριοθετημένη με τοιχίο από σκυρόδεμα, παλαιούς λίθους και βράχους. Αδιαμφισβήτητα γνωστή (η οριακή γραμμή) και αποδεκτή ήταν από τη δικαιοπάροχο, μητέρα τους Σ. χήρα Δ. Λ., η οποία σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λευκάδος, μεταξύ της ίδιας και της αδελφής της, δικαιοπαρόχου του αντενάγοντος - εφεσιβλήτου, Β. Γ., επί της οποίας εκδόθηκε η 120/1999 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε με τις έγγραφες προτάσεις - σημείωμα της ότι το όριο των δύο ιδιοκτησιών βρίσκεται στο παραπάνω σημείο. Προς ενίσχυση δε του ισχυρισμού της αυτού, προσκόμισε το από Νοεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Κ., το οποίο συνετάγη καθ' υπόδειξη αυτής, στο οποίο η επίδικη έκταση ρητώς αναγνωρίζεται ως ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου των εναγομένων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις στις οποίες βεβαιώνεται ότι οι δύο ιδιοκτησίες διαχωρίζονται από τη γραμμή απολήξεως φυσικών βράχων επί της οποίας, ο πρώτος των εναγόντων το έτος 1973 κατασκεύασε το προαναφερθέν τοιχίο από σκυρόδεμα, καθώς και ότι η κεραμοσκεπής αποθήκη, τμήμα της οποίας βρίσκεται εντός του επιδίκου, ευρίσκεται εντός της ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου των εναγομένων - εφεσιβλήτων Β. Γ.. Προς απόκρουση των γεγονότων αυτών, ισχυρίζονται αβασίμως οι εκκαλούντες - ενάγοντες ότι κατά το χρόνο που η δικαιοπάροχός τους προέβη στις πιο πάνω ενέργειες προς αντίκρουση της σχετικής δίκης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ήταν ασθενής, μη δυνάμενη για το λόγο αυτό να επιμεληθεί της υπόθεσης της (...).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 2006, οι ενάγοντες απαγορεύουν στον πρώτο εναγόμενο - αντενάγοντα ν' ασκήσει πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, το οποίο παρανόμως κατέχουν, καθόσον αυτό αποτελεί τμήμα του προαναφερόμενου ακινήτου του, εμποδίζοντάς τον να εισέλθει και να παραμείνει σε αυτό, αποβάλλοντάς τον με τον τρόπο αυτό από την νομή του.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι κύριος του επίδικου ακινήτου έχει καταστεί ο πρώτος των εναγομένων-αντενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, με παράγωγο τρόπο και δη με δωρεά από τη γιαγιά του Β. χήρα Β. Γ., δυνάμει του …/28-9-2000 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Πρέβεζας Μαρίας Γουρζή που μεταγράφηκε νόμιμα, και ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στη μητέρα τους Σ. χήρα Δ. Λ.. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων-αντεναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και δέχτηκε την ανταγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια. Με αυτά που δέχθηκε mi έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την ως άνω άμεση δικαιοπάροχο του πρώτου αναιρεσιβλήτου, στον οποίο το μεταβίβασε με δωρεά το έτος 2000, και της μη απόδειξης ότι το επίδικο είχε περιέλθει ποτέ με έκτακτη χρησικτησία στην δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο ακίνητο και νοτίως αυτού όμορο ακίνητο αποτελούσαν αρχικά ένα ενιαίο ακίνητο, που ανήκε κατά κυριότητα στη γιαγιά των αναιρεσειόντων και του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ε. χήρα Π. Γ., η οποία το έτος 1928 μεταβίβασε ατύπως το επίδικο (τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου της) στην κόρη της και μητέρα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Β. Β. Γ., η οποία έκτοτε νεμόταν συνεχώς με διάνοια κυρίου το επίδικο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και δη μέχρι το έτος 2000, οπότε το μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον εγγονό της πρώτο των αναιρεσιβλήτων, και έτσι είχε καταστεί κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Μάλιστα, η αληθινή θέση της οριακής γραμμής των ιδιοκτησιών των διαδίκων ήταν πάντοτε γνωστή στους ενάγοντες-αναιρεσείοντες, ήταν δε γνωστή και αποδεκτή και από τη δικαιοπάροχο μητέρα τους Σ. και ότι ήδη με την 88/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, που έχει καταστεί αμετάκλητη, αναγνωρίστηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος κύριος σε τμήμα του επιδίκου εμβαδού 53,66 τ.μ. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
II. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2058/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι κύριος του επίδικου ακινήτου είναι ο πρώτος εναγόμενος-πρώτος αναιρεσίβλητος και ακολούθως να απορρίψει την ένδικη αγωγή και να δεχτεί την ανταγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι οι ίδιοι είναι συγκύριοι του επιδίκου, ήτοι: 1) δέκα πέντε (15) φωτογραφίες και 2) τις 128/1969 και 87/1971 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με τις οποίες αναγνωρίστηκαν οι δικαιούχοι και καθορίστηκε τιμή μονάδος αποζημιώσεως της απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη του δρόμου Νυδρίου-Λευκάδας, καθώς και τα σχετικά κτηματολογικά διαγράμματα μαζί με το ΠΠΔΕ 2920/Φ/23-5-2001 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λευκάδος, Διεύθυνση ΠΠΔΕ, Τμήμα Κατασκευών. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδείκνυα μένα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και "από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι", και το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά.
III. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (αρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2011 αίτηση των Μ. Λ. και Π. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 127/2011 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: