
96/2010 ΑΠ ( 518431)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , Δ/ΝΗ 2011/375 , Δ/ΝΗ 2011/397 , Δ/ΝΗ 2011/452)
Δικονομία πολιτική. Αναίρεση. Προϋποθέσεις παραδεκτού αυτής. Αν η αναίρεση στρέφεται κατά πλειόνων αποφάσεων, τότε πρέπει να ασκείται χωριστά στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την κάθε απόφαση. Ακίνητα. Προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητας, κατόπιν μεταβιβάσεως. Κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Ο χρησιδεσπόζων μπορεί να υπολογίζει στη δική του νομή και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Προϋποθέσεις ορισμένου της αναγνωριστικής αγωγής με αντικείμενο την κυριότητα που αποκτήθηκε αφενός παράγωγα και αφετέρου με έκτακτη χρησικτησία. Αναιρετικοί λόγοι που ελέγχουν την κρίση περί αοριστίας της αγωγής. Προϋποθέσεις έγκυρης έκδοσης και δημοσίευσης μιας δικαστικής απόφασης. Προγενέστερο του ΑΚ δίκαιο. Δικαίωμα εμφυτεύσεως. Φύση και συνέπειες αυτού. Δικαίωμα του εμφυτευτή να εξαγοράσει την ψιλή κυριότητα του κτήματος. Ερμηνεία διαθήκης. Πότε λαμβάνει χώρα. Δεδικασμένο. Συνέπειες αυτού. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 134/2002 ΕφΙωαν)....
Αριθμός 96/2010(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , Δ/ΝΗ 2011/375 , Δ/ΝΗ 2011/397 , Δ/ΝΗ 2011/452)
Δικονομία πολιτική. Αναίρεση. Προϋποθέσεις παραδεκτού αυτής. Αν η αναίρεση στρέφεται κατά πλειόνων αποφάσεων, τότε πρέπει να ασκείται χωριστά στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την κάθε απόφαση. Ακίνητα. Προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητας, κατόπιν μεταβιβάσεως. Κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Ο χρησιδεσπόζων μπορεί να υπολογίζει στη δική του νομή και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Προϋποθέσεις ορισμένου της αναγνωριστικής αγωγής με αντικείμενο την κυριότητα που αποκτήθηκε αφενός παράγωγα και αφετέρου με έκτακτη χρησικτησία. Αναιρετικοί λόγοι που ελέγχουν την κρίση περί αοριστίας της αγωγής. Προϋποθέσεις έγκυρης έκδοσης και δημοσίευσης μιας δικαστικής απόφασης. Προγενέστερο του ΑΚ δίκαιο. Δικαίωμα εμφυτεύσεως. Φύση και συνέπειες αυτού. Δικαίωμα του εμφυτευτή να εξαγοράσει την ψιλή κυριότητα του κτήματος. Ερμηνεία διαθήκης. Πότε λαμβάνει χώρα. Δεδικασμένο. Συνέπειες αυτού. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 134/2002 ΕφΙωαν)....
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. Χ3 και 4. Χ4 συζ. Χ3, το γένος Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ...... Ο παραπάνω δικηγόρος δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσείων (Χ2) απεβίωσε στις 3-3-2005 και κληρονομήθηκε από: 1. την σύζυγό του Χ1 (ήδη 1η αναιρεσείουσα), και τα τέκνα του α) Χ4 του Χ2, συζ. Χ3, (ήδη 4η αναιρεσείουσα), β) Χ5 του Χ2, συζ. ..., γ) Χ6 του Χ2, συζ. ... , οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ...... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Χαρίση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-1991 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/1992 μη οριστική, 30/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 131/1999, 42/2000, 162/2001 μη οριστικών, 134/2002 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-7-2002 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 765/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 134/2002 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε κατά τύπους την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της συμπροσβαλλομένης 30/1998 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και την απέρριψε κατ` ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου.
Εξάλλου, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, και για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στη γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων και δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής, που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτόν τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον επικαλούμενο μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ` αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως είναι η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η εποπτεία, η φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας. Επίσης κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνοπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ` άρθρο 1051 ΑΚ. Περαιτέρω, από το άρθρο 1094 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις, καθώς και εκείνες του άρθρου 216 παρ.1 α` ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, και ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ` υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχός του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Συνίσταται δε ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μία συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε ως την εισαγωγή του ΑΚ στις 23-2-1946, ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μία συνεχή τριακονταετία. Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ` αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στα ως ανωτέρω δικόγραφά του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει υλικές πράξεις νομής πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογήσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 1879/2008, ΑΠ 452/2008, ΑΠ 968/2007). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει στην ένδικη από 5-11-1991 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τις από 27-1-1992 προτάσεις του που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την πρώτη ενώπιον αυτού συζήτησή της ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος του περιγραφόμενου οικοπεδοτεμαχίου εκτάσεως 990 τ. μ. Ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στη κυριότητά του κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω αγοράς από τους αληθινούς νομείς του και κυρίους ΑΑ και ΒΒ με το .../1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κιμ. Τζάλλα, που έχει ματαγραφεί νόμιμα. Ότι στους παραπάνω δικαιοπαρόχους του το ίδιο αδιαίρετο ποσοστό είχε παριέλθει ως εξής: Στη ΑΑ κατά το αδιαίρετο ποσοστό 1/4 από κληρονομία του αποβιώσαντος στις 26-3-1967 συζύγου της ΓΓ, την οποία είχε αποδεχθεί με την .../1967 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Παπακωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και στον ΒΒ από κληρονομία του αποβιώσαντος στις 10-2-1955 θείου του ΔΔ, την οποία είχε αποδεχθεί με την .../1991 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχαήλ Λεβέντη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στη κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, διότι νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Oτι το επίδικο ακίνητο αποτελεί διαιρετό τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου συνολικής έκτασης πέντε και πλέον στρεμμάτων, το οποίο κατά την εποχή της τουρκοκρατίας ανήκε στους αδελφούς ΕΕ και ΖΖ, από τους οποίους ο ΖΖ αποβίωσε σε άγνωστη χρονολογία πριν την απελευθέρωση της Ηπείρου και τον είχε διαδεχθεί η κόρη του ΗΗ, η οποία το καλλιεργούσε μαζί με τους κατόχους και νομείς του υπολοίπου 1/2 αυτού. Ότι το έτος 1897 αποβίωσε και ο ΕΕ, ο οποίος κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του ΣΤ και τα τέκνα του ΘΘ, ΚΚ, ΓΓ και ΔΔ, οι οποίοι αναμείχθηκαν στην κληρονομία του και κατέλαβαν το μεγαλύτερο ακίνητο κατά το αδιαίρετο 1/2 που του ανήκε. Ότι το έτος 1903 αποβίωσε ο ΘΘ και το μερίδιό του περιήλθε στη μητέρα του ΣΤ και στους αδελφούς του ΚΚ, ΓΓ και ΔΔ. Το έτος 1920 αποβίωσε η ΣΤ χήρα ΕΕ και κληρονομήθηκε ως προς το μερίδιό της εξ αδιαθέτου από τα ανωτέρω τέκνα της ΚΚ, ΓΓ και ΔΔ. Το έτος 1924 αποβίωσε άγαμος, άτεκνος και χωρίς διαθήκη ο ΚΚ και έτσι το μερίδιό του στον μεγαλύτερο αγρό περιήλθε στους δύο αδελφούς του ΓΓ και ΔΔ, οι οποίοι έγιναν συγκύριοι του 1/2 εξ αδιαιρέτου του μεγαλύτερου αγρού που ανήκε αρχικά στον πατέρα τους ΕΕ. Oτι στο μεταξύ οι παραπάνω κληρονόμοι των αρχικών κυρίων ΖΖ και ΕΕ, νεμόμενοι και καλλιεργώντας συνεχώς και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση τον μεγαλύτερο αγρό επί δεκαετία τουλάχιστον πριν από τις 20-5-1917 και όντας κύριοι αυτού, παραχώρησαν δικαίωμα εμφυτεύσεως στον αγρό αυτό στον ΛΛ, από τον οποίο εισέπρατταν το εδαφονόμιο.
Ο τελευταίος μετέτρεψε τον αγρό σε "άμπελον ευκληματούσαν" και σαν τέτοια την καλλιεργούσε και την εξουσίαζε μέχρι το θάνατό του το έτος 1926, οπότε και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του ΜΜ (πάππο από μητέρα του ενάγοντος), ΝΝ, ΞΞ, ΠΠ και ΡΡ, που υπεισήλθαν στη κληρονομία του πατέρα τους και συνέχισαν να το καλλιεργούν, καταβάλλοντας στους ως άνω κληρονόμους των ΖΖ και ΕΕ και ήδη ψιλούς κυρίους το συμφωνημένο εδαφονόμιο. Στη συνέχεια οι κληρονόμοι του ΛΛ διένειμαν άτυπα μεταξύ τους το αμπέλι και ο καθένας τους άρχισε να καλλιεργεί διακεκριμένο τμήμα του, εκτάσεως ενός περίπου στρέμματος, μεταξύ των οποίων και ο απώτερος δικαιοπάροχός του ΜΜ. Ότι τέλος αυτός (ενάγων) κατέστη κύριος του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1965 που το απέκτησε με άτυπη δωρεά από τη μητέρα του ΣΣ, η οποία το νεμήθηκε με βάση άτυπη δωρεά από τον πατέρα της ΜΜ από το 1940 μέχρι το έτος 1965 συνεχώς ασκώντας και οι δύο τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής ειδικότερες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και επιπλέον η μητέρα του και με καλή πίστη κατά το από 1940 έως 23-2-1946 χρονικό διάστημα και ότι το έτος 1990 οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν τη κυριότητά του επί του επιδίκου. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο, αφού οι εναγόμενοι από το έτος 1990 αμφισβήτησαν την κυριότητά του, ισχυριζόμενοι ότι είναι οι ίδιοι κύριοι αυτού. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη κτήση κυριότητας στο πρόσωπο του ενάγοντος επί του επιδίκου, τόσο με έκτακτη χρησικτησία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου επ` αυτού, όσο και με παράγωγο τρόπο (κτήση με σύμβαση πώλησης) κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από τους αναφερόμενους δικαιοπαρόχους του δυνάμει συμβολαίου που νόμιμα μεταγράφηκε και οι οποίοι είχαν γίνει συγκύριοι τούτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, το Εφετείο που έτσι έκρινε δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και έτσι ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 93 § 3 του ισχύοντος Συντάγματος κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, απαγγέλλεται δε σε δημόσια συνεδρίαση, κατά δε την διάταξη του άρθρου 305 του ΚΠολΔ το πρωτότυπο της αποφάσεως πρέπει να αναφέρει 1) ... 5) ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι ναι μεν οι αποφάσεις των Δικαστηρίων απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση, η απόδειξη όμως ότι έγινε τούτο δέν προκύπτει αποκλειστικά από αυτές, άλλα μπορεί να προκύψει και από τα συντασσόμενα περί τής δημοσιεύσεως πρακτικά του Δικαστηρίου (ΑΠ 788/1980). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 300 και 304 παρ. 1 ΚΠολΔ., που ορίζουν ότι στα πολυμελή δικαστήρια η απόφαση εκδίδεται ύστερα από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, ότι αφού περατωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει το σχέδιο της απόφασης, που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της, το οποίο χρονολογεί ο Πρόεδρος και το υπογράφει αυτός και ο Εισηγητής και ότι από το σχέδιο αυτό δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση, συνάγεται ότι η δικαστική απόφαση θεωρείται εκδοθείσα από τη σύνταξη, χρονολόγηση και υπογραφή του σχεδίου της, ενώ η δημοσίευση επιφέρει την τελείωση αυτής, μετά την οποία επέρχονται οι έννομες συνέπειές της (ΑΠ 1434/2007, ΑΠ 897/2004). Oπως προαναφέρθηκε το άρθρο 305 ΚΠολΔ απαριθμεί τα ουσιώδη στοιχεία της αποφάσεως και μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνει τη χρονολόγησή της. Τη χρονολόγηση της αποφάσεως προβλέπει πάντως το άρθρο 304 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα που αναφέρεται όμως όχι στο πρωτότυπο, αλλά στο σχέδιο της αποφάσεως, ορίζει δε στην παρ. 2 ότι: "από το σχέδιο της παραγράφου 1 δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση". Η μη αναγραφή όμως της αληθούς χρονολογίας δημοσιεύσεως της αποφάσεως δεν καθιστά την απόφαση ανυπόστατη (άρθρο 313 παρ. 1 ΚΠολΔ.), αφού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η απόδειξη αληθούς ημερομηνίας δημοσιεύσεως της αποφάσεως δεν προκύπτει αποκλειστικώς από αυτή, αλλά και από τα συντασσόμενα από το Δικαστήριο πρακτικά δημοσιεύσεως της αποφάσεως, ενώ από το σχέδιο που συντάσσει ο εισηγητής και χρονολογεί ο Πρόεδρος προκύπτει η ημερομηνία της διασκέψεως.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 7 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν παρανόμως, ήτοι χωρίς συνδρομή των αναφερόμενων στο άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος όρων, υπό τους οποίους εξαιρετικώς επιτρέπεται ο αποκλεισμός της δημοσιότητας των συνεδριάσεων των δικαστηρίων, αποκλείσθηκε η, κατ` αρχήν και συνταγματικώς επιβαλλομένη, δημοσιότητα της διαδικασίας, όχι δε και όταν παραλείφθηκε η κατ` άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος ανεξαιρέτως επιβαλλομένη απαγγελία της αποφάσεως του δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση, αφού τότε η απόφαση αυτή είναι, όχι απλώς πλημμελής ή άκυρη, αλλά ανύπαρκτη (ανυπόστατη) και συνεπώς ανεπίδεκτη προσβολής με αναίρεση, οπότε χωρεί μόνο αναγνώριση της ανυπαρξίας της, σύμφωνα με το άρθρο 313 παρ. 1 στοιχ. γ` ΚΠολΔ, κατόπιν σχετικής αγωγής ή ενστάσεως (ΑΠ 506/1983). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες με την επίκληση του αριθμού 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν υπάρχει σ` αυτή ημερομηνία διασκέψεως και ημερομηνία δημοσιεύσεως και ότι η απόφαση είναι άκυρη, είναι απαράδεκτος. Επειδή, κατά το άρθ. 58 ΕισΝΑΚ "το εμπράγματο δικαίωμα εμφύτευσης σε ξένο έδαφος, που υπάρχει κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διατηρείται και εξακολουθεί να διέπεται από το έως τώρα δίκαιο ή από τις ειδικές σχετικά μ` αυτό διατάξεις που ισχύουν έως τώρα".
Σύμφωνα με τις προϋσχύουσες του Αστικού Κώδικα διατάξεις των νομ. 3 παρ. 7, πανδ. (43.17) του Β.Ρ. δικαίου, εμφύτευση είναι το κληρονομητό και μεταβιβαστό εμπράγματο δικαίωμα χρήσεως και καρπώσεως ξένου ακινήτου σε χρόνο που μπορεί να ορισθεί και στο διηνεκές, ώστε να παρέχει στον εμφυτευή σχεδόν εξουσία ιδιοκτήτου. Eτσι, ο εμφυτευτής έχει τη χρήση και την κάρπωση του πράγματος, αποκτώντας τους καρπούς με μόνο το χωρισμό τους, όπως ο ιδιοκτήτης, και δικαιούται να επιχειρεί μεταβολές και βελτιώσεις σ` αυτό, όπως να μεταβάλει ένα χέρσο ή ασκεπή αγρό σε αμπελώνα ή ελαιώνα. Όμως ο εμφυτευτής, ως δικαιούχος δικαιώματος επί αλλοτρίου ακινήτου, δεν ασκεί νομή αλλά οιονεί νομή σ` αυτό και δεν μπορεί, επομένως, να αποκτήσει κυριότητα επί του εμφυτευτικού κτήματος με χρησικτησία, κατέχει δε το ακίνητο ως αντιπρόσωπος του ψιλού κυρίου-νομέως από τον οποίο απέκτησε το δικαίωμα εμφυτεύσεως εκτός αν εκδηλώσει βούληση για αντιποίηση της νομής και η απόφασή του αυτή περιήλθε σε γνώση του ψιλού κυρίου-νομέα (ΑΠ 1193/1974).
Εξάλλου κατά το άρθρο 60 ΕισΝΑΚ, αν στην περίπτωση του παραπάνω άρθρου δεν παρέχεται ή δεν παρέχεται πια από ειδικούς νόμους στον κύριο του εδάφους ή στο δικαιούχο του εμπράγματου δικαιώματος στο έδαφος δικαίωμα εξαγοράς, καθένα από τα δύο μέρη έχει δικαίωμα, από την εισαγωγή του ΑΚ, να ζητήσει την εξαγορά των δικαιωμάτων του άλλου, πληρώνοντας την αξία τους κατά το χρόνο της εξαγοράς, η οποία χαρακτηρίζεται ως δημόσια ανάγκη. Μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατ` εφαρμογή του άρθρου 104 παρ. 6 του Συντάγματος του 1952, εκδόθηκε το ν.δ. 3096/1954 "περί διαλύσεως υφισταμένων εισέτι εργοληψιών και εξαγοράς της ψιλής κυριότητος εμφυτευτικών κτημάτων και άλλων τινών διατάξεων", το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 117 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975. Ο νόμος αυτός ορίζει, ότι επιτρέπεται η εξαγορά από τους εμφυτευτές του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας εμφυτευτικών κτημάτων, σε οποιοδήποτε σημείο της χώρας και αν βρίσκονται, φυτευμένων ή όχι (άρθρ. 7 παρ. 1) και ότι το δικαίωμα εξαγοράς ασκεί αυτός που έχει επί του κτήματος εμπράγματο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο δικαίωμα διηνεκούς εμφύτευσης (άρθρ. 18 παρ. 1). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι με αυτές καθιερώνεται δικαίωμα προτίμησης του εμφυτευτή, δοθέντος ότι το δικαίωμα εξαγοράς της ψιλής κυριότητας είναι επικρατέστερο του δικαιώματος που παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 60 του ΕισΝΑΚ. Τρόπος συστάσεως της εμφυτεύσεως είναι η σύμβαση με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, η διάταξη τελευταίας βουλήσεως και η δικαστική απόφαση. Στην περίπτωση κληρονομικής διαδοχής τα πρόσωπα των εξαδιαθέτου κληρονόμων του εμφυτευτή προσδιορίζονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο του θανάτου του. (ΑΠ 1193/1974). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Eλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ. 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο έκτασης 990 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στη θέση ..., η οποία έχει ενταχθεί στο σχέδιο της πόλης. Συνορεύει περιμετρικά με ιδιοκτησία ... από δύο πλευρές, ........ , με νέα υπό διάνοιξη οδό και με ιδιοκτησία των εναγομένων και φαίνεται στο από Μάϊο τους έτους 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού ... υπό στοιχεία Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Α που είναι προσαρτημένο στο .../1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κίμωνος Τζάλλα που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Κατά το παρελθόν το επίδικο αποτελούσε τμήμα ενιαίου ακινήτου εκτάσεως 5,5 στρεμμάτων περίπου κατ` ακριβή δε καταμέτρηση που φαίνεται στο από Δεκέμβριο του έτους 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ... εκτάσεως 5.815 μ2. Το ως άνω τοπογραφικό φέρει την υπογραφή των δύο πρώτων εναγομένων και έχει επισυναφθεί στο .../1980 προικοσυμβόλαιο των δύο πρώτων εναγομένων και του ΤΤ, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Ιωαννίνων Παναγιώτης Ευθυμιάδης, δυνάμει του οποίου οι ως άνω (προικοδότες) μεταβίβασαν στον προικολήπτη τέταρτο των εναγομένων, για το γάμο του με την κόρη των δύο πρώτων εναγομένων τρίτη εναγομένη άλλο τμήμα εκτάσεως 708.75 τετραγωνικών μέτρων κατά πλήρη κυριότητα. Του ως άνω ενιαίου ακινήτου συγκύριοι ήσαν κατά τα τέλη του 19ου αιώνα οι αδελφοί ΕΕ και ΖΖ και στη συνέχεια περιήλθε στους κληρονόμους των ήτοι στους ΓΓ και ΔΔ και στην ΗΗ. Πολλά χρόνια πριν, όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, η οικογένεια ... (αναφέρεται το επώνυμο των ΑΑ-ΓΓ-ΔΔ-ΕΕ-ΣΤ-ΖΖ-ΗΗ), είχεν παραχωρήσει δικαίωμα εμφυτεύσεως στο ως άνω ενιαίο ακίνητο στον ΛΛ, ο οποίος φύτεψε σ` αυτό αμπέλι το οποίο καλλιεργούσε αποδίδοντας στους ιδιοκτήτες του ενιαίου αυτού ακινήτου "ετήσιο τέλεσμα" ή "εδαφονόμιο" ήτοι ποσοστό επί των παραγομένων καρπών. Ο ως άνω εμφυτευτής του ενιαίου ακινήτου ΛΛ πέθανε το έτος 1926 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του ΤΤ, ΝΝ, ΜΜ, ΞΞ, ΠΠ και ΡΡ. Πριν το θάνατό του ο ΛΛ είχε συντάξει την .../16-1-1924 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Αναστασίου Αλιέως. Η διαθήκη του αυτή δημοσιεύθηκε με το 40/1929 πρακτικό του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και με αυτή καθίσταται γενικός κληρονόμος του θανόντος ο γυιός του ΤΤ χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στο δικαίωμα εμφυτεύσεως στο ως άνω ενιαίο ακίνητο, το οποίο δικαίωμα που προϋπήρχε του ισχύοντος Αστικούς Κώδικα ήταν κληρονομητό. Ετσι το ως άνω εμφυτευτικό δικαίωμα του ΛΛ περιήλθε εξ αδιαθέτου στα έξι παραπάνω τέκνα του. Τούτο άλλωστε ρητά αναφέρεται στις 184/1961 και 512/1962 αποφάσεις του Προέδρου Πρωτοδικών Ιωαννίνων, που εκδόθηκαν κατ` αίτηση των εκ των κληρονόμων του ως άνω εμφυτευτού, ΤΤ η πρώτη και των τριών ως άνω θυγατέρων του ΛΛ και των δύο πρώτων εναγομένων, ως κληρονόμων εκ διαθήκης του ΝΝ και που κατέστησαν τελεσίδικες, αφού απορρίφθηκαν οι κατ` αυτών ασκηθείσες εφέσεις δυνάμει των 477/1961 και 553/1962 αποφάσεων του Δικαστηρίου Πρωτοδικών Ιωαννίνων. Με τις ως άνω αποφάσεις αναγνωρίσθηκε υπέρ των αιτούντων το δικαίωμα εξαγοράς της ψιλής κυριότητας των καθ` ών οι αιτήσεις ΓΓ, ΒΒ και ..., ως επιτρόπου της ΗΗ του ως άνω ενιαίου ακινήτου, εμφυτευτικού κτήματος, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 4/18 (1/6 + 1/18) στον ΤΤ 3/18 σε κάθε μία από τις τρεις κόρες του εμφυτευτή ΛΛ και 1/18 σε κάθε ένα από τους δύο πρώτους εναγομένους κατ` εφαρμογή των άρθρων 17-18 του 3096/1954 Ν.Δ./τος ως ίσχυε τότε σε συνδυασμό με τα άρθρα 58-63 του Α.Ν. 2783/1941. Γίνεται φανερό ότι το δικαίωμα εξαγοράς της ψιλής κυριότητας του εμφυτευτικού δικαιώματος στο ως άνω ενιαίο ακίνητο του ΛΛ, αρχικού εμφυτευτή, ασκήθηκε τα έτη 1961 και 1962 από τους κληρονόμους του ήτοι τα τέκνα του, ΤΤ και τις τρεις κόρες του ΞΞ, ΠΠ και ΡΡ κατά ποσοστό 1/6 καθένα ως εξ αδιαθέτων κληρονόμων του. Το ίδιο ποσοστό 1/6 επί του ως άνω ακινήτου που είχε κληρονομήσει το τέκνο του αρχικού εμφυτευτή ΝΝ, που πέθανε το έτος 1957 εξαγοράσθηκε από τους εκ διαθήκης κληρονόμους αυτού ήτοι τον αδελφό του ΤΤ κατά 1/18 και από τους πρώτη και δεύτερη των εναγομένων, θετή κόρη και γαμβρό του αδελφού του ΤΤ επίσης κατά 1/18 καθένας.
Συνεπώς εξαγοράσθηκαν από τους προαναφερθέντες τα 15/18 της ψιλής κυριότητας του ως άνω ενιαίου ακινήτου, ενώ με τις ως άνω αποφάσεις δεν εξαγοράσθηκε η ψιλή κυριότητα και των υπολοίπων 3/18 του ενιαίου ακινήτου ως είχαν δικαίωμα οι κληρονόμοι του ΜΜ, που πέθανε το 1928 και που είχε κληρονομήσει ως τέκνο του αρχικού εμφυτευτή τα 3/18 του εμφυτευτικού δικαιώματος. Το εν λόγω τέκνο του αρχικού εμφυτευτή ήτοι ο ΜΜ κατέλειπε ως κληρονόμους του τα τέσσερα τέκνα του, ήτοι την ΣΣ, μητέρα του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου, το ..., τον ... και την ...... Η μητέρα του ενάγοντος ΣΣ νυμφεύθηκε τον πατέρα του ενάγοντος ..., ήτοι άτομο που είχε το ίδιο με αυτή επώνυμο. Αυτός στη δίκη εξαγοράς του ποσοστού ψιλής κυριότητας του ως άνω ενιαίου ακινήτου από τον ΤΤ επί της οποίας εκδόθηκε η 184/1961 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ιωαννίνων ήσκησεν κυρία παρέμβαση προφορικά η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει προδικασίας. Εκ της ενεργείας του όμως αυτής προκύπτει ότι ήδη από του έτους 1961 η οικογένειά του αξίωνε και είχεν δικαιώματα επί του ως άνω ενιαίου ακινήτου και αυτό ήταν γνωστό σε όλους τους κληρονόμους του αρχικού εμφυτευτή που ζούσαν ήτοι στον ΤΤ και στις αδελφές του ΠΠ, ΡΡ και ΞΞ καθώς και στους δύο πρώτους εναγομένους. Σημειώνεται ότι οι ως άνω τρεις αδελφές το 1963 μεταβίβασαν στους δύο πρώτους εναγομένους το ποσοστό των 3/6 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος εξαγοράς της ψιλής κυριότητας του εμφυτευτικού ενιαίου κτήματος, που είχεν αναγνωρισθεί σ` αυτές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις, δυνάμει των ... και .../16-7-1963 συμβολαίων σύστασης προίκας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παναγιώτη Ευθυμιάδη που νόμιμα μεταγράφτηκαν. Στη συνέχεια οι δύο πρώτο εναγόμενοι σύζυγοι και ο ΤΤ, συγκύριοι κατά τα προεκτεθέντα των 15/18 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ενιαίου ακινήτου, με το .../7-12-1980 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παναγιώτη Ευθυμιάδη μεταβίβασαν λόγω προίκας στην κόρη τους οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και εγγονή του ο ΤΤ, ήτοι στην τέταρτη εναγομένη και στον τρίτο εναγόμενο σύζυγό της κατά πλήρη κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα ένα οικόπεδο εκτάσεως 708.75 τετραγωνικών μέτρων που είναι διαιρετό τμήμα του όλου ενιαίου ως άνω ακινήτου μετά της υπάρχουσας σ` αυτό ημιτελούς εξ ισογείου και πρώτου ορόφου οικοδομής. Στο εν λόγω συμβόλαιο οι προικοδότες, μεταξύ των οποίων οι δύο πρώτοι εναγόμενοι εκθέτουν τον τρόπο με τον οποίο απέκτησαν την πλήρη κυριότητα του μεταβιβασθέντος οικοπέδου και ειδικότερα για τα 3/18 εξ αδιαιρέτου αυτού που δεν είχε εξαγορασθεί η ψιλή κυριότητά του κατά τα προεκτεθέντα ούτε από τους ίδιους αλλ` ούτε και από τους κληρονόμους του ΜΜ, στον οποίο ανήκε το πιο πάνω ποσοστό μέχρι το θάνατό του το 1928 περιέχεται η ακόλουθη δήλωσή τους. "Το υπόλοιπο 1/6 εξ αδιαιρέτου ή τα υπόλοιπα 3/18 εξ αδιαιρέτου του κοινού στους ως άνω προικοδότες και κατά την ανήκουσαν αυτοίς αναλογίαν δυνάμει της γενομένης προ εικοσαετίας και πλέον μεταξύ των προικοδοτών και του ΜΜ ατύπου διανομής δι` ης ο ΜΜ κύριος του 1/6 εξ αδιαιρέτου κοινής μείζονος εκτάσεως, έλαβεν το αναλογούν εις το ανήκον αυτώ ως άνω μερίδιον τμήμα αυτής, εμβαδού του τμήματος χιλίων (1.000) τετραγωνικών περίπου μέτρων, εξελθών ούτω της κοινωνίας και οι άνω προικοδόται παραμένοντες εν κοινωνία έλαβον εις την κυριότητα, νομήν και κατοχήν των το υπόλοιπον τμήμα της άνω μείζονος εκτάσεως εμβαδού τούτου πέντε (5) περίπου στρεμμάτων ως ούτοι κατέχουν και νέμονται τούτο σήμερον, τμήμα δε του άνω τμήματος της μείζονος εκτάσεως, περιελθόντος κατά τα ανωτέρω στους προικοδότας, αποτελεί και το προικώον ως άνω ακίνητον". Το διαιρετό ως άνω τμήμα των 1.000 τετραγωνικών μέτρων που οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ομολογούν με την ως άνω δήλωσή τους στο προικοσύμφωνο του έτους 1980 ότι είχεν περιέλθει με άτυπη διανομή, που έγινε προ εικοσαετίας μεταξύ των προικοδοτών του συμβολαίου αυτού και του ΜΜ, στον Ψ δεν είναι άλλο οικόπεδο από το επίδικο των 990 τετραγωνικών μέτρων, ο δε αναφερόμενος ως συμβληθείς στην άτυπη διανομή δεν είναι άλλο πρόσωπο αλλά ο ενάγων ήτοι ο Ψ, ο οποίος είναι τέκνο της ΣΣ. Στην πράξη το επίδικο είχεν αποχωριστεί μετά τον θάνατο του αρχικού εμφυτευτή από το υπόλοιπο ακίνητο και είχεν παραχωρηθεί στους κληρονόμους του ΜΜ, από τους οποίους η κόρη του ΣΣ, μητέρα του ενάγοντος, το καλλιεργούσε τουλάχιστον από το έτος 1940 και εντεύθεν. Η τελευταία έπαυσε να καταβάλει εδαφονόμιο στους ψιλούς κυρίους, όπως οι ίδιοι παραδέχονται με την από 1-10-1970 διεκδικητική αγωγή τους εναντίον των κληρονόμων του ΜΜ, όπως παρακάτω, νεμήθηκε τούτο συνεχώς με διάνοια κυρίου συνεχώς μέχρι το 1963 που το παραχώρησε στον ενάγοντα γιό της. Συγκεκριμένα η μητέρα του ενάγοντος κατείχε και νεμόταν από το 1940 το επίδικο καλόπιστα και με διάνοια κυρίου, χωρίς να καταβάλει εδαφονόμιο στους ΗΗ, ΓΓ και ΔΔ καλλιεργώντας το υπάρχον σ` αυτό μέχρι το έτος 1956 αμπέλι, φυτεύοντας σ` αυτό οπωροφόρα δένδρα, συλλέγοντας τους καρπούς του και επιβλέποντάς το γενικώς το οποίο από τότε ήταν περιφραγμένο, ίχνη δε της περίφραξής του υπήρχαν τουλάχιστον μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες απόδειξης και επιβεβαιώνουν και οι μάρτυρες ανταπόδειξης. Ο ενάγων τουλάχιστον από το έτος 1963 που διαδέχθηκε τη μητέρα του στη νομή του επιδίκου νεμήθηκε τούτο με διάνοια κυρίου συνεχώς μέχρι αρχές του έτους 1990 χωρίς να διαταραχθεί στην άσκηση αυτής από τους εναγομένους. Συγκεκριμένα ο ενάγων το ως άνω διάστημα επέβλεπε το επίδικο και για πολλά χρόνια έκοβε τα χόρτα που φύτρωναν σ` αυτό. Το 1971 η περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και από τότε ο ενάγων κλήθηκε και κατέβαλε φόρους ακαλύπτων χώρων, την εισφορά επεκτάσεως σχεδίου πόλης κ.λ.π., ενώ συμμετέσχε και στις διαδικασίες απαλλοτριώσεως και ρυμοτομίας φερόμενος ως ιδιοκτήτης του επιδίκου. Ενδεικτικά ο ενάγων και η μητέρα του, με το από 2.9.1976 τριπλότυπο είσπραξης του Α` Ταμείου ... κατέβαλαν εισφορά επεκτάσεως σχεδίου πόλεως όπως και με τα από 10-1-1997 και από 22.5.1978 αντίστοιχα τριπλότυπα. Στο απόσπασμα φορολογικού καταλόγου με ημερομηνία 16-
11-1979 του Δήμου ... βεβαιώνεται σε βάρος της μητέρας του ενάγοντος φόρος ακαλύπτων χώρων για οικόπεδο 1120 τ.μ. στην περιοχή ...... , δηλαδή για το επίδικο, ενώ με το από 22-2-1983 απόσπασμα φορολογικού μητρώου βεβαιώνεται φόρος για το οικονομικό έτος 1982 ακαλύπτων χώρων σε βάρος του ενάγοντος για το ίδιο ακίνητο. Ως ιδιοκτήτης του επιδίκου ο ενάγων φέρεται σε διάφορα έγγραφα των αρμοδίων υπηρεσιών όπως στο .../.../15-10-1976 έγγραφο της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Ιωαννίνων και στο .../11-8-1976 με θέμα αντίστοιχα πρόσκληση δ` υπόδειξη ορίων και πρόσκληση δ` απευθείας διακανονισμό. Το 1979 άσκησε την από 20-11-1979 αίτησή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων από κοινού με το ... για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας για τα ρυμοτομηθέντα ακίνητα της περιοχής όπου και το επίδικο.
Τα προαναφερθέντα έγγραφα είχαν πολλούς αποδέκτες. Χαρακτηριστικά τα παραπάνω έγγραφα της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχίας Ιωαννίνων απευθύνονταν σε μεγάλο αριθμό ατόμων μεταξύ των οποίων και ο ..., γαμβρός των δύο πρώτων εναγομένων που εξετάσθηκε ως μάρτυρας αυτών, με συνέπεια να μην κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων προέβαινε στις προαναφερθείσες ενέργειες τις οποίες και απέκρυπτε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων με βάση τις 327/1975 και 770/1982 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ενέγραψε προσημειώσεις υποθήκης επί του επιδίκου προς εξασφάλιση Τραπεζών από τις οποίες έλαβε δάνεια. Ο ενάγων δεν έχει στην επίδικη περιοχή άλλο ακίνητο πλην του επιδίκου. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η νομή την οποία επικαλείται ο ενάγων, τόσο του ίδιου όσο και της μητέρας του, δεν μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας, γιατί έγινε χωρίς γνωστοποίηση προς τους λοιπούς συγκυρίους του ενιαίου αρχικά ακινήτου ότι νέμονται αυτό για λογαριασμό με διάνοια κυρίου είναι αβάσιμος, τόσο γιατί στην εξεταζόμενη υπόθεση μετά το θάνατο του ΛΛ το επίδικο είχε χωρισθεί και είχεν παραχωρηθεί στο ΜΜ, πάππο του ενάγοντος, από τους λοιπούς συγκληρονόμους του με συνέπεια να μη δημιουργηθεί κοινωνία μεταξύ των διαδίκων δικαιώματος σε σχέση με το επίδικο, η οποία σε κάθε περίπτωση μετά το 1962 με την άτυπη διανομή που οι ίδιοι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δηλώνουν στο προαναφερθέν .../1980 προικοσύμφωνο ότι έγινε μεταξύ αυτών, του ΤΤ και του ίδιου του ενάγοντος έπαυσε να υπάρχει και χωρούσε από τότε κτήση κυριότητας με χρησικτησία στο επίδικο σε βάρος των εναγομένων, χωρίς να απαιτείται η ως άνω γνωστοποίηση. Η εξαγορά της ψιλής κυριότητας των 15/18 του ενιαίου εμφυτευτικού ακινήτου που έγινε με αιτήσεις των ως άνω κληρονόμων του ΛΛ εστράφησαν κατά των ΗΗ, ΓΓ και ΒΒ, ως ψιλών συγκυρίων του ακινήτου, δικαίωμα που είχε περιέλθει σ` αυτούς ως κληρονόμους των αρχικών κυρίων ΖΖ και ΕΕ. Συγκεκριμένα το 1/2 εξ αδιαιρέτου είχεν περιέλθει στην ΗΗ ως μοναδικό τέκνο του ΖΖ, που πέθανε πριν από την απελευθέρωση της Ηπείρου και στην κληρονομία του οποίου υπεισήλθε αυτή, το άλλο δε 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στους ΓΓ και ΔΔ κατ` ισομοιρίαν στον καθένα ήτοι κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, ως τέκνα του ΕΕ, που πέθανε το 1897 και στην κληρονομία του οποίου αναμείχθηκαν. Το 1955 πέθανε ο ΔΔ και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης, στο 1/4 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ενιαίου ακινήτου (αγρού) από τον ΒΒ ο οποίος την αποδέχθηκε με την .../1971 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχ. Λεβέντη που μεταγράφηκε νόμιμα. Το 1967 πέθανε και ο ΓΓ που κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του ΑΑ με την .../1967 δήλωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Παπακωνσταντίνου που μεταγράφηκε νόμιμα.
Οι δύο τελευταίοι, δηλαδή οι ΑΑ και ΒΒ με την από 12.10.1970 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων εναντίον των κληρονόμων του ΜΜ μεταξύ των οποίων και η μητέρα του ενάγοντος ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το οποιοδήποτε δικαίωμα εμφυτεύσεως στο επίδικο, διακριτό τμήμα του αρχικού αγρού των 5,5 στρεμμάτων, έπαυσε να υπάρχει διότι οι κληρονόμοι του ΜΜ και κυρίως η εξ αυτών ΣΣ (μητέρα του ενάγοντος) έχουν παύσει προ πολλού να καταβάλουν το νόμιμο κανόνα και συνακόλουθα οι ίδιοι κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου καθένας, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες κληρονομικές διαδοχές. Το αίτημα της ως άνω αγωγής τους οι ενάγοντες αυτοί συγκεντρώνουν στο επίδικο που αποτελούσε το 1/6 του όλου αρχικά ενιαίου αγρού, για το οποίο όπως προαναφέρθηκε δεν είχε χωρήσει εξαγορά. Στην ίδια αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι έγινε άτυπη διανομή του ενιαίου αγρού μετά το θάνατο του αρχικού εμφυτευτή ΛΛ το 1928 και το επίδικο εκτάσεως ενός (1) περίπου στρέμματος έλαβε ο γιός του ΜΜ, μετά δε το θάνατο του τελευταίου το κατέχει και το καλλιεργεί η κόρη του ΣΣ. Την ως άνω αγωγή του έγραψαν στα βιβλία μεταγραφών με συνέπεια να αναγκασθεί ο ενάγων να έλθει σε συμφωνία μαζί τους και να προβεί στην αγορά του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από τους παραπάνω ενάγοντες δυνάμει του ......./1978 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κιμ. Τζάλλα που νόμιμα μεταγράφτηκε. Την ίδια ημέρα συντάξεως του ως άνω συμβολαίου οι πωλητές παραιτήθηκαν με την .../1978 πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου από το αξιούμενο με την από 12-10-1970 αγωγή τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήσκησεν κατά του ΒΒ αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (αριθμός κατάθεσης 626/1986) για το επίδικο ακίνητο στην οποία εξέθετε ότι τούτο, το εκτάσεως 990 τ.μ. οικόπεδο, περιήλθε σ` αυτόν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου εξ αγοράς δυνάμει του ως άνω .../1978 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κίμ. Τζάλλα και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία λόγω παραχωρήσεώς του με άτυπη δωρεά από τη μητέρα του ΣΣ που έλαβε χώρα το έτος 1963. Με την εν λόγω αγωγή του ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία επί του 1/2 του ως άνω οικοπέδου καθόσον ο εναγόμενος αμφισβητούσε αυτή κατά το ως άνω ποσοστό. Η αγωγή του αυτή έγινε δεκτή με την 11/1987 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων θεωρηθείσας ως ομολογηθείσας της ιστορικής βάσης της ως εκ της ερημοδικίας του εναγομένου. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξέδωσε την .../1988 οικοδομική άδεια προκειμένου να οικοδομήσει στο επίδικο και ότι οι εναγόμενοι από το Γενάρη του 1990 που είδαν να εισέρχεται σκαπτικό μηχάνημα σ` αυτό για να προβεί στις αναγκαίες χωματουργικές εργασίες για τη θεμελίωση της οικοδομής άρχισαν να αμφισβητούν την κυριότητα του ενάγοντος σ` αυτό και να παρεμποδίζουν την άσκηση της νομής του από τότε στο επίδικο. Για την προσβολή αυτή της νομής του στο επίδικο ο ενάγων άσκησε αμέσως κατά των δύο τελευταίων των εναγομένων και του ..., γαμβρού των δύο πρώτων εναγομένων την από 24-1-1990 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προς προστασία της νομής του η οποία συνεκδικάσθηκε με ασκηθείσα από τους δύο πρώτους εναγομένους παρεμβάσεις υπέρ των δύο τελευταίων εναγομένων και απορρίφθηκε για έλλειψη των προϋποθέσεων λήψης ασφαλιστικών μέτρων με την 246/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με αγορά και κατά το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία και ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε άσκησαν νομή στο επίδικο και μόλις από το έτος 1990 άρχισαν να παρεμποδίζουν τον ενάγοντα στην άσκηση της νομής του σ` αυτό. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή του ενάγοντος, απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε όμοια και απέρριψε την έφεση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ. δικαίου, καθώς και των άρθρων 58 Εισαγ.Ν.Α.Κ., 974, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι κατά το παρελθόν το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα ενιαίου ακινήτου εκτάσεως 5,5 περίπου στεμμάτων, στο οποίο η οικογένεια ... (αναφέρεται το επώνυμο των ΑΑ-
ΓΓ-ΔΔ-ΕΕ-ΣΤ-ΖΖ-ΗΗ) είχε παραχωρήσει δικαίωμα εμφυτεύσεως στον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων ΛΛ, ο οποίος φύτεψε σ` αυτό αμπέλι, ότι από τους άμεσους δικαιοπάροχους των εναγομένων εξαγοράστηκαν τα 15/18 της ψιλής κυριότητας, ενώ δεν εξαγοράστηκε η ψιλή κυριότητα και των υπολοίπων 3/18 από τους κληρονόμους του ΜΜ, που είχε κληρονομήσει ως τέκνο του τον αρχικό εμφυτευτή, ότι στην πράξη είχε αποχωριστεί το επίδικο μετά το θάνατο του αρχικού εμφυτευτή από το υπόλοιπο ακίνητο και είχε παραχωρηθεί στους κληρονόμους του ΜΜ, από τους οποίους η κόρη του ΣΣ και μητέρα του ενάγοντος το καλλιεργούσε τουλάχιστον από το έτος 1940 και εντεύθεν και νεμήθηκε τούτο συνεχώς με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1963 που το παραχώρησε στον ενάγοντα γιό της και ότι ο τελευταίος κατέστη κύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τους ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι είχαν γίνει κύριοι τούτου με έκτακτη χρησικτησία, διότι το νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου ως ψιλοί κύριοι, εκπροσωπούμενοι στην άσκηση της νομής από τους προμνημονευόμενους εμφυτευτές τουλάχιστον από το έτος 1926 μέχρι τη μεταβίβασή του στον ενάγοντα, και κατά το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα και αναφορικά με την έκτακτη χρησικτησία δέχτηκε το Εφετείο, ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος μητέρα του που ήταν απώτερη κληρονόμος του αρχικού εμφυτευτή, από το 1940 αλλά και ο ίδιος ο ενάγων από το 1963, είχαν παύσει να καταβάλουν, ως εμφυτευτές, το εδαφονόμιο, εκδηλώσαντες έτοι ρητώς τη βούληση τους για αντιποίηση της νομής επί των επιδίκων, η οποία (βούληση) έτσι είχε περιέλθει στους ψιλούς κυρίους-νομής του κτήματος. Επομένως, οι έβδομος και όγδοος, κατά το σχετικό μέρος του, λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 του ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά την συναλλακτική καλή πίστη.
Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, ήτοι ότι δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης η έννοια της βούλησης του διαθέτη, είτε γιατί αυτή δεν εκφράστηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας έτσι αντίστοιχη αμφιβολία, είτε γιατί η ίδια εκφράστηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό. Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου. Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1262/2008, ΑΠ 865/2006). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά ο σχετικό μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες περί την ερμηνεία της αναφερόμενης διαθήκης του απώτερου δικαιοπαρόχου τους και αρχικού εμφυτευτή ΛΛ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχετικά δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ως άνω εμφυτευτής του ενιαίου ακινήτου ΛΛ πέθανε το έτος 1926 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του ΤΤ, ΝΝ, ΜΜ, ΞΞ, ΠΠ και ΡΡ. Πριν το θάνατό του ο ΛΛ είχε συντάξει την .../16-1-1924 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Αναστασίου Αλιέως.
Η διαθήκη του αυτή δημοσιεύτηκε με το 40/1929 πρακτικό του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και με αυτή καθίσταται γενικός κληρονόμος του θανόντος ο γυιός του ΤΤ, χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στο δικαίωμα εμφυτεύσεως στο ως άνω ενιαίο ακίνητο, το οποίο δικαίωμα, που προϋπήρχε του ισχύοντος Αστικού Κώδικα, ήταν κληρονομητό. Έτσι το ως άνω εμφυτευτικό δικαίωμα του ΛΛ περιήλθε εξ αδιαιρέτου στα έξι παραπάνω τέκνα του. Τούτο άλλωστε ρητά αναφέρεται στις 184/1961 και 512/1962 αποφάσεις του Προέδρου Πρωτοδικών Ιωαννίνων, που εκδόθηκαν κατ` αίτηση κληρονόμων του ως άνω εμφυτευτή και που κατέστησαν τελεσίδικες, αφού απορρίφθηκαν οι κατ` αυτών ασκηθείσες εφέσεις δυνάμει των 477/1961 και 553/1962 αποφάσεων του Δικαστηρίου Πρωτοδικών Ιωαννίνων. Με τις αποφάσεις αυτές αναγνωρίτηκε υπέρ των αιτούντων το δικαίωμα εξαγοράς της ψιλής κυριότητας των καθών οι αιτήσεις του ως άνω ενιαίου ακινήτου, εμφυτευτικού κτήματος", κατά ποσοστό συνολικά 15/18 της ψιλής κυριότητας του ενιαίου ακινήτου, "ενώ με τις ως άνω αποφάσεις δεν εξαγοράστηκε η ψιλή κυριότητα και των υπολοίπων 3/18 του ενιαίου ακινήτου ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι στη διαθήκη δεν έγινε από τον διαθέτη ιδιαίτερη αναφορά στο δικαίωμα εμφυτεύσεως στο ενιαίο ακίνητο και έτσι το εμφυτευτικό δικαίωμα του διαθέτη περιήλθε εξ αδιαθέτου στα έξι τέκνα του.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο, κατά τις παραδοχές του, δεν διαπίστωσε στο συγκεκριμένο σημείο κενό ούτε διατύπωσε αμφιβολία ως προς την έννοια της βούλησης του διαθέτη, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 Α.Κ. Η εκ περισσού δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση πρόσθετων επιχειρημάτων ως ενισχυτικών της αντίληψης περί της βούλησης του διαθέτη, απόλυτα ήδη σαφώς εκπεφρασμένης με βάση τα όσα δηλώθηκαν παραπάνω, δεν συνιστά διαπίστωση σχετικού κενού ή αμφιβολίας.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου εξεταζόμενος λόγος από τον αριθ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την πρoσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η πρoσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 10 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, αντίστοιχα, ποια πράγματα δέχτηκε η προσβαλλόμενη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, καθώς και τα γεγονότα που δημιουργούν την ακυρότητα. Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη του σχετικού λόγου ως απαράδεκτου (άρθρο 577 παρ. 1,2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με αναίρεση. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο γίνεται επίκληση αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 10 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τη γενική αναφορά ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος στη δεύτερη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου "με τις από 16-10-1997 προτάσεις του το μεν μεταβάλλει τη δεύτερη βάση της αγωγής το δε προβάλλει νέους ισχυρισμούς και προσάγει και επικαλείται νέα έγγραφα" και ότι "το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 269 παρ. 1 ΚΠολΔ και παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο", είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται τα απαραδέκτως προσαγόμενα νέα έγγραφα και οι προβαλλόμενοι νέοι ισχυρισμοί. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Eννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 1470/2008, ΑΠ 613/2007). Η ενέργεια αυτή του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1198/1997). Εξάλλου, από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις αμετάκλητες 477/1961 και 553/1962 αποφάσεις του δικαστηρίου των εν Ιωαννίνοις Πρωτοδικών, που δίκασε ως Εφετείο, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι εφέσεις κατά των 184/1961 και 512/1962 αποφάσεων του Προέδρου Πρωτοδικών Ιωαννίνων, με τις οποίες κατόπιν αιτήσεως των άμεσων διαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων έγινε η εξαγορά του εμφυτευτικού δικαιώματος του επίδικου ακινήτου, για το οποίο ο ενάγων με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή του ζητεί να αναγνωριστεί η κυριότητά του επ` αυτού. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, δέχτηκε σχετικά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ως άνω αποφάσεις εκδόθηκαν μετά από αίτηση των εκ των κληρονόμων του προαναφερθέντος εμφυτευτή, ΤΤ και των τριών θυγατέρων του ΛΛ και των δύο πρώτων εναγομένων, ως κληρονόμων εκ διαθήκης του ΝΝ και με αυτές αναγνωρίστηκε υπέρ των ως άνω αιτούντων το δικαίωμα εξαγοράς της ψιλής κυριότητας των καθών οι αιτήσεις ΓΓ, ΒΒ, .... και επιτρόπου της ΗΗ επί του εμφυτευτικού κτήματος κατά ποσοστό 15/18 της ψιλής κυριότητας του ενιαίου ακινήτου, ενώ με τις άνω αποφάσεις δεν εξαγοράστηκε η ψιλή κυριότητα και των υπολοίπων 3/18 του ενιαίου ακινήτου, όπως είχαν δικαίωμα οι κληρονόμοι του απώτερου δικαιοπάροχου του ενάγοντος, που είχε κληρονομήσει τα 3/18 του εμφυτευτικού δικαιώματος. Κατόπιν τούτου καταλήγει το Εφετείο ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων που να απορρέει από τις ως άνω αποφάσεις ως προς το επίδικο ακίνητο, αφού με τις αποφάσεις αυτές αναγνωρίστηκαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους ως συγκύριοι κατά 15/18 εξ αδιαιρέτου της εναίας εμφυτευτικής αμπέλου, όχι όμως και των 3/18 του υπολοίπου που αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Επομένως, το Εφετείο που δέχτηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο για την παρούσα επί της άνω αναγνωριστικής της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγής του αναιρεσιβλήτου δίκη, από τις ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις, αφού δεν πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.16 του ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001). Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ` άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με επίκληση προς απόδειξη της ένστασής τους περί ιδίας κυριότητας, και δη 1) την .../.../.../13-11-1974 πράξη αναλογισμού υποχρεώσεων του Πολεοδομικού Γραφείου Νομαρχίας Ιωαννίνων, 2) το από Νοεμβρίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., 3) την .../.../29-6-1971 άδεια δομήσεως, 4) την πινακίδα εντάξεως της περιοχής ....... στο σχέδιο πόλεως ... Νο 321-322 Οικοδομικά Τετράγωνα, η οποία φέρει χρονολογία 5-9-1969 - Ένταξη 1971, 5) τις προτάσεις της οικογένειας ... (αναφέρεται το επωνυμο των ΑΑ-ΓΓ-ΔΔ-ΕΕ-ΣΤ-
ΖΖ-ΗΗ) στις δίκες της εξαγοράς του εμφυτευτικού δικαιώματος, την .../19-9-
1962 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ποτέ συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Γεωργίου Κυρκοπούλου που λήφθηκε για τη δίκη εκείνη και την 184/1961 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ιωαννίνων, 6) την από 5-11-1990 αγωγή της ... ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων κατά των δύο πρώτων των εναγομένων και την 246/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων με την οποία απορρίφθηκε η από 24-1-1990 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος και 7) την 3611/1995 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν" και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, ενώ έκανε ειδική μνεία ότι έλαβε υπόψη την 184/1961 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ιωαννίνων και την 246/1990 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και έτσι διαχρονικώς εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι` αυτά.
Κατά την έννοια της πρώτης περίπτωσης της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 1038/2008). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έθεσε θέματα αποδείξεως να αποδειχθούν και με μάρτυρες, ενώ τα θέματα αυτά δεν μπορούσαν να αποδειχθούν με μάρτυρες λόγω ηλικίας των μαρτύρων και ότι "ναι μεν είναι ανέλεγκτες αναιρετικώς οι εκτιμήσεις του Εφετείου, όσον αφορά τις καταθέσεις των μαρτύρων, εξεγείρεται όμως και ο αναιρετικός δικαστής, όταν αντιλαμβάνεται ότι ένας μάρτυρας κατέθεσε ενόρκως καταφανώς ψευδή περιστατικά". Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός, χωρίς να διευκρινίζεται ποια από τις δύο προαναφερόμενες αναιρετικές πλημμέλειες προσάπτεται, είναι αόριστος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Aρειο Πάγο (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 2/2009, ΑΠ 442/1993). Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του προσκομισθέντος από τους αναιρεσείοντες εγγράφου, ήτοι του .../7-12-1980 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παναγιώτη Ευθυμιάδη, καθώς και του προσκομισθέντος από τον αναιρεσίβλητο εγγράφου ήτοι της από 1-10-1970 αγωγής (άλλης δίκης) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι το επίδικο ακίνητο (1/6 εξ αδιαιρέτου του αναφερθέντος ενιαίου ακινήτου) είχε περιέλθει στην κυριότητα του ενάγοντος, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, που συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας του επίδικου ακινήτου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο άφησε αδίκαστη την ένστασή τους περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου. Ο λόγος αυτός, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, είναι απαράδεκτος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2002 αίτηση των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 134/2002 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου