Κοινός Τραπεζικός Λογαριασμός [Ν. 5638/ 1932 - Ποιος κληρονομεί τις καταθέσεις του θανόντος σε κοινό λογαριασμό και πως διεκδικεί ο μη συνδικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού την χρηματική κατάθεσηΠοια είναι η τύχη της τραπεζικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό σε σχέση με τον επιζώντα συνδικαιούχο. Κοινός λογαριασμός και κληρονομικό δικαίωμα.Ποια τα δικαιώματα του κληρονόμου απέναντι στον επιζώντα συνδικαιούχο σε αυτή τη περίπτωση.Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό (Μέρος Α): Σχέσεις μεταξύ των συνδικαιούχων Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό (Μέρος Β): Έννομες σχέσεις κληρονομικού δικαίου Δύναται να τεθεί ο όρος ότι, με το θάνατο οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς συνδικαιούχους. Ακόμη και αν δεν τεθεί, οι κληρονόμοι του θανόντος δεν γίνονται συνδικαιούχοι του λογαριασμού. Ο ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥΚοινός τραπεζικός λογαριασμός: Δικαιώματα συνδικαιούχων και κληρονόμωνΚοινός Τραπεζικός Λογαριασμός [Ν. 5638/ 1932].Ο τραπεζικός λογαριασμός μετά το θάνατο του δικαιούχουΔικαιώματα των κληρονόμων του αποβιώσαντος συνδικαιούχου σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό.Kατάσχεση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Προστασία του μη οφειλέτη συνδικαιούχου Κατάσχεση κοινού λογαριασμού βάσει του ΚΕΔΕ



Ποιος κληρονομεί τις καταθέσεις του θανόντος σε κοινό λογαριασμό και πως διεκδικεί ο μη συνδικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού την χρηματική κατάθεση
Κοινός λογαριασμός και κληρονομικό δικαίωμα.
Οι περιπτώσεις κοινών τραπεζικών λογαριασμών και η διεκδίκηση του υπολοίπου των καταθέσεών τους από τους εμπλεκόμενους είναι πλέον εκατοντάδες.

Η σύγκρουση των κληρονόμων με τους επιζώντες συνδικαιούχους του θανόντος αποτελούν τις πιο σκληρές αντιδικίες ως αντικέιμενο σε δικαστικό επίπεδο, λόγω της προσωπικής σύνδεσης του θανόντος τόσο με αυτούς που επέλεξε να έχει συνδικαιούχους στον τραπεζικό του λογαριασμό όσο και με αυτούς που είτε εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης είναι κληρονόμοι ή αναγκαίοι κληρονόμοι και νόμιμοι μεριδούχοι της κληρονομιαίας περιουσίας.
Στην πράξη συναντούμε κυρίως τρεις (3) περιπτώσεις αντιδικίας για τις οποίες η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων δεν θα λέγαμε ότι έχει παγιωθεί σε σημείο οριστικής διευθέτησης του ζητήματος.
Ποια είναι η τύχη της τραπεζικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό σε σχέση με τον επιζώντα συνδικαιούχο. Κοινός λογαριασμός και κληρονομικό δικαίωμα.
Σύμφωνα με το ν. 5638/1932 θεσπίσθηκε ο κοινός, διαζευκτικός, τραπεζικός λογαριασμός με την πραγματοποίηση χρηματικής κατάθεσης σε τράπεζα στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων από κοινού, του οποίου μπορούν να κάνουν χρήση και να τον κινούν είτε καθένας χωριστά είτε όλοι μαζί.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, μπορεί κατά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού να τεθεί πρόσθετα ο όρος με βάση τον οποίο μετά το θάνατο οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους η κατάθεση περιέρχεται στους επιζώντες μέχρι τον τελευταίο από αυτούς, ενώ στο άρθρο 3 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιουχου (εξ αδιαιρέτου, εκ διαθήκης αναγκαίοι μεριδούχοι) δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην κατάθεση.
Στην πράξη οι τράπεζες έχουν συμπεριλάβει στις συμβάσεις ανοίγματος κοινού τραπεζικού λογαριασμού ήδη τους όρους αυτούς, οπότε σύμφωνα με τα ανωτέρω μετά το θάνατο του συνδικαιούχου, ο επιζών συνδικαιούχος δικαιούται να λάβει τα χρήματα αυτά.
Ποια τα δικαιώματα του κληρονόμου απέναντι στον επιζώντα συνδικαιούχο σε αυτή τη περίπτωση.
Ο κληρονόμος έχει τα εξής δικαιώματα έναντι στον επιζώντα συνδικαιούχο:
1η Περίπτωση) Εφόσον ο επιζών συνδικαιούχος ανέλαβε κάποιο χρηματικό ποσό από τον κοινό λογαριασμό με τον θανόντα-κληρονομούμενο, όσο ο τελευταίος ήταν ακόμη εν ζωή και το χρηματικό ποσό αυτό ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΔΩΡΕΑ του κληρονομούμενου προς τον επιζώντα συνδικαιούχο τότε ο κληρονόμος δύναται να στραφεί με αγωγή κατά του επιζώντος συνδικαιούχου και να αξιώσει την καταβολή ποσού κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, είτε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης είτε ποσοστό αυτής, ανάλογο με το ανήκον στον κληρονομηθέντα.
ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Σε αυτή τη περίπτωση δεν εφαρμόζεται ο όρος του άρθρου 2 παρ. 1 του νόμου 5638/1932 που λέει ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού στην περίπτωση που η ανάληψη έλαβε χώραν πριν την πλήρωση της αίρεσης (το θάνατο του συνδικαιούχου) ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό.
Στην παραπάνω σκέψη κατέληξε ο Άρειος Πάγος σε πρόσφατη απόφαση του με το σκεπτικό ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.
Την απαίτηση αυτή έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του ν. 5638/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχου το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση
2η Περίπτωση) Εφόσον ο επιζών συνδικαιούχος ανέλαβε κάποιο χρηματικό ποσό από τον κοινό λογαριασμό με τον θανόντα-κληρονομούμενο, όσο ο τελευταίος ήταν ακόμη εν ζωή και το χρηματικό ποσό αυτό ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΔΩΡΕΑ ΕΝ ΖΩΗ του κληρονομούμενου προς τον επιζώντα συνδικαιούχο τότε ο κληρονόμος δύναται να στραφεί με αγωγή κατά του επιζώντος συνδικαιούχου και να αξιώσει την καταβολή ποσού κατά το ποσοστό ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΤΟΥ.
Η νόμιμη μοίρα είναι το ελάχιστο αναγκαίο κληρονομικό μερίδιο κατιόντων, γονέων και επιζώσας συζύγου του θανόντος σε περίπτωση που η κληρονομιαία περιουσία διατεθεί σε τρίτα πρόσωπα ή ακόμη και σε μεριδούχους αποκλείοντας κάποιους άλλους ή δίδοντάς τους μικρότερο από το ελάχιστο αυτό μερίδιο. Η νόμιμη μίρα προσδιορίζεται στο μισό από το μερίδιο που θα ελάμβανε ο δικαιούχος της εξ αδιαθέτου διαδοχής
Σε αυτή τη περίπτωση ο νόμιμος μεριδούχος, μετά το θάνατο του δωρητή συνδικαιούχου θα προστατευθεί με βάση τα άρθρα 1831 και 1835 του ΑΚ περί προστασίας της νόμιμης μοίρας και της διαδικασίας που ονομάζεται μέμψη άστοργης δωρεάς.
3η περίπτωση) Εφόσον ο επιζών συνδικαιούχος ανέλαβε κάποιο χρηματικό ποσό από τον κοινό λογαριασμό με τον θανόντα-κληρονομούμενο, μετά το θάνατο του τελευταίου και εφόσον καθόλη τη διάρκεια της ζωής του ο επιζών συνδικαιούχος δεν προέβαινε σε διαχειριστικές πράξεις του κοινού λογαριασμού τότε το χρηματικό ποσό αυτό ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΔΩΡΕΑ ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ του κληρονομούμενου προς τον επιζώντα συνδικαιούχο.
Σε αυτή  τη περίπτωση ο κληρονόμος δύναται να στραφεί με αγωγή κατά του επιζώντος συνδικαιούχου και να αξιώσει την καταβολή ποσού κατά το ποσοστό ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΤΟΥ. Ο νομοθέτης είναι περισσότερο αυστηρός σε αυτή τη διάταξη καθώς θεωρεί ότι η δωρεά αιτία θανάτου και το ποσό αυτής στον κοινό λογαριασμό του επιζώντος συνδικαιούχου είναι αυτοδικαίως άκυρη ως δωρεά κατά το ποσοστό που πρσβάλλει τη νόμιμη μοίρα του μεριδούχου.
Στην περίπτωση αυτή και πάλι η δωρεά  θα συμπεριληφθεί  στην κληρονομία του αποθανόντος συνδικαιούχου για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας  του μεριδούχου ως κληροδοσία (άρθρο 2035 του ΑΚ) και χωρίς να εξετάζεται αν έγινε τα τελευταία δέκα χρόνια από το θάνατο του συνδικαιούχου ή αν την επέβαλαν ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγοι ευπρέπειας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2035,1825 παρ.2 και 1829 του ΑΚ προκύπτει, ότι η δωρεά αιτία θανάτου ως προς το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας των αναγκαίων κληρονόμων και κατά τον υπολογισμό αυτής λαμβάνεται ως κληροδοσία, τα δε δωρηθέντα αιτία θανάτου, θεωρούνται ως υπάρχοντα στην κληρονομία, δεν προστίθενται πλασματικώς στην πραγματική ομάδα, αλλά υπολογίζονται στο ενεργητικό αυτής κατά το άρθρο 1831 παρ.1 εδ.1 ΑΚ ( ΕφΑθ 9772/1991, ΒουζίκαςΚληρ. Δικ. έκδοση 1976 παρ. 145 και 146, Μπαλής, Κληρ. Δικ. παρ. 146 αρ.4)
Επομένως, αν προσβάλλεται το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας των παραπάνω κληρονόμων, η δωρεά είναι αυτοδικαίως άκυρη και δεν χρήζει μέμψεως κατά το ποσοστό, που κατ’ αξίαν απαιτείται  για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας. Την ακυρότητα όμως αυτή πρέπει να προτείνει ο ενδιαφερόμενος μεριδούχος, ο οποίος μπορεί να ενάγει το δωρεοδόχο, είτε με την περί κλήρου, είτε με τη διεκδικητική αγωγή. Για να κριθεί όμως, αν μια αιτία θανάτου δωρεά προσβάλλει ή όχι τη νόμιμη μοίρα, πρέπει προηγουμένως να γίνει ο υπολογισμός αυτής, δηλαδή ο προσδιορισμός της κληρονομικής ομάδας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων  1831,183 και 1834 ΑΚ (Μπαλής ο.π  παρ. 363, ΑΠ 511/1982 ΝοΒ 31.354, ΕφΠατρών 535/2008, ΕφΠατρών 473/2003 ΑΧΑ-ΝΟΜ 2004.185, ΕφΠατρ 933/1996 ΑΧΑ-ΝΟΜ 1997.140, ΕφΑθ5774/1995 Αρμ. 1997.504)
Πως γίνεται η διάκριση μεταξύ της δωρεάς εν ζωή και της δωρεάς αιτία θανάτου;
Η διαφορά της δωρεάς εν ζωή από αυτήν αιτία θανάτου έγκειται στο ότι στην μεν πρώτη ο δωρεοδόχος αποκτά αμέσως δικαίωμα στο πράγμα που δωρίζεται, ενώ στη δεύτερη ο δωρεοδόχος θα απολαύσει ό,τι του δωρίθηκε μόνον μετά το θάνατο του δωρητή.
Για το λόγο αυτό ένα ασφαλές κριτήριο, προκειμένου να δοθεί ο ορθός χαρακτηρισμός στη δωρεά, από την οποία θα κριθεί η έννομη προστασία της νόμιμης μοίρας, είναι η συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνδικαιούχου κατά τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού, ενόσω ζούσε ο δωρητής συνδικαιούχος.
Αν λοιπόν, ζώντος του τελευταίου, ο δωρεοδόχος – συνδικαιούχος, προέβαινε σε αναλήψεις χρηματικών ποσών, θα πρέπει να θεωρηθεί ως δωρεά εν ζωή.
Αν, όμως, όσο ζούσε ο δωρητής συνδικαιούχος δεν προέβη σε ανάληψη, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υποκρύπτεται ο όρος της προαποβίωσης του πρώτου και επομένως πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου.

Κοινός λογαριασμός και κληρονομικό δικαίωμα.,Κοινός λογαριασμός και κληρονομικό δικαίωμα.,Κοινός λογαριασμός και κληρονομικό δικαίωμα.,Κοινός λογαριασμός και κληρονομικό δικαίωμα.,Κοινός λογαριασμός και κληρονομικό δικαίωμα.
ΠΗΓΗ: http://siamakis-lawyers.gr
Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό (Μέρος Α): Σχέσεις μεταξύ των συνδικαιούχων
Σχέσεις μεταξύ των συνδικαιούχων: Καθένας των συνδικαιούχων μπορεί να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης. Μπορεί να ευθύνεται όμως έναντι των υπόλοιπων συνδικαιούχων, αν δεν είχε έναντι αυτών δικαίωμα είσπραξης της κατάθεσης.
Σύμφωνα με το αρθρ. 1§§ 1 και 2 Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το αρθρ. 124 περ. Δ στοιχ. α ΝΔ 118/1973 Χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο, ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών είτε και όλοι οι κατ ιδία δικαιούχοι.  Η χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό προθεσμιακό ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των αρθρ. 2§1 ν.δ 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, αρθ 411, 489, 490, 491 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων ή στο όνομα του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου της τράπεζας αφετέρου, ενεργητική σε ολόκληρο ενοχή (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 632/2014, ΑΠ 878/2013, ΑΠ 1782/2007, Νόμος- ΑΠ 539/92 ΕλλΔνη 35, 78- ΑΠ 530/88 Ελλνη 30, 962- ΑΠ 1183/85 ΝοΒ 33, 1257, ΕφΛαμ 27/2013, Νόμος), ενώ ως προς την τράπεζα, που γίνεται κύριος των κινητών κι αντικαταστατών πραγμάτων και παρίσταται θεματοφύλακας, ισχύουν κι εφαρμόζονται αναλογικά τα αρθ. 806 επ, 830 ΑΚ.
Έτσι, σε μία σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, δημιουργούνται δύο σχέσεις:
  • αφ' ενός, η εξωτερική, μεταξύ καταθέτη και τράπεζας
  • αφ' ετέρου, η εσωτερική, μεταξύ των καταθετών, δηλαδή αν καθένας είχε έναντι των υπολοίπων το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη της κατάθεσης.
Ως προς την εξωτερική σχέση, σε περίπτωση ανάληψης του ποσού από την κατάθεση από οποιονδήποτε συνδικαιούχο, καθένας από τους οριζόμενους δικαιούχους του λογαριασμού γίνεται δικαιούχος των χρημάτων, που κατατέθηκαν, άσχετα αν τα χρήματα ανήκουν στην πραγματικότητα σε όλους ή μόνο σε μερικούς εξ αυτών και μπορεί να τα χρησιμοποιεί ο καθένας εξ αυτών, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, η δε καταβολή των χρημάτων της κατάθεσης εκ μέρους της τράπεζας, στην οποία έγινε η κατάθεση και τηρείται ο λογαριασμός, σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης, έναντι του δέκτη της κατάθεσης και έναντι όλων των δικαιούχων. Η τράπεζα- θεματοφύλακας δεν έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή των χρημάτων, εφόσον ζητηθούν εκ μέρους του καταθέτη, χωρίς να μπορεί να προβεί, σε κατ αρεσκεία της επιλογή. Ενώ, η ανάληψη των χρημάτων από έναν δικαιούχο επιφέρει απόσβεση της απαίτησης κατά της τράπεζας για όποιον άλλο δικαιούχο, που δεν μπορεί να ζητήσει εκ νέου το ποσό των χρημάτων από την τράπεζα (βλ νομολ ως ανω και ΑΠ 1001/2012, 632/2014, 1096/2014, 1961/2014, ΕφΑθ 3332/2009, Νόμος).
Από την άλλη, ως προς την εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέσης, οι μεταξύ τους σχέσεις ρυθμίζονται στην πραγματικότητα με βάση τις εσωτερικές συμφωνίες, που τους συνδέουν κι αποτέλεσαν την αιτία και το λόγο της κατάθεσης, κατά τις οποίες μπορεί να ρυθμίζεται διαφορετικά το μεταξύ τους δικαίωμα επί του ποσού της «κοινής κατάθεσης» κι η έκταση του κατ αρθ. 493 ΑΚ (ΑΠ 529/2015, ο.π-ΕφΑθ 4238/1989 ΕλλΔνη 33, 192- ΠΠρΛαρ 150/1999 ΑρχΝ 2001, 823- ΕιρΑθ 2622/2013, Νόμος). Η εσωτερική σχέση που συνδέει τους συμβαλλόμενους κι εμφανιζόμενους ως συνδικαιούχους της μπορεί να είναι «επαχθής» (εταιρία, δάνειο, εντολή κ.α) ή «χαριστική» (δωρεά εν ζωή, κληροδοσία κ.α) και με βάση αυτή μπορεί να προβλέπεται το κατ εξαίρεση δικαίωμα του ενός συμβαλλόμενου σε όλο το ποσό της κατάθεσης (ΑΠ 1001/2012, ο.π) ή να απαγορεύεται και να αποκλείεται εντελώς το δικαίωμα του για άσκηση αναγωγής κατά του άλλου (ΑΠ 529/2015, 540/1998, Νόμος).
Έτσι, στην περίπτωση συζύγων ή τέκνων, η εσωτερική σχέση θα είναι χαριστική κατά κανόνα, π.χ. δωρεά, ενώ στην περίπτωση εταιρείας και εταίρων θα είναι σχέση εντολής, απλής ή διαχειριστικής. Σε περίπτωση λοιπόν ανάληψης του ποσού από τέκνο, όταν διαπιστωθεί ότι ο καταθέτης γονέας είχε σκοπό δωρεάς, ανάληψη του ποσού από το τέκνο δεν συνεπάγεται δικαίωμα επιστροφής προς το γονέα.
Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, από την κατάθεση των χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, καθένας από τους αναφερόμενους σ` αυτόν αποκτά δικαίωμα έναντι της τράπεζας για την απόδοση και ολόκληρης της ποσότητας των χρημάτων, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, δεν έχει όμως το δικαίωμα μόνος να εγγράψει στον κοινό λογαριασμό τρίτο πρόσωπο ως συνδικαιούχο, χωρίς τη συναίνεση των λοιπών συνδικαιούχων, διότι άλλως καταστρατηγούνται τα δικαιώματα τους, δεδομένου ότι ο συνδικαιούχος κοινού λογαριασμού έχει ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα στο χρηματικό ποσό της κατάθεσης, που μόνο με τη θέληση του μπορεί να χάσει, με την είσοδο δε εν αγνοία του και άλλου συνδικαιούχου μειώνεται χωρίς την συναίνεσή του το ποσοστό της συμμετοχής του στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού με βάση την εσωτερική σχέση (ΑΠ 712/2009).
Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό (Μέρος Β): Έννομες σχέσεις κληρονομικού δικαίου
Δύναται να τεθεί ο όρος ότι, με το θάνατο οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς συνδικαιούχους. Ακόμη και αν δεν τεθεί, οι κληρονόμοι του θανόντος δεν γίνονται συνδικαιούχοι του λογαριασμού.
Σύμφωνα με το αρθρ. 1§§ 1 και 2 Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το αρθρ. 124 περ. Δ στοιχ. α ΝΔ 118/1973 Χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο, ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών είτε και όλοι οι κατ ιδία δικαιούχοι. 
Επί των καταθέσεων σε κοινό λογαριασμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως (α) ότι δύναται να τεθεί ο όρος ότι, με το θάνατο οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο εξ αυτής λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, μέχρι του τελευταίου αυτών, οπότε η κατάθεση περιέρχεται σ` αυτούς ελεύθερη παντός φόρου κληρονομιάς η άλλου τέλους ..." και (β) ότι διάθεση της κατάθεσης με πράξη είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του αποβιώσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της κατάθεσης.
Από τις διατάξεις αυτές, από τις οποίες η πρώτη αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ` αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών, εκτός εάν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως η κατάθεση και ο απ` αυτή λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο, ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (Α.Π. 1782/2007, Α.Π. 1357/2007). Αυτός που επικαλείται την πιο πάνω εξαίρεση της ύπαρξης του προσθέτου όρου του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, που αποτελεί ένσταση, φέρει και το βάρος της απόδειξης.
Προκειμένου να εξισορροπηθούν οι παραπάνω εξαιρετικά ευνοϊκές διατάξεις υπέρ των καταθετών κοινού λογαριασμού και αντίστοιχα οι αυστηρές ρυθμίσεις του σε βάρος των αναγκαίων κληρονόμων, για τους οποίους οι σχετικές διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 1825 επ. ΑΚ), εισήχθη με τον Αστικό Κώδικα η διάταξη του άρθρου 117 του ΕισΝΑΚ, κατά την οποία, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό του ν. 5638/1932 συντελέσθηκε δωρεά, αυτή κρίνεται σε σχέση με το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του ΑΚ. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για να εξευρεθεί κατά ποιό τρόπο θα προστατευθούν έναντι της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό οι νόμιμοι μεριδούχοι του αποβιώσαντος συγκαταθέτη, είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί η νομική φύση της πραγματοποιούμενης με την κοινή χρηματική κατάθεση, επιδόσεως υπέρ του συγκαταθέτου της. Έτσι, όταν κατατίθεται χρηματικό ποσό από χαριστική αιτία σε κοινό λογαριασμό, προκειμένου να επωφεληθεί ο συγκαταθέτης του ενεργητικού υπολοίπου της καταθέσεως, ακόμη και όταν προϋπόθεση της περιέλευσης της ωφελείας είναι ο θάνατος του παρέχοντος και η επιβίωση του λήπτη, θα μπορεί να γίνει λόγος για κληροδοσία (άρθρο 1714 ΑΚ), μόνον εφόσον έχει συνταχθεί νομοτύπως διαθήκη του παρέχοντος. Διαφορετικά, όπως συμβαίνει συνήθως, θα πρόκειται περί δωρεάς. Η διαφορά της δωρεάς εν ζωή από αυτήν αιτία θανάτου έγκειται στο ότι στην μεν πρώτη ο δωρεοδόχος αποκτά αμέσως δικαίωμα στο πράγμα που δωρίζεται, ενώ στη δεύτερη ο δωρεοδόχος θα απολαύσει ό,τι του δωρίθηκε μόνον μετά το θάνατο του δωρητή. Για το λόγο αυτό ένα ασφαλές κριτήριο, προκειμένου να δοθεί ο ορθός χαρακτηρισμός στη δωρεά, από την οποία θα κριθεί η έννομη προστασία της νόμιμης μοίρας, είναι η συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνδικαιούχου κατά τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού, ενόσω ζούσε ο δωρητής συνδικαιούχος. Αν λοιπόν, ζώντος του τελευταίου, ο δωρεοδόχος - συνδικαιούχος, προέβαινε σε αναλήψεις χρηματικών ποσών, θα πρέπει να θεωρηθεί ως δωρεά εν ζωή. Στην περίπτωση αυτή ο νόμιμος μεριδούχος, μετά το θάνατο του δωρητή συνδικαιούχου θα προστατευθεί με βάση τα άρθρα 1831 και 1835 του ΑΚ. Αν, όμως, όσο ζούσε ο δωρητής συνδικαιούχος δεν προέβη σε ανάληψη, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υποκρύπτεται ο όρος της προαποβίωσης του πρώτου και επομένως πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου. Στην περίπτωση αυτή και πάλι η δωρεά θα συμπεριληφθεί στην κληρονομία του αποθανόντος συνδικαιούχου για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου ως κληροδοσία (άρθρο 2035 του ΑΚ) και χωρίς να εξετάζεται αν έγινε τα τελευταία δέκα χρόνια από το θάνατο του συνδικαιούχου ή αν την επέβαλαν ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγοι ευπρέπειας.

Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης


++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Ο ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ
Ως κοινός λογαριασμός (compte joint, join account), σύμφωνα με την γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1 του ν. 5638/1932, νοείται εκείνος, όπου δικαιούχοι της κατάθεσης είναι δύο ή περισσότερα πρόσωπα υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι έκαστος εξ αυτών δύναται να κάνει χρήση χρήση του λογαριασμού ατομικά, χωρίς να είναι αναγκαία η σύμπραξη του άλλου (κοινός διαζευτικός λογαριασμός)[1]. Συνεπώς, κάθε δικαιούχος του λογαριασμού μπορεί να αναλάβει από τον κοινό λογαριασμό το σύνολο των χρημάτων που υπάρχουν σε αυτόν και η τράπεζα, μετά από αυτήν την καταβολή, «ελευθερώνεται», καθώς οι δικαιούχοι τελούν σε σχέση ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχή[2], ο δε αναλαβών δεν διαπράττει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης[3]. Μοναδική οδός για την ικανοποίηση των υπολοίπων συνδικαιούχων του λογαριασμού είναι να στραφούν αναγωγικά κατά του προσώπου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό. Ακόμα, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη για να προστεθεί νέος συνδικαιούχος σε υπάρχοντα κοινό λογαριασμό απαιτείται η ρητή σύμφωνη γνώμη (συναίνεση) όλων των υφιστάμενων[4]. Τι γίνεται, όμως, στις περιπτώσεις που ένας εκ των συνδικαιούχων αποβιώσει;
Το εν λόγω θέμα έχει απασχολήσει ιδιαίτερα, τόσο την νομολογία, όσο και την θεωρία. Το βασικό ερώτημα είναι πως ρυθμίζονται τα δικαιώματα σε ένα κοινό λογαριασμό κατόπιν του θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων, ήτοι υπεισέρχονται στον κοινό λογαριασμό οι κληρονόμοι του ή τα δικαιώματα του αποβιώσαντος μεταπίπτουν υπερ των υπολοίπων (συνδικαιούχων); Πρώτο βήμα αποτελεί η έρευνα αν τέθηκε στη σύμβαση του κοινού λογαριασμού ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 που ορίζει ότι με το θάνατο οπουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους υπόλοιπους εν ζωή συνδικαιούχου μέχρι τον τελευταίο αυτών.
Η ύπαρξη του πρόσθετου όρου του άρθρου 2 ν. 5638/1932 στη σύμβαση.
Η εν λόγω  διάταξη, που είναι ενδοτικού δικαίου[5], εφόσον έχει τεθεί[6], σημαίνει ότι τα εκ του κοινού λογαριασμού δικαιώματα μεταβαίνουν αυτομάτως και εξ ιδίου δικαίου[7] στους λοιπούς συνδικαιούχους μέχρι του τελευταίου αυτών[8] [9] και όχι στους κληρονόμους (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης)[10] του θανόντος συνδικαιούχου που αποξενώνονται πλήρως[11] από τον λογαριασμό και την εν αυτώ κατάθεση[12], καθώς η διάθεση αυτών, βάσει του άρθρου 3 υπό εξέταση νόμου, δεν επιτρέπεται αιτία θανάτου (και εν ζωή)[13], με αποτέλεσμα αυτά να εξαιρούνται από την κληρονομιαία περιουσία και να μην υπάρχει δυνατότητα άντλησης δικαιωμάτων από τους κληρονόμους του αποθανόντος συνδικαιούχου κατά την εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων.
Πάντως, επειδή το αποτέλεσμα της προσθήκης του άρθρου 2 του υπό κρίση νόμου θεωρήθηκε ιδιαίτερα αυστήρο για τους νόμιμους μεριδούχους, ο νομοθέτης αρχικά και τα ελληνικά δικαστήρια στη συνέχεια επιδίωξαν να μετριάσουν αυτό το «κακό». Γίνεται δεκτό από την νομολογία[14] και την θεωρία[15] πως στην περίπτωση όπου έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, υπάρχει δυνατότητα για προστασία των νόμιμων μεριδούχων, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό πραγματοποιήθηκε δωρεά. Νομική βάση για την παρεχόμενη προστασία στον νόμιμο μεριδούχο αποτελεί το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, αν με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέστηκε δωρεά, αυτή θα κριθεί ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως τέτοια (δωρεά). Επομένως, αν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των διατάξεων περί νόμιμης μοίρας, θα συνυπολογιστεί πλασματικά η κατάθεση στην κληρονομιά για τον καθορισμό του ύψους της (νόμιμης μοίρας) κατά το κληρνομικό δίκαιο[16] [17]. Βέβαια, να επισημανθεί ότι έχουν δημιουργηθεί σοβαρές δυσχέρειες στην εφαρμογή του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ, που ανακύπτουν από τον προσδιορισμό του όρου δωρεά[18].
Η έλλειψη του πρόσθετου όρου του άρθρου 2 ν. 5638/1932 στη σύμβαση.
Αν ο ως άνω όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 δεν έχει περιληφθεί στη σύμβαση του κοινού λογαριασμού, πράγμα που αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα στη συνήθη τραπεζική πρακτική, όπου ως επί το πλείστον τίθεται, τότε και πάλι οι κληρονόμοι του συνδικαιούχου δεν υπεισέρχονται στη θέση του κληρονομούμενου σύμφωνα με τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου έναντι της τράπεζας, καθώς, όπως είπαμε, υπάρχει, βάσει του άρθρου 3 τους ως άνω νόμου, απαγόρευση διάθεσης της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό με πράξη αιτία θανάτου (αλλά και εν ζωή[19]).
Όμως, σε αυτήν την περίπτωση όπου λείπει ο όρος του άρθρου 2 του κρίσιμου νόμου, υπάρχει η δυνατότητα αναζήτησης από τους κληρονόμους, του μέρους της κατάθεσης που αντιστοιχεί στον κληρονομούμενο, σύμφωνα με την εσωτερική σχέση των μερών της κατάθεσης, ήτοι των συνδικαιούχων (αναγωγικό δικαίωμα)[20].
Σε αυτό το σημείο αξίζει ίσως να αναφερθεί και η εν μέρει αντίθετη άποψη του κου Ψυχομάνη, σύμφωνα με την οποία, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου δεν αποστερούνται του κληρονομικού τους δικαιώματος στο ποσό της κατάθεσης, δηλαδή αποκτούν απαίτηση έναντι της τράπεζας για απόδοση του ποσού που θεμελιώνεται στην καθολική διαδοχή, η οποία επήλθε λόγω του θανάτου του κληρονομούμενου. Αυτό, όμως, που δε δύναται να πράξουν οι κληρονόμοι (και ως προς αυτό φαίνεται να συγκλίνουν οι δύο απόψεις) είναι να ζητήσουν την αντικατάσταση του ονόματος του θανόντος με τα δικά τους και τη συνέχιση με αυτόν τον τρόπο της σύμβασης κοινού λογαριασμού[21]. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, καταλήγει η άποψη, ότι έχουν αναγωγικό δικαίωμα έναντι των λοιπών συνδικαιούχων που επωφελούνται από το θανάτου του κληρονομούμενου συνδικαιούχου.
Κλείνοντας να αναφέρουμε ότι στην ελληνική τραπεζική πρακτική η χρήση του κοινού λογιαριασμού είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη με την μορφή της διάζευξης, ώστε να δίνεται η δυνατότητα σε οιονδήποτε εκ των συνδικαιούχων να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης. Τέλος, δέον να επισημανθεί ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των κοινών λογαριασμών τίθεται ο προαναφερθείς όρος του άρθρου 2 ν. 5638/1932 και ως εκ τούτου απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
[1] ΑΠ 313/1999 ΝοΒ 2000, 937. Πάντως, γίνεται δεκτό πως δύναται να τεθεί ο όρος ότι οι συνδικαιούχοι θα μπορούν να κάνουν χρήση του λογαριασμού μόνο όταν συμπράττουν όλοι από κοινού, όποτε βρίσκουν έρεισμα οι διατάξεις περί κοινωνίας δικαιώματος (κοινός συμπλεκτικός ή αδιαίρετος λογαριασμός, άρθρο 111 ν.δ. 118/1973) και όχι οι διατάξεις του ν. 5638/1932. Βλ. Ψυχομάνης, Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, 2011, σ. 474 και Ρόκας/Γκόρτσος, οπ, σ. 220
[2] Δούβλης, Κοινός διαζευκτικός λογαριασμός, 1987, σ. 16 επ. Δηλαδή, στην περίπτωση του κοινού διαζευτικό λογαριασμού βρίσκουν εφαρμογή οι διατάξεις 489 επ. ΑΚ περί ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και ΕφΑθ 2422/2010, www.katraslaw.gr/ki/nomologia/127-24222010.
[3] Τριανταφυλλάκης, οπ, σ. 308.
[4] ΑΠ 1257/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[5] Διπλωματική εργασία Γρίβα, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Αστικού Δικαίου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, 2002, Καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό, σ. 17.
[6] Ο όρος μπορεί ασφαλώς να έχει συνομολογηθεί, πέρα από γραπτά, και σιωπηρά ή να συνάγεται ερμηνευτικά βάσει της τραπεζικής συνήθειας, όπου ως επί το πλείστον τίθεται. Βλ. Ψυχομάνης, 2011, οπ, σ. 490.
[7] ΑΠ 380/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, όπου κρίθηκε πως η εναγομένη ορθώς ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης και η διατήρησή του έγινε εξ ιδίου δικαίου, καθώς το σχετικό δικαίωμα πηγάζει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5638/1932, οι δε κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου συζύγου της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, δεν έχουν δικαίωμα να στραφούν, εναντίον της και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις των αρχικών καταθετών τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε στον συνδικαιούχο πατέρα τους, όπως θα μπορούσαν να πράξουν αν δεν είχε τεθεί ο όρος αυτός, αφού η κατάθεση αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία, κατά τα άρθρα 2 και 3 του ν. 5638/1932.
[8] Οι επιζώντες συνδικαιούχοι δεν υπόκεινται σε φόρο κληρονομίας ή άλλα τέλη για την κατάθεση που περιέρχεται σε αυτούς με το σκεπτικό ότι αυτός είναι ένας τρόπος προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων και συγκράτησης των ημεδαπών στην Ελλάδα. Βλ. Ρόκας/Γκόρτσος, οπ, σ. 220. Πάντως, η ως άνω φορολογική απαλλαγή δεν υφίσταται και στους κληρονόμους του τελευταίου απομείναντος συνδικαιούχου. Βλ. Γρίβα, οπ, σ. 18.
[9] Κομισοπούλου, Κατάθεσις εις κοινόν λογαριασμόν ν. 5638/1932 και προσβολή νόμιμης μοίρας δι’ αυτής, ΝοΒ 1964, 436.
[10] Βελέντζας, Νομολογία Τραπεζικού, Αξιογραφικού, Χρηματιστηριακού Δικαίου, 1990-2002, σ. 193, όπου δέχεται ότι στους κληρονόμους που αποκλείονται από την άσκηση των δικαιωμάτων επί του κοινού λογαριασμού στον οποίο ήταν συνδικαιούχος ο κληρονομούμενος, εμπίπτουν τόσο οι αναγκαίοι κληρονόμοι (νόμιμοι μεριδούχοι), όσο και η άπορη χήρα.
[11] ΜΠρΡοδ 108/2013  Αρμ 2013, 905 επ.
[12] Η δικαιολογητική βάση είναι ότι ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 υποδηλώνει συμφωνία των συνδικαιούχων εμπεριέχουσα επίδοση προς τους λοιπούς, η οποία γίνεται εν ζωή και αφήνει με αυτόν τον τρόπο εκτός κληρονομιάς το ποσό που αναλογεί στον αποβιώσαντα κατά την εσωτερική σχέση.  Βλ. Ψυχομάνης, 2011, οπ, σ. 491. ΑΠ 380/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, όπου έγινε δεκτό ότι για την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό στην οποία είχε συνομολογηθεί ο πρόσθετος όρος του άρθρου 2 του κρίσιμου νόμου οι ενάγοντες – κληρονόμοι δεν έχουν κληρονομικό δικαίωμα επί της άνω καταθέσεως, καθώς αυτή μετέρχεται στους λοιπούς συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού.
[13] Η ως άνω απαγόρευση λειτουργεί μόνο απέναντι στην τράπεζα, καθώς, όπως θα δούμε στην συνέχεια είναι δυνατή σύσταση ενεχύρου επί του ποσού της κατάθεσης.
[14] ΜΠρΡοδ 108/2013, Αρμ 2013, 906 επ., ΜΠρΛαρ 170/1990 ΕΕμπΔ 1991, 426 επ.
[15] Ρόκας/Γκόρτσος, οπ, σ. 221 και Βελεντζάς, οπ, σ. 196.
[16] Άρθρο 1831 ΑΚ για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας και άρθρο 1835 ΑΚ για την ανατροπή ως άστοργος δωρεά.
[17] Ωστόσο, σύμφωνα με άλλη γνώμη, το δικαίωμα των αναγκαίων κληρονόμων δεν είναι αυτούσια κληρονομικό, αλλά ενοχικό και στρέφεται κατά εκείνων των καταθετών που έλαβαν δωρεά παρά του αποβιώσαντος. Βλ. Παμπούκης, Τραπεζικαί Πιστωτικαί Συμβάσεις,1962, σ. 321.
[18] Γρίβα, οπ, σ. 23 επ, όπου γίνεται λεπτομερής ανάλυση της έννοιας της δωρεάς.
[19] Ψυχομάνης, 2011, οπ, σ. 488.
[20] ΑΠ 380/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΕφΘεσ 362/1990, ΕλλΔνη 31 (1990), 321. Αν σε περίπτωση ανάληψης όλου του ποσού της κατάθεσης από έναν συνδικαιούχο, θεωρείται ότι ο συνδικαιούοχος που αποβίωσε, θα είχε αναγωγικό δικαίωμα, τότε ορθότερο είναι να αναγνωρίζεται σχετικό δικαίωμα και στους κληρονόμους του. Τουναντίον, αν σχετικό δικαίωμα δε θα αναγνωριζόταν στον ίδιο τον συνδικαιούχο, λογικό είναι να μην αναγνωρίζεται και στους κληρονόμους του. Βλ. Γρίβα, οπ, σ. 21.
[21] Ψυχομάνης, 2011, οπ, σ. 489-490 με περαιτέρω ξενόγλωσση βιβλιογραφία.
(Του Σωκράτη Τσαχιρίδη, Δικηγόρου, MSc Business Law & Administration)
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Κοινός τραπεζικός λογαριασμός: Δικαιώματα συνδικαιούχων και κληρονόμων
Οι περισσότεροι από μας έχουν ανοίξει τραπεζικούς λογαριασμούς στα κατά τόπους καταστήματα των τραπεζών. Οι λογαριασμοί αυτοί μπορεί να είναι ατομικοί ή κοινοί.
Στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς δηλαδή στις τραπεζικές καταθέσεις όπου υπάρχουν δύο ή περισσότεροι δικαιούχοι σε έναν τραπεζικό λογαριασμό ισχύει μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων και της τράπεζας.
Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, παράγεται, ανεξαρτήτως του εάν τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκαν σε όλους ή σε μερικούς υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, ενεργητική σε ολόκληρο ενοχή μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου (τράπεζας) αφετέρου. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό που καταθέτει χρήματα ο ένας συνδικαιούχος, αν γίνει ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (ολικώς ή μερικώς) από έναν από τους δικαιούχους είτε είναι αυτός που τα καταθέτει ή άλλος συνδικαιούχος να γίνεται εξ ιδίου δικαίου (δηλαδή ο αναλαμβάνων τα χρήματα αποκτά αυτομάτως δικαίωμα να προβεί σε αυτήν την πράξη), εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης καθ` ολοκληρία έναντι της Τράπεζας και ως προς τον άλλο, δηλ. τον μη αναλαβόντα δικαιούχο.
Με την κατάθεση δε σε κοινό λογαριασμό οι δικαιούχοι του λογαριασμού, ακόμη και αν δεν κατατέθηκαν δικά τους χρήματα, γίνονται συγκύριοι των χρημάτων του λογαριασμού, ανεξάρτητα από τον σκοπό της κατάθεσης, γι` αυτό και η ανάληψη των χρημάτων από οποιονδήποτε των δικαιούχων δεν συνιστά κλοπή ή υπεξαίρεση και κατ` επέκταση αδικοπραξία.
Ο δικαιούχος που δεν ανέλαβε χρήματα σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να ασκήσει αγωγή καθώς αποκτά εκ του νόμου απαίτηση, έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού.
Σε περίπτωση δε θανάτου ενός των καταθετών, το ποσό του τραπεζικού λογαριασμού στο οποίο είναι συνδικαιούχος δεν συμπεριλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία, δηλαδή τα χρήματα που έχει ένας κοινός τραπεζικός λογαριασμός δεν κληρονομούνται. Ο επιζών ή οι επιζήσαντες συνδικαιούχοι εξακολουθούν να είναι οι μόνοι δικαιούχοι του λογαριασμού. Κι αν συνδικαιούχος είναι μόνο ένας τότε αυτομάτως έχει το δικαίωμα να εισπράξει όλο το ποσό του λογαριασμού, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν του ανήκει. Σε τέτοια περίπτωση οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου δεν μπορούν να στραφούν κατά της τράπεζας για να διεκδικήσουν το κληρονομικό τους μερίδιο από τον κοινό λογαριασμό διότι διαφορετικά θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της (τράπεζας). Έτσι, οι κληρονόμοι του αποθανόντος, θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχο τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Κοινός Τραπεζικός Λογαριασμός [Ν. 5638/ 1932].
Ο γνωστός σε όλους μας “Κοινός τραπεζικός λογαριασμός” (joint account deposit) ρυθμίζεται (διέπεται από τον απαρχαιωμένο νόμο 5638/ 1932). Τι είναι αυτός ο λογαριασμός;
i.Ορισμός. Δίδεται και νομοθετικός ορισμός [κάτι που δεν συμβαίνει συχνά στην ελληνική νομική πραγματικότητα] στο άρθρο 1 § 1 του ν. 5638/ 1932 σύμφωνα με τον οποίο “χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δυο ή πλειοτέρων από κοινού (joint account deposit) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι εκ του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι”. Σύμφωνα με την Επιστήμη [Λ. Γεωργακόπουλος, Εγχειρίδιο εμπορικού δικαίου, τόμος 2, τεύχος 2, Γ, τραπεζικές συμβάσεις, 1995, § 34.VI.4, σελ. 547], “κατάθεση σε κοινό λογαριασμό ονομάζεται η χρηματική κατάθεση πολλών-άρα η κοινωνία κατάθεσης-στην οποία συμφωνείται δικαίωμα χρήσεως του λογαριασμού είτε από όλους τους κοινωνούς είτε από μερικούς ή από τον καθένα τους, αι επιπλέον δίδεται κατά την σύμβαση ο χαρακτηρισμός της καταθέσεως εις κοινον λογαριασμόν”.

 Για να ακιβολογούμε νομικά, ορθότερο θα ήταν ο λογαριασμός αυτός να ονομαζόταν “διαζευκτικός λογαριασμός”. Σύμφωνα με άλλη, νεότερη, επιστημονική άποψη [Σπ. Ψυχομάνης, Τραπεζικό δίκαιο δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων, τόμος ΙΙ, έκτη έκδοση, 2010, πλαγιάριθμο 274, σελ. 107], “λαμβάνοντας υπόψη και τις λοιπές ιδιαιτερότητες της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, όπως αυτές προβλέπονται στον νόμο, μπορεί κανείς να ορίσει πληρέστερα την μορφή αυτή καταθέσεως ως την σύμβαση ενός ή πλειόνων φυσικών προσώπων με τράπεζα περί χρηματικής σ΄ αυτήν καταθέσεως όψεως ή ταμιευτηρίου ή υπό προειδοποίηση ή υπό προθεσμία, σε ανοικτό (τρέχοντα) λογαριασμό με δικαιούχους τα πλείονα πρόσωπα, υπό την έννοια όι αυτοί (συνδικαιούχοι) θα έχουν το δικαίωμα να κάνουν χρήση του λογαριασμού ατομικά ή συλλογικά, στο πλαίσιο συσταθείσης ενεργητικής σε ολόκληρο ενοχής”. Πληρέστερα, πληρέστατα καθορίζει το περιεχόμενο (και τον σκοπό του) του κοινού λογαριασμού η νομολογία του Ακυρωτικού μας. Ειδικότερα, σύμφωνα με αυτήν [Άρειος Πάγος 878/ 2013 ενδεικτικά], “Με την συναπτόμενη μεταξύ αφενός δύο ή περισσοτέρων ενδιαφερομένων και αφετέρου κάποιας τράπεζας σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, εκείνοι καταθέτουν σ` αυτήν χρήματα με την παράλληλη συμφωνία της τηρήσεως από αυτήν της κατάθεσης στο όνομα από κοινού και με τον πρόσθετο όρο ότι καθένας από εκείνους θα μπορεί να κάνει μερική ή ολική χρήση του λογαριασμού, αναλαμβάνοντας από αυτόν χρήματα χωρίς τη σύμπραξη των άλλων. Ο πρόσθετος αυτός όρος είναι απαραίτητος για να προσδώσει στην τραπεζική κατάθεση σε λογαριασμό με δύο ή περισσότερους δικαιούχους το χαρακτηρισμό της ως κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό μπορεί να συσταθεί είτε από περισσότερους μαζί στο όνομά τους κοινώς, είτε από ένα ή περισσότερους στο όνομα των καταθετών κοινώς, αλλά και τρίτων προσώπων, εφόσον περιέχει τον ανωτέρω όρο της χρήσης του λογαριασμού αυτού. Με την πιο πάνω κατάθεση των χρημάτων στο όνομα περισσοτέρων του ενός δικαιούχων, η κυριότητα των χρημάτων περιέρχεται στην τράπεζα και αποκτάται ξανά με την ανάληψη αυτών από οποιοδήποτε δικαιούχο, ο οποίος έτσι γίνεται κύριος των χρημάτων, έστω και αν δεν ήταν καταθέτης, ανεξάρτητα από το σκοπό της κατάθεσης (εντολή, δωρεά). Η άνω έννοια συνάγεται και από το γράμμα των προαναφερόμενων διατάξεων, στις οποίες γίνεται χρήση της φράσης χρηματική κατάθεση σε ανοικτό λογαριασμό "στο όνομα δύο ή περισσοτέρων μαζί" και όχι εκ μέρους δύο ή περισσοτέρων μαζί, καθώς και από τον χαρακτηρισμό των προσώπων, που τα αφορά η κατάθεση αυτή, ως "δικαιούχων" και όχι ως καταθετών, αλλά και από το σκοπό του νόμου, που απέβλεψε με τις διατάξεις αυτές στη συγκράτηση κεφαλαίων στην Ελλάδα και στην προσέλευση νέων κεφαλαίων που βρίσκονται στα χέρια Ελλήνων του εξωτερικού. Για την εγκυρότητα της κατάθεσης δεν απαιτείται να διενεργηθεί αυτή από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Με τη σύναψη της συμβάσεως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια ότι ο καθένας από τους δικαιούχους έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων του λογαριασμού, η οφειλέτρια, όμως, τράπεζα έχει την υποχρέωση να προβεί στην απόδοση των χρημάτων μόνο μία φορά, σε περίπτωση δε που η τελευταία απόδωσε σ` εκείνον τα χρήματα επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως έναντι αυτής ως προς όλους τους δανειστές, δηλαδή και ως προς τον άλλο ή άλλους δικαιούχους. Αυτοί έχουν δικαίωμα αναγωγής κατ` εκείνου που ανέλαβε τα χρήματα, σε περίπτωση δε δυο εις ολόκληρον δικαιούχων, για την εκ μέρους του ανάληψη του μισού των εν λόγω χρημάτων, εκτός αν αποδεικνύεται κάτι άλλο από την τυχόν υφιστάμενη εσωτερική σχέση τους”.
ii.Σκοπός. Σύφωνα με την Επιστήμη [Σπ. Ψυχομάνης, όπ. παρ, πλαγιάριθμος 276, σελ. 107] και την νομολογία μας [ΑΠ 878/ 2013, όπ.πάρ] “Σκοπός του κοινού λογαριασμού ήταν, αρχικά, η προσέλκυση ή η διατήρηση κεφαλαίων ελλήνων του εξωτερικού στη χώρα μας στους οποίους παρεχόταν με τον νέο νόμο μια εναλλακτική, ελκυστική, ως προς τις δυνατότητες χρήσης και προορισμού της καταθέσεως, αποταμιευτική, επενδυτική και διαχειριστική λύση, την οποία παρείχαν ήδη οι τράπεζες του εξωτερικού. Αργότερα, στις πλεονεκτικές αυτές δυνατότητες της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό προστέθηκε και το προνόμιο της απαλλαγής των επιζώντων συνδικαιούχων από τον τυχόν οφειλομενο φόρο κληρονομιάς”. Κατά την άποψη του blogger, από την εκτεθείσα λεπτομερώς, λειτουργία του joint account deposit προκύπτει το άκρως επικίνδυνο του! Συνιστώ την πλήρη αποφυγή του. Και τούτο για τους εξής λόγους: σε συνθήκες πλήρους εκμηδένισης της έννοιας της εμπιστοσύνης, ακόμη και στις θεωρούμενες ιερές σχέσεις [π.χ. γονέων- τέκνων] λόγω της Μνημονιακής ευδαιμονίας υπό την οποία διαβιεί η ελληνική αποικία χρέους μια τέτοια κατάθεση δίδει το δικαίωμα στον συνδικαιούχο να αναλάβει όλα τα χρήματα από αυτόν χωρίς να διαπράττει καν το έγκλημα της υπεξαίρεσης [ενδεικτικά ως προς την μη τέλεση του εγκλήματος αυτού δες ΑΠ 1691/ 2014, Εφετείο Θεσ/ κης 352/ 2009 κατά την οποία μάλιστα δεν τελείται υπεξαίρεση ακόμη και στην περίπτωση που ο λαβών το ποσό συνδικαιούχος δεν έχει προβεί σε καμιά κατάθεση σ' αυτόν]. Το νομικό αυτό μόρφωμα δίδει λαβή σε παντοειδείς εκβιασμούς, ιδίως εναντίον των ηλικιωμένων και των χρηζόντων ιατρικής περίθαλψης αφού ο εκβιαστής συνδικαιούχος [ιδίως αν είναι και αλλοδαπός όπου δεν είναι καθόλου γνωστό το παρελθόν του] απαιτεί-ως ανταμοιβή του-την παραδοχή του ως συνδικαιούχου στον ατομικό τραπεζικό λογαριασμό του αδύναμου καταθέτη. Και ναι μεν δικαιούται το θύμα να στραφεί κατά του συνδικαιούχου εκβιαστή αστικά να αναζητήσει το μερίδιο του αλλά τι να το κάνεις το δικαίωμα όταν αυτό δεν μπορεί να πραγματωθεί; Λόγω, π.χ., έλλειψης περιουσίας του δράστη ή λόγω διαφυγής του στην αλλοδαπή.
iii.Νομική φύση. Σύμφωνα με την Επιστήμη [Σπ. Ψυχομάνης, όπ. Πάρ, πλαγιάριθμος 278, σελ. 108, Λ. Γεωργακόπουλος, όπ.παρ, § 34.VI.4.β.θθ, σελ. 549] αλλά και την νομολογία [ενδεικτικά ΑΠ 539/ 1992, ΑΠ 878/ 2013] πρόκειται για ενεργητική ενοχή σε ολόκληρο [ΑΚ 489] των συνδικαιούχων κατά της Τράπεζας. Τι σημαίνει ενεργητική ενοχή σε ολόκληρο; Για τους μη νομικούς ότι καθένας από τους δανειστές [εν προκειμένω καθένας από τους συνδικαιούχους του joint account deposit] μπορεί να απαιτήσει από τον οφειλέτη [εν προκειμένω την τράπεζα] ολόκληρο το ποσό της οφειλής [τραπεζικής κατάθεσης] και καταβάλλοντας σε ένα από τους δανειστές [συνδικαιούχους του joint account] απελευθερώνεται αυτή έναντι όλων των δανειστών [συνδικαιούχων του joint account]. Το μόνο δικαίωμα που έχουν οι υπόλοιποι δανειστές της ενεργητικής ενοχής σ' ολόκληρον είναι να στραφούν αναγωγικά κατά του λαβόντος δανειστή (συνδικαιούχου του joint account deposit) και να ζητήσουν το μερίδιο τους [ΑΚ 493]. Οι κίνδυνοι για τους λοιπούς συνδανειστές (συνδικαιούχους) είναι προφανείς σε περίπτωση που ο λαβών όλη την απαίτηση είναι αφερέγγυος και με έλλειψη οιασδήποτε ακίνητης περιουσίας. Σύμφωνα με νεότερη άποψη του Αρείου Πάγου στο νομικό αυτό μόρφωμα παρατηρείται συνδυασμός ενεργητικής ενοχής σε ολόκληρο με γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου [ΑΚ 411 επ] στην περίπτωση θανάτωσης κάποιου από τους συνδικαιούχους [για την οποία περίπτωση, παρακάτω].
iv.Αντικείμενο κοινού λογαριασμού [joint account deposit]. Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 του ν. 5638/ 1932, αντικείμενο φαίνεται να είναι μόνο χρηματική κατάθεση [τραπεζογραμμάτια]. Έχει γίνει όμως δεκτό από την νομολογία μας [ενδεικτικά βλ. Εφετείο Αθηνών 5161/ 2006, σπουδαία απόφαση] ότι αντικείμενο του joint account deposit μπορεί να αποτελέσουν και έντοκα γραμμάτια δημοσίου, άϋλοι τίτλοι.
v. Συμβαλλόμενοι στον joint account deposit. Στον λογαριασμό αυτό απαραιτήτως οι συμβαλλόμενοι είναικατ’ ελάχιστον δύο. Αφ’ ενός μεν η Τράπεζα, αφ’ ετέρου ένας ή περισσότεροι, αρχικά ή μεταγενέστερα. Ειδικότερα, μπορεί να ιδρυθεί ένας joint account deposit ανάμεσα σε μια Τράπεζα και ένα συμβαλλόμενο. Αργότερα μπορεί να εισχωρήσει στην σύμβαση αυτή, με συναίνεση βεβαίως των αρχικών συμβαλλομένων (ιδρυτών) και άλλα φυσικά πρόσωπα. Δικαιούχος μπορεί να είναι και μη συμμετέχον πρόσωπο στην ίδρυση του joint account deposit. Δηλαδή, κάποιος ιδρύει με την Τράπεζα έναν joint account deposit και ορίζει ως συνδικαιούχο ένα πρόσωπο που δεν συμμετέχει καθόλου στην σύμβαση αυτή, δηλαδή θα έχει ο τρίτος αυτός δικαιούχος δικαίωμα αναλήψεων από αυτόν. Κλασσική περίπτωση γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου (ΑΚ 411). Η (γνήσια) σύμβαση τρίτου έχει το εξής περιεχόμενο [για κατανόηση στους μη νομικούς]: ο υπόχρεος να καταβάλλει την παροχή [π.χ. χρήμα] λέγεται «υποσχεθείς» [π.χ. τράπεζα, ασφαλιστική εταιρεία σε ασφαλιστική σύμβαση καταβολής ποσού, π.χ ασφαλιστική σύνταξη], ο αντισυμβαλλόμενος του υποσχεθέντος [τράπεζςς, ασφ. εταιρείας] λέγεται «δέκτης υπόσχεσης» και είναι πάντα υτός που πληρώνει το ποσό εξ αιτίας του οποίου συνάπτεται η σύμβαση υπέρ τρίτου. «Τρίτος» λέγεται αυτός υπέρ του οποίου συστήνεται η σύμβαση παροχής. Παράδειγμα προς κατανόηση [για τους μη νομικούς]: Συνάπτεται μεταξύ του Α και της Τ ασφαλιστική σύμβαση βάσει της οποίας ο Α [δέκτης υπόσχεσης] καταβάλει σε κάποια χρονικά διαστήματα το συμφωνηθέν ποσό [ασφάλιστρο] στην Τ [υποσχεθείσα] και όταν επέλθει κάποιο χρονικό σημείο, όπως συμφώνησαν με την σχετική σύμβαση, η Τ [υποσχεθείσα] υποχρεούται να καταβάλλει ένα ποσό στον Γ [π.χ. υπέρ του υιού του Α, «τρίτος»]. Στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, την παροχή από την Τ [υποσχεθείσα] δικαιούται να ζητήσει μόνον ο Γ (τρίτος). Η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην γνήσια και στην μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου έγκειται στο γεγονός ότι, την απαίτηση της παροχήςπου αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης υπέρ τρίτουστην μεν γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου δικαιούται να απαιτήσει μόνο ο τρίτος, στην δε μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου μόνον ο δέκτης της υπόσχεσης, αυτός δηλαδή που είναι ο συμβαλλόμενος με τον υποσχεθέντα. Παράδειγμα μη γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου: γιορτάζει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο. Πηγαίνουμε σε ένα ανθοπωλείο και παραγγέλλουμε στον ανθοπώλη να στείλει ένα λουλούδι στο αγαπημένο μας αυτό πρόσωπο με τις ευχές μας. Ο υποσχόμενος είναι ο ανθοπώλης, ο δέκτης της υπόσχεσης είναι ο παραγγελλέας του λουλουδιού, δηλαδή εμείς, τρίτος είναι το αγαπημένο μας πρόσωπο που εορτάζει. Ποιος δικαιούται α απαιτήσει την παροχή [λουλούδι] σ’ αυτή ην σύμβαση; Προφανέστατα ο παραγγελλέας, όχι ο εορτάζων ο οποίος εδώ είναι και εντελώς άσχετος με την σύμβαση αυτή την οποία μάλιστα και αγνοεί εντελώς.
Πως γίνεται η απόδοση του ποσού του joint account deposit; Είτε με την επίδειξη του τραπεζικού βιβλιαρίου είτε και χωρίς αυτό! Εξαρτάται από τους όρους της σύμβασης. Μπορεί δηλαδή να συμφωνηθεί κατά την κατάρτιση του ότι μπορεί να γίνεται ανάληψη χωρίς επίδειξη και προσαγωγή του βιβλιαρίου. Τι συμβαίνει σε περίπτωση που δεν έχει ρυθμισθεί αυτό το κρίσιμο ζήτημα; Η Τράπεζα δικαιούται να αρνηθεί να καταβάλλει στον εμφανιζόμενο συνδικαιούχο χωρίς να διαπράττει καμιά παράβαση της σύμβασης. Αν, αντιθέτως, καταβάλλει π.χ. επειδή γνωρίζει υπάλληλος φυσιογνωμικά τον συνδικαιούχο το πράττει ιδί κινδύν! Τέτοιοι παράδειγμα αντιμετώπισε ο Άρειος Πάγος στην υπ’ αριθμό 405/ 2007 απόφαση του. Για περισσότερα παραπέμπω στην απόφαση αυτή την οποία (αξίζει να) διαβάστε στην ανάρτηση Κοινός λογαριασμός, ανάληψη από έναν, αδικοπραξία.
vi. Σχέσεις τράπεζας και συνδικαιούχων. Όπως εξηγήθηκε παραπάνω για την νομική φύση του joint account deposit πρόκειται για ενεργητική ενοχή σ’ ολόκληρο (εφεξής ε.ε.σ.ο) [ΑΚ 489-493]. Σύμφωνα με την ΑΚ 490, «όταν υπάρχει απαίτηση σ’ ολόκληρον, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα κατά την προτίμηση του, να καταβάλλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους δανειστές, εφόσον κάποιος από αυτούς δεν έχει εγείρει εναντίον του αγωγή». Βάσει αυτής της διάταξης ο Τραπεζικός υπάλληλος καταβάλλοντας (ακόμη και ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού) σε οποιονδήποτε από τους εμφανισθέντες συνδικαιούχους επιδεικνύοντας το βιβλιάριο [κατά τις παραπάνω εκτεθείσες διακρίσεις] απαλλάσσεται έναντι των λοιπών συνδικαιούχων.
 vi.Κατάσχεση-συμψηφισμός του λογαριασμού. Σύμφωνα με το άρθρο 4 Ν. 5638/ 1932, «κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη». Σύμφωνα με την ρύθμιση αυτή τρίτος, δανειστής ενός εκ των συνδικαιούχων του λογαριασμού δικαιούται να κατασχέσει μόνο το μερίδιο του οφειλέτη του συνδικαιούχου που κατά αμάχητο! τεκμήριο (Άρειος Πάγος 1812/ 2007) είναι ίσο με τα μερίδια των άλλων συνδικαιούχων. π.χ. αν είναι τρεις οι συνδικαιούχοι τότε τεκμαίρονται τα μερίδια τους ότι τους ανήκουν κατά 1/3. Επομένως, δανειστής κάποιου από τους συνδικαιούχους δεν μπορεί να κατασχέσει παραπάνω ποσό από όσο αναλογεί στο 1/3 του λογαριασμού. Αν ο δανειστής αυτός θέλει να κατασχέσει μεγαλύτερο μερίδιο από τον λογαριασμό, αυτός φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι το μερίδιο του οφειλέτη του είναι μεγαλύτερο από το 1/ 3. Μέχρι το τεκμήριο όμως, δεν φέρει το βάρος απόδειξης για το μερίδιο του οφειλέτη του στον λογαριασμό (Εφετείο Θες/ κης 2249/ 2013). Ισχύει άραγε το ίδιο και έναντι της Τράπεζας; Δηλαδή το τεκμήριο του άρθρου 4 Ν. 5368/ 32 απαγορεύει στην Τράπεζα, αν είναι δανειστής του οφειλέτη συνδικαιούχου να κατασχέσει (ή συμψηφίσει σε) μεγαλύτερο μερίδιο από αυτό που καθιερώνει αυτό το αμάχητο τεκμήριο, δηλαδή, στο παράδειγμα μας, του 1/ 3; Ναι! Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο (απόφαση υπ’ αριθμό 1812/ 2007), «Με την διάταξη αυτή (δηλαδή άρθρο 4 ν. 5368) ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό δια τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη. Η διάταξη όμως αυτή αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της Τραπέζης ως τρίτης κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η Τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός εκ των περισσοτέρων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής». Άλλη μια ακατανόητη εύνοια προς τους ισχυρούς τραπεζοτοκογλύφους!
vi.Θάνατος συνδικαιούχου του λογαριασμού. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/ 1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α` ν.δ. 118/ 1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" και ότι "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Επ’  αυτών παρατηρητέα τα επόμενα: Σύμφωνα με μέρος της Επιστήμης [Λ. Γεωργακόπουλος, Εγχειρίδιο..., όπ.πάρ, § 34.VI.4.β.δδ, σελ∙ 548), «η εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων διέπεται από δυο κανόνες, τον κανόνα της ισομοιρίας (κατά τον οποίο οι δικαιούχοι θεωρούνται σε περίπτωση κατασχέσεως ως δικαιούχοι κατ’ ίσα μέρη, πολύ δε περισσότερο σε περίπτωση πτώχευσης και παρεμφερών συλλογικών διαδικασιών αν. εκτέλεσης) και τον κανόνα της προσαύξησης (κατά τον οποίο κάθε θάνατος ή αποχώρηση δικαιούχου επιφέρει περιέλευση της μερίδας του όχι στους κληρονόμους του, αλλά στους συγκαταθέτες, άρα, σε διμελή κατάθεση. στον τελευταίο παραμένοντα καταθέτη μετά τον θάνατο ή την αποχώρηση). Και οι δυο αυτοί όροι είναι ενδοτικού δικαίου και ισχύουν, αν δεν ορισθεί το αντίθετο. Αν ο δεύτερος αυτός όρος δεν τεθεί, η περιέλευση του μεριδίου στους κληρονόμους δεν κωλύεται». Κατά άλλη άποψη έγκριτου ερμηνευτή [βλ∙ Σπ. Ψυχομάνη, όπ.πάρ, πλαγιάριθμοι 305-306, σελίδες 121-122), «οι κληρονόμοι του αποθανόντος συνδικαιούχου αποκτούν με καθολική διαδοχή την απαίτηση του κληρονομουμένου κατά της τράπεζας για απόδοση της καταθέσεως. Εκείνο που στερούνται είναι το δικαίωμα μόνον να υποκαταστήσουν αυτοί τον κληρονομούμενο στο σύνολο της έννομης σχέσης και να συνεχίσουν τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού μαζί με τους επιζώντες συνδικαιούχους... Έτσι, με τον θάνατο ενός συνδικαιούχου, η μεν έννομη σχέση τράπεζας και επιζώντων συνεχίζεται, οι κληρονόμοι όμως αποκτούν συναπαίτηση απλώς απόδοσης της κατάθεσης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί ποσοτικά κατά τη στιγμή του θανάτου του κληρονομουμένου, ενώ έχουν την δυνατότητα ασκήσεως αγωγών κατά των επιζώντων από την εσωτερική σχέση του θανόντος... Οι κληρονόμοι δηλαδή μπορούν να απαιτήσουν από την τράπεζα την απόδοση της καταθέσεως, εν όλω ή εν μέρει, σ’ αυτούς, ανάλογα με το κληρονομικό τους μερίδιο, δεν μπορούν όμως να ζητήσουν να αντικατασταθεί το όνομα του θανόντος με το δικό τους και να συνεχισθεί μαζί τους η σχέση». Όπως γίνεται λοιπόν αντιληπτό, κατά την Επιστήμη επέρχεται κληρονόμηση του θανόντος συνδικαιούχου στο μερίδιο του. Μάλιστα ο Ψυχομάνης υποστηρίζει (όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 307, σελ∙ 122) ότι, για να αποφευχθούν αυτές οι αμφιβολίες στην ερμηνεία των σχετικών άρθρων (2 και 3 ν. 5638/ 32) να τίθεται ο εξής όρος στην κατάρτιση της σύμβασης του κοινού λογαριασμού: «άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτου». Αυτή λοιπόν είναι η ευνοϊκή-για τους κληρονόμους συνδικαιούχου-ερμηνεία της Επιστήμης. Αντίθετη, εν μέρει, άποψη φαίνεται να έχει η νομολογία μας! Σύμφωνα με αυτήν (ενδεικτικά ΑΠ 529/ 2015, ΑΠ 345/ 2015, ΑΠ 1691/ 2014 από την τελευταία αυτή νμλγ το απόσπασμα που ακολουθεί), «Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προηγούμενες, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της Τράπεζας, κατά της οποίας δεν μπορούν να στραφούν αυτοί επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της Τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της καταθέσεως, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/ 1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ` εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια. Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τράπεζας θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τράπεζας ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (ΑΠ 380/ 2006). Ωστόσο και παράλληλα προς τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό από έναν ή περισσότερους συνδικαιούχους στο όνομα αυτών και άλλων με την Τράπεζα αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου, και μάλιστα γνήσια. Από τη σύμβαση δε αυτή τρίτος, μη συμβαλλόμενος, αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υποσχέσεως (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης (δέκτης της υποσχέσεως) έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υποσχέσεως - Τράπεζα για τον εαυτό του. Δημιουργείται, δηλαδή, ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μια sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βουλήσεως, κυρίως όμως με βάση το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 5638/1932. Η ιδιομορφία της τραπεζικής αυτής συμβάσεως έγκειται στο γεγονός ότι επιτρέπει στον καταθέτη και δέκτη της υποσχέσεως να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής όχι μόνο στον τρίτο αλλά και στον εαυτό του, σε αντίθεση με τη σύμβαση υπέρ τρίτου (410 ΑΚ), όπου ο δέκτης της υποσχέσεως μπορεί να απαιτήσει μόνο την στον τρίτο εκπλήρωση της παροχής, ενώ διαφέρει και από την καθαρή μορφή της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (489 ΑΚ), γιατί ο τρίτος καθίσταται δανειστής, όχι επειδή προβαίνει στην κατάρτιση της συμβάσεως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, αλλά επειδή το όνομα του τέθηκε σε αυτά των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού ("Ο κοινός λογαριασμός στο ελληνικό δίκαιο", σελ. 54 επ. και παραπομπές εκεί υπέρ και κατά της γνώμης αυτής). Έννομη συνέπεια της πολυδιάστατης νομικής φύσεως της συμβάσεως αυτής είναι η συνδυασμένη εφαρμογή διατάξεων κατ` αρχήν αυτών του ν. 5638/ 1932 και συμπληρωματικά διατάξεων της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (489 επ ΑΚ) καθώς και διατάξεων της γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου (411 ΑΚ), υπό την προϋπόθεση ότι συνάδουν με τη φύση της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό και το ν. 5638/1932. Συνακόλουθα τούτων, από τις διατάξεις της συμβάσεως υπέρ τρίτου εφαρμοστέες είναι εκείνες των άρθρων 411 και 413 ΑΚ. Συνεπώς, στη σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό ο τρίτος, που δεν συμβλήθηκε με την Τράπεζα, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από αυτόν που υποσχέθηκε (τράπεζα), τόσο επειδή αυτή είναι η θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί (καταθέτη και τράπεζας), όσο και επειδή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, αφού προϋπόθεση του ν. 5638/1932 είναι το δικαίωμα για ατομική χρήση της καταθέσεως και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων. Παρέχεται, φυσικά , το δικαίωμα στον τρίτο, αφότου λάβει γνώση της υπέρ αυτού καταθέσεως, να αποποιηθεί το δικαίωμα του για χρήση της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, οπότε θεωρείται ότι το δικαίωμα του αυτό δεν αποκτήθηκε. Εξάλλου, διατάξεις από τη σύμβαση υπέρ τρίτου, που δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, γιατί έρχονται σε αντίθεση με τη φύση και το σκοπό της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό του ν. 5638/1932, είναι εκείνες των άρθρων 414 ΑΚ, με το οποίο καθιερώνεται το απρόβλητο των ενστάσεων από τον οφειλέτη στον τρίτο, καθώς και του άρθρου 412 ΑΚ, με βάση την οποία παρέχεται η εξουσία στον δέκτη της υποσχέσεως - συμβαλλόμενο καταθέτη να ανακαλέσει την υπέρ τρίτου κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Η δήλωση του συμβαλλόμενου καταθέτη πρέπει να είναι ανέκκλητη για την ασφάλεια των συναλλαγών, ενόψει και του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, που απαγορεύει κάθε διάθεση της καταθέσεως». Συμπέρασμα, επέρχεται κληρονομική διαδοχή του θανόντος συνδικαιούχου με μόνη την απαγόρευση της δυνατότητας να στραφούν οι κληρονόμοι κατά της τράπεζας και να ζητήσουν το μερίδιο του θανόντος συνδικαιούχου κληρονομούμενου αλλά θα πρέπει να στραφούν εναντίον των λοιπών συνδικαιούχων. Μάλιστα, η νομολογιακή άποψη είναι δυσμενής κατά τούτο: είτε έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 είτε όχι, οι κληρονόμοι του θανόντος συνδικαιούχου δεν μπορούν να στραφούν κατά της Τράπεζας! Ο κίνδυνος αυτής της ρύθμισης είναι προφανής σε περίπτωση αφερεγγυότητας των λοιπών συνδικαιούχων! Σωστότερο θα ήταν οι κληρονόμοι να μπορούσαν να απαιτήσουν το κληρονομικό μερίδιο τους απευθείας από την τράπεζα. Αν βέβαια κατά την κατάρτιση της σύμβασης του κοινού λογαριασμού τεθεί ο όρος του άρθρου 2 [όπως προτείνει ο Σπ. Ψυχομάνης] τότε οι κληρονόμοι δεν αποκτούν κανένα δικαίωμα στο μερίδιο του θανόντος συνδικαιούχου
http://gefragoulis.blogspot.gr/2015/08/5638-1932.html
Ο τραπεζικός λογαριασμός μετά το θάνατο του δικαιούχου
Συντάχθηκε από Αθανάσιος Ρόζου. Καταχωρήθηκε στο Απλά Νομικά
Ο τραπεζικός λογαριασμός ανήκει στα πράγματα της κληρονομιάς και ως εκ τούτου μετά το θάνατο του δικαιούχου, ο τραπεζικός λογαριασμός μεταβιβάζεται στους κληρονόμους σύμφωνα με την κληρονομική διαδοχή (άρθρο 1710 Αστικού Κώδικα). Όταν οι κληρονόμοι είναι περισσότεροι από έναν, αναλαμβάνει έκαστος από τον τραπεζικό λογαριασμό το ποσοστό που του αναλογεί, σύμφωνα με τη μερίδα του στην κληρονομία. Εάν για παράδειγμα απεβίωσε κάποιος από τους γονείς αφήνοντας κληρονόμους τα 3 τέκνα του, τότε κληρονομεί το καθένα από αυτά το 1/3 από το ποσό που είναι κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό.
Τι πρέπει να κάνουν οι κληρονόμοι για να εκταμιεύσουν τα χρήματα από τον τραπεζικό λογαριασμό του κληρονομούμενου;
Για την ανάληψη του ποσού από τον τραπεζικό λογαριασμό, πρέπει ο κληρονόμος να προσκομίσει στην τράπεζα κατά κανόνα κληρονομητήριο ή αναγνωριστική δικαστική απόφαση, ή τουλάχιστον τα έγγραφα που απαιτούνται για την έκδοση κληρονομητηρίου. Η συντριπτική πλειοψηφία όμως των τραπεζών, ίσως όλες, ζητούν την προσκόμιση κληρονομητηρίου. Για την έκδοση κληρονομητηρίου πρέπει να συγκεντρωθούν ορισμένα έγγραφα και να γίνει δικαστήριο. Για λεπτομέρειες σχετικά με την έκδοση του κληρονομητηρίου, παρακαλώ αναφερθείτε στο σχετικό άρθρο κάνοντας κλικ εδώ.
Τι ισχύει με τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, όπου συνδικαιούχοι είναι περισσότεροι του ενός;
Με τη σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, που συνάπτεται ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους ενδιαφερόμενους και μία τράπεζα, συμφωνείται ότι θα καταθέτουν οι δικαιούχοι του λογαριασμού χρήματα σε αυτόν και παράλληλα ο κάθε ένας δικαιούχος θα μπορεί να κάνει μερική ή ολική χρήση του λογαριασμού, εκταμιεύοντας χρήματα από αυτόν χωρίς τη σύμπραξη των άλλων συνδικαιούχων. Με αυτή τη συμφωνία, κάθε δικαιούχος μπορεί να εκταμιεύσει όλα τα χρήματα που είναι κατατεθειμένα στο λογαριασμό και αντίστοιχα η τράπεζα υποχρεούται να αποδώσει τα χρήματα του λογαριασμού μόνο μία φορά.
Επομένως, σε περίπτωση που κάποιος συνδικαιούχος εκταμιεύσει όλα τα χρήματα από κοινό λογαριασμό, η τράπεζα καμία υποχρέωση ή ευθύνη δεν έχει έναντι των υπολοίπων συνδικαιούχων για τα χρήματα αυτά.
Οι υπόλοιπο συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα αναγωγής κατ` εκείνου που ανέλαβε τα χρήματα, εάν μάλιστα οι συνδικαιούχοι ήταν δύο, ο άλλος έχει αξίωση κατά του άλλου για τα μισά από τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από την τυχόν υφιστάμενη εσωτερική σχέση τους.
Λόγου χάρη, τα αδέλφια ΑΑ και ΒΒ έχουν ένα κοινό τραπεζικό λογαριασμό, στον οποίο είναι συνδικαιούχοι. Μία ημέρα ο ΑΑ αναλαμβάνει όλα τα χρήματα από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Ο εξοργισμένος ΒΒ ασκεί αγωγή κατά του ΑΑ και ζητά τα μισά χρήματα από το λογαριασμό. Ο ΑΑ όμως επικαλείται ότι, αν και ήταν αδέλφια, ο ΒΒ δεν συνεισέφερε καθόλου στον τραπεζικό λογαριασμό και όλες οι καταθέσεις ήταν του ΑΑ και συνεπώς ο ΒΒ δεν δικαιούται τα χρήματα αυτά. Η αγωγή του ΒΒ απορρίπτεται.
Τι γίνεται όταν στον τραπεζικό λογαριασμό υπήρχαν περισσότεροι του ενός συνδικαιούχοι και κάποιος από αυτούς εκταμίευσε τα χρήματα μετά το θάνατο του ενός εκ των δικαιούχων;
Συχνά ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού, για να αποφύγει να περιέλθει το ποσό που περιλαμβάνει αυτός στους κληρονόμους του, καταφεύγει σε δικαιοπραξίες αιτία θανάτου.
Με τον Ν.5638/1932 θεσπίστηκε ο κοινός, διαζευκτικός, τραπεζικός λογαριασμός, με την πραγματοποίηση χρηματικής κατάθεσης σε τράπεζα στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων από κοινού, τον οποίον μπορούν να κάνουν χρήση και να τον κινούν είτε καθένας χωριστά είτε όλοι μαζί. Σύμφωνα με το άρθρα 2 και 1 του ως άνω νόμου, μπορεί κατά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού να τεθεί πρόσθετα ο όρος με βάση τον οποίο μετά τον θάνατο οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους, η κατάθεση περιέρχεται στους επιζώντες μέχρι τον τελευταίο από αυτούς, ενώ με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην κατάθεση.
Για παράδειγμα, ο ηλικιωμένος κ. ΟΟ που θέλει να εξασφαλίσει την επιβίωση της - κατά πολλά χρόνια μικρότερης - αλλοδαπής συμβίας του ΓΓ, καταθέτει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό σε κοινό με αυτήν τραπεζικό λογαριασμό, ώστε μετά το θάνατό του να το αναλάβει αυτή και να μην το διεκδικήσουν τα αδηφάγα τέκνα του, οι ως άνω ΑΑ αλλά ιδιαίτερα ο χαραμοφάης ΒΒ, που έχει στραφεί ήδη κατά του αδελφού του ΑΑ, όπως είδαμε παραπάνω... Παράλληλα, ο ΟΟ συμφωνεί με την τράπεζα, μετά το θάνατό του, το εναπομείναν ποσό του τραπεζικού λογαριασμού να περιέλθει στην εν ζωή συμβία του ΓΓ, ώστε τα τέκνα του και νόμιμοι κληρονόμοι του ΑΑ και ΒΒ να μην μπορούν να πάρουν από τον τραπεζικό λογαριασμό ευρώ τσακιστό. Ύστερα από λίγους μήνες ο ΟΟ πεθαίνει από καρδιακή προσβολή υπό άγνωστες συνθήκες και η ΓΓ, αφού αναλαμβάνει τα χρήματα από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό ως συνδικαιούχος, ξεκινά την επένδυση αυτών στη ρουλέτα συνοδεία εικοσάχρονου κυρίου φερομένου ως ανεψιού της. Τα τέκνα και νόμιμοι κληρονόμοι του ΟΟ, ΑΑ και ΒΒ, βλέποντας ότι η συμβία του θανόντος πατέρα τους ΓΓ προβαίνει σε επενδύσεις, ενώ αυτοί αδυνατούν, ασκούν αγωγή κατά της ΓΓ ως νόμιμοι κληρονόμοι του πατέρα τους και ζητούν όλο το χρηματικό ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό κατά το χρόνο θανάτου αυτού, εφόσον τα κατατεθέντα στο λογαριασμό χρήματα ανήκαν στον πατέρα τους, γιατί η ΓΓ δεν εργαζόταν. Η αγωγή των ΑΑ και ΒΒ δυστυχώς απορρίπτεται, διότι η ΓΓ προέβαλε στο Δικαστήριο τον ισχυρισμό ότι κατά το άνοιγμα του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, ο ΟΟ και ΓΓ έκαναν πρόσθετη συμφωνία με την τράπεζα, μετά το θάνατο οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους, το υπολοιπόμενο ποσό του λογαριασμού να περιέλθει στον επιζόντα, χωρίς οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος να έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα στην κατάθεση.
Δικαιώματα των κληρονόμων του αποβιώσαντος συνδικαιούχου σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό.
Όπως είδαμε παραπάνω, με τον Ν.5638/1932 θεσπίστηκε ο κοινός, διαζευκτικός, τραπεζικός λογαριασμός, με την πραγματοποίηση χρηματικής κατάθεσης σε τράπεζα στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων από κοινού, τον οποίον μπορούν να κάνουν χρήση και να τον κινούν είτε καθένας χωριστά είτε όλοι μαζί. Σύμφωνα με το άρθρα 2 και 1 του ως άνω νόμου, μπορεί κατά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού να τεθεί πρόσθετα ο όρος με βάση τον οποίο μετά τον θάνατο οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους, η κατάθεση περιέρχεται στους επιζώντες μέχρι τον τελευταίο από αυτούς, ενώ με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην κατάθεση.
Για να εξισορροπηθούν, όμως οι ευνοϊκές για τους επιζώντες συνδικαιούχους και δυσμενείς για τους αναγκαίους κληρονόμους του αποβιώσαντος συνδικαιούχου ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου, εισήχθη διάταξη κατά την οποία, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό του Ν.5638/1932 συντελέσθηκε δωρεά, αυτή κρίνεται σε σχέση με το δίκαιο της νόμιμης μοίρας (για το τι είναι νόμιμη μοίρα αναφερθείτε στο σχετικό άρθρο) ως δωρεά προκειμένου για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα.
Επειδή ο όρος δωρεά αναφέρεται στην ανωτέρω διάταξη γενικά και χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του είδους της, τούτο σημαίνει ότι με τον όρο αυτό νοείται κάθε είδους δωρεά, δηλαδή είτε δωρεά εν ζωή είτε δωρεά αιτία θανάτου, για να συντελεστεί όμως η ως άνω δωρεά (εν ζωή ή αιτία θανάτου) χρειάζεται και η συγκέντρωση των λοιπών ουσιαστικών προϋποθέσεων του κύρους των εν λόγω δικαιοπραξιών και συγκεκριμένα συμφωνία των συγκαταθετών σύμφωνα με τα άρθρα 496 και επόμενα ή 2032 του ΑΚ και συμβολαιογραφικό έγγραφο, την έλλειψη του οποίου αναπληρώνει και στις δύο περιπτώσεις η κατάθεση των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό από όπου τα αποσύρει ακολούθως ο δωρεοδόχος - συγκαταθέτης.
Επειδή βέβαια το συνολικό ποσό της κατάθεσης στον κοινό λογαριασμό μπορεί να προέρχεται από συμβολή όχι μόνο του δωρητή, αλλά και του δωρεοδόχου, είναι ευνόητο ότι η δωρεά θα αφορά μόνο το ποσό που προήλθε από συμβολή του δωρητή, αφού δεν νοείται δωρεά ποσού που ανήκε στην κυριότητα του δωρεοδόχου.
Επομένως, οι ΑΑ και ΒΒ επανέρχονται με νέα αγωγή κατά της ΓΓ και διεκδικούν τη νόμιμη μοίρα (για το τι είναι η νόμιμη μοίρα αναφερθείτε στο σχετικό άρθρο) από το ποσό που υπήρχε στον τραπεζικό λογαριασμό κατά το θάνατο του πατέρα τους. Διεκδικούν δηλαδή το ½ των χρημάτων που είχε ο λογαριασμός, εφόσον η συμβία ΓΓ του πατέρα τους δεν εργαζόταν και όλο το ποσό του λογαριασμού είχε καταθέσει σταδιακά ο πατέρας τους. Το Δικαστήριο τους δικαιώνει....
Ύστερα από λίγο καιρό, οι ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, μιας και δραστηριοποιούνταν άπαντες στο χώρο των επενδύσεων, άφησαν τα μίση και ένωσαν τις δυνάμεις τους προκειμένου ενωμένοι πλέον να αντιμετωπίσουν το νέο μεγάλο τους αντίπαλο, Μπλακ Τζακ..
+++++++++++++++
Kατάσχεση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Προστασία του μη οφειλέτη συνδικαιούχου
Όπως είναι γνωστό σε περίπτωση κατάθεσης χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, παράγεται μεταξύ αφενός του καταθέτη και των τρίτων και αφετέρου του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζα) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή. Είναι επίσης γνωστό ότι αν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό από ένα δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης και ο συνδικαιούχος αποκτά αναγωγικά απαίτηση κατά εκείνου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό για την καταβολή της αναλογίας του. Το μερίδιο που αναλογεί στον καθένα προκύπτει από τον αριθμό των συνδικαιούχων, εκτός αν από
τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο της κατάθεσης ή, αντίθετα, έλλειψη δικαιώματος αναγωγής.
Η κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών είναι πολύ συνηθισμένη πλέον τόσο για οφειλές προς το Δημόσιο όσο και σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών. Τα έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτων είναι αποτρεπτικά, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ακίνητα δεν υπάρχουν ή οι οφειλέτες έχουν φροντίσει να τα μεταβιβάσουν ώστε να τα προστατέψουν από ενδεχόμενη κατάσχεση και πλειστηριασμό. 
Τι γίνεται ωστόσο στην περίπτωση που κατάσχεται κοινός τραπεζικός λογαριασμός; Το άρθρο 4 του νόμου για τον κοινό λογαριασμό (5638/1932) προβλέπει:«Κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αυτή τεκμαίρεται αμαχήτως, ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ`ίσα μέρη». Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι σε περίπτωση κατάσχεσης κατάθεσης κοινού λογαριασμού εκ μέρους δανειστή ενός από τους δικαιούχους, ο δανειστής αυτός δεν δικαιούται να κατάσχει το σύνολο της καταθέσεως, αφού κατά τεκμήριο αμάχητο, αυτή ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη, αλλά μόνο το μέρος της καταθέσεως που αναλογεί στον οφειλέτη του καταθέτη.
Επομένως η κατάθεση κατά το υπόλοιπο μέρος που αναλογεί στους λοιπούς δικαιούχους παραμένει απρόσβλητη από το δανειστή αυτόν, καθιερώνεται δηλαδή με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 ειδική περίπτωση ακατασχέτου ως προς αυτόν. (ΑΠ 785/1999 και μεταξύ άλλων ΜΠρΤρικ 361/2007, ΕιρΛαμ 423/2015). Εφόσον λοιπόν ο εν λόγω δανειστής δεν επιτρέπεται να κατάσχει το μέρος της καταθέσεως που αναλογεί στους λοιπούς συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού, δεν μπορεί ούτε να συμψηφίσει την απαίτησή του προς την απαίτηση αυτών κατά της Τράπεζας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 451 ΑΚ, γιατί με την πρόταση συμψηφισμού θα επιτύγχανε από άλλη οδό το αποτέλεσμα της κατάσχεσης, αφού η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των απαιτήσεων (άρθρο 441 ΑΚ). Για τον ίδιο λόγο το δικαίωμα επίσχεσης επί του κοινού τραπεζικού λογαριασμού που ασκεί ο δανειστής για τη διασφάλιση αξίωσης του κατά ενός συνδικαιούχου, δεν καταλαμβάνει και τα μερίδια των μη οφειλετών λοιπών συνδικαιούχων, κατά των οποίων δεν έχει αξίωση και δεν μπορεί να αντιτάξει συμψηφισμό (άρθρο 327 ΑΚ).(ΑΠ 785/1999)
Για παράδειγμα, σε περίπτωση κοινού λογαριασμού συζύγων και δύο τέκνων το ποσό της κατάθεσης που κατασχέθηκε ανερχόταν σε 63.506,04 ευρώ, ενώ το ποσό που αναλογεί στον σύζυγο ανερχόταν σε 80.704,32 ευρώ, (322.817,31 ευρώ διά 4), επομένως η κατάσχεση αφορούσε ποσό μικρότερο της αναλογίας του καθ' ου στον κοινό λογαριασμό και άρα ήταν νόμιμη και γι αυτό το λόγο ο σχετικός λόγος ανακοπής πιθανολογήθηκε ότι θα απορριφθεί ως αβάσιμος (απόφαση 20409/2005 Μον.Πρωτ.Θεσσαλονίκης) (του Γιώργου Δ. Καζολέα, Δικηγόρου )

++++
Κατάσχεση κοινού λογαριασμού βάσει του ΚΕΔΕ
Με τη άρση των capital controls (έστω αυτή την μερική) επανήλθε στο προσκήνιο το ζήτημα των κατασχέσεων για οφειλές προς το Δημόσιο, θέμα το οποίο είχε μπει προσωρινά στον πάγο λόγω του προαναφερθέντος περιορισμού στην κίνηση κεφαλαίων. 
Με πρόσφατη εγκύκλιό του, το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Εισφορών, όρισε την έναρξη στις διαδικασίες κατάσχεσης για ληξιπρόθεσμες οφειλές σε Ταμεία, μέσω απευθείας κατασχέσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς οφειλετών.
Για τις υπόλοιπες οφειλές προς το Δημόσιο (πέραν των ασφαλιστικών) ομοίως η αναστολή έχει παύσει και πλέον κοινοποιούνται κατασχετήρια. Εξαίρεση αποτελούν κάποιες περιπτώσεις φοροδιαφυγής, μη απόδοσης ή παρακράτησης ΦΠΑ με χρήση πλαστών και εικονικών τιμολογίων -εφόσον οι παραβάσεις υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα προκύπτει εύλογα το ερώτημα των κοινών λογαριασμών, Φορολογούμενοι και οφειλέτες του Δημοσίου αναρωτιούνται τι τύχη θα έχουν οι καταθέσεις τους οι οποίες δεν βρίσκονται σε προσωπικούς αλλά σε κοινούς (και συνήθως οικογενειακούς) λογαριασμούς και αν κινδυνεύουν τα χρήματα των συζύγων ή των παιδιών τους. Ας δούμε λοιπόν τι ισχύει.
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΑΠΟ ΔΗΜΟΣΙΟ
Οι εκκαθαρισμένες απαιτήσεις του Δημοσίου εισπράττονται βάσει δύο θεμελιωδών κωδικοποιημένων νομοθετημάτων:
1)    Του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας – ν.4174/2013
2)    Του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων – ν.δ. 356/1974
Ο λόγος συνύπαρξης αυτών των δύο νομοθετημάτων είναι πως ο 4174/13 ήρθε να συνδράμει τον ισχύοντα Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν.4172/13) με διατάξεις οι οποίες να εξειδικεύονται σε ορισμένες φορολογικές παραβάσεις κατά τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετεί τους σκοπούς της χώρας στη προσπάθεια άμεσου (βίαιου μπορεί κανείς να πει) εκσυγχρονισμού της την τελευταία πενταετία. Επί παραδείγματι, η λογική δημιουργίας συνεκτικών εισπρακτικών μηχανισμών κατάλληλα νομικά πλαισιωμένων, που θα εξασφαλίζουν την αποδοτικότητά τους,γίνεται αντιληπτή από την ίδρυση μέσω του εν λόγω ΚΦΕ, του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών, η λειτουργία του οποίου διέπεται από τον Κ.Φ.Δ. και τον Κ.Ε.Φ.Ε..
Αυτό που ισχύει grosso modo είναι πως το γενικό πλαίσιο είσπραξης από το Δημόσιο καθορίζεται από τον Κ.Ε.Δ.Ε. ενώ ο Κ.Φ.Δ. έρχεται να υπερισχύσει στα σημεία που αυτός ορίζει διαφορετικά.
ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ
Η Φορολογική Διοίκηση, προκειμένου να διασφαλίζει την είσπραξη φόρων, μπορεί σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος για την είσπραξη των φόρων, να προβαίνει με βάση τον εκτελεστό τίτλο του άρθρου 45 του Κ.Φ.Δ.πριν τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της οφειλής και χωρίς δικαστική απόφαση στην επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης κινητών, ακινήτων, εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του Δημοσίου είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου (συνεπώς και Τράπεζας).
Σε αναλογική εφαρμογή των άρθρων 707 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τα μέτρα κατάσχεσης αυτά διατάσσονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου της έδρας της Δ.Ο.Υ. που υπάγεται η φορολογική υπόθεση. Μάλιστα μπορεί να διαταχθεί και προσωρινή διαταγή χωρίς προηγούμενη κλήτευση του φορολογούμενου στο δικαστήριο ώστε να δεσμευτούν τα χρήματα μέχρι την προσδιορισθείσα δικάσιμο.
Φυσικά, στην οριστική κατάσχεση των δεσμευμένων χρημάτων, μπορεί να προχωρήσει το Δημόσιο όταν θα έχει τον απαραίτητο εκτελεστό τίτλο. Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις που η κατάσχεση (συντηρητική ή όχι) γίνεται σε κοινόχρηστο τραπεζικό λογαριασμό; 
ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ
Οι καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό διέπονται από τον ν.5638/1932 "Περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν". Το άρθρο 4 του νόμου αυτού προβλέπει πως η κατάσχεση των καταθέσεων επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη. Αυτό σημαίνει ότι σε έναν οικογενειακό λογαριασμό τεσσάρων ατόμων, η αξία που ανήκει σε κάθε έναν από τους συνδικαιούχους ανέρχεται στο ¼. Η εν λόγω διάταξη έχει επικυρωθεί και νομολογιακά αφού πλείστες υπήρξαν οι δικαστηριακές αποφάσεις που απέκρουαν τις βλέψεις των δανειστών σε κατάσχεση ολόκληρου του ποσού κοινόχρηστου λογαριασμού (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης - Αριθμός απόφασης 20409/2005)
Κ.Ε.Δ.Ε.&  ΝΕΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΟΥ
- Ακατάσχετο και όριο αυτού
Σε περίπτωση κατάσχεσης εκ μέρους του Δημοσίου για οφειλές προς αυτό, θεσπίζει ο νόμος το λεγόμενο ακατάσχετο. Μετά από πολλές τροποποιήσεις (τελευταία με τον 4336/2015) το ακατάσχετο αυτό έχει ως εξής: "Καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα.". Δεν θα περάσουμε σε λεπτομέρειες όσον αφορά εξαιρέσεις για ειδικές περιπτώσεις καθώς εκφεύγουν του αντικειμένου του παρόντος άρθρου, αλλά θα περιοριστούμε στον γενικό αυτό κανόνα.
-    Κατασχέσεις βάσει του Κ.Ε.Δ.Ε. από κοινούς λογαριασμούς
Αβίαστα προκύπτει το ερώτημα για το τι γίνεται με τις κατασχέσεις στις οποίες σίγουρα θα προβεί το Δημόσιο και οι οποίες γίνονται από κοινόχρηστους λογαριασμούς. Αν διαβάσουμε το άρθρο 31 "Ακατάσχετα εις  χείρας τρίτων", η τελευταία πρόταση της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού αναφέρει πως "Κάθε άλλη διάταξη, που ρυθμίζει αντίθετα προς τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, δεν εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου".
Ιδιαίτερα προβληματική και επιδεχόμενη πολλών ερμηνειών θα μπορούσε να είναι η φράση αυτή, με κύρια και σπουδαιότερη την ευθεία σύγκρουση με την ως άνω αρχή περί ισοκατανομής των ποσών εντός των κοινών λογαριασμών η οποία ως προγενέστερη καταργείται από την νεότερη και ειδικότερη. Αν ερμηνεύσουμε καθαρά γραμματικά την διάταξη αυτή μπορεί εύλογα να συναχθεί το συμπέρασμα πως για τις απαιτήσεις του Δημοσίου προς οφειλέτες με κοινούς λογαριασμούς, είναι δυνατόν να κατασχεθεί όλο το ποσό έως τα 1.250 ευρώ, αποστερώντας έτσι τους συνδικαιούχους από τις προσωπικές τους οικονομίες.
ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ
Η εγκύκλιος 39759/1983/27.10.2015 δεν ρίχνει καθόλου φως στο θέμα αυτό. Για τον λόγο αυτό ήρθαμε σε επικοινωνία με το Υπουργείο Οικονομικών για να διευκρινίσουμε πως δεν έχουμε κάποια τέτοια αλλαγή σε ένα τόσο επίκαιρο και καυτό θέμα. Η Διεύθυνση Εισπράξεων του Υπουργείου μας επιβεβαίωσε πως εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο καθεστώς και στους κοινούς λογαριασμούς θα κατάσχεται το τεκμαιρόμενο αναλογούν ποσό καταθέσεων του οφειλέτη έως και το όριο του ακατάσχετου, εφόσον ο λογαριασμός αυτός έχει δηλωθεί με την ιδιότητα αυτή.
ΑΜΥΝΑ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ο οφειλέτης κατά των πράξεων εκτέλεσης έχει τη δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής ή τακτικής προσφυγής ή ανακοπής-αναστολής ανάλογα με τη φύση της οφειλής του. Άλλη διαδικασία ακολουθείται αν έχουμε οφειλές σε ταμεία και άλλη για φορολογικές οφειλές. Στα πλαίσια της άμυνας αυτής θα  πρέπει να τεθεί και όποιο ζήτημα πιθανόν ανακύψει με κοινόχρηστους λογαριασμούς.
Κατά την άποψή μας το Υπουργείο δεν θα έπρεπε να αφήνει τέτοιες γενικές διατυπώσεις να αιωρούνται χωρίς τις απαραίτητες διευκρινήσεις ειδικά σε τέτοια ευαίσθητα ζητήματα οικονομικού και κοινωνικού αντίκτυπου. Επιπρόσθετα, θα θέλαμε να τονίσουμε την ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίας διαδικασίας επίλυσης διαφορών με το Δημόσιο (εν ευρεία έννοια) και να καταργηθεί η πολυνομία. Κ.Ε.Δ.Ε., Κ.Φ.Δ. και Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας θα πρέπει να ενσωματώσουν μια ενιαία διαδικασία. http://www.capital.gr








Σχόλια