Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

598/2009 ΜΠΡ ΒΕΡ ( 519307) (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Διαταγή πληρωμής κατά Δήμου. Αναστολή εκτέλεσης. Δεκτή η αίτηση. Πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτή η ανακοπή για το λόγο ότι δεν είναι νόμιμη η έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ.. Οι διατάξεις που καθορίζουν την εκτέλεση κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα την ΕΣΔΑ και το διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα....

598/2009 ΜΠΡ ΒΕΡ ( 519307)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Διαταγή πληρωμής κατά Δήμου. Αναστολή εκτέλεσης. Δεκτή η αίτηση. Πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτή η ανακοπή για το λόγο ότι δεν είναι νόμιμη η έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ.. Οι διατάξεις που καθορίζουν την εκτέλεση κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα  την ΕΣΔΑ και το διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα....


 

                   Αριθμός  598/ΑΦ/2009
                Γεν.Ειδ. 1160/ΑΦ/398/2009

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ 
  

   ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Λεωνίδα Χατζησταύρου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέως.

   ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 6η Μαιου 2009, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

   ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Δήμου Βέροιας, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τη Δήμαρχο Βέροιας κ................

Εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, .....

   ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1)-5)......... του .........., κατοίκου Βέροιας (.......................), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους .....

   Ο ΑΙΤΩΝ με την αίτησή του, περί αναστολής εκτέλεσης διαταγής πληρωμής (632 ΚΠολΔ), η οποία απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 1160/ΑΦ/398/1.4.09) ζητεί να γίνει δεκτή για όσους λόγους επικαλείται στην αίτηση αυτή.

   Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αυτοί ανέπτυξαν προφορικά και όσα αναφέρονται στα γραπτά τους σημειώματα.

                   ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
                   ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αιτών Δήμος Βεροίας με την υπό κρίση αίτηση του ζητεί να ανασταλεί κατ`
άρθρο 632 παρ.2 ΚΠολΔ η εκτελεστότητα της υπ` αριθμ. 855/ΔΠ/165/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε εναντίον του μετά από αίτηση των καθών, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής που έχει ασκήσει.

Η αίτηση παραδεκτώς φέρεται στο Δικαστήριο αυτό, που είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρ. 686 επ., 632 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από νομική και ουσιαστική άποψη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.4 εδ. β του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, «οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως ο νόμος ορίζει".

Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής επιταγής εκδόθηκε ο ν. 3068/2002, κατά το άρθρο 1 εδ. α,β και γ του οποίου, όπως το εδάφιο γ αυτού προστέθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3301/2004, «το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να
προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της
υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.

Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων, που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες
δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει.

Δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν
εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ`-ζ` της παρ.ε του άρθρου 904 ΚΠολΔ, πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων».

Μεταξύ δε των αναφερόμενων στην παρ.2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ εκτελεστών
τίτλων, που υπάγονται  στην ανωτέρω  απαγόρευση εκτελέσεως είναι και οι διαταγές πληρωμής (περ.ε` της παρ.2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ).

Η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 631 και 904 ζ-παρ.2 εδ. ε ΚΠολΔ, είναι τίτλος εκτελεστός αμέσως από την έκδοση της, πρέπει όμως να επιδοθεί στον οφειλέτη (εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται) μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 630 Α του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.6 του ν. 2819/2000 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 23 παρ.2 του ν. 2915/2001, διότι άλλως η διαταγή πληρωμής παύει να ισχύει.

Η εκτελεστότητά της πάντως δεν επηρεάζεται από την άσκηση ανακοπής κατ` αυτής (άρθρο 632 παρ.2 ΚΠολΔ) και γενικώς μπορεί να εκτελεσθεί η διαταγή πληρωμής και πριν να αποκτήσει αυτή δύναμη δεδικασμένου κατ` άρθρο 633 παρ.2 ΚΠολΔ, μόνο δε αν ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 632 παρ.1 ΚΠολΔ, μπορεί να ζητηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ.2 ΚΠολΔ, η αναστολή της εκτελεστότητάς της από το δικαστήριο που την εξέδωσε (βλ,ΑΠ 448/2006 ΕλΔ 47/778).

Εξάλλου, με το άρθρο 19 του αν 1715/1951, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ.1 του ν. 2065/1992, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά το ν. 3068./2003 αλλά και το άρθρο 199 παρ.1 Κ.Διοικ.Δ. (βλ. ΑΠ  199/2007 σε Συμβούλιο ΕΠολΔ 2008/80, ΕλΔ 49/511) ορίζεται ότι: «1.  Η ασκηθείσα υπό του Δημοσίου, του ταμείου εθνικού  στόλου,  του ταμείου εθνικής αμύνης και του παλαιού εκκλησιαστικού ταμείου αίτησις αναιρέσεως κατά τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως, ως και η προς άσκησιν τοιαύτης προθεσμία, αναστέλλει την κατά των νομικών τούτων προσώπων εκτέλεσιν της αποφάσεως και καθ` ας έτι περιπτώσεις θα επετρέπετο αύτη. 2.Η εκτέλεση αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων επί διοικητικών διαφορών ουσίας κατά των νομικών αυτών προσώπων, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, αναστέλλεται μέχρις ότου
καταστούν αμετάκλητες».

Δηλαδή με τις ως άνω διατάξεις επιτρέπεται η εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως ελληνικού δικαστηρίου κατά του Δημοσίου και των λοιπών αναφερομένων νομικών προσώπων, καθώς επίσης και·των Ο.Τ.Α. ("άρθρο 276 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων- ν. 3463/2006) μόνο αφότου η απόφαση καταστεί αμετάκλητη (βλ. ΑΠ 199/2007 ό.π.).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 909 ΚΠολΔ «προσωρινή εκτέλεση δεν μπορεί να διαταχθεί 1)κατά του δημοσίου των δήμων και των κοινοτήτων ...». Οι τελευταίες διατάξεις βέβαια αναφέρονται σε δικαστικές αποφάσεις, πλην όμως κατά μείζονα λόγο, σε σχέση με το αποτέλεσμα που επιδιώκουν, θα πρέπει να έχουν εφαρμογή και σε κάθε άλλη περίπτωση.

Οπως εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., διότι ασφαλώς δεν μπορεί να αποτελεί νομοθετική βούληση η έκδοση διαταγής πληρωμής κατά των ως άνω νομικών προσώπων, η οποία εξαρχής θα στερείται του βασικού χαρακτηριστικού του ως άνω τίτλου (εκτελεστότητα), αλλά και όταν ακόμη αυτή αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, δεν θα μπορεί νομίμως να γίνει αναγκαστική εκτέλεση της, κατά παράβαση μάλιστα ενδεχομένως των
κατωτέρω αναφερομένων διεθνών συμβάσεων (βλ. Ολ ΑΠ 21/2001 ΕλΔ 43/83).

Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν αντίκεινται 1)στο άρθρο 4 παρ.1 του
Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» και στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει»,

2) στο άρθρο 6 παρ.1 της  υπερνομοθετικής ισχύος Ε.Σ.Δ.Α. (ν.δ. 53/1974), κατά το οποίο «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή   δικαίως, δημοσία και εντός λογικής  προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων περί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...» και 3)του άρθρου 2 παρ. 3 του υπερνομοθετικής ισχύος διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, όπου ορίζεται ότι: «τα συμβαλλόμενα κράτη στο παρόν σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α)να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που αναγνωρίζονται στο παρόν σύμφωνο παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους,

β)να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική ή οποιαδήποτε
άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος και να προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ)να εγγυώνται την εκτέλεση από τις αρμόδιες αρχές κάθε απόφασης, που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή  και του άρθρου 14 παρ. 1, κατά το οποίο «Ολοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικασθεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, η οποία έχει απαγγελθεί εναντίον του, καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα».

 Ειδικότερα: 1)Η θέσπιση των ανωτέρω ειδικών ρυθμίσεων δεν προσκρούει στις διατάξεις του Συντάγματος καταρχήν διότι αυτό με σαφή και ειδική διάταξη του
(άρθρο 94 παρ.4), όπως προεκτέθηκε, επιφυλάσσει τη δυνατότητα αναγκαστικής
εκτέλεσης κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και λοιπών ν.π.δ.δ. μόνο στις δικαστικές
αποφάσεις και συνεπώς, με τον εκτελεστικό του ως άνω άρθρου του Συντάγματος νόμο, εάν θεωρηθεί ότι δεν επιβάλλεται, είναι πάντως επιτρεπτός ο αποκλεισμός άλλων τίτλων από τη δυνατότητα αυτή, συνακόλουθα δε συνάδει με το Σύνταγμα η απαγόρευση εκδόσεως τέτοιων τίτλων κατά των ανωτέρω νομικών προσώπων. Εξάλλου, δεν μπορεί βέβαια να γίνει λόγος για αντισυνταγματικότητα διατάξεως του Συντάγματος, ενώ η ως άνω συνταγματική πρόβλεψη, σε κάθε περίπτωση, υπερισχύει των προαναφερόμενων διεθνών συμβάσεων, διότι αυτές κατ` άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος κατισχύουν μόνο των κοινών νόμων και όχι του Συντάγματος (βλ. ΟλΑΠ 29/2005 ΝοΒ 53/1104), 2)το γεγονός ότι το Σύνταγμα προστατεύει το δικαίωμα προς αναγκαστική εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, δεν σημαίνει ότι αυτό προστατεύει και την προσωρινή εκτελεστότητα.

Συνεπώς, ο νομοθέτης μπορεί να μην προβλέψει καθόλου τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινά εκτελεστών αποφάσεων ή να την αποκλείει για κάποιες κατηγορίες διαφορών, όπως συμβαίνει στο άρθρο 909 ΚΠΟλΔ (βλ. Σταματόπουλου Η προσωρινή εκτελεστότητα εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου Δ. 31/177).

Αναλόγως μπορεί να πράξει ο νομοθέτης και για τη διαταγή πληρωμής, που δεν έχει βέβαια συνταγματική θεμελίωση, 3)το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά την ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ έχει δεχθεί ότι η παρεχόμενη από τη διάταξη αυτή προστασία εκτείνεται στην εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων (επί αστικής φύσεως δικαιωμάτων), που επιλύουν τελειωτικά ορισμένη διαφορά.

Συνεπώς, κατά το ως άνω Δικαστήριο, η υποχρέωση εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων δεν καταλαμβάνει και τις δικαστικές αποφάσεις που μπορούν να υποβληθούν σε δικαστικό έλεγχο ανώτερου βαθμού είτε με την άσκηση τακτικών είτε με την άσκηση έκτακτων ένδικων μέσων (βλ. Απόφαση Ε.Δ.Α.Δ. της
18.4.2002 προσφυγή 49144/1999, Ουζούνης κ.λπ. κατά Ελλάδος σκέψη 21).

Αλλά και η διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του  Διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα υποχρεώνει μεν τα κράτη να εκτελούν κάθε εκτελεστή απόφαση εθνικού δικαστηρίου, οι ειδικότερες όμως προϋποθέσεις και ο βαθμός ωριμότητας της δικαστικής κρίσης, που επιτρέπει την εκτελεστότητα, καταλείπεται στο ρυθμιστικό πεδίο του Ελληνα νομοθέτη (βλ. Ι. Μπακόπουλου,
ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του ελληνικού και αλλοδαπού Δημοσίου ΕλΔ 44/1542), 4)το Ε.Δ.Δ.Α. με την απόφαση του της 20.3.1997 Μπέης κατά Ελλάδος Δ 29/1086, δέχθηκε ότι -αν και η εκδοθείσα υπέρ του προσφεύγοντος και κατά του ν.π.δ.δ. Τ.Ε.Ε. διαταγή πληρωμής είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, επειδή ήταν αναμενόμενο ότι από το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν επρόκειτο να εγκριθεί η σχετική δαπάνη με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής, αφού μόνο με δικαστική
απόφαση  μπορούσε αυτό να γίνει- ο προσφεύγων όφειλε να είχε ασκήσει τακτική αγωγή και συνεπώς αυτός δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα, οπότε το Δικαστήριο δεν μπορούσε να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης.

Δηλαδή, κατά μείζονα λόγο, εφόσον από τον ίδιο το νόμο προβλέπεται ήδη ότι η διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να εκτελεσθεί κατά του Δημοσίου, Ο.ΤΑ και λοιπών ν.π.δ.δ., ο δανειστής πρέπει, σε κάθε περίπτωση, κατά την Ε.Σ.Δ.Α., να ασκήσει τακτική αγωγή για την ικανοποίηση  της αξίωσης του (βλ. συναφώς
Ολ.Ελεγκτικού Συνεδρίου, πρακτ. 4ης Γεν.Συνεδρ. της 27.2.2008, ΜΠρΤρικ 138/2008 ΑρχΝ 2009/85, ΜΠρΘεσ 19989/2005 ΝΟΜΟΣ που δέχονται απλώς ότι κατ` άρθρο 1 εδ.α,β,γ ν. 3068/2002 η διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να εκτελεσθεί κατά του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των ν.π.δ.δ. (η δεύτερη μάλιστα εξ αυτών ότι αυτό συμβαίνει μέχρι να αποκτήσει η διαταγή πληρωμής ισχύ δεδικασμένου)
και επίσης ΕφΑθ 1837/2007 ΝοΒ 2007/1143, ΕφΑθ 4486/2006 ΝοΒ 2007/679, ΜΠρΑθ 3364/2007 ΝοΒ 2007/1839, ΜΠρΑθ 2913/2005 Δ 36/1267 ΜΠρΗρα.., 3878/2005 Αρμ, 2006/443, που δέχονται το ανίσχυρο της σχετικής διάταξης.

Είναι επομένως φανερό ότι το μόνο πεδίο που θα απέμενε να ερευνηθεί είναι η ενδεχόμενη προσβολή της αρχής της ισότητας των διαδίκων με τις ως άνω ρυθμίσεις.

Πράγματι, από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και των διεθνών συμβάσεων απορρέει η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας και επιβάλλει την ίση μεταχείριση τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας.

Επομένως καταρχήν διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του είναι ανίσχυρες (βλ. Ολ ΑΠ 11/2008 ΕλΔ 49/718). Ομως, η θέσπιση ειδικών ρυθμίσεων
υπέρ του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και άλλων ν.π.δ.δ. δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας όταν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται από την ιδιαίτερη θέση και οργάνωση αυτών των νομικών προσώπων.

Περαιτέρω, οι ρυθμίσεις αυτές μπορεί να μην καθίστανται αντισυνταγματικές και όταν ακόμη το Δημόσιο ή τα άλλα πρόσωπα συναλλάσσονται με ιδιώτες ως
Fiscus, αφού και μεταξύ ιδιωτών είναι επιτρεπτή η ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων κατά ανόμοιο τρόπο, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος (βλ.
ΟλΑΠ 31/2007 ΕλΔ 48/1639, ήδη επικυρωθείσα από το Α.Ε.Δ., ΑΠ 1307/2006 ΕλΔ 48/783).

Εξάλλου, το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και γενικότερα το δικαίωμα δίκαιης δίκης κατοχυρώνεται με το προαναφερόμενο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο ειδικότερα, ως έκφανση του δικαιώματος δίκαιης δίκης, υπόκειται σε δικονομικές ρυθμίσεις από τον εθνικό νομοθέτη, ο οποίος μπορεί να προβλέπει διαδικαστικούς περιορισμούς, χωρίς όμως οι περιοριστικές του δικαιώματος αυτού ρυθμίσεις να φθάνουν μέχρι την προσβολή της ουσίας αυτού, οι δε περιορισμοί αυτοί θεωρούνται συμβατοί με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ όταν δικαιολογούνται από θεμιτό σκοπό και ο επιδιωκόμενος σκοπός τελεί σε σχέση αναλογίας με τα μέσα προς επίτευξη αυτού (βλ. ΑΠ 1307/2006 ό.π., από 11.1.2001 απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. Πλατάκου κατά Ελλάδας Δ, 32/287, από 16.11.2000 απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α, Ν. Κούτρας κ.λπ. κατά Ελλάδας).

Τέλος, η αρχή της ισότητας των όπλων συνεπάγεται την υποχρέωση να δίνεται σε κάθε διάδικο μέρος η εύλογη δυνατότητα να αξιολογηθούν τα επιχειρήματα του υπό συνθήκες που δεν το θέτουν σε μειονεκτική θέση και κατά τρόπο αισθητό σε σχέση με το αντίδικο μέρος, η δε διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης, εκτιμώμενη στο σύνολο της, πρέπει να έχει δίκαιο χαρακτήρα (βλ. ΑΠ 1307/2006 ό.π. από 11.1.2001 απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. Πλατάκου κατά Ελλάδας ό.π., από 27.10.1993 απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. Ντόμπο Μπέχερ ΕΠΕ κατά Κάτω Χωρών Δ. 31/961).

Καταρχήν, όπως προαναφέρθηκε, ο ίδιος ο συνταγματικός νομοθέτης με την αναθεώρηση του 2001 προσέδωσε το πλεονέκτημα της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου, των Ο.ΤΑ. και των ν.π.δ.δ. μόνο στις δικαστικές αποφάσεις, ενώ φυσικά γνώριζε και την ύπαρξη των άλλων εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η μη παροχή στον αντίδικο του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων της δυνατότητας να επιδιώξει την έκδοση διαταγής πληρωμής και να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά των ανωτέρω προσώπων σε ένα πρώιμο στάδιο δικαιολογείται από γενικότερους λόγους κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος. Πράγματι, η διαταγή πληρωμής εκδίδεται χωρίς την ακρόαση του άλλου μέρους και δεν έχει βέβαια τις εγγυήσεις της δικαστικής απόφασης.

Και όταν όμως αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, κατά τη μάλλον κρατούσα άποψη το δεδικασμένο αυτό περιορίζεται μόνο στην αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου, δηλαδή ο οφειλέτης δεν μπορεί να προτείνει τις ενστάσεις του άρθρου 330 ΚΠολΔ και όχι στην κατ` άρθρο 324 ΚΠολΔ θετική λειτουργία αυτού (βλ. ΑΠ 454/1974 ΝοΒ 23/17, ΕφΑθ 6504/1999 ΕλΔ 1999/1582. ΕφΑθ 2487/1986 ΕλΔ 27/1149 Βαθρακοκοίλη, Ερμ. ΚΠολΔ άρθρο 633 αρ. 8 Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις άρθρο 933 σελ. 417, Μπέη, Ερμ. ΚΠολΔ άρθρο 633 σελ. 255-256, Αντίθετα, Κονδύλης, Το Δεδικασμένο, β` έκδοση σελ. 81  επ.).

Από την άλλη μεριά είναι εύλογη η απαγόρευση εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων προώρως, δηλαδή πριν να καταστούν αμετάκλητες οι απαιτήσεις των αντιδίκων τους, διότι πρέπει να αποφεύγεται η επιβάρυνση αυτών των νομικών προσώπων και των οργάνων τους, που δρουν υπέρ του κοινωνικού συνόλου, με την εκτέλεση αποφάσεων, που δεν είναι ακόμη τελειωτικές. Υπάρχει δε πάντα η πιθανότητα να εκτελεσθεί μία απόφαση η οποία στη συνέχεια ανατρέπεται από το ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει ο κίνδυνος της αφερεγγυότητας του δανειστή έτσι ώστε να μην μπορούν το Δημόσιο και τα λοιπά νομικά πρόσωπα να αναζητήσουν αυτά που ήδη κατέβαλαν προς βλάβην έτσι του κοινωνικού συνόλου, ενώ αντιθέτως, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα αφερεγγυότητας του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων, αφού εν τέλει οι δανειστές τους θα μπορούν να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση κατ` αυτών για να εισπράξουν τα ήδη καταβληθέντα.

Εξάλλου, ο δανειστής των ως άνω νομικών προσώπων έχει την πλήρη δυνατότητα να ασκήσει τακτική αγωγή εναντίον τους προς επιδίωξη των δικαιωμάτων του, διασφαλιζόμενος για την εκτέλεση της αποφάσεως, που εν τέλει θα εκδοθεί, ενώ συγχρόνως, σε όσες περιπτώσεις είναι αναγκαίο και προβλέπεται στο νόμο, αυτός έχει και την προσωρινή δικαστική προστασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Επομένως, με τις ανωτέρω ειδικές ρυθμίσεις δεν τίθεται ζήτημα
αντισυνταγματικότητας λόγω προσβολής της αρχής της ισότητας ούτε προσβολής του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο (άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.ΔΑ.), σε κάθε περίπτωση δε οι ρυθμίσεις αυτές δικαιολογούνται από τους ως άνω θεμιτούς σκοπούς και οι επιδιωκόμενοι σκοποί τελούν σε αναλογία με τα μέσα προς επίτευξη τους.

Τέλος, ούτε για προσβολή της ισότητας των όπλων μπορεί να γίνει λόγος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν στερείται ο δανειστής των ως άνω νομικών προσώπων της δυνατότητας να προβάλει πλήρως προς αξιολόγηση τα επιχειρήματα του στα πλαίσια της τακτικής αγωγής, και ενδεχομένως της διαδικασίας, επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, που μπορεί να ασκήσει, ενώ δεν τίθεται σε ουσιωδώς μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου του.

   Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν, πιθανολογούνται τα ακόλουθα: Κατόπιν αιτήσεως των καθών εκδόθηκε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας η υπ`αριθμ. 855/ΔΠ/165/2009 διαταγή πληρωμής σε βάρος του αιτούντος Δήμου Βέροιας, με την οποία υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στους αντιδίκους του συνολικά το ποσό των 28825,40 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, που αφορά σε οφειλόμενη αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, η οποία καθορίσθηκε συμβιβαστικά μεταξύ των διαδίκων.

Ηδη δε οι καθών επέσπευσαν αναγκαστική εκτέλεση κοινοποιώντας στον αιτούντα την 18.3.2009 επιταγή προς εκτέλεση της ως άνω διαταγής πληρωμής για το συνολικό ποσό των 30636,33 ευρώ.

Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής ο αιτών άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο παρόν Δικαστήριο την υπ` αριθμ.καταθ. 1150/ΤΜ/85/1.4.2009 ανακοπή, που προσδιορίσθηκε να δικαστεί στις 17.2.2010.

Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής αυτής ο αιτών ισχυρίζεται ότι μη νομίμως εκδόθηκε εναντίον του η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, διότι αυτός είναι Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν.π.δ.δ.) και απαγορεύεται η έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις.

Πιθανολογείται δε η ευδοκίμηση του σύμφωνα με τα προεκτεθέντα -παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους καθών που επικαλούνται τις διατάξεις 4 παρ.1 και 20 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 2 παρ.3 και 14 παρ.1 του
Διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα- καθώς και πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα σε περίπτωση εκτέλεσης της ως άνω διαταγής πληρωμής.

Επομένως, εφόσον πιθανολογείται η ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη κατ` ουσίαν και να ανασταλεί η εκτελεστότητα της ως άνω διαταγής πληρωμής.

Τα δικαστικά έξοδα των καθών πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος (άρθρο 178 παρ.3 του Κώδικα Δικηγόρων), μειωμένα όμως (άρθρο 276 ν. 3463/2006-Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτελεστότητα της υπ`αριθμ. 855/ΔΠ/165/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της υπ` αριθμ.καταθ. 1150/ΤΜ/85/1.4.2009 ανακοπής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των καθών, που ορίζει σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Βέροια την 29η Μαΐου 2009, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Παπαθεοφίλου.

   Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Σ.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: