
ΑΠ 567/2018 - Τί περιλαμβάνεται στον όρο νοσήλια
Στον όρο "νοσήλια" περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει προς αποκατάσταση της υγείας του παθόντος. Κριτήριο, δηλαδή, για το "τι είναι νοσήλια", που αποκαθίστανται, δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, αποτελεί η ανάγκη για πραγματοποίηση της δαπάνης και όχι η πραγματοποίησή της....
Στον όρο "νοσήλια" περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει προς αποκατάσταση της υγείας του παθόντος. Κριτήριο, δηλαδή, για το "τι είναι νοσήλια", που αποκαθίστανται, δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, αποτελεί η ανάγκη για πραγματοποίηση της δαπάνης και όχι η πραγματοποίησή της....
Έτος: 2018
Νούμερο: 567
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Γ. Ν., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 14-3-2013 και 25-6-2013 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές (αναγωγές) της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1445/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2776/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. ...13.9. 2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Δ., προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει την συζήτηση, επέδωσε, νομότυπα και εμπρόθεσμα (διά θυροκολλήσεως, κατ’ άρθρο 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.) στον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Ν., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 8.1.2015 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7.4.2017, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26.1.2018), αντίγραφο δε του επιδοθέντος ως άνω εγγράφου παραδόθηκε στα χέρια του Π. Φ., Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Αργυρούπολης, ενώ έγγραφη ειδοποίηση απεστάλη, διά του ταχυδρομείου, από τον παραπάνω δικαστικό επιμελητή προς τον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο, νομότυπα, κατ’ άρθρο 128 αριθμ. 4γ’ του Κ.Πολ.Δικ., περί της γενομένης διά θυροκολλήσεως, κατά τα ανωτέρω, επιδόσεως. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε υπέβαλε την, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση. Επομένως και εφόσον για την σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Από την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., η οποία αναφέρεται στην έκταση και το περιεχόμενο της ευθύνης σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, προσδιορίζοντας τις αξιώσεις αποζημιώσεως του αμέσως παθόντος, συνάγεται, ότι, όταν επέρχεται βλάβη στην υγεία ενός προσώπου, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ο παθών έχει αξίωση αποζημιώσεως για τα νοσήλια. Στον όρο "νοσήλια" περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει προς αποκατάσταση της υγείας του παθόντος. Κριτήριο, δηλαδή, για το "τι είναι νοσήλια", που αποκαθίστανται, δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, αποτελεί η ανάγκη για πραγματοποίηση της δαπάνης και όχι η πραγματοποίησή της (ΑΠ 601/2009, αντιθέτως ΑΠ 157/2012). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή, ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, εν σχέσει προς την αξίωση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, που αφορά σε αποζημίωσή της για την πραγματοποίηση μελλοντικής πλαστικής χειρουργικής επεμβάσεως, προς αποκατάσταση της αναφερόμενης δύσμορφης ουλής αυτής, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως τα κατωτέρω: "Από την άνω αποδεικτική διαδικασία και ιδίως από την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από 4.2.2010 γνωμάτευση της πλαστικής χειρουργού Α. Β., η οποία λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ελεύθερα ως ιδιωτική γνωμοδότηση (άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή διαπίστωσε την ύπαρξη στη δεξιά κνήμη μακράς ημικυκλοτερούς γραμμοειδούς ουλής, μήκους 20 εκ. και πλάτους 0,6 εκ., στην πρόσθια πλάγια επιφάνεια της περιοχής του γόνατος και ότι για την αισθητική βελτίωση της δύσμορφης αυτής ουλής πρέπει να υποβληθεί η ενάγουσα σε πλαστική επέμβαση. Η ενάγουσα για την πραγματοποίηση στο μέλλον της αποκατασταστικής αυτής χειρουργικής επέμβασης ζητεί να της επιδικασθεί ως μελλοντική ζημία της το ποσό των 3.500 ευρώ. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η ενάγουσα παθούσα δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση και για μέλλουσα ζημία, όπως είναι για τη δαπάνη της μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης, η αποκατάσταση της οποίας μπορεί να αξιωθεί και πριν από την πραγματοποίησή της, αρκεί όμως η επέλευσή της (μελλοντικής ζημίας) να είναι βεβαία και απλώς η πραγμάτωσή της να ανάγεται σε μέλλοντα χρόνο, ενώ αντίθετα δεν υπάρχει η αξίωση αυτή, όταν είναι βέβαιο ότι η δαπάνη η αιτούμενη, για την αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με την προηγούμενη μείζονα σκέψη. Δηλαδή η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει τη μέλλουσα ζημία της και πριν από την πραγματοποίησή της, εφόσον δεν είναι ενδεχόμενη και υποθετική, αλλά η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί από τώρα να προσδιοριστεί. Στην προκειμένη περίπτωση όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είναι βέβαιο ότι θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για την αισθητική αποκατάσταση της δύσμορφης αυτής ουλής, αφού η ίδια δεν προσκόμισε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, πλην της άνω γνωμάτευσης, από την οποία προκύπτει μεν εκδήλωση αρχικά (7 μήνες περίπου μετά το ατύχημα) τέτοιου ενδιαφέροντος εκ μέρους της, όμως έκτοτε δεν έχει προβεί σε καμία σχετική ενέργεια που να καταδεικνύει πραγματική πρόθεσή της να την πραγματοποιήσει, η δε κατάθεση του μάρτυρά της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν κρίνεται πειστική, αφού αυτός αορίστως αναφέρεται στην πρόθεση της ενάγουσας να υποβληθεί σε πλαστική χειρουργική επέμβαση. Αντίθετα, μολονότι, δεκαοκτώ μήνες μετά την αρχική χειρουργική επέμβαση υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση νοσηλείας του ως άνω νοσοκομείου, δεν υποβλήθηκε ταυτόχρονα και στη σχετική αποκαταστατική επέμβαση της ουλής, όπως θα ήταν εύλογο αν υπήρχε τέτοια πρόθεσή της, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα, δηλαδή μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος έξι ετών, έχει υποβληθεί η ενάγουσα σε τέτοια επέμβαση, χωρίς να δίδεται προς τούτο οποιαδήποτε εξήγηση.
Συνεπώς, εφόσον η πραγματοποίηση της πιο πάνω μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης δεν είναι βεβαία, δεν υπάρχει η σχετική αξίωση της ενάγουσας, αφού η αιτούμενη για την αποκατάσταση της σχετικής μελλοντικής ζημίας δαπάνη δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων...." (βλ. 19ο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας και κάνοντας δεκτές την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων και την έφεση του παρεμπιπτόντως εναγομένου ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτό το συναφές αγωγικό κονδύλιο, απέρριψε εξ ολοκλήρου αυτό ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προαναφερομένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή της και συγκεκριμένα: ενώ για την, ως άνω, δαπάνη εδέχθη, ότι στην αναιρεσείουσα, από το ατύχημα και τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, δημιουργήθηκε δύσμορφη ουλή, που λεπτομερώς περιγράφει, για την αισθητική βελτίωση της οποίας "απαιτείται" μία χειρουργική επέμβαση, ήτοι περιστατικά που πληρούν το κριτήριο "της ανάγκης", για την πραγματοποίηση της δαπάνης αυτής και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, απαίτησε περαιτέρω και το μη αναγκαίο στοιχείο "του πραγματοποιήσιμου" της δαπάνης αυτής, Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να γίνει δεκτός, ως κατ’ ουσίαν βάσιμος.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για την μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΑΠ 125/2017), ενώ οι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αλυσιτελείς (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 1008/2007). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή την μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ του Α.Κ. έχει το μεν ουσιαστικό χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, το δε δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 601/2010).
Συνεπώς η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1335/2017, ΑΠ 1306/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της, που αφορά στην απόρριψη της ένδικης αγωγής, κατά την κυρία βάση αυτής, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε την καταψήφιση των αναιρεσιβλήτων στην καταβολή του ποσού των 52.865,01 ευρώ, το οποίο, με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα απεκέρδαινε απασχολούμενη ως κομμώτρια, τα ακόλουθα: "...αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το σχολικό έτος 2000-2001 ολοκλήρωσε τη φοίτησή της στο Β’ Κύκλο Σπουδών και έλαβε από το ... πτυχίο Κομμωτικής τέχνης στον Τομέα Αισθητικής - Κομμωτικής, ειδικότητα την οποία ουδέποτε άσκησε μέχρι την ημέρα του ένδικου ατυχήματος. Πριν από το ένδικο ατύχημα και ειδικότερα από τον Μάρτιο του 1999 μέχρι και τον Ιούνιο του 2006 η ενάγουσα εργάστηκε ως υπάλληλος στις εταιρίες "... ΑΕ", "... ΑΕ" και "... ΑΕ", ενώ από τον Μάιο του 2007 μέχρι τις 31.10.2008 εργάστηκε ως πωλήτρια βιβλίων στο επί της οδού ..., στην ..., κείμενο βιβλιοπωλείο του Α. Ι. Κ.. Στις 31.10.2008 ο τελευταίος κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της και έκτοτε η ενάγουσα δεν απασχολήθηκε σε κάποια άλλη εργασία. Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, η οποία ήταν άνεργη ήδη από το τέλος Οκτωβρίου 2008 και δεν είχε επαγγελματική εμπειρία στην κομμωτική τέχνη, αφού ουδέποτε μέχρι τότε είχε εργαστεί ως κομμώτρια, μολονότι διέθετε πτυχίο, θα απασχολείτο ως κομμώτρια μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, λαμβανομένων υπόψη και των επικρατουσών οικονομικών συνθηκών, εξ αιτίας της συνεχιζόμενης οικονομικής ύφεσης που επικρατεί στη χώρα σε όλους τους τομείς και τους υψηλούς δείκτες ανεργίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αφού ούτε σχετικό αποδεικτικό έγγραφο ή άλλο στοιχείο προσκομίστηκε, με μόνη δε την αναφορά του μάρτυρα απόδειξης Π. Χ., ότι η ενάγουσα είχε συμφωνήσει να εργαστεί ως κομμώτρια, χωρίς να επιρρωνύεται η κατάθεση αυτή από την προσκόμιση εκ μέρους της ενάγουσας σύμβασης εργασίας ή άλλου στοιχείου αποδεικτικού της μέλλουσας σύμβασης εργασίας, το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί σε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτηθέντος για την αιτία αυτή ποσού των 52.865,01 ευρώ. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα λόγω του ένδικου τραυματισμού της απώλεσε εισοδήματα, τα οποία με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα λάμβανε για το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 έως 31.12.2013...". Με βάση δε τα δεκτά γενόμενα υπ’ αυτού, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε το κονδύλιο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων" και εν τέλει απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τον συναφή λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 929 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε, και δικαιολογούν την κατ’ ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής, κατά την κυρία βάση αυτής. Γι’ αυτό και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον αυτό ως άνω (δεύτερο) κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την σ’ αυτόν, κατά το έτερο μέρος του, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, της πιθανότητας δηλαδή ως στοιχείου του διαφυγόντος κέρδους της ζημίας της και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με το ότι η μελλοντική ζημία της ήταν πιθανή, με την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας η ουσία αποκλειστικά της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 και 339 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι η υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου, (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον από το νόμο οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ.ΑΠ 8/1987, ΑΠ 172/2003), ενώ, περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Επομένως το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη την από την αναιρεσείουσα επικληθείσα και προσκομισθείσα βεβαίωση τρίτου, ήτοι, του Ε. Φ., για το λόγο ότι, η δήλωση αυτή έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην μεταξύ των διαδίκων δίκη, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη νομίμως επικληθέντος και προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου, και ο αντίθετος δεύτερος, κατά το τελευταίο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά, ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα, επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον λόγο της εφέσεως ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη, ενώ, εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα και αποτελούντα "πράγμα" ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσης δίκης και συγκεκριμένα, το δεύτερο λόγο της από 18.6.2014 εφέσεως της αναιρεσείουσας, βάσει του οποίου εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική αυτής βάση, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε την καταψήφιση των αναιρεσιβλήτων στην καταβολή του ποσού των 46.800 ευρώ, το οποίο, με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα απεκέρδαινε απασχολούμενη ως ανειδίκευτη υπάλληλος σε οποιαδήποτε εργασία κατά το από 1.9.2009 έως 31.12.2013 χρονικό διάστημα και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα. Ο λόγος αυτός (τρίτος) της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αποτελούντα "πράγμα" λόγο αυτό της εφέσεως και δεν ασχολήθηκε καθόλου με την επικουρική βάση της αγωγής (για τα εισοδήματα, ύψους 46.800 ευρώ, που η αναιρεσείουσα θα απολέσει στο μέλλον εξαιτίας της ανικανότητάς της προς εργασία - απασχολούμενη ως ανειδίκευτη υπάλληλος), μετά την απόρριψη της κύριας βάσεως της αγωγής (για τα εισοδήματα, ύψους 52.865,01 ευρώ, που θα απολέσει στο μέλλον εξ αιτίας της ανικανότητάς της προς εργασία - απασχολούμενη ως κομμώτρια), παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του αυτού ως άνω λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στην συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.. (Ολ.ΑΠ 9/2015). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέρος, τα εξής: "Στην ... στις 15.7.2009 και περί ώρα 12:30 ο Ι. Σ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητα και κατοχή της προστήσασας τον ως άνω οδηγό ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της με την απόφαση ....9.2009 και 21.9.2009 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (Φ.Ε.Κ. 11292/21.9.2009, τ. Α.Ε. - Ε.Π.Ε.), ως οιονεί καθολικός διάδοχος, το παρεμπιπτόντως εναγόμενο ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 40 χ/ω επί της οδού ..., με κατεύθυνση προς την πλατεία ... και ακολούθως τη λεωφόρο Βουλιαγμένης. Η οδός ... είναι καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα, ευθεία, οριζόντια, διπλής κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 5,60 μέτρων, συμβάλλεται δε στο ύψος της πλατείας ... με την οδό ..., η οποία είναι επίσης καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα, ευθεία, οριζόντια, διπλής κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, οι οποίες (λωρίδες κυκλοφορίας) διαχωρίζονται με νησίδα πλάτους 3,80 μέτρων, και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,40 μέτρων. Επί της οδού ... υφίσταται μεταξύ των άλλων και πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας των κινουμένων οχημάτων (πιν. Ρ-2, "STOP", άρθρο 4 § 3 Κ.Ο.Κ.) πριν από την είσοδό τους στη διασταύρωση, ενώ επί της οδού ... υφίστανται πινακίδες διάβασης πεζών και απαγόρευσης αριστερής στροφής (πιν. ..., άρθρ.4 § 3 Κ.Ο.Κ.). Κατά τον ανωτέρω χρόνο η άσφαλτος στις ανωτέρω οδούς ήταν ξηρά, ήταν ημέρα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών και στις δύο οδούς ήταν αραιή και η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα και στις δύο προαναφερόμενες οδούς ορίζεται σε 50 χ/ω με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-32, άρθρο 4 § 3 Κ.Ο.Κ.). Την προαναφερομένη χρονική στιγμή ο πρώτος των εναγομένων της κύριας αγωγής, Γ. Ν. οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη, κατά τον χρόνο εκείνο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στη δεύτερη των εναγομένων της κύριας αγωγής - παρεμπιπτόντως ενάγουσα αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία "...", που αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία "... Α.Ε.", με επιβάτιδα την ενάγουσα Μ. συζ. Γ. Ν. και εκινείτο επί της οδού ..., στο ρεύμα αυτής που κατευθύνεται προς την πλατεία ... και ακολούθως στην οδό ..., με ταχύτητα 40 χ/ω και αριστερά σε σχέση με την πορεία του προαναφερομένου I.X. φορτηγού αυτοκινήτου. Ο οδηγός του φορτηγού φθάνοντας στην συμβολή της οδού ... με την πλατεία ... και έχοντας στην πορεία του ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα με την ένδειξη "STOP", διέκοψε την ευθεία πορεία του προ της συμβολής και έλεγξε το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... προς Ηλιούπολη. Μετά τον έλεγχο που διενήργησε και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν κινούνταν οχήματα επί του ρεύματος πορείας της οδού αυτής (...) προς Ηλιούπολη ξεκίνησε την ευθεία πορεία του, προκειμένου να διασχίσει κάθετα αυτό το ρεύμα πορείας της ως άνω οδού. Κατά τον έλεγχο όμως που διενήργησε δεν βεβαιώθηκε, όπως είχε υποχρέωση, ότι και στο αντίθετο ρεύμα πορείας της προαναφερομένης οδού, ήτοι προς πλατεία ... και ακολούθως προς την οδό ..., δεν κινούνταν οχήματα, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα κινούμενα επί της ως άνω οδού ..., και δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οχήματα, όπου εκινείτο η οδηγούμενη από τον πρώτο εναγόμενο δίκυκλη μοτοσυκλέτα, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα, η οποία, ως προαναφέρθηκε, δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 50 χ/ω, εισερχόμενος κάθετα στο ρεύμα πορείας της οδού ... με κατεύθυνση από την Ηλιούπολη προς την πλατεία ... και ακολούθως προς την οδό ..., με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, δεύτερος εναγόμενος, μολονότι εισερχόταν σε κόμβο, συνέχισε την πορεία του με την αυξημένη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα των 40 χ/ω και, αντικρίζοντας το I.X. φορτηγό αυτοκίνητο, πέδησε απότομα, με συνέπεια να απολέσει την ισορροπία του και να ανατραπεί η δίκυκλη μοτοσυκλέτα μαζί με τους επιβάτες της στην αριστερή πλευρά του ρεύματος πορείας του και στο μέσον περίπου της διαγραμμισμένης επί του οδοστρώματος διάβασης πεζών, η οποία (δίκυκλη μοτοσυκλέτα) μετά από μία πορεία 4,5 μέτρων διαγώνια επί του οδοστρώματος προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της επί του εμπρόσθιου δεξιού πλαϊνού τμήματος του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα, τόσο του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Γ. Ν. (πρώτου εναγομένου της κύριας αγωγής) όσο και του οδηγού του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου, Ι. Σ., η οποία κατανέμεται σε ποσοστό 30% για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και σε ποσοστό 70% για τον οδηγό του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου. Ειδικότερα η αμέλεια του οδηγού του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς να καταβάλλει την, κατ’ αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, δεν συμμορφώθηκε προς τους κανόνες οδήγησης και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και έχοντας στην πορεία του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας "STOP" όφειλε να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου παρακώλυση της κυκλοφορίας και συγκεκριμένα θέλοντας να εισέλθει σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ο οποίος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα είναι οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, και στον οποίο όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον που έρχεται από δεξιά, και έχοντας στην πορεία του πριν από τον κόμβο ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα με την ένδειξη "STOP" (πιν. Ρ-2 άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2969/1999), η οποία σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα, τα οποία κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει, ακινητοποίησε μεν το όχημά του προ του ισόπεδου οδικού κόμβου, ως όφειλε και υποχρεούτο, πλην όμως ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων που κινούνταν μόνο στο ρεύμα πορείας της οδού ... προς Ηλιούπολη και όχι και στο αντίθετο ρεύμα πορείας της τελευταίας αυτής οδού, όπως είχε υποχρέωση, με συνέπεια να μην παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα κινούμενα επί της ως άνω οδού ..., και δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οχήματα, όπου εκινείτο η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, να παρεμβληθεί στην πορεία της τελευταίας και να προκαλέσει επί του κόμβου το ένδικο ατύχημα, κατά παράβαση των άρθρων 4, 12 παρ. 1, 19 και 26 του ΚΟΚ. Συνυπαίτιος όμως, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 30%, είναι και ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Γ. Ν., πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής, ο οποίος, ως προαναφέρθηκε, οδηγούσε χωρίς να καταβάλλει την, κατ’ αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, δεν συμμορφώθηκε προς τους κανόνες οδήγησης και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και είχε υποχρέωση να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, και συγκεκριμένα έβαινε με την αυξημένη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα των 40 χ/ω, η οποία δεν υπερέβαινε μεν την επιτρεπόμενη, πλην όμως δεν ήταν η ενδεδειγμένη, εφόσον πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, με συνέπεια όταν αντίκρισε το I.X. φορτηγό αυτοκίνητο να πλησιάζει να διασχίσει το ρεύμα πορείας του να εκτελέσει ανεπιτυχή τροχοπέδηση, η οποία δεν ήταν αρκετή για να ακινητοποιήσει το όχημά του και να ανατραπεί το όχημά του και να επιπέσουν επί του οδοστρώματος τόσο ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας όσο και η ενάγουσα, συνεπιβάτισσά του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 19 και 26 του ΚΟΚ...... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, Μ. Σ. συζ. Γ. Ν., συνεπιβάτισσα στην οδηγούμενη από τον πρώτο εναγόμενο-σύζυγό της, Γ. Ν., δίκυκλη μοτοσυκλέτα, αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γ. Γεννηματάς", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου δεξιού γόνατος και αποσπαστικό κάταγμα κνημιαίου κυρτώματος. Στις 17.7.2009 η ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ανάταξης των καταγμάτων και εσωτερική οστεοσύνθεση, ενώ επιπρόσθετα το κνημιαίο κύρτωμα συγκρατήθηκε με σύρμα τύπου tension band, νοσηλεύθηκε στην Β’ Ορθοπεδική Κλινική του νοσοκομείου αυτού μέχρι τις 22.7.2009 οπότε εξήλθε με σύσταση για επανεξέταση στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία. Στις 27.10.2009 επανεισήχθη στο ίδιο ως άνω νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του σύρματος tension band, εξήλθε δε του νοσοκομείου στις 29.10.2009 με οδηγίες και ένδειξη επανελέγχου στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της ιδίας ως άνω ορθοπεδικής κλινικής. Στις 29.9.2010 η ενάγουσα εξετάστηκε στην ιδία ως άνω κλινική, όπου διαπιστώθηκε ότι βαδίζει με μία βακτηρία, έχει μετρίου βαθμού ενοχλήματα και παρουσιάζει 2ου βαθμού πλαγιοπλάγια αστάθεια λόγω της μεγάλης συντριπτικότητας του κατάγματος και ότι εμφανίζει εμφανή ατροφία του τετρακεφάλου ΔΕ. Στις 21.3.2011 η ενάγουσα επανεξετάστηκε στην ιδία ως άνω κλινική, όπου διαπιστώθηκε ότι βαδίζει με χωλότητα χωρίς βοήθημα, με περιορισμό δραστηριότητας λόγω των υπολειπόμενων ενοχλημάτων, ότι παρουσιάζει έξω αστάθεια, συνεπεία της μεγάλης συντριπτικότητας με οστική εμβύθιση του έξω κνημιαίου κονδύλου. Στις 12.1.2012 επανεισήχθη στην ίδια ως άνω κλινική του προαναφερομένου νοσοκομείου, όπου υποβλήθηκε σε αφαίρεση υλικών οστεοσύνθεσης, καθώς και σε αρθροσκόπηση δεξιού γόνατος, κατά την οποία και διαπιστώθηκε εμβύθιση του έξω κνημιαίου κονδύλου και αποκόλληση του οπισθίου κέρατος του έξω μηνίσκου και πρόσθια παρεκτόπιση του σώματος που δεν επιδεχόταν συρραφή και αφέθηκε ως έχει προς αποφυγή επίτασης των ενοχλημάτων και εξήλθε στις 16.1.2012 με οδηγίες και την ένδειξη παρακολούθησης στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της προαναφερομένης κλινικής σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στις 4.3.2013 η ενάγουσα επανεξετάστηκε στην ιδία ως άνω κλινική, όπου διαπιστώθηκε ότι η κλινική της εικόνα παραμένει σταθερή χωρίς επιδείνωση ενοχλημάτων, ότι βαδίζει με ένα βοήθημα, ότι ακτινολογικά παραμένει η ίδια εικόνα με σημαντική εμβύθιση του έξω κνημιαίου κονδύλου του ΔΕ γόνατος και ότι με την πάροδο του χρόνου στα πλαίσια της μετατραυματικής αρθρίτιδας είναι πολύ πιθανό να υπάρξει επιδείνωση των ενοχλημάτων. Τον Σεπτέμβριο του 2014 η ενάγουσα επανεξετάστηκε στην ιδία ως άνω κλινική, όπου διαπιστώθηκε ότι η κλινική της εικόνα παρουσιάζει σταδιακή επιδείνωση των ενοχλημάτων (πόνος, αστάθεια) που απαιτεί τη χρήση βοηθήματος κατά την βάδιση εκτός της οικίας της και ότι λόγω της βαρύτητας της κάκωσης και της χρονιότητάς της θεωρείται βέβαιο η ανάπτυξη μετατραυματικής αρθρίτιδας στο ΔΕ γόνατο που θα απαιτήσει την εφαρμογή ολικής αρθροπλαστικής (βλ. τις με αρ. πρωτ. .../2009, .../2009, ...2010, .../2011, ...2012, .../2013 και .../2014 βεβαιώσεις νοσηλείας της Β’ Ορθοπεδικής Κλινικής του νοσοκομείου "Γ. Γεννηματάς"). Η ενάγουσα ακολούθησε μετεγχειρητικά πρόγραμμα φυσιοθεραπείας με μυϊκή ενδυνάμωση και κινησιοθεραπεία, όπως αυτό βεβαιώνεται στην με αρ. πρωτ. ...2010 βεβαίωση νοσηλείας της προαναφερομένης Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου. Με την 4931/14.6.2011 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Νότιου Τομέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής η ενάγουσα έχει κριθεί ανάπηρη σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67% για δύο έτη, λόγω της χωλότητας που εμφανίζει στη βάδιση και της έξω αστάθειας, λόγω της μεγάλης συντριπτικότητας με οστική εμβύθιση του έξω κνημιαίου κονδύλου. Με την από 19.11.2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δ/νσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του Ι.Κ.Α. γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα ότι μετά από αξιολόγηση από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ το ποσοστό αναπηρίας της ανέρχεται σε 30% κατά ιατρική πρόβλεψη για το χρονικό διάστημα από 1.7.2014 έως 30.6.2015.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από την προαναφερθείσα εις βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας και της στεναχώριας που δοκίμασε εξ αιτίας του τραυματισμού της, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως. Η έκταση αυτής, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, η φύση και το είδος του τραυματισμού που το ατύχημα προκάλεσε στην ενάγουσα, εξ αιτίας του οποίου υποβλήθηκε ήδη στις πιο πάνω χειρουργικές επεμβάσεις, η βλάβη που επήλθε και η έκτασή της, της εμφάνισης μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας δεξιού γόνατος λόγω πωρωθέντος σε πλημμελή θέση κατάγματος κνημιαίων κονδύλων, το χρονικό διάστημα που νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο και το διάστημα που απαιτήθηκε στη συνέχεια για την ανάρρωσή της, το σωματικό και ψυχικό άλγος που οι ιατρικές επεμβάσεις της προκάλεσαν, η εξελικτική πορεία της καταστάσεως της υγείας της ενόψει και της ηλικίας της κατά το χρόνο του ατυχήματος (53 ετών), επιπλέον δε οι συνθήκες της σύγκρουσης και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, ενώ η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι μόνον εγγυητική), πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. Το ανωτέρω επιδικασθέν ποσό είναι εύλογο (άρθρο 932 του Α.Κ.), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.),όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης 1445/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επιδικαστεί σ’ αυτήν ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού της, το ποσό των 25.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη του την πραγματική, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ηλικία της (28 ετών), όπως τούτο συνάγεται από τις προεκτεθείσες κατά την έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως -της αναγραφομένης, επομένως, στην ανωτέρω σκέψη αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως) ως ηλικίας αυτής των 53 ετών, οφειλομένης σε προφανή παραδρομή- δέχθηκε την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση των αναιρεσιβλήτων και την έφεση του παρεμπιπτόντως εναγομένου ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την κατ’ ουσίαν εκδίκαση της αγωγής, επιδίκασε στην ενάγουσα, για την προεκτεθείσα αιτία, το ποσό των 15.000 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή την χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας στο ποσό των 15.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις. Κατ’ ακολουθίαν ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη, κατ’ εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σ’ αυτήν το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αντί του αιτουμένου ποσού των 250.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του τετάρτου αναιρετικού λόγου, από τους αριθμούς 12 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα κεφάλαια αυτής στα οποία αναφέρονται οι πρώτος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, που αφορούν στην αποζημίωση της αναιρεσείουσας για την δαπάνη χειρουργικής επεμβάσεως προς αισθητική αποκατάσταση της προαναφερόμενης δύσμορφης ουλής της και τα διαφυγόντα εισοδήματά της από την απασχόλησή της, ως ανειδίκευτη υπάλληλος, καθ’ όσον αφορά ειδικότερα την επικουρική περί διαφυγόντων εισοδημάτων της αγωγική βάση, καθώς επίσης και στο κεφάλαιο της χρηματικής της ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς τα προεκτεθέντα κεφάλαια, εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2776/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Γ. Ν., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 14-3-2013 και 25-6-2013 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές (αναγωγές) της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1445/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2776/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. ...13.9. 2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Δ., προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει την συζήτηση, επέδωσε, νομότυπα και εμπρόθεσμα (διά θυροκολλήσεως, κατ’ άρθρο 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.) στον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Ν., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 8.1.2015 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7.4.2017, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26.1.2018), αντίγραφο δε του επιδοθέντος ως άνω εγγράφου παραδόθηκε στα χέρια του Π. Φ., Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Αργυρούπολης, ενώ έγγραφη ειδοποίηση απεστάλη, διά του ταχυδρομείου, από τον παραπάνω δικαστικό επιμελητή προς τον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο, νομότυπα, κατ’ άρθρο 128 αριθμ. 4γ’ του Κ.Πολ.Δικ., περί της γενομένης διά θυροκολλήσεως, κατά τα ανωτέρω, επιδόσεως. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε υπέβαλε την, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση. Επομένως και εφόσον για την σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Από την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., η οποία αναφέρεται στην έκταση και το περιεχόμενο της ευθύνης σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, προσδιορίζοντας τις αξιώσεις αποζημιώσεως του αμέσως παθόντος, συνάγεται, ότι, όταν επέρχεται βλάβη στην υγεία ενός προσώπου, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ο παθών έχει αξίωση αποζημιώσεως για τα νοσήλια. Στον όρο "νοσήλια" περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει προς αποκατάσταση της υγείας του παθόντος. Κριτήριο, δηλαδή, για το "τι είναι νοσήλια", που αποκαθίστανται, δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, αποτελεί η ανάγκη για πραγματοποίηση της δαπάνης και όχι η πραγματοποίησή της (ΑΠ 601/2009, αντιθέτως ΑΠ 157/2012). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή, ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, εν σχέσει προς την αξίωση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, που αφορά σε αποζημίωσή της για την πραγματοποίηση μελλοντικής πλαστικής χειρουργικής επεμβάσεως, προς αποκατάσταση της αναφερόμενης δύσμορφης ουλής αυτής, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως τα κατωτέρω: "Από την άνω αποδεικτική διαδικασία και ιδίως από την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από 4.2.2010 γνωμάτευση της πλαστικής χειρουργού Α. Β., η οποία λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ελεύθερα ως ιδιωτική γνωμοδότηση (άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή διαπίστωσε την ύπαρξη στη δεξιά κνήμη μακράς ημικυκλοτερούς γραμμοειδούς ουλής, μήκους 20 εκ. και πλάτους 0,6 εκ., στην πρόσθια πλάγια επιφάνεια της περιοχής του γόνατος και ότι για την αισθητική βελτίωση της δύσμορφης αυτής ουλής πρέπει να υποβληθεί η ενάγουσα σε πλαστική επέμβαση. Η ενάγουσα για την πραγματοποίηση στο μέλλον της αποκατασταστικής αυτής χειρουργικής επέμβασης ζητεί να της επιδικασθεί ως μελλοντική ζημία της το ποσό των 3.500 ευρώ. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η ενάγουσα παθούσα δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση και για μέλλουσα ζημία, όπως είναι για τη δαπάνη της μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης, η αποκατάσταση της οποίας μπορεί να αξιωθεί και πριν από την πραγματοποίησή της, αρκεί όμως η επέλευσή της (μελλοντικής ζημίας) να είναι βεβαία και απλώς η πραγμάτωσή της να ανάγεται σε μέλλοντα χρόνο, ενώ αντίθετα δεν υπάρχει η αξίωση αυτή, όταν είναι βέβαιο ότι η δαπάνη η αιτούμενη, για την αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με την προηγούμενη μείζονα σκέψη. Δηλαδή η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει τη μέλλουσα ζημία της και πριν από την πραγματοποίησή της, εφόσον δεν είναι ενδεχόμενη και υποθετική, αλλά η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί από τώρα να προσδιοριστεί. Στην προκειμένη περίπτωση όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είναι βέβαιο ότι θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για την αισθητική αποκατάσταση της δύσμορφης αυτής ουλής, αφού η ίδια δεν προσκόμισε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, πλην της άνω γνωμάτευσης, από την οποία προκύπτει μεν εκδήλωση αρχικά (7 μήνες περίπου μετά το ατύχημα) τέτοιου ενδιαφέροντος εκ μέρους της, όμως έκτοτε δεν έχει προβεί σε καμία σχετική ενέργεια που να καταδεικνύει πραγματική πρόθεσή της να την πραγματοποιήσει, η δε κατάθεση του μάρτυρά της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν κρίνεται πειστική, αφού αυτός αορίστως αναφέρεται στην πρόθεση της ενάγουσας να υποβληθεί σε πλαστική χειρουργική επέμβαση. Αντίθετα, μολονότι, δεκαοκτώ μήνες μετά την αρχική χειρουργική επέμβαση υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση νοσηλείας του ως άνω νοσοκομείου, δεν υποβλήθηκε ταυτόχρονα και στη σχετική αποκαταστατική επέμβαση της ουλής, όπως θα ήταν εύλογο αν υπήρχε τέτοια πρόθεσή της, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα, δηλαδή μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος έξι ετών, έχει υποβληθεί η ενάγουσα σε τέτοια επέμβαση, χωρίς να δίδεται προς τούτο οποιαδήποτε εξήγηση.
Συνεπώς, εφόσον η πραγματοποίηση της πιο πάνω μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης δεν είναι βεβαία, δεν υπάρχει η σχετική αξίωση της ενάγουσας, αφού η αιτούμενη για την αποκατάσταση της σχετικής μελλοντικής ζημίας δαπάνη δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων...." (βλ. 19ο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας και κάνοντας δεκτές την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων και την έφεση του παρεμπιπτόντως εναγομένου ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτό το συναφές αγωγικό κονδύλιο, απέρριψε εξ ολοκλήρου αυτό ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προαναφερομένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή της και συγκεκριμένα: ενώ για την, ως άνω, δαπάνη εδέχθη, ότι στην αναιρεσείουσα, από το ατύχημα και τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, δημιουργήθηκε δύσμορφη ουλή, που λεπτομερώς περιγράφει, για την αισθητική βελτίωση της οποίας "απαιτείται" μία χειρουργική επέμβαση, ήτοι περιστατικά που πληρούν το κριτήριο "της ανάγκης", για την πραγματοποίηση της δαπάνης αυτής και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, απαίτησε περαιτέρω και το μη αναγκαίο στοιχείο "του πραγματοποιήσιμου" της δαπάνης αυτής, Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να γίνει δεκτός, ως κατ’ ουσίαν βάσιμος.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για την μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΑΠ 125/2017), ενώ οι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αλυσιτελείς (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 1008/2007). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή την μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ του Α.Κ. έχει το μεν ουσιαστικό χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, το δε δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 601/2010).
Συνεπώς η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1335/2017, ΑΠ 1306/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της, που αφορά στην απόρριψη της ένδικης αγωγής, κατά την κυρία βάση αυτής, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε την καταψήφιση των αναιρεσιβλήτων στην καταβολή του ποσού των 52.865,01 ευρώ, το οποίο, με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα απεκέρδαινε απασχολούμενη ως κομμώτρια, τα ακόλουθα: "...αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το σχολικό έτος 2000-2001 ολοκλήρωσε τη φοίτησή της στο Β’ Κύκλο Σπουδών και έλαβε από το ... πτυχίο Κομμωτικής τέχνης στον Τομέα Αισθητικής - Κομμωτικής, ειδικότητα την οποία ουδέποτε άσκησε μέχρι την ημέρα του ένδικου ατυχήματος. Πριν από το ένδικο ατύχημα και ειδικότερα από τον Μάρτιο του 1999 μέχρι και τον Ιούνιο του 2006 η ενάγουσα εργάστηκε ως υπάλληλος στις εταιρίες "... ΑΕ", "... ΑΕ" και "... ΑΕ", ενώ από τον Μάιο του 2007 μέχρι τις 31.10.2008 εργάστηκε ως πωλήτρια βιβλίων στο επί της οδού ..., στην ..., κείμενο βιβλιοπωλείο του Α. Ι. Κ.. Στις 31.10.2008 ο τελευταίος κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της και έκτοτε η ενάγουσα δεν απασχολήθηκε σε κάποια άλλη εργασία. Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, η οποία ήταν άνεργη ήδη από το τέλος Οκτωβρίου 2008 και δεν είχε επαγγελματική εμπειρία στην κομμωτική τέχνη, αφού ουδέποτε μέχρι τότε είχε εργαστεί ως κομμώτρια, μολονότι διέθετε πτυχίο, θα απασχολείτο ως κομμώτρια μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, λαμβανομένων υπόψη και των επικρατουσών οικονομικών συνθηκών, εξ αιτίας της συνεχιζόμενης οικονομικής ύφεσης που επικρατεί στη χώρα σε όλους τους τομείς και τους υψηλούς δείκτες ανεργίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αφού ούτε σχετικό αποδεικτικό έγγραφο ή άλλο στοιχείο προσκομίστηκε, με μόνη δε την αναφορά του μάρτυρα απόδειξης Π. Χ., ότι η ενάγουσα είχε συμφωνήσει να εργαστεί ως κομμώτρια, χωρίς να επιρρωνύεται η κατάθεση αυτή από την προσκόμιση εκ μέρους της ενάγουσας σύμβασης εργασίας ή άλλου στοιχείου αποδεικτικού της μέλλουσας σύμβασης εργασίας, το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί σε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτηθέντος για την αιτία αυτή ποσού των 52.865,01 ευρώ. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα λόγω του ένδικου τραυματισμού της απώλεσε εισοδήματα, τα οποία με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα λάμβανε για το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 έως 31.12.2013...". Με βάση δε τα δεκτά γενόμενα υπ’ αυτού, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε το κονδύλιο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων" και εν τέλει απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τον συναφή λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 929 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε, και δικαιολογούν την κατ’ ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής, κατά την κυρία βάση αυτής. Γι’ αυτό και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον αυτό ως άνω (δεύτερο) κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την σ’ αυτόν, κατά το έτερο μέρος του, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, της πιθανότητας δηλαδή ως στοιχείου του διαφυγόντος κέρδους της ζημίας της και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με το ότι η μελλοντική ζημία της ήταν πιθανή, με την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας η ουσία αποκλειστικά της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 και 339 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι η υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου, (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον από το νόμο οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ.ΑΠ 8/1987, ΑΠ 172/2003), ενώ, περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Επομένως το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη την από την αναιρεσείουσα επικληθείσα και προσκομισθείσα βεβαίωση τρίτου, ήτοι, του Ε. Φ., για το λόγο ότι, η δήλωση αυτή έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην μεταξύ των διαδίκων δίκη, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη νομίμως επικληθέντος και προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου, και ο αντίθετος δεύτερος, κατά το τελευταίο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά, ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα, επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον λόγο της εφέσεως ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη, ενώ, εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα και αποτελούντα "πράγμα" ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσης δίκης και συγκεκριμένα, το δεύτερο λόγο της από 18.6.2014 εφέσεως της αναιρεσείουσας, βάσει του οποίου εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική αυτής βάση, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε την καταψήφιση των αναιρεσιβλήτων στην καταβολή του ποσού των 46.800 ευρώ, το οποίο, με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα απεκέρδαινε απασχολούμενη ως ανειδίκευτη υπάλληλος σε οποιαδήποτε εργασία κατά το από 1.9.2009 έως 31.12.2013 χρονικό διάστημα και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα. Ο λόγος αυτός (τρίτος) της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αποτελούντα "πράγμα" λόγο αυτό της εφέσεως και δεν ασχολήθηκε καθόλου με την επικουρική βάση της αγωγής (για τα εισοδήματα, ύψους 46.800 ευρώ, που η αναιρεσείουσα θα απολέσει στο μέλλον εξαιτίας της ανικανότητάς της προς εργασία - απασχολούμενη ως ανειδίκευτη υπάλληλος), μετά την απόρριψη της κύριας βάσεως της αγωγής (για τα εισοδήματα, ύψους 52.865,01 ευρώ, που θα απολέσει στο μέλλον εξ αιτίας της ανικανότητάς της προς εργασία - απασχολούμενη ως κομμώτρια), παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του αυτού ως άνω λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στην συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.. (Ολ.ΑΠ 9/2015). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέρος, τα εξής: "Στην ... στις 15.7.2009 και περί ώρα 12:30 ο Ι. Σ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητα και κατοχή της προστήσασας τον ως άνω οδηγό ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της με την απόφαση ....9.2009 και 21.9.2009 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (Φ.Ε.Κ. 11292/21.9.2009, τ. Α.Ε. - Ε.Π.Ε.), ως οιονεί καθολικός διάδοχος, το παρεμπιπτόντως εναγόμενο ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 40 χ/ω επί της οδού ..., με κατεύθυνση προς την πλατεία ... και ακολούθως τη λεωφόρο Βουλιαγμένης. Η οδός ... είναι καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα, ευθεία, οριζόντια, διπλής κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 5,60 μέτρων, συμβάλλεται δε στο ύψος της πλατείας ... με την οδό ..., η οποία είναι επίσης καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα, ευθεία, οριζόντια, διπλής κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, οι οποίες (λωρίδες κυκλοφορίας) διαχωρίζονται με νησίδα πλάτους 3,80 μέτρων, και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,40 μέτρων. Επί της οδού ... υφίσταται μεταξύ των άλλων και πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας των κινουμένων οχημάτων (πιν. Ρ-2, "STOP", άρθρο 4 § 3 Κ.Ο.Κ.) πριν από την είσοδό τους στη διασταύρωση, ενώ επί της οδού ... υφίστανται πινακίδες διάβασης πεζών και απαγόρευσης αριστερής στροφής (πιν. ..., άρθρ.4 § 3 Κ.Ο.Κ.). Κατά τον ανωτέρω χρόνο η άσφαλτος στις ανωτέρω οδούς ήταν ξηρά, ήταν ημέρα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών και στις δύο οδούς ήταν αραιή και η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα και στις δύο προαναφερόμενες οδούς ορίζεται σε 50 χ/ω με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-32, άρθρο 4 § 3 Κ.Ο.Κ.). Την προαναφερομένη χρονική στιγμή ο πρώτος των εναγομένων της κύριας αγωγής, Γ. Ν. οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη, κατά τον χρόνο εκείνο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στη δεύτερη των εναγομένων της κύριας αγωγής - παρεμπιπτόντως ενάγουσα αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία "...", που αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία "... Α.Ε.", με επιβάτιδα την ενάγουσα Μ. συζ. Γ. Ν. και εκινείτο επί της οδού ..., στο ρεύμα αυτής που κατευθύνεται προς την πλατεία ... και ακολούθως στην οδό ..., με ταχύτητα 40 χ/ω και αριστερά σε σχέση με την πορεία του προαναφερομένου I.X. φορτηγού αυτοκινήτου. Ο οδηγός του φορτηγού φθάνοντας στην συμβολή της οδού ... με την πλατεία ... και έχοντας στην πορεία του ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα με την ένδειξη "STOP", διέκοψε την ευθεία πορεία του προ της συμβολής και έλεγξε το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... προς Ηλιούπολη. Μετά τον έλεγχο που διενήργησε και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν κινούνταν οχήματα επί του ρεύματος πορείας της οδού αυτής (...) προς Ηλιούπολη ξεκίνησε την ευθεία πορεία του, προκειμένου να διασχίσει κάθετα αυτό το ρεύμα πορείας της ως άνω οδού. Κατά τον έλεγχο όμως που διενήργησε δεν βεβαιώθηκε, όπως είχε υποχρέωση, ότι και στο αντίθετο ρεύμα πορείας της προαναφερομένης οδού, ήτοι προς πλατεία ... και ακολούθως προς την οδό ..., δεν κινούνταν οχήματα, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα κινούμενα επί της ως άνω οδού ..., και δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οχήματα, όπου εκινείτο η οδηγούμενη από τον πρώτο εναγόμενο δίκυκλη μοτοσυκλέτα, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα, η οποία, ως προαναφέρθηκε, δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 50 χ/ω, εισερχόμενος κάθετα στο ρεύμα πορείας της οδού ... με κατεύθυνση από την Ηλιούπολη προς την πλατεία ... και ακολούθως προς την οδό ..., με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, δεύτερος εναγόμενος, μολονότι εισερχόταν σε κόμβο, συνέχισε την πορεία του με την αυξημένη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα των 40 χ/ω και, αντικρίζοντας το I.X. φορτηγό αυτοκίνητο, πέδησε απότομα, με συνέπεια να απολέσει την ισορροπία του και να ανατραπεί η δίκυκλη μοτοσυκλέτα μαζί με τους επιβάτες της στην αριστερή πλευρά του ρεύματος πορείας του και στο μέσον περίπου της διαγραμμισμένης επί του οδοστρώματος διάβασης πεζών, η οποία (δίκυκλη μοτοσυκλέτα) μετά από μία πορεία 4,5 μέτρων διαγώνια επί του οδοστρώματος προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της επί του εμπρόσθιου δεξιού πλαϊνού τμήματος του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα, τόσο του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Γ. Ν. (πρώτου εναγομένου της κύριας αγωγής) όσο και του οδηγού του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου, Ι. Σ., η οποία κατανέμεται σε ποσοστό 30% για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και σε ποσοστό 70% για τον οδηγό του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου. Ειδικότερα η αμέλεια του οδηγού του I.X. φορτηγού αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς να καταβάλλει την, κατ’ αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, δεν συμμορφώθηκε προς τους κανόνες οδήγησης και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και έχοντας στην πορεία του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας "STOP" όφειλε να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου παρακώλυση της κυκλοφορίας και συγκεκριμένα θέλοντας να εισέλθει σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ο οποίος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα είναι οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, και στον οποίο όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον που έρχεται από δεξιά, και έχοντας στην πορεία του πριν από τον κόμβο ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα με την ένδειξη "STOP" (πιν. Ρ-2 άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2969/1999), η οποία σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα, τα οποία κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει, ακινητοποίησε μεν το όχημά του προ του ισόπεδου οδικού κόμβου, ως όφειλε και υποχρεούτο, πλην όμως ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων που κινούνταν μόνο στο ρεύμα πορείας της οδού ... προς Ηλιούπολη και όχι και στο αντίθετο ρεύμα πορείας της τελευταίας αυτής οδού, όπως είχε υποχρέωση, με συνέπεια να μην παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα κινούμενα επί της ως άνω οδού ..., και δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οχήματα, όπου εκινείτο η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, να παρεμβληθεί στην πορεία της τελευταίας και να προκαλέσει επί του κόμβου το ένδικο ατύχημα, κατά παράβαση των άρθρων 4, 12 παρ. 1, 19 και 26 του ΚΟΚ. Συνυπαίτιος όμως, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 30%, είναι και ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Γ. Ν., πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής, ο οποίος, ως προαναφέρθηκε, οδηγούσε χωρίς να καταβάλλει την, κατ’ αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, δεν συμμορφώθηκε προς τους κανόνες οδήγησης και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και είχε υποχρέωση να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, και συγκεκριμένα έβαινε με την αυξημένη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα των 40 χ/ω, η οποία δεν υπερέβαινε μεν την επιτρεπόμενη, πλην όμως δεν ήταν η ενδεδειγμένη, εφόσον πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, με συνέπεια όταν αντίκρισε το I.X. φορτηγό αυτοκίνητο να πλησιάζει να διασχίσει το ρεύμα πορείας του να εκτελέσει ανεπιτυχή τροχοπέδηση, η οποία δεν ήταν αρκετή για να ακινητοποιήσει το όχημά του και να ανατραπεί το όχημά του και να επιπέσουν επί του οδοστρώματος τόσο ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας όσο και η ενάγουσα, συνεπιβάτισσά του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 19 και 26 του ΚΟΚ...... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, Μ. Σ. συζ. Γ. Ν., συνεπιβάτισσα στην οδηγούμενη από τον πρώτο εναγόμενο-σύζυγό της, Γ. Ν., δίκυκλη μοτοσυκλέτα, αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γ. Γεννηματάς", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου δεξιού γόνατος και αποσπαστικό κάταγμα κνημιαίου κυρτώματος. Στις 17.7.2009 η ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ανάταξης των καταγμάτων και εσωτερική οστεοσύνθεση, ενώ επιπρόσθετα το κνημιαίο κύρτωμα συγκρατήθηκε με σύρμα τύπου tension band, νοσηλεύθηκε στην Β’ Ορθοπεδική Κλινική του νοσοκομείου αυτού μέχρι τις 22.7.2009 οπότε εξήλθε με σύσταση για επανεξέταση στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία. Στις 27.10.2009 επανεισήχθη στο ίδιο ως άνω νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του σύρματος tension band, εξήλθε δε του νοσοκομείου στις 29.10.2009 με οδηγίες και ένδειξη επανελέγχου στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της ιδίας ως άνω ορθοπεδικής κλινικής. Στις 29.9.2010 η ενάγουσα εξετάστηκε στην ιδία ως άνω κλινική, όπου διαπιστώθηκε ότι βαδίζει με μία βακτηρία, έχει μετρίου βαθμού ενοχλήματα και παρουσιάζει 2ου βαθμού πλαγιοπλάγια αστάθεια λόγω της μεγάλης συντριπτικότητας του κατάγματος και ότι εμφανίζει εμφανή ατροφία του τετρακεφάλου ΔΕ. Στις 21.3.2011 η ενάγουσα επανεξετάστηκε στην ιδία ως άνω κλινική, όπου διαπιστώθηκε ότι βαδίζει με χωλότητα χωρίς βοήθημα, με περιορισμό δραστηριότητας λόγω των υπολειπόμενων ενοχλημάτων, ότι παρουσιάζει έξω αστάθεια, συνεπεία της μεγάλης συντριπτικότητας με οστική εμβύθιση του έξω κνημιαίου κονδύλου. Στις 12.1.2012 επανεισήχθη στην ίδια ως άνω κλινική του προαναφερομένου νοσοκομείου, όπου υποβλήθηκε σε αφαίρεση υλικών οστεοσύνθεσης, καθώς και σε αρθροσκόπηση δεξιού γόνατος, κατά την οποία και διαπιστώθηκε εμβύθιση του έξω κνημιαίου κονδύλου και αποκόλληση του οπισθίου κέρατος του έξω μηνίσκου και πρόσθια παρεκτόπιση του σώματος που δεν επιδεχόταν συρραφή και αφέθηκε ως έχει προς αποφυγή επίτασης των ενοχλημάτων και εξήλθε στις 16.1.2012 με οδηγίες και την ένδειξη παρακολούθησης στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της προαναφερομένης κλινικής σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στις 4.3.2013 η ενάγουσα επανεξετάστηκε στην ιδία ως άνω κλινική, όπου διαπιστώθηκε ότι η κλινική της εικόνα παραμένει σταθερή χωρίς επιδείνωση ενοχλημάτων, ότι βαδίζει με ένα βοήθημα, ότι ακτινολογικά παραμένει η ίδια εικόνα με σημαντική εμβύθιση του έξω κνημιαίου κονδύλου του ΔΕ γόνατος και ότι με την πάροδο του χρόνου στα πλαίσια της μετατραυματικής αρθρίτιδας είναι πολύ πιθανό να υπάρξει επιδείνωση των ενοχλημάτων. Τον Σεπτέμβριο του 2014 η ενάγουσα επανεξετάστηκε στην ιδία ως άνω κλινική, όπου διαπιστώθηκε ότι η κλινική της εικόνα παρουσιάζει σταδιακή επιδείνωση των ενοχλημάτων (πόνος, αστάθεια) που απαιτεί τη χρήση βοηθήματος κατά την βάδιση εκτός της οικίας της και ότι λόγω της βαρύτητας της κάκωσης και της χρονιότητάς της θεωρείται βέβαιο η ανάπτυξη μετατραυματικής αρθρίτιδας στο ΔΕ γόνατο που θα απαιτήσει την εφαρμογή ολικής αρθροπλαστικής (βλ. τις με αρ. πρωτ. .../2009, .../2009, ...2010, .../2011, ...2012, .../2013 και .../2014 βεβαιώσεις νοσηλείας της Β’ Ορθοπεδικής Κλινικής του νοσοκομείου "Γ. Γεννηματάς"). Η ενάγουσα ακολούθησε μετεγχειρητικά πρόγραμμα φυσιοθεραπείας με μυϊκή ενδυνάμωση και κινησιοθεραπεία, όπως αυτό βεβαιώνεται στην με αρ. πρωτ. ...2010 βεβαίωση νοσηλείας της προαναφερομένης Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου. Με την 4931/14.6.2011 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Νότιου Τομέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής η ενάγουσα έχει κριθεί ανάπηρη σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67% για δύο έτη, λόγω της χωλότητας που εμφανίζει στη βάδιση και της έξω αστάθειας, λόγω της μεγάλης συντριπτικότητας με οστική εμβύθιση του έξω κνημιαίου κονδύλου. Με την από 19.11.2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δ/νσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του Ι.Κ.Α. γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα ότι μετά από αξιολόγηση από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ το ποσοστό αναπηρίας της ανέρχεται σε 30% κατά ιατρική πρόβλεψη για το χρονικό διάστημα από 1.7.2014 έως 30.6.2015.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από την προαναφερθείσα εις βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας και της στεναχώριας που δοκίμασε εξ αιτίας του τραυματισμού της, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως. Η έκταση αυτής, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, η φύση και το είδος του τραυματισμού που το ατύχημα προκάλεσε στην ενάγουσα, εξ αιτίας του οποίου υποβλήθηκε ήδη στις πιο πάνω χειρουργικές επεμβάσεις, η βλάβη που επήλθε και η έκτασή της, της εμφάνισης μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας δεξιού γόνατος λόγω πωρωθέντος σε πλημμελή θέση κατάγματος κνημιαίων κονδύλων, το χρονικό διάστημα που νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο και το διάστημα που απαιτήθηκε στη συνέχεια για την ανάρρωσή της, το σωματικό και ψυχικό άλγος που οι ιατρικές επεμβάσεις της προκάλεσαν, η εξελικτική πορεία της καταστάσεως της υγείας της ενόψει και της ηλικίας της κατά το χρόνο του ατυχήματος (53 ετών), επιπλέον δε οι συνθήκες της σύγκρουσης και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, ενώ η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι μόνον εγγυητική), πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. Το ανωτέρω επιδικασθέν ποσό είναι εύλογο (άρθρο 932 του Α.Κ.), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.),όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης 1445/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επιδικαστεί σ’ αυτήν ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού της, το ποσό των 25.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη του την πραγματική, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ηλικία της (28 ετών), όπως τούτο συνάγεται από τις προεκτεθείσες κατά την έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως -της αναγραφομένης, επομένως, στην ανωτέρω σκέψη αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως) ως ηλικίας αυτής των 53 ετών, οφειλομένης σε προφανή παραδρομή- δέχθηκε την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση των αναιρεσιβλήτων και την έφεση του παρεμπιπτόντως εναγομένου ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την κατ’ ουσίαν εκδίκαση της αγωγής, επιδίκασε στην ενάγουσα, για την προεκτεθείσα αιτία, το ποσό των 15.000 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή την χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας στο ποσό των 15.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις. Κατ’ ακολουθίαν ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη, κατ’ εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σ’ αυτήν το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αντί του αιτουμένου ποσού των 250.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του τετάρτου αναιρετικού λόγου, από τους αριθμούς 12 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα κεφάλαια αυτής στα οποία αναφέρονται οι πρώτος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, που αφορούν στην αποζημίωση της αναιρεσείουσας για την δαπάνη χειρουργικής επεμβάσεως προς αισθητική αποκατάσταση της προαναφερόμενης δύσμορφης ουλής της και τα διαφυγόντα εισοδήματά της από την απασχόλησή της, ως ανειδίκευτη υπάλληλος, καθ’ όσον αφορά ειδικότερα την επικουρική περί διαφυγόντων εισοδημάτων της αγωγική βάση, καθώς επίσης και στο κεφάλαιο της χρηματικής της ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς τα προεκτεθέντα κεφάλαια, εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2776/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου