1400/2001 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ (335414) (ΑΡΜ 2003/799) Κληρονομία η παραίτηση του κληρονόμου μετά την πάροδο της προθεσμίας για αποποίηση αποτελεί εκποίηση κληρονομίας, η οποία γίνεται μόνο με σύμβαση κατά τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.

1400/2001 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ (335414)
(ΑΡΜ 2003/799)
Κληρονομία η παραίτηση του κληρονόμου μετά την πάροδο της προθεσμίας για αποποίηση αποτελεί εκποίηση κληρονομίας, η οποία γίνεται μόνο με σύμβαση κατά τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου....


 Κληρονομητήριο τεκμήριο υπέρ του αναφερομένου ως κληρονόμου κάθε δικαιοπραξία του με καλόπιστο τρίτο είναι ισχυρή απέναντι στον τρίτο, έστω και αν το κληρονομητήριο αποδειχθεί μεταγενέστερα ανακριβές δικαίωμα του αληθινού κληρονόμου να ζητήσει από τον φερόμενο ως κληρονόμο το αντικατάλλαγμα αν ο φερόμενος ως κληρονόμος ανέθεσε σε καλόπιστο εργολάβο την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με αντιπαραχή, η μεταβολή αυτή στο κληρονομιαίο ακίνητο δεν το μεταβάλλει σε αντικατάλλαγμα αν συνεπώς ο αληθινός κληρονόμος, με την περί κλήρου αγωγή του, ζητεί από τον pro herede νομέα της κληρονομίας την απόδοση του κληρονομικού του μεριδίου που συνίσταται σε εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του κληρονομιαίου οικοπέδου, η αγωγή του δεν απορρίπτεται ως μη νόμιμη, αλλά γίνεται δεκτή και διατάσσεται η απόδοση του κληρονομικού του μεριδίου, το οποίο όμως περιορίζεται στο ποσοστό που απέμεινε μετά την αφαίρεση του εργολαβικού ανταλλάγματος.
 Η περίληψη αυτή ελήφθη από το περιοδικό "ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ" εκδόσεως Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.
 


ΕφΘεσ 1400/2001

Πρόεδρος: Μιχαήλ Ντούμας.
Δικαστές: Ι. Βασιλακέρης, Β. Κανούτος (εισηγητής).
Δικηγόροι: ......

 Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1847, 1848, 1850, 1942 και 1955 ΑΚ, προκύπτει ότι παραίτηση του εξ αδιαθέτου κληρονόμου από το κληρονομικό του δικαίωμα υπάρχει αν μετά την επαγωγή της κληρονομίας αυτός προβαίνει στην αποποίησή της. Συνεπώς, εφόσον η παραίτηση συντελείται μετά την πάροδο της προθεσμίας αποποιήσεως, ενέχει εκποίηση κληρονομίας, η οποία γίνεται μόνο με σύμβαση, που πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (Μπαλής, Κληρ.Δίκ., παρ. 141, σελ. 201, ο ίδιος, παρ. 117, Βουζίκας, Κληρ.Δίκ., παρ. 142, σελ. 168, Ματθίας, Παραίτηση από το δικαίωμα νόμιμης μοίρας, Μελετήματα, σελ. 331, ΕφΠειρ 906.93, ΕλλΔνη 35.1709, ΕφΘεσ 2463/89, ΕλλΔνη32.1358). Το πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο, απορρίπτοντας σιωπηρά τον μη νόμιμο ισχυρισμό του εναγομένου ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε του κληρονομικού της δικαιώματος σιωπηρώς, δεν έσφαλε και πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της εφέσεως του εναγομένου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

 Από τις διατάξεις των άρθρων 1956, 1962, 1963 ΑΚ, 821 και 822 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εκείνος που κατονομάζεται κληρονόμος στο κληρονομητήριο, τεκμαίρεται ότι έχει όλα τα αναφερόμενα σ` αυτό δικαιώματα και δεν περιορίζεται με άλλες διατάξεις, πλην των αναγραφομένων στο κληρονομητήριο. Το τεκμήριο δε αυτό επάγεται ως συνέπεια ότι είναι ισχυρή κάθε δικαιοπραξία που κατάρτισε ο κατονομαζόμενος στο κληρονομητήριο ως κληρονόμος με οποιονδήποτε τρίτο, εκτός αν ο τελευταίος τελούσε εν γνώσει της ανακριβείας του κληρονομητηρίου ή της υποβολής αιτήσεως αφαιρέσεώς του, ή κηρύξεως αυτού ως ανισχύρου ή της δικαστικής αποφάσεως ανακλήσεως ή τροποποιήσεώς του. Ετσι κάθε δικαιοπραξία, είτε είναι μονομερής, είτε είναι σύμβαση υποσχετική ή εμπράγματη, παραμένει αμετακλήτως ισχυρή έναντι του καλής πίστεως τρίτου, που κατά την κατάρτισή της βασίσθηκε στο υφιστάμενο ενεργό κληρονομητήριο. Το κληρονομητήριο δε αυτό, και αν εκ των υστέρων αποδειχθεί ανακριβές, δεσμεύει και τον αληθινό κληρονόμο, ο οποίος διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει από τον φερόμενο ως κληρονόμο, που ενήργησε δυνάμει του ανακριβούς κληρονομητηρίου, το αντικατάλλαγμα (ΑΠ 251/80, ΝοΒ 28.1706, ΕφΑθ 4259/81, Αρμ 35.655, Μπαλής, ό.π., παρ. 250 αριθμ. 2, Παπαντωνίου, ό.π., παρ. 32δ, ΕρμΑΚ Γεωργιάδου - Σταθοπούλου, άρθρα 1872-1873, βλ. Κ. Τριανταφυλλόπουλο, Η περί κλήρου αγωγή κατά το σχέδιο της επιτροπής του ΑΚ, ΕΕΝ 29.185 επ., κυρίως δε σελ. 188). Εξάλλου, από το σύνολο των διατάξεων του ν. 3741/1929, ν.δ. 1024/71, 1002 και 1117 του ΑΚ, η υπαγωγή του ακινήτου στο σύστημα της οριζόντιας (ή κάθετης) ιδιοκτησίας συνιστά έννομη σχέση, από την οποία απορρέουν τα ακόλουθα: α) το δικαίωμα της χωριστής (αποκλειστικής) κυριότητας στον όροφο, το διαμέρισμα ή την οικοδομή, β) το δικαίωμα της αναγκαστικής συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου στο έδαφος και τα άλλα κοινά πράγματα και γ) τα αμοιβαία δικαιώματα και οι αμοιβαίες υποχρεώσεις μεταξύ των δικαιούχων των επιμέρους ιδιοκτητών, όπως αυτά καθορίζονται από τον κανονισμό ή το ν. 3741/1929 (Ι. Σπυριδάκη, Δίκαιο οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας, έκδ. 1996, σελ. 26). Από όλα τα προηγούμενα παρέπεται ότι, εάν ο φερόμενος στο κληρονομητήριο ως κληρονόμος, δυνάμει του κληρονομητηρίου αυτού, προέλθει σε συμφωνία με καλόπιστο τρίτο και ο τελευταίος κατασκευάσει σε κληρονομιαίο ακίνητο πολυώροφη οικοδομή, λαμβάνοντας ως αμοιβή εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του οικοπέδου στο οποίο θα αντιστοιχούν ορισμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες (αντιπαροχή), η μεταβολή αυτή στο κληρονομιαίο ακίνητο δεν το μεταβάλλει σε αντικατάλλαγμα. Και τούτο γιατί, ως προς ένα μέρος του οικοπέδου, αυτό που αναφέρεται στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιέχονται στον οικοπεδούχο εργοδότη, δεν επέρχεται μεταβολή λόγω μεταβιβάσεως. Αν συνεπώς αληθινός κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή του ζητεί από τον pro herede νομέα της κληρονομίαςνα του αποδοθεί το κληρονομικό του μερίδιο, που συνίσταται σε εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του κληρονομιαίου οικοπέδου, η αγωγή του δεν απορρίπτεται ως μη νόμιμη, αν αποδειχθεί ότι επ` αυτού ανοικοδομήθηκε πολυώροφη οικοδομή που υπήχθη στο σύστημα της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας. Αλλά γίνεται δεκτή και διατάσσεται η απόδοση του κληρονομικού του μεριδίου, το οποίο όμως περιορίζεται στο ποσοστό που απέμεινε μετά την αφαίρεση του εργολαβικού ανταλλάγματος. Συγχρόνως δε, και αν ακόμη δεν υποβληθεί ειδικό αίτημα από τον ενάγοντα, διατάσσεται η απόδοση, κατά το αυτό ποσοστό, των οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων κλπ.),οι οποίες αντιστοιχούν στο κληρονομιαίο ποσοστό του ενάγοντος επί του οικοπέδου, που απομένει μετά την αφαίρεση του εργολαβικού ανταλλάγματος. Τούτο είναι απόρροια της ενότητας της έννομης σχέσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία δεν μπορεί να νοηθεί διαφορετικά, παρά ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τα οποία απορρέουν από τη σχέση αυτήν. Η παραδοχή αυτή δεν πρέπει να θεωρείται ότι έρχεται σε αντίθεση προς τη θεμελιώδη δικονομική αρχή judex ne eat ultra petita partium, δηλαδή της συζητήσεως που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ, το οποίο δεν επιτρέπει την παροχή της έννομης προστασίας πέραν του μέτρου κατά το οποίο ζητείται (πρβλ. Μιχαηλίδη-Νουάρου, Συνέπειαι του δόλου περί την κατάρτισιν της συμβάσεως κατά τον Κώδικα, ΕΕΝ 1946.212, στήλη 2Α). Η αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στον
κατακερματισμό της έννομης σχέσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας και στο άτοπο, να αναγνωρίζεται μεν ο ενάγων συγκληρονόμος κατά το απομένον (το μη μεταβιβασθέν) ποσοστό επί του οικοπέδου και να διατάσσεται η απόδοσή του σ` αυτόν, ενώ θα χρειαζόταν να εγείρει και δεύτερη αγωγή για να του αποδοθούν, κατά το αντίστοιχο ποσοστό, οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιήλθαν σ` αυτόν, ως αντικατάλλαγμα του ποσοστού που μεταβιβάσθηκε ως εργολαβικό αντάλλαγμα.

 Στην προκείμενη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που πρότειναν οι διάδικοι και εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του Εισηγητή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στην υπ` αριθμ. 19/1997 εισηγητική έκθεσή του, η εκτίμηση των οποίων γίνεται κατά το λόγο της γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (ΑΠ 1547, ΕλλΔνη 38. 1573), σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς το σύνολο των εγγράφων που επικαλούνται και προσάγουν οι διάδικοι νομίμως (ολ. ΑΠ 30/97 ΕλλΔνη 38.1522), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο παππούς της ενάγουσας και του εναγομένου Γ.Π., κάτοικος εν ζωή Κιλκίς, αποβίωσε στην ίδια πόλη στις 4.3.1955. Με δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κιλκίς Σ.Α., περιέχεται στο υπ` αριθμ. 1894/31.10.1950 συμβολαιογραφικό έγγραφό του και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ` αριθμ. πρακτικό δημόσιας συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε κληρονόμους του: α) τη θυγατέρα του Σ.Σ., στην οποία κατέλιπε μόνο το ποσό των 100.000 δραχμών παλαιάς εκδόσεως, το οποίο προσδιόρισε στο ισάξιο μισού χρυσού γαλλικού φράγκου και β) τη σύζυγό του Μ. σε όλη την κινητή και την ακίνητη περιουσία του, ορίζοντας συγχρόνως ως καταπιστευματοδόχους, στους οποίους μετά το θάνατό της θα περιερχόταν η κληρονομιαία περιουσία του, τα δύο άρρενα τέκνα του, και στην περίπτωση που αυτά δεν βρίσκονταν εν ζωή τα τέκνα αυτών, ήτοι τους εγγόνους μου (του) και δη κατά ρίζας, εις ήν περίπτωσιν δεν ζη ο γονεύς αυτών. Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης του, δεν γνώριζε για την τύχη των δύο αρρένων τέκνων του, τα οποία είχαν εμπλακεί στον εμφύλιο πόλεμο και δεν έδωσαν μέχρι τότε σημεία ζωής. Η κληρονομιαία περιουσία που περιήλθε στη σύζυγό του αποτελούνταν από: 1) το υπ` αριθμ. 1215 οικόπεδο της πόλεως Κιλκίς, εκτάσεως 667 τετρ. μέτρων, 2) τα 4/6 εξ αδιαιρέτου των επομένων αγρών που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια Κιλκίς και ειδικότερα: α) του υπ` αριθμ. 3444 (α κατηγορίας), εκτάσεως 7.515 τ.μ., β) του υπ` αριθμ. 1633 (β κατηγορίας) εκτάσεως 14.625 τ.μ., γ) του υπ` αριθμ. 4238 (γ κατηγορίας) εκτάσεως 20.610, δ) του υπ` αριθμ. 3981 (δ κατηγορίας) 2.610 τ.μ., ε) του υπ` αριθμ. 4034 (δ κατηγορίας) εκτάσεως 19.000 τ.μ. και στ) του υπ` αριθμ. 2309 (ε κατηγορίας) εκτάσεως 8.550 τ.μ. Στις 27.9.1972 αποβίωσε και η σύζυγός του Μ. και το σύνολο της πιο πάνω κληρονομιαίας περιουσίας περιήλθε στον μοναδικό εν ζωή γιο του Χ.Π., κάτοικο της πόλεως Βρόσλιαφ της Πολωνίας, ως καταπιστευματοδόχο. Στις 1.2.1974 αποβίωσε στην Πολωνία και ο τελευταίος (καταπιστευματοδόχος) χωρίς διαθήκη και άφησε μόνους πλησιεστέρους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατ` ίσο ποσοστό (1/3), τα τρία τέκνα του, δηλαδή την ενάγουσα, τον εναγόμενο και την αδελφή τους Ε.Σ. Ισχυριζόμενος ο εναγόμενος ότι με τις προεκτεθείσες διατάξεις της διαθήκης του παππού του, η κληρονομία εκείνου έπρεπε να περιέλθει τελικά στα άρρενα τέκνα των τέκνων του και δεδομένου ότι αυτός ήταν το μοναδικό πρόσωπο που συγκέντρωνε αυτή την ιδιότητα, υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς την με αριθμό καταθέσεως 14/23.2.1978 αίτησή του και πέτυχε την έκδοση της υπ` αριθμ. 46/11.3.1978 αποφάσεώς του, με την οποία διατάχθηκε η παροχή σ` αυτόν κληρονομητηρίου ότι είναι ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του παππού του, δυνάμει της προαναφερομένης δημοσίας διαθήκης εκείνου. Μετά την έκδοση του υπ` αριθμ. 426/15.4.1978 πιστοποιητικού (κληρονομητηρίου) του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Κιλκίς, προέβη σε δήλωση αποδοχής της κληρονομίας του παππού του, ενώπιον του συμβολαιογράφου Κιλκίς Ι.Κ. και στη νόμιμη μεταγραφή της υπ` αριθμ. 19.009/ 31.5.1978 πράξεως του συμβολαιογράφου, με την οποία πιστοποιήθηκε η δήλωση του εναγομένου, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κιλκίς (τ.... και αύξ. αριθμ. ...). Στη συνέχεια, προήλθε σε διαπραγματεύσεις με τους νομίμους εκπροσώπους της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία Ι.Κ. και Σία ΟΕ και κατέληξε σε συμφωνία, η οποία περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (βλ. το υπ` αριθμ. .../20.11.1986 έγγραφο του αμέσως πιο πάνω συμβολαιογράφου).

 Με τη σύμβαση αυτήν, η προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση, κατά το κρατούν σύστημα της αντιπαροχής, να κατασκευάσει στο Κιλκίς και επί του υπ` αριθμ. 1215 οικοπέδου πολυώροφη οικοδομή και να λάβει ως εργολαβικό αντάλλαγμα τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που προσδιορίζονται σ` αυτό και αντιστοιχούν σε ποσοστό 684,40% επί του οικοπέδου, το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα και τμηματικά, είτε στην ίδια την κατασκευάστρια εταιρία, είτε σε τρίτα πρόσωπα που θα του υποδείκνυε εκείνη. Με τη συμφωνία ο εναγόμενος διατήρησε το δικαίωμα της καθ` ύψος επεκτάσεως της οικοδομής, για την περίπτωση που αυτό θα επιτρεπόταν μελλοντικά και το δικαίωμα κυριότητας στις ακόλουθες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες: α) στο υπ` αριθμ. 1 διαμέρισμα ενός δωματίου κλπ. του πρώτου ορόφου, καθαρού εμβαδού 37,49 τ.μ. και μικτού 44,75 τ.μ., β) στο υπ` αριθμ. 2 διαμέρισμα δύο δωματίων κλπ. του δευτέρου ορόφου, καθαρού εβαδού 82,80 τ.μ. και μικτού 98,83 τ.μ., γ) στο υπ` αριθμ. 2 διαμέρισμα ενός δωματίου του ίδιου ορόφου, καθαρού εμβαδού 37,49 τ.μ. και μικτού 44,75 και δ) στο υπ` αριθμ. 3 διαμέρισμα δύο δωματίων κλπ. του ίδιου ορόφου, καθαρού εμβαδού 69,30 τ.μ. και μικτό 82,71 τ.μ. Το καλοκαίρι του έτους 1987, κατά την πρόοδο των εργασιών της πολυκατοικίας αυτής, η ενάγουσα επέστρεψε στην Ελλάδα, από το Τορόντο του Καναδά, όπου είχε μεταναστεύσει, και επισκέφθηκε το Κιλκίς. Διαπιστώνοντας την ανέγερση της πολυκατοικίας στο επίδικο ακίνητο (οικόκεδο), διαμαρτυρήθηκε προς τον εναγόμενο και διερευνώντας καλύτερα τα πράγματα υπέβαλε την υπ` αριθμ. καταθ. 113/5.8.1987 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και πέτυχε να εκδοθεί η υπ` αριθμ. 3/7.1.1988 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία διατάχθηκε η αφαίρεση του υπ` αριθμ. 426/15.4.1978 κληρονομητηρίου, το οποίο χορηγήθηκε στον εναγόμενο και πιστοποιούνταν ότι μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του παππού τους ήταν εκείνος. Περίληψη της αποφάσεως αυτής, σύμφωνα με το διατακτικό της, δημοσιεύθηκε και στην τοπική εφημερίδα του Κιλκίς Μ., στο φύλλο της 27.5.1988. Ο εναγόμενος όμως και μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως, με την οποία του αφαιρέθηκε το κληρονομητήριο, προχώρησε στη μεταβίβαση δύο αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών καθ` υπόδειξη της εργολήπτριας εταιρίας, συνυπογράφοντας τα υπ` αριθμούς .../ 26.2.1988 και .../5.5.1988 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κιλκίς Ι.Κ., τα οποία περιέχουν και πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας. Με το πρώτο από αυτά, πουλήθηκε στη δεύτερη από τους κυρίως παρεμβαίνοντες Σ.Σ., το δύο δωματίων κλπ. και με αριθμό ένα (1) διαμέρισμα του πρώτου μετά το ισόγειο ορόφου, καθαρού εμβαδού 82,80 τ.μ. και μικτού 98,83 τ.μ. Με το δεύτερο δε (.../4.5.1988) το με αριθμό δύο (2) διαμέρισμα τριών δωματίων κλπ. του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, καθαρού εμβαδού 90,86 και μικτού 108,45 τ.μ., στους τρίτο και τέταρτη των κυρίως παρεμβαινόντων α) Ν.Κ. και β) Χ.Κ., κατ` ίσο ποσοστό. Τόσο η σύμβαση που περιέχεται στο υπ` αριθμ. .../20.1.1986 εργολαβικό και προσύμφωνο μεταβιβάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών όσο και οι συμβάσεις πωλήσεως των προηγουμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών, που πουλήθηκαν στους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των κυρίως παρεμβαινόντων, είναι απολύτως έγκυρες και δεσμεύουν την ενάγουσα κατά το μέρος που αναφέρονται στο κληρονομικό της μερίδιο. Και τούτο γιατί, το μεν προσύμφωνο καταρτίσθηκε καθ` όν χρόνο ήταν ενεργό το κληρονομητήριο που πιστοποιούσε ότι μοναδικός κληρονόμος της πιο πάνω περιουσίας ήταν ο εναγόμενος, ενώ δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτό στοιχείο ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αντισυμβαλλομένης ομόρρυθμης εταιρίας τελούσαν σε κακή πίστη κατά το χρόνο υπογραφής της εργολαβικής αυτής συμβάσεως. Αντιθέτως μάλιστα, αποδείχθηκε ότι αυτοί, ενόψει του ενεργού αυτού κληρονομητηρίου πίστευαν, και ευλόγως, ότι ο εναγόμενος είναι μοναδικός κληρονόμος και κύριος του οικοπέδου αυτού. Από τα ίδια εξάλλου αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι β, γ και δ των παρεμβαινόντων τελούσαν σε κακή πίστη κατά την υπογραφή των προαναφερομένων συμβολαίων αγοράς των πιο πάνω διαμερισμάτων.

 Η άποψη μάλιστα αυτή, ότι δηλαδή τελούσαν σε καλή πίστη, ενισχύεται σοβαρά και από το γεγονός ότι η δημοσίευση της υπ` αριθμ. 3/7.1.1988 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς με την οποία διατάχθηκε η αφαίρεση του κληρονομητηρίου, δημοσιεύθηκε στον τοπικό τύπο του Κιλκίς, στις 27.5.1987, δηλαδή μετά την υπογραφή των μεταβιβαστικών συμβολαίων. Από τα ίδια εξάλλου αποδεκτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος, μετά τον κατ` έτος 1974 θάνατο του πατέρα του, προέβαλλε τον εαυτό του ως μοναδικό κληρονόμο της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του, στηριζόμενος κατά τους ισχυρισμούς του στην προηγούμενη διαθήκη του παππού του. Ετσι η ενάγουσα, η οποία έτρεφε αγάπη και εμπιστοσύνη προς αυτόν, που ενδιαφέρθηκε πολλές φορές για το πρόσωπό της, δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του. Γιαυτό και μέχρι του έτους 1987 δεν τον ενόχλησε ποτέ για την κληρονομιαία αυτή περιουσία. Οταν άρχισε όμως η ανέγερση της πολυκατοικίας στο επίδικο οικόπεδο και η πρόοδος των εργασιών είχε προχωρήσει αρκετά το καλοκαίρι του 1987, διερεύνησε το ενδεχόμενο να έχει και αυτή κληρονομικά δικαιώματα και αφού βεβαιώθηκε γιαυτό, προφανώς μέσω του δικηγόρου της, προσέφυγε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και πέτυχε την αφαίρεση του πιο πάνω κληρονομητηρίου, όπως ήδη ειπώθηκε. Ο εναγόμενος, στηριζόμενος στημακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας, στο γεγονός ότι αυτός εξοπλίσθηκε με το πιο πάνω κληρονομητήριο, ότι στις 13.12.1978 έλαβε δάνειο 23.100 δρχ. από την Αγροτική Τράπεζα, με το οποίο επισκεύασε την παλαιά, εντός του επιδίκου οικοπέδου ευρισκόμενη οικία, ότι όλα τα προηγούμενα συνέβησαν κάτω από τα βλέμματα εκείνης, που δεν είχε έως τότε διαμαρτυρηθεί, και ότι προέβη τελικά στην προαναφερόμενη σύμβαση αντιπαροχής, ισχυρίσθηκε, με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας να εγείρει την περί κλήρου αγωγή είναι καταχρηστική. Ο ισχυρισμός όμως αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τα προηγούμενα περιστατικά, τα οποία αποδεικνύονται αληθή, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Αντιθέτως, η παραδοχή του ισχυρισμού αυτού και η απόρριψη της περί κλήρου αγωγής δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην οικονομική θέση της ενάγουσας, η οποία αναγκάσθηκε, λόγω των δεινών οικονομικών της προβλημάτων, να μεταναστεύσει στο Τορόντο του Καναδά με το σύζυγό της. Αναγκαζόταν να επανέρχεται στη Θεσσαλονίκη πολλά καλοκαίρια για να εργασθεί σε καπνοπωλείο, εμπιστευόμενη τη φύλαξη των δύο ανηλίκων τέκνων της στη σύζυγο του εναγομένου και την αδελφή της. Αλλωστε, οι πιο πάνω πράξεις του εναγομένου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση των πραγμάτων δεν τελεί σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας αδελφής του. Δηλαδή η συμφωνία του εναγομένου με την προαναφερόμενη εργολήπτρια εταιρία να ανοικοδομηθεί πολυκατοικία στο επίδικο οικόπεδο κατά το σύστημα της αντιπαροχής, και να παραμείνουν στην κυριότητά του οι πιο πάνω αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμερίσματα) είναι πράξη άσχετη με τη συμπεριφορά της ενάγουσας αδελφής του και όχι αποτέλεσμα της προηγούμενης συμπεριφοράς της, δεδομένου ότι η συμφωνία αυτή ήταν η μόνη και πιο συμφέρουσα γιαυτόν πράξη αξιοποιήσεως του οικοπέδου, και ως προς το δικό του και μόνο ποσοστό συγκυριότητας. Συνεπώς και σύμφωνα με τα προηγούμενα, εφόσον οι πράξεις του εναγομένου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση των πραγμάτων δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια προς τη συμπεριφορά της ενάγουσας, η άσκηση της αγωγής από την τελευταία δεν παρίσταται αντίθετη προς τις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ (ολ. ΑΠ 62/90, ΝοΒ 39. 389, ΑΠ 681/2000, ΕλλΔνη 42.110) και έπρεπε ν` απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, έπρεπε ν` απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και να γίνει δεκτή η αγωγή που κρίθηκε ως κατ` ουσία βάσιμη κατά ένα μέρος. Να αναγνωρισθεί η ενάγουσα ως συγκληρονόμος κατά το ίδιο ποσοστό 1/3 επί των 315,6 του επιδίκου, δηλαδή επί των 102, και κατά το ίδιο ποσοστό 1/3 σε κάθε μία οριζόντια ιδιοκτησία από αυτές που περιέρχονται κατά το εργολαβικό στον εναγόμενο και στο δικαίωμα επεκτάσεως (υψούν) της οικοδομής και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει τα προηγούμενα αντικείμενα της κληρονομίας στην ενάγουσα. Το πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο, που αναγνώρισε έγκυρες τις συμβάσεις που υπογράφηκαν με τους παρεμβαίνοντες, κάνοντας δεκτή την κυρία τους παρέμβαση, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Το ίδιο ορθά έπραξε αναγνωρίζοντας την ενάγουσα συγκληρονόμο κατά ποσοστό 1/3 επί των 4/6 (4/18) των προπεριγραφομένων κληρονομιαίων αγρών, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο στην απόδοσή τους κατά το ποσοστό αυτό. Εσφαλε όμως κατά τούτο: ότι έκρινε δεκτή την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ως προς το επίδικο οικόπεδο και απέρριψε την αγωγή κατά το σημείο αυτό ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Σύμφωνα συνεπώς με τα προηγούμενα, πρέπει ν` απορριφθεί η έφεση του εναγομένου, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Να γίνει δεκτή η έφεση της ενάγουσας, ως κατ` ουσία βάσιμη κατά το πιο πάνω μέρος. Να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το σημείο τούτο και μόνο. Να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο και, αφού εξετασθεί η αγωγή κατά το σημείο τούτο (επιδίκου οικοπέδου), να γίνει δεκτή ως και κατ` ουσία βάσιμη ως προς αυτό. Να αναγνωρισθεί ότι το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας στο επίδικο οικόπεδο ανέρχεται σε ποσοστό 105,2 και σε καθένα από τα διαμερίσματα σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, καθώς και ως προς το δικαίωμα της καθ` ύψος επεκτάσεως της οικοδομή

Σχόλια